← Κύπρος

KS SOCRATOUS LTD ν. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1693/2004, 17.1.2007

KS SOCRATOUS LTD ν. ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1693/2004, 17.1.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1693/2004 Μεταξύ: KS SOCRATOUS LTD, από την Πάφο Ενάγοντα Και ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ, από την Λευκωσία Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7.9.2006 για αναστολή εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.1.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους - αιτητές: κος Α. Μάγος (για να ακούσει απόφαση κ. Μιχαήλ) Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Παπαχαραλάμπους για Γεωργιάδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση: Με την αίτηση τους, οι εναγόμενοι, ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, η οποία εκδόθηκε στην αγωγή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Παράλληλα με την αίτηση τους προκαθορίζουν και τους εξής όρους της αναστολής: α) ότι θα κατατεθεί τραπεζική εγγύηση που θα καλύπτει το ποσό και των τόκων της απόφασης β) ότι τα δικηγορικά έξοδα θα καταβληθούν. Η αίτηση τους στηρίζεται στην Δ.35 θ.18 και 19, στην Δ.48 Θ. 8

(1)(ee) στον Νόμο 14/60 και υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, του Δημήτρη Αλεξάνδρου Δημητρίου και του δικηγόρου Χρυσόστομου Μάγου. Στην ένορκη δήλωση του Δημήτρη Αλεξάνδρου Δημητρίου περιέχονται τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης στις 2.3.2006, στην αίτηση παραμερισμού που καταχωρήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και στην έφεση που καταχωρήθηκε εναντίον της απορριπτικής αυτής απόφασης του δικαστηρίου. Υπάρχει ισχυρισμός ότι το πιστό αντίγραφο της απόφασης που εκδόθηκε την 2.3.2006 είναι λανθασμένο και πως αυτό δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Προβάλουν τον ισχυρισμό της ύπαρξης καλής υπόθεσης για επιτυχία της έφεσης, και της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου η ενάγουσα να μην μπορέσει να επιστρέψει το ποσό της απόφασης, το οποίο θα της πληρωθεί λόγω του μεγάλου χρέους της εφόσον όλη η περιουσία της είναι υποθηκευμένη στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.50,000, λόγω του μικρού μετοχικού της κεφαλαίου ( Λ.Κ.1,000) και των μεγάλων κινδύνων που υπάρχουν στη φύση κάθε μικρής εταιρείας. Προβάλουν ότι η παράλειψη της να καταχωρήσει τις ετήσιες εκθέσεις της (για τα έτη 20003 μέχρι 2006) δεικνύει ότι δεν είναι υπεύθυνος εταιρεία έναντι των νομικών της υποχρεώσεων, ότι η ενάγουσα δεν θα υποστεί ουδεμία ζημιά από την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και ότι η εναγόμενη είναι έτοιμη να καταθέσει τραπεζική εγγύηση που να καλύπτει το ποσό της απόφασης και των τόκων και να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα και δηλώνει έτοιμη να συμμορφωθεί με κάθε οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος Χρυσόστομος Μάγου, ορκίζεται ότι κατόπιν προσωπικής έρευνας στον Έφορο Εταιρειών ερεύνησε τον φακέλου της ενάγουσας και παραθέτει στοιχεία για αυτή στην ένορκη του δήλωση. Η ένταση: Από μέρους των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κυριάκου Σωκράτους διευθυντή των εναγόντων και σε αυτήν περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  1. Η επιδίωξη της επιτυχίας της αίτησης προσκρούει στο δεδικασμένο από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 24.8.2006 και/ή αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
  2. Δεν υπάρχει δικονομική πρόβλεψη αναστολής εκτέλεσης απόφασης που δεν προσβλήθηκε με έφεση.
  3. Η έφεση δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου αν πληρωθεί η υπέρ των εναγόντων απόφαση
  4. Δεν υπάρχει περίπτωση οι εναγόμενοι να μην μπορέσουν να επιτύχουν επιστροφή των χρημάτων που θα πληρώσουν για ικανοποίηση της υπέρ των εναγόντων απόφασης αν ανατραπεί η απόφαση ημερ. 21.7.
  5. Οι εναγόμενοι έχουν επιδείξει μέχρι τώρα κακή πίστη και έχουν αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο.
  6. Οι εναγόμενοι στηρίζουν την αίτηση τους στην απαράδεκτη διάκριση μεταξύ μικρών και μεγάλων εταιρειών.
  7. Η έγκριση της αίτησης των εναγομένων θα αποφασίσει ταυτόχρονα την αίτηση των εναγόντων αρ. 496/2006 Ε.Δ Λευκωσίας για διάλυση της εταιρείας των εναγομένων.
  8. Η προσφερόμενη από τους εναγόμενους εγγυητική δεν παρέχει ικανοποιητική ασφάλεια ότι οι ενάγοντες θα εισπράξουν τα χρήματα τους. Ο Κυριάκου Σωκράτους διευθυντής των εναγόντων, ορκίζεται ότι η απόφαση του δικαστηρίου ημερ. 2.3.2006 δεν έχει εφεσιβληθεί. Ότι οι ενάγοντες δεν έχουν πρόθεση να εγκαταλείψουν τις δραστηριότητες τους, είναι φερέγγυοι και έχουν ακίνητη περιουσία πολλαπλάσια του ποσού που διεκδικούν την είσπραξη του και δεν έχουν πρόθεση να φυγαδεύουν εκτός Κύπρου, ούτε να την εκποιήσουν. Υποστηρίζουν ότι ο Δημητρίου δεν είναι διευθυντής, γραμματέας ούτε με άλλο τρόπο νόμιμος αντιπρόσωπος των εναγομένων και στερείται ειδικών γνώσεων αλλά και πληροφοριών για να είναι σε θέση να εκφέρει ισχυρισμούς και γνώμες όπως στην παρ. 8 και 10 της ενόρκου δηλώσεως του. Ο ίδιος εγγυάται προσωπικά την επιστροφή του ποσού της απόφασης και οι δικηγόροι του την επιστροφή των εξόδων. Μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο βρέθηκε ότι στο όνομα των εναγομένων δεν υπάρχει ακίνητη περιουσία. Επίσης ισχυρίζεται ότι εναντίον των εναγομένων υπάρχει αριθμός υποθέσεων από τις οποίες προκύπτουν υποχρεώσεις εις βάρος τους οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν. Οι εναγόμενοι ουδέν ποσό ούτε καν τα έξοδα έναντι της απόφασης πλήρωσαν ή πρόσφεραν μέχρι σήμερα. Αντίθετα δόθηκε ειδοποίηση, ότι το ένταλμα κινητής ιδιοκτησίας δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστή γιατί στερούνται κινητής περιουσίας. Οι ενάγοντες καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λευκωσίας την αίτηση αρ. 496/2006 για διάλυση της εταιρείας των εναγομένων για το λόγο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Η τραπεζική εγγύηση δεν αποτελεί ικανοποιητική εγγύηση ότι οι ενάγοντες θα εισπράξουν το λαβείν τους. Είναι άδικο για τους ενάγοντες να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα γιατί έτσι στερούνται το όφελος της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και ως εκ τούτου τα όσα στις ένορκες δηλώσεις εμπεριέχονται, αποτελούν την μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου και την βάση επί της οποία θα κριθεί η αίτηση. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει λάβει υπόψη του, την αίτηση, την ένσταση, τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν και τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας και της επιχειρηματολογίας τους κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Η Δ.35 Θ.18: H Δ.35 θεσμοί 18 και 19 προνοούν τα εξής:
  9. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
  10. Οποτεδήποτε μιά αίτηση βασιζόμενη σ΄ αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου. -------------------------------------------------------------------------------------------------------Η ανωτέρω επί της Δ.35 Θ.18 υπογράμμιση είναι δική μου Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την διακριτική αυτή ευχέρεια του δικαστηρίου διαγράφονται από την νομολογία και συνοπτικά είναι οι εξής: Το δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191/96, ημερ, 29.6.2001, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μην μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσια κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147) Σε σχέση με την προοπτικές επιτυχίας της έφεσης ως παράγων, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω) στις σελ. 1150 και 1151 λέχθηκαν τα εξής: «...είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Ο πρώτος λόγος αυτός της ένστασης των εναγόντων αποτελείται από δύο μέρη, προβάλουν οι καθ΄ων η αίτηση, ότι η επιδίωξη της επιτυχίας της αίτησης προσκρούει στο δεδικασμένο από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 24.8.2006 και επίσης ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Το γεγονός ότι οι αιτητές με την παρούσα, δια κλήσεως αίτηση τους, ζητούν την έκδοση διαταγής του δικαστηρίου με την οποία να αναστέλλεται η απόφαση του δικαστηρίου μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, διαφοροποιεί πιστεύω το αίτημα που είχαν υποβάλει σε προγενέστερο χρόνο με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 8.8.2006. Δεν θεωρώ ότι η προγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου, δημιουργεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου, ως προς την προώθηση της παρούσας αίτησης, εφόσον με την προηγούμενη αίτηση τους οι εναγόμενοι ζητούσαν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Το ίδιο σκεπτικό του Δικαστηρίου, επεκτείνεται και στον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί κατάχρησης της διαδικασίας. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, επισημάνθηκε ότι «Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και πιο πάνω έχει λεχθεί οι εναγόμενοι - αιτητές με μονομερή αίτηση τους, η οποία προηγήθηκε της παρούσας, ζητούσαν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης δια κλήσεως ημερ. 22.8.2006 δηλαδή μέχρι το χρονικό σημείο που θα εδικάζετο και αποφασίζετο η αίτηση δια κλήσεως αίτηση που είχαν καταχωρήσει, την οποία ακολούθως επέσυραν με επιφύλαξη και καταχώρησαν στην παρούσα. Με την παρούσα αίτηση τους ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, συνεπακόλουθα εφόσον δεν επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση τους την επίτευξη του ίδιου σκοπού, η αίτηση δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Για σκοπούς υποστήριξης του δεύτερου λόγου της ένστασης, ο συνήγορος των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση υποστήριξε, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον δεν υπάρχει δικονομική πρόβλεψη αναστολής εκτέλεσης απόφασης που δεν προσβλήθηκε με έφεση, αναφέροντας ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.3.2006 δεν έχει εφεσιβληθεί, ενώ η έφεση αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2006 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παραμερισμού. Από την λεκτική διατύπωση της Δ.35 Θ.18 προκύπτει αβίαστα ότι, το δικαστήριο έχει εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, που έχει εφεσιβληθεί. Συνεπακόλουθα πρώτα θα πρέπει να διευκρινιστεί από το δικαστήριο ποιο είναι το αντικείμενο της αναστολής που ζητείται με την υπό κρίση αίτηση. Το αίτημα των εναγομένων, ως αυτό είναι διατυπωμένο στην αίτηση τους, δεν καθορίζει ποιας απόφασης την αναστολή επιδιώκουν, ως αυτό θα αναμένετο να είχαν πράξει. Γενικότητα χαρακτηρίζει και την ένορκο δήλωση του κ. Δημητρίου η οποία συνοδεύει την αίτηση τους εφόσον σε αυτή δεν καθορίζεται με επάρκεια και σαφήνεια ποιας απόφασης, οι εναγόμενοι, την αναστολή ζητούν. Παραπέμπω σχετικά στις παρ. 4, 5, 10, 12 και 14 της ενόρκου δηλώσεως όπου εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην επιστρέφει το ποσό της απόφασης το οποίο θα πληρωθεί, οδηγεί σε συμπέρασμα όχι όμως στο μοναδικό ότι, η επιδιωκόμενη αναστολή αφορά την απόφαση ημερομηνίας 2.3.2006, εφόσον αυτή είναι και η μόνη απόφαση η οποία επιβάλει στους εναγόμενους υποχρέωση για πληρωμή. Χρήσιμη είναι θεωρώ σε αυτό το σημείο, η αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο διαγράφεται μέσα από τον φάκελο της. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε δύο συνεχής ημερομηνίες, την 2.3.2006 και την 3.3.2006. Η παράληψη των εναγομένων να εμφανιστούν κατά την πρώτη ημερομηνία, δηλαδή στις 2.3.2006, είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες στην απουσία τους να πετύχουν την έκδοση απόφασης υπέρ τους για το ποσό των Λ.Κ. 6.034.05 πλέον τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι στις 10.3.2006 καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, την οποία το δικαστήριο απέρριψε στις 21.7.2006. Εναντίον της απορριπτικής αυτής απόφασης του δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.7.2006 ασκήθηκε έφεση στις 27.7.2006. Ο συνήγορος των εναγόμενων - αιτητών, αναφερόμενος σε αυτό τον λόγο της ένστασης υπό μορφή ερωτήματος, πρόβαλε ουσιαστικά ότι δεν είχε δικαίωμα να εφεσιβάλει την απόφαση που το δικαστήριο έκδωσε ερήμην τους, δηλαδή την απόφαση ημερομηνίας 2.3.2006 και πως αυτή είναι η νόμιμη διαδικασία. Η κατάληξη του δικαστηρίου, είτε οι ενάγοντες ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 2.3.2006 είτε ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απορριπτικής απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2006, η οποία εφεσιβλήθηκε, είναι ότι η αίτηση τους δεν μπορεί να επιτύχει. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) ν. Λύρα κ.ά (Αρ. 1)
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1384 λέχθηκαν τα εξής: Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Στην υπόθεση Christofi and Οthers v. Iacovidou
(1985)1 CLR 713, λέχθηκε ότι, αίτηση δυνάμει της Δ.35 Θ.18 περιορίζεται σε διατάγματα ή αποφάσεις η ορθότητα των οποίων αμφισβητείται με την έφεση. Με δεδομένο λοιπόν ότι η Δ.35 Θ.18 προβλέπει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εφεσιβάλλεται και εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση που εφεσιβάλλεται είναι η απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 21.7.2006, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να επιτύχουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 2.3.2006, η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης και συνεπακόλουθα δεν μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο αναστολής με βάση την Δ.35 θ.
  1. Ενώ από την άλλη, ούτε η απόφαση ημερομηνίας, 21.7.2006 μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Όπως στην υπόθεση, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) (ανωτέρω), λέχθηκε «η ενδιάμεση απόφαση, της οποία επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35 θ.
  2. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεκτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ.18». Υπό τις περιστάσεις, και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω ότι η αίτηση των εναγομένων είναι αβάσιμη και έξω από τα πλαίσια που θέσει η Δ.35 θ.18 και η νομολογία. Επομένως η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........ Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.