Παντελάκης Σουγλίδης ν. Μιχάλη Μαύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3541/05, 9 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3541/05 Μεταξύ: Παντελάκης Σουγλίδης, από τη Λευκωσία Ενάγοντος και
- Μιχάλη Μαύρου, από τη Κισσόνεργα
- Πολύδωρου Πολυδώρου από τη Χλώρακα
- Κωστάκη Λαούρη, από τη Χλώρακα
- Αναστασία Χαραλάμπους Πολυδώρου, από τη Χλώρακα
- Κυριακή Ταλιώτου Μαύρου, από τη Κισσόνεργα
- Ελένη Νικολάου Λαούρη, από τη Χλώρακα Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2007 Αίτηση ημερ. 14.9.2006 για διαγραφή μερών της Έκθεσης Υπεράσπισης Για Ενάγοντα - Αιτητή : κ. Φ. Αποστολίδης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Παναγιώτης Κλεοβούλου ------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------- Ο ενάγων διεκδικεί εναντίον των εναγομένων το ποσό των £68.048,00 με τόκο 9% βασίζοντας την αξίωση του σε 13 συναλλαγματικές και/ή αξιόγραφα, τα οποία απεδέχθησαν και υπέγραψαν οι πρώτοι τρεις εναγόμενοι και εγγυήθηκαν οι υπόλοιποι τρεις. Οι εναγόμενοι αρνούνται οιανδήποτε οφειλή προς τον ενάγοντα και προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς. Μεταξύ αυτών, εγείρουν τη θέση ότι τις επίδικες συναλλαγματικές, τις υπέγραψαν προς όφελος της Αιγίς Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ της οποίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήσαν ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι και γι' αυτό υπέγραφαν από καιρού εις καιρού συναλλαγματικές είτε έγγραφα αναγνώρισης χρέους είτε γραμμάτια. Ο ενάγων, διετέλεσε εκτελεστικός διευθυντής της Αιγίς Ασφαλιστικής και όταν η τελευταία διαλύθηκε, απέσπασε τις επίδικες συναλλαγματικές τις οποίες πλαστογράφησε προς όφελος του. Με την παρούσα αίτηση, επιζητείται η διαγραφή των παραγράφων 3, 4, 6, 7, 8 και 10 ως σκανδαλωδών, άχρηστων, άσχετων προς την παρούσα αγωγή, αόριστων, ενοχλητικών, προκαλουσών αμηχανία και δυσμενείς επιπτώσεις, αποτελουσών μαρτυρία και τεινουσών να περιπλέξουν και καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Για τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, παραπέμπει ο αιτητής στο φάκελο της υπόθεσης και στην ένορκη δήλωση του. Προβάλλει με αυτή, ότι ενώ οι εναγόμενοι με την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης προβάλλουν γενική άρνηση, με τη δεύτερη παράγραφο, παραδέχονται ότι οι επίδικες συναλλαγματικές υπεγράφησαν προς όφελος της Αιγίς. Χαρακτηρίζει το περιεχόμενο της παραγράφου 3 αόριστο και γενικό, αυτό της παραγράφου 4, άσχετο και αντιφατικό. Το περιεχόμενο της παραγράφου 6, το χαρακτηρίζει άσχετο με τα επίδικα θέματα αφού γίνεται αναφορά σε μέλη της οικογένειας του και έτσι θεωρεί τόσο το περιεχόμενο της παραγράφου 6 όσο και αυτή της έβδομης, σαν επιπόλαιο και ενοχλητικό. Οι εναγόμενοι ενίστανται στο αίτημα αυτό και προβάλλουν με την ειδοποίηση ένστασης, τρεις λόγους. Ήτοι: «(α) Η ζητούμενη θεραπεία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (β) Οι επιζητούμενες διαγραφές αποβλέπουν να καταπιέσουν τους Καθ' ων η Αίτηση και να τους στερήσουν την ευκαιρία να θέσουν στο Δικαστήριο ουσιώδη, για την Υπεράσπιση γεγονότα και συνακόλουθα να τους στερήσουν για δίκαιη δίκη. (γ) Οι επιζητούμενες διαγραφές είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα και δεν είναι σκανδαλώδεις ή άσχετες ή όπως άλλως ο Αιτητής ισχυρίζεται.» Ο Μιχάλης Μαύρος (εναγόμενος 1), η ένορκη δήλωση του οποίου υποστηρίζει την ένσταση, αφού αναλύει την υπεράσπιση των εναγομένων, χαρακτηρίζει όλες τις παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης, απαραίτητες για την προβολή των ισχυρισμών τους και θεωρεί την παρούσα αίτηση, σαν προσπάθεια του ενάγοντα να τους στερήσει τη δυνατότητα υπεράσπισης. Οι συνήγοροι επιχειρηματολογώντας, ανέλυσαν τη νομική πτυχή του θέματος και υπεστήριξαν ο καθένας την ορθότητα της θέσης του διαδίκου που εκπροσωπεί. Ιδιαίτερη μνεία των θέσεων των συνηγόρων, γίνεται κατωτέρω όπου χρειάζεται. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση έχουν νομική βάση τη Δ.19 θ.4 και θ.26, η οποία προνοεί και καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει διαγραφή των δικογράφων ή μέρους αυτών. Προνοεί συγκεκριμένα η Δ.19 θ.26 πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Οι ανωτέρω εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν τύχει εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχει υποδειχθεί επανειλημμένα η προσοχή και η φειδώ η οποία πρέπει να διακρίνει την άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να καθοδηγείται και να είναι σε σχέση με το περιεχόμενο των δεδομένων ισχυρισμών στην κάθε ξεχωριστή Έκθεση Απαίτησης (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 C.L.R. 176, Joseph Lasala κ.α. ν. KING MAZAX LINES LIMITED κ.α. Αγ. Ναυτοδ. 38/05 ημερ. 12.7.06). Τα δικόγραφα είναι αυτά που καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό, «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved.» Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odham Press Ltd
(1936)1 KB 697 (C.A), στη σελ. 612 ελέχθη ότι: «The word "material" means necessary of the purpose of formulating a complete cause of action..» Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τους ανωτέρω Κανονισμούς, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake «Precedents of Pleadings» 12η έκδοση: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible on which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations» (Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 685) Ανάλυση των προνοιών της Δ.19 θ 26 γίνεται στο σύγγραμμα The Annual Practise 1959, p. 477, στην έκθεση της πανομοιότυπης με την παρούσα Διαταγή 19 θ.26, του Supreme Court Practise. Όπως αναφέρεται σε σχόλιο στο The Annual Practise 1959 σελ. 477, η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίστηκε σε κάποια έκταση με τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση μ' αυτούς. Η γενική εφαρμογή του κανόνα, καθορίζεται με την απόφαση στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, όπου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στα μέρη πώς να συντάσσουν τα δικόγραφα και ότι αυτός ο κανόνας θα πρέπει να τηρείται σαν ιερός. Από την άλλη όμως, ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι τα μέρη δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες ετοιμασίας των δικογράφων και αν κάποιος διάδικος εισάγει δικόγραφο που είναι αχρείαστο, και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του. Αναφορικά με την έννοια του αχρείαστου δικογράφου, σε σχόλιο στο Annual Practise του 1959 στην ίδια σελίδα, αναφέρεται ότι το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα, δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για αίτηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτό. Κάποια δήλωση δεν διαγράφεται απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη, εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. Έτσι, αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια, το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο αιτητής να πρέπει να απαντήσει σ' αυτά και μ' αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία θα καταλήξουν στην πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν γιατί θα επηρεάσουν τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίνεται ότι για καλύτερη κατανόηση των θεμάτων που εγείρονται, καταγραφούν αυτούσιες οι παράγραφοι των οποίων επιζητείται η διαγραφή: «
- Τα εν λόγω ποικιλώνυμα έγγραφα αναγνώρισης του χρέους των Εναγομένων προς την ρηθείσα ασφαλιστική εταιρεία «Αιγίς» κάθε φορά υπεγράφοντο βάσει των σχετικών λογαριασμών που εκρατούντο στα λογιστήρια ένθεν και ένθεν και τα νεώτερα εν λόγω έγγραφα αναγνώρισης χρέους και/ή αξιόγραφα υπεγράφοντο αφού εξοφλείτο και/ή εμηδενίζετο η μέχρι της υπογραφής οφειλή των Εναγομένων προς την ρηθείσα «Αιγίς».
- Μετά την εξόφληση των επίδικων συναλλαγματικών υπεγράφη από τους Εναγομένους προς όφελος της ρηθείσης «Αιγίς» ένα γραμμάτιο, ημερομηνίας 30/06/01, για το ποσό των £124,000, βάσει του οποίου μεταξύ των μερών εσυμφωνείτο ότι την 30/06/01 οι Εναγόμενοι όφειλαν προς την Αιγίς μόνο £124,
- Η Αιγίς, η οποία ήταν μία εύρωστη ασφαλιστική Εταιρεία και με πολύ καλή διαχείριση και θα ήταν σήμερα ανθούσα επιχείρηση, οδηγήθηκε σε χρεωκοπία και εν τέλει σε διάλυση μέσα από τις καταχρήσεις, διασπαθίσεις, κακή διαχείριση και μεθοδεύσεις του Ενάγοντα και της οικογένειας του.
- Ο Ενάγοντας πριν εκδιωχθεί από τον εκκαθαριστή της «Αιγίς» απέσπασε τις επίδικες συναλλαγματικές τις οποίες πλαστογράφησε τοποθετώντας το όνομα του ως δικαιούχου και βάσει της εν λόγω πλαστογραφίας αξιώνει, στην παρούσα, την πληρωμή του από τους Εναγόμενους.
- Για την εν λόγω ενέργεια του ο Ενάγων κατηγγέλθη στην Αστυνομία από τους Εναγομένους.
- Οι Εναγομένοι αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και υποβάλλουν ότι η αναφερόμενη επιταγή εδόθη στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 2, αφού ο Ενάγων εξεβίασε τον Εναγόμενο 2, αλλά η εν λόγω επιταγή επεστράφη στους Εναγομένους από τον Ενάγοντα, όταν οι Εναγόμενοι 1 και 3 προειδοποίησαν τον Ενάγοντα ότι θα τον καταγγείλουν στην αστυνομία.» Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, το οποίο διαβάζεται σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 αυτής, κρίνεται ότι δεν είναι γενικό ούτε και αόριστο. Η έκφραση «ποικιλώνυμα έγγραφα», αναφέρεται ακριβώς στα έγγραφα της παραγράφου
- Το περιεχόμενο της παραγράφου 4, χαρακτηρίζεται από τον κ. Αποστολίδη άσχετο και αντιφατικό. Ο κ. Κλεοβούλου, το θεωρεί απόλυτα σχετικό. Και όντως είναι, γιατί και το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου πρέπει να διαβαστεί μαζί με αυτό της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και της γενικότερης υπεράσπισης των εναγομένων, που επεξηγεί τον τρόπο συνεργασίας τους μετά της ασφαλιστικής εταιρείας «Αιγίς». Η παράγραφος 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, θεωρείται απόλυτα σχετική με τα επίδικα θέματα αφού τείνει να επεξηγήσει τον τρόπο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, που οι επίδικες συναλλαγματικές κατέληξαν στα χέρια του ενάγοντα. Δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η ευρωστία της «Αιγίς», η ακολουθήσασα χρεοκοπία, οι τυχόν καταχρήσεις και διασπαθίσεις, είναι άσχετες με την παρούσα υπόθεση. Αν αφεθεί η παράγραφος αυτή, θα ακολουθήσει μαρτυρία τείνουσα να αποδείξει τους περιλαμβανόμενους ισχυρισμούς της, οι οποίοι θα περιπλέξουν τη διαδικασία και τη γενικότερη διεξαγωγή της δίκης. Αφού θα περιπλεχθούν θέματα οικονομικής διαχείρισης και λειτουργίας της εταιρείας «Αιγίς». Όπως ανωτέρω ελέχθη, η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο (βλ. Bruce (ανωτέρω)) και κρίνεται πως τα γεγονότα της συγκεκριμένης παραγράφου, στερούνται αυτής της ιδιότητας. Γι' αυτό κρίνεται αναγκαία η διαγραφή της παραγράφου αυτής. Η παράγραφος 8 θεωρείται από τον κ. Αποστολίδη σαν σκανδαλώδης και παραπέμποντας στο σύγγραμμα Annual Practise, όπου αναφέρεται ότι «παραδοχές» δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, χαρακτηρίζει κατ' αναλογία και αυτή την αναφορά σαν αχρείαστη. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με το συμπέρασμα αυτό του κ. Αποστολίδη. Η παράγραφος 8 δεν κάνει λόγο σε παραδοχή αλλά σε καταγγελία προς την αστυνομία. Ίσως να μην είναι απόλυτα αναγκαία η αναφορά αυτή. Όμως αποτελεί τη συνέχεια των ενεργειών των εναγομένων στις οποίες προέβησαν, αφού ανακάλυψαν την ισχυριζόμενη πλαστογραφία του ενάγοντα. Θεωρείται πως ούτε περιπλέκει αλλά ούτε και εκτρέπει τη δίκη από τη δίκαιη και ομαλή διεξαγωγή της. Απόλυτα σχετική θεωρείται και η παράγραφος 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Είναι απάντηση της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως, η οποία κάνει λόγο για επιταγή την οποία οι εναγόμενοι παρέδωσαν στον ενάγοντα έναντι του χρέους τους. Επεξηγούν με την παράγραφο 10 το λόγο για τον οποίο εδόθη η εν λόγω επιταγή και την κατάληξη την οποία είχε. Έχοντας συνεπώς υπόψη τα ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπερασπίσεως. Οι λοιπές αξιώσεις της αίτησης, απορρίπτονται. Τα έξοδα, δεδομένου του αποτελέσματος της αίτησης, θα είναι στην πορεία και θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ.)............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής .../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο