Νίκης Δημητρίου ν. Κωνσταντίνος Κώστα, Αρ. Αγωγής: 1358/04, 18.1.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1358/04 Μεταξύ: Νίκης Δημητρίου και Ευριπίδη Γεωργίου εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Δημητρίου τέως εκ Συνοικισμού Κολοσσίου οδός Καραβά Νο.11 Λεμεσός Εναγόντων και
- Κωνσταντίνος Κώστα, εξ' Αραδίππου Λάρνακας οδός Σωκράτους 2
- IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD, οδός Σωκράτους 2 Λάρνακα Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 18.1.2007 Δια Ενάγοντες: κ. Καραϊσκος (κα Κωνσταντινίδου για να ακούσει απόφαση) Δια Εναγόμενο 1: κα Ανδρέου (κ. Π. Μιχαηλίδης για να ακούσει απόφαση) Δια Εναγόμενη εταιρεία 2: κ. Ιωαννίδης (κα Κυπριανού για να ακούσει απόφαση) ---------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ---------------------- Το δυστύχημα της 10ης Απριλίου 2003 το οποίο επεσυνέβη στην οδό Αισώπου στην Πάφο, μεταξύ του Κ. Κωνσταντίνου (εναγόμενου 1) οδηγού εκσκαφέα με αρ. εγγραφής CAJ331 και του πεζού Δημήτρη Δημητρίου, είχε σαν τραγική κατάληξη, το θάνατο του δεύτερου. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος και η αιτία αυτού, αποδίδεται σε πολυτραυματισμό. Με κοινή δήλωση των συνηγόρων, έγινε αποδεκτό ότι ο πολυτραυματισμός προήλθε από το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 8, ιατροδικαστική έκθεση, ο αποβιώσας έφερε σοβαρότατες κακώσεις οι οποίες έδειχναν ότι είχε διαπεραστεί από βαρύ αντικείμενο με λοξή πορεία. Η παρούσα αγωγή εγείρεται από τους διαχειριστές της περιουσίας του προς όφελος της περιουσίας και των εξαρτωμένων του, οι οποίοι σύμφωνα με αποδεκτή και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, είναι οι:
(1)Νίκη Δημητρίου, σύζυγος
(2)Πωλίνα Δημητρίου, θυγατέρα, γεννηθείσα στις 3.8.1990
(3)Ανδρέας Δημητρίου, υιός, γεννηθείς στις 5.9.1994
(4)Σκεύη Δημητρίου, θυγατέρα, γεννηθείσα στις 15.2.1997 Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εργοδοτούμενος των εναγομένων 2, των οποίων ιδιοκτησία ήταν ο εκσκαφέας και εχρησιμοποιείτο για την εκτέλεση εργασιών των εναγομένων
- Συνεπώς, οι εναγόμενοι 2 θα ευθύνονται ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι, εάν κριθεί αμελής ο εναγόμενος
- Τα επίδικα θέματα που χρήζουν εξέτασης είναι κυρίως δύο. Αυτό της αμέλειας και εκείνο των αποζημιώσεων, το οποίο βέβαια διαχωρίζεται σε άλλα επί μέρους θέματα. Κρίνεται δε σκόπιμο, να εξετασθούν ανά ενότητες. ΑΜΕΛΕΙΑ - ΜΑΡΤΥΡΙΑ Περιγραφή του ατυχήματος και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό επεσυνέβη, έδωσε ο εναγόμενος 1, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός γνώστης, αφού ουδείς άλλος φέρεται να αντελήφθη ή είδε το ατύχημα. Την επίδικη ημερομηνία, ήταν εργοδοτούμενος των εναγομένων 2, οι οποίοι ασχολούνταν με επίστρωση με πρέμιξ της οδού Αισώπου. Η εργασία του ιδίου σαν μηχανοδηγού, ήταν να σκουπίζει το δρόμο με τη χρήση του εκσκαφέα - σκούπα, πριν την επίστρωση του με πρέμιξ. Εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος εκσκαφέας έχει κάδο - σκούπα μπροστά, ενώ πίσω έχει άλλο εξάρτημα, την πήγα (Τεκμήριο 10 Α και 10 Β). Το σκούπισμα, η χρήση γενικά της σκούπας, γίνεται μόνο αφού τεθεί σε λειτουργία η πισινή ταχύτητα του εκσκαφέα. Μετά τη διακοπή για το μεσημεριανό φαγητό, ξεκίνησε μαζί με τον αποβιώσαντα να πάνε προς το μέρος του εκσκαφέα. Ο ίδιος για να σκουπίσει και ο αποβιώσας να ξεφορτώσει το πρέμιξ, με το οποίο θα επιστρωνόταν το άλλο μισό του δρόμου, αφού στο υπόλοιπο είχε ήδη γίνει επίστρωση. Διένυσαν περπατώντας με τον αποβιώσαντα περίπου 15 μ. και ανέβηκε ο εναγόμενος 1 στον εκσκαφέα, ενώ ο αποβιώσας συνέχισε να περπατά στο χωμάτινο παγκέτο. Ο ίδιος ξεκίνησε με πισινή ταχύτητα και οδηγούσε προς την οδό Νέστωρος, ενώ ο Δ. Δημητρίου περπατούσε δίπλα από τον εκσκαφέα ακολουθώντας και οι δύο την ίδια πορεία. Η ταχύτητα του εκσκαφέα και του αποβιώσαντα ήταν σχεδόν η ίδια. Ο εναγόμενος 1 έλεγχε το δρόμο, έχοντας το κεφάλι γυρισμένο προς τα πίσω από την αριστερή πλευρά. Διένυσαν με αυτό τον τρόπο 10 - 15 μ. και σε κάποια στιγμή, ενώ εξακολουθούσε να οδηγεί προς τα πίσω, σε κλάσματα δευτερολέπτου, «έπιασε το μάτι του τον Δημήτρη που έγερνε στο δρόμο από την πλευρά που περπατούσε». Αμέσως εφάρμοσε τα φρένα, έβαλε μπροστινή ταχύτητα και κινήθηκε 1 - 1 ½ μ. μπροστά. Ένιωσε όμως τον αριστερό πισινό τροχό να ανεβαίνει κάπου. Όταν προχώρησε το 1 ½ μ., είδε τον αποβιώσαντα στο έδαφος. Κατέβηκε κάτω από τον εκσκαφέα, έτρεξε προς το μέρος του φωνάζοντας τον και κάλεσε βοήθεια. Ο αποβιώσας ήταν λίγο λοξά τοποθετημένος, με την κεφαλή προς το επιστρωμένο μέρος του δρόμου και τα πόδια προς το παγκέτο. Ανέφερε περαιτέρω ο εναγόμενος 1, εξεταζόμενος, ότι δεν κατάλαβε πώς ακριβώς έγινε το ατύχημα ούτε ποια ακριβώς κίνηση έγινε από τον αποβιώσαντα. Αντεξεταζόμενος, δεν απέκλεισε το γεγονός να κτύπησε τον αποβιώσαντα και να μην το αντιλήφθηκε. Επέμενε ότι δεν μπορούσε να πει με ακρίβεια πώς επεσυνέβη το δυστύχημα. Μέτρα της σκηνής του ατυχήματος, έλαβε ο αστυφ. 1898 Λοίζος Γεωργιάδης (Μ.Ε.1). Επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος γύρω στις 13:20 δηλαδή 10 λεπτά αφότου έλαβε το σχετικό μήνυμα. Φθάνοντας εκεί πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο περί θανατηφόρου δυστυχήματος. Ο θανών, είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Στην παρουσία του εναγομένου 1, έλαβε τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2) με το οποίο ο εναγόμενος 1 συμφώνησε και το υπέγραψε. Βάσει αυτού, ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος, (Τεκμήριο 1). Σ' αυτό παρουσιάζεται το σημείο σύγκρουσης του εκσκαφέα με τον πεζό με το γράμμα X και με το Τεκμήριο Γ παρουσιάζεται κηλίδα αίματος. Με το γράμμα Α σημειώνεται η οπίσθια ταχύτητα του εκσκαφέα ενώ με το Β, η πορεία του πεζού. Αμφότερα, του υπεδείχθησαν από τον εναγόμενο
- Το πλάτος του δρόμου ήταν 6 μ. Το πλάτος του εκσκαφέα ήταν 2.20 μ. και το μήκος του, 5.60 μ. Η ορατότητα του οδηγού του εκσκαφέα και προς τις δύο κατευθύνσεις ήταν 50 μ. Για τη μηχανική κατάσταση του εκσκαφέα, μαρτυρία έδωσε ο κ. Ν. Χριστοδούλου (Μ.Ε.3), επιθεωρητής μηχανοκινήτων οχημάτων της τροχαίας. Από την εξέταση στην οποία επροέβη, δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη. Τα συστήματα οδήγησης και τροχοπέδησης, τα ελαστικά και το χειρόφρενο ήταν σε καλή κατάσταση. Δεξιά και αριστερά του εκσκαφέα, υπήρχαν πλαίσια καθρεπτών αλλά όχι καθρέπτες. Ζήτησε από τον οδηγό του εκσκαφέα, εναγόμενο 1, να τον ξεκινήσει και οδηγήσει. Το οδήγησε 2 - 3 μ. περίπου, τόσο με μπροστινή όσο και οπίσθια ταχύτητα. Στην κίνηση με οπίσθια ταχύτητα, ακούστηκε «πουρού» αλλά όχι πολύ έντονα. Αυτή ήταν η μαρτυρία η σχετιζόμενη με την ευθύνη. Δυστυχώς όχι ικανοποιητικά διαφωτιστική, για τις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα. Οι θέσεις των συνηγόρων διίστανται, όπως είναι αναμενόμενο, για την ευθύνη. Ο συνήγορος των εναγόντων, ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο εναγόμενος 1, ο οποίος δεν ήταν ούτε πειστικός ούτε φυσικός μάρτυρας. Η κα Ανδρέου, χαρακτηρίζει τον εναγόμενο 1, απόλυτα αξιόπιστο άτομο, του οποίου η μαρτυρία δεν κλονίστηκε. Αντίθετα, χαρακτηρίζει αναξιόπιστο τον Μ.Ε.1, με ιδιαίτερο σχόλιο για την ασάφεια και αντιφατικότητα που χαρακτήριζε τη θέση του για το σημείο σύγκρουσης και το «Χ». Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων σχετικά με τη νομική πτυχή της αμέλειας, γίνεται αναφορά κατωτέρω. Όπως ανωτέρω σημειώνεται, έντονης αμφισβήτησης έτυχε η θέση του «Χ» σαν σημείου σύγκρουσης του εκσκαφέα με τον πεζό, όπως το σημειώνει ο Μ.Ε.1, στα Τεκμήρια 1 και
- Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 πως αυτό του υποδείχθηκε από τον εναγόμενο
- Διαρκούσης της αντεξέτασης, δέχθηκε και εξήγησε πως: Απ' όσα του είπε ο εναγόμενος 1, ότι εκινείτο με πισινή ταχύτητα και κατάλαβε ότι τον κτύπησε και προχώρησε ακολούθως 1μ. μπροστά, τοποθέτησε εκεί το σημείο σύγκρουσης και γι' αυτό ο εναγόμενος 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 2, που ήταν το πρόχειρο σχέδιο. Στην υποβολή δε της κας Ανδρέου πως η θέση του εναγομένου 1 ήταν πως το θύμα βρισκόταν ήδη στο έδαφος, απάντησε «δεν θυμάμαι». Δεν συμφώνησε με την υποβολή αυτή, όπως αναφέρει στην αγόρευση της η κα Ανδρέου. Η εκδοχή του εναγόμενου 1 για το «Χ» είναι πως: Αποτελεί το σημείο στο οποίο βρήκε το θύμα. Δέχθηκε όμως, αντεξεταζόμενος, ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο) και τη σημείωση του Μ.Ε.1 ότι το Χ αποτελεί «το σημείο στο οποίο ο εκσκαφέας κτύπησε το πεζό», εξηγώντας πως «για να βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο στο έδαφος ο Δημήτρης σημαίνει ότι αυτό ήταν το σημείο που έγινε το δυστύχημα». Αντικειμενικά ευρήματα δεν υπήρχαν στο σημείο εκείνο που καθορίστηκε σημείο σύγκρουσης Χ. Είναι δε νομολογημένο ότι το Δικαστήριο χωρίς θετική μαρτυρική βάση, δεν μπορεί να υιοθετήσει από μόνο του σημείο σύγκρουσης (βλ. Κώστας Ασπρή ν. Αστυνομίας,
(2000)2 Α.Α.Δ. 694). Όμως, με δεδομένο ότι ο εναγόμενος υπέδειξε το Χ σαν το σημείο στο οποίο κειτόταν το θύμα, ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2 και ότι με δεδομένη τη μαρτυρία του ίδιου του εναγομένου 1 στο σημείο που έπεσε το θύμα, ένιωσε τον τροχό του εκσκαφέα του να ανεβαίνει στο σώμα του, καθίσταται πλέον σαφές ότι σε εκείνο το σημείο το Χ, κειτόταν ο πεζός πάνω στο σώμα του οποίου πάτησε ο τροχός του εκσκαφέα. Είναι η θέση της κας Ανδρέου, πως παρατηρείται έλλειψη μαρτυρίας σε ό,τι αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο αποβιώσας βρέθηκε πίσω από τον εκσκαφέα. Είναι αδύνατο, τόνισε και ανεπίτρεπτο, να καταλήξει το Δικαστήριο σε νομικά επιτρεπτά ευρήματα ή συμπεράσματα για το πώς βρέθηκε στο σημείο Χ. Υπάρχει κενό μαρτυρίας, το οποίο στερεί το Δικαστήριο από τη δυνατότητα να αξιολογήσει τις περιστάσεις του ατυχήματος και κατ' επέκταση τις ενέργειες και την οδική συμπεριφορά του εναγομένου
- Είναι η εισήγηση των εναγομένων ότι δεν έχει προσαχθεί εκ μέρους των εναγόντων μαρτυρία που να αποδεικνύει αιτιώδη συνάφεια των γεγονότων που επικαλέσθηκαν, όπως έλλειψη πλαισίων καθρεπτών του εκσκαφέα ή προειδοποιητική σειρήνα για την οδήγηση με οπίσθια ταχύτητα, με το ατύχημα. Με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες, υπέδειξε η συνήγορος του εναγόμενου 1, πως οι ενάγοντες φέρουν το βάρος απόδειξης της αμέλειας του εναγομένου 1, το οποίο απέτυχαν να αποσείσουν. Είναι η θέση τους ότι μόνο με εικασίες ή υποθέσεις μπορεί να υπάρξει συμπέρασμα των συνθηκών υπό τις οποίες, ο αποβιώσας ενώ περπατούσε στο χωμάτινο παγκέτο, βρέθηκε στο πίσω μέρος του εκσκαφέα. Η συνήγορος προχώρησε περαιτέρω και ανέλυσε την αρχή Res Ipsa Loquitur, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, διότι οι ενάγοντες επέλεξαν κατά τη δίκη να προχωρήσουν με προώθηση των λεπτομερειών αμέλειας του εναγόμενου
- Δεν δικαιολογείται εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή της αρχής αυτής, διότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει έλλειψη γνώσης ή έλλειψη μέσων γνώσης τους για τις περιστάσεις του ατυχήματος και κατ' επέκταση, δεν εφαρμόζεται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Παρέπεμψε δε, στις αποφάσεις Andreas Savvides v. Takis Mesaritis & others
(1985)1 C.L.R. 261 και Χρ. Παυλή ν. Α. Αβραάμ
(2000)1 Α.Α.Δ. 200. Εισηγήθηκε ότι η δεύτερη απόφαση διαφοροποιείται από την παρούσα, αφού στην ανωτέρω απόφαση είχε κληθεί και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, ενώ ο εναγόμενος ο οποίος οδηγούσε σε μονόδρομο, δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. Κατέληξε δε, πως εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο εναγόμενος 1 υπήρξε εκ πρώτης όψεως αμελής, η μαρτυρία του τελευταίου κατέδειξε πως μόλις είδε τον αποβιώσαντα να γέρνει, έλαβε μέτρα, αντέδρασε άμεσα, πατώντας φρένα και μετακινώντας τον εκσκαφέα προς τα εμπρός. Το γεγονός, τόνισε, ότι είδε τον αποβιώσαντα μόλις άρχισε να γέρνει προς το πίσω μέρος του εκσκαφέα, αποδεικνύει ότι καθόλο τον ουσιώδη χρόνο έλεγχε το δρόμο πίσω του και είχε τον αποβιώσαντα στο οπτικό του πεδίο. Ο κ. Καραΐσκος, απ' την αντίπερα όχθη, υποδεικνύει πως ο εναγόμενος 1 δεν είχε συνεχή οπτική επαφή με τον αποβιώσαντα. Η έλλειψη καθρεπτών και η προειδοποιητική σειρήνα η οποία δεν ακουγόταν καλά, αποτελούσαν παράγοντες που δεν τον βοηθούσαν. Σημείωσε τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, ο οποίος δεν απέκλεισε το γεγονός να κινήθηκε αριστερότερα και να κτύπησε τον αποβιώσαντα ο οποίος και έγειρε. Δέχθηκε ότι όντως υπάρχει πραγματικό κενό από την ώρα που τον είδε να στέκεται στο πεζοδρόμιο μέχρι που έγειρε. Επικαλούμενος την ιατροδικαστική έκθεση στην οποία αναγράφεται ότι το όχημα κινήθηκε με λοξή πορεία, υπέδειξε ότι αποδεικνύει πως ο εναγόμενος 1 ξέφυγε της πορείας του. Σε σχέση με την επικαλούμενη αρχή του Res Ipsa Loquitur, υιοθέτησε την υπόθεση Χρ. Παυλή ν. Αβραάμ (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε η συνάδελφος του, εισηγούμενος βέβαια ότι έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω μελετήσει επίσης τις εισηγήσεις και αγορεύσεις των μερών. Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση σαν πολιτική τοιαύτη, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207) και ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα, δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρη Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454). Ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυς του ατυχήματος, κρίνεται πως σε γενικά πλαίσια εμφανίσθηκε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Φαινόταν συντετριμμένος για το συμβάν και αυτό δεν αποδίδεται στο γεγονός ότι έλεγε ψέματα, όπως εισηγήθηκε ο κ. Καραΐσκος, αλλά στην τραγική εμπειρία που είχε, εμπειρία που δυστυχώς είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο ανθρώπου ηλικίας 35 ετών, που μέχρι λίγα λεπτά πριν, γευμάτιζαν και συζητούσαν. Γι' αυτό η περιγραφή που έχει δώσει για τις συνθήκες του δυστυχήματος, όπως τις αντελήφθηκε, γίνονται αποδεκτές με τις κατωτέρω επισημάνσεις και γενικότερες παρατηρήσεις που καταγράφονται στο κείμενο της απόφασης. Έχει σημειώσει στο Τεκμήριο 2 με κόκκινο μελάνι, το σημείο όπου περπατούσε ο αποβιώσας. Κρίνεται πως με ό,σα έχει δεχθεί αντεξεταζόμενος, ότι δηλαδή ο αποβιώσας περπατούσε δίπλα από τον εκσκαφέα, ότι η απόσταση που τους χώριζε δεν ήταν πάνω από 40 εκ. και με δεδομένο ότι, όπως φαίνεται στη φωτογραφία Τεκμήριο 10, το χωμάτινο παγκέτο ήταν στο ίδιο επίπεδο με το δρόμο, ο αποβιώσας περπατούσε κοντά και δίπλα στον εκσκαφέα. Απ' όσα έχει αναφέρει ο Μ.Ε.1, απ' όσα τα σχέδια Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2 διαλαμβάνουν, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο εναγόμενος είναι υπόλογος αμέλειας και ευθύνης. Η αμέλεια, σαν πραγματικό γεγονός, έχει αναλυθεί διεξοδικά σε πλείστες αποφάσεις του Εφετείου. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 420, εισάγεται ένα πιο ευρύ καθήκον για όλους όσους χρησιμοποιούν το δρόμο, το καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων ή εκπλήρωση του οποίου τους συνιστά υπόλογους σε αμέλεια. Λέχθηκε στην ανωτέρω απόφαση, πως «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί των ώμων αυτού που κάνει επίκληση ευθύνης διάπραξης του αδικήματος από τον άλλο. Στην κρινόμενη περίπτωση, υπάρχει κατ' αρχήν εναποθετιμένο το βάρος απόδειξης επί των ώμων των εναγόντων. Οι οποίοι προσπάθησαν και παρουσίασαν σχετική μαρτυρία. Βέβαια ούτε τα Τεκμήρια 1 και 2 ούτε ο Μ.Ε.1 είναι σε θέση να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τις συνθήκες διάπραξης του ατυχήματος. Τα βεβαιωμένα γεγονότα είναι πως ο αποβιώσας ενώ περπατούσε δίπλα από τον εκσκαφέα, ακολουθώντας την ίδια πορεία με αυτό, έγειρε και βρέθηκε στο δρόμο, πατημένος από τον τροχό του εκσκαφέα. Υπάρχει όντως, όπως αμφότεροι οι συνήγοροι υπέδειξαν, πραγματικό κενό για το τι ακριβώς επεσυνέβη και οδήγησε στην πτώση του αποβιώσαντα. Στο Δίκαιο είναι γνωστή η αρχή της μετακίνησης του βάρους απόδειξης (Shifting of evidential burden of proof), από τον ένα διάδικο στον άλλο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι επίσης γνωστές οι αρχές που διέπουν την αρχή Res Ispa Loquitur (το πράγμα ομιλεί αφ' εαυτού). Αρχή η οποία εισάγεται με το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, οι πρόνοιες του οποίου καταγράφονται: «55. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται - (α) Ότι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά.» Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, το άρθρο 55 καθιερώνει την αρχή του Res Ispsa Loquitur του Αγγλικού Δικαίου ως αρχή και του Κυπριακού Δικαίου. Στην απόφαση Χρ. Παυλή ν. Αβραάμ (ανωτέρω) στη σελίδα 220 αναλύονται οι ανωτέρω αρχές και γίνεται αναφορά σε Αγγλικές αποφάσεις και αυθεντίες. Αναφέρεται σαφώς στην σελίδα 225 και επ.: «Στην αγγλική αυθεντία Barkway v. South Transport Co. Ltd. [1950] 1 All E.R. 392 o Lord Normand αναφέρει τα ακόλουθα στη σελίδα 399:- "The maxim is no more than a rule of evidence affecting onus. It is bases on commonsense, and its purpose is to enable justice to be done when the facts bearing on causation and on the care exercised by the defendant are at the outset unknown, to the plaintiff and are or ought to be within the knowledge of the defendant." (Βλέπε επίσης: Swan n. Selisbury Construction Co. Ltd. [1966] 2 All E.R. 138). Το θέμα εξετάσθηκε επισταμένα στην αγγλική Lloyde v. West Midlands Gas Board [1971] 2 All E.R. 1240. Στη σελίδα 1247 αναφέρονται τα εξής:- "But if at the end of evidence for the plaintiff, taking into account the possibility, whatever it may be, of outside interference, on the evidence and on proper inferences one way or the other from the evidence or absence of evidence with regard thereto, the correct conclusion is that on balance of probability the cause of the accident was some negligent act or omission on the part of the defendants, then res ipsa loquitur applies, and, subject to the effect of any rebutting evidence on behalf of the defendants thereafter, the plaintiff's claim succeeds.". Πρέπει να τονισθεί ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, και σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων. (Βλέπε: Charlesworth on Negligence, 6η έκδ. σελ. 182, παρ. 271 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδ. τόμος 5, σελ. 184 - 185 και Theodoulou v. Pelopidha (πιο πάνω)).» Για εφαρμογή της αρχής Res Ipsa Loquitur θα πρέπει να ικανοποιούνται μεταξύ άλλων, οι πρόνοιες της παραγράφου (α) του άρθρου 55, δηλαδή η στέρηση γνώσης ή μέσων γνώσης των περιστατικών του αδικήματος. Το κριτήριο δε της γνώσης είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό, όπως τονίσθηκε στην Savvides v. Mesaritis
(1985)1 C.L.R. 261. Έχει υποδείξει η κα Ανδρέου ότι η Αβραάμ διαφοροποιείται από την παρούσα, αφού: Στην πρώτη εκλήθη και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης ενώ εδώ όχι και ότι ο εναγόμενος δεν πρόσφερε μαρτυρία ενώ στην παρούσα το έπραξε. Κρίνεται πως αυτά δεν αποτελούν στοιχεία διαφοροποίησης για εφαρμογή ή όχι της αρχής Res Ipsa Loquitur. Να σημειωθεί ότι και στην Αβραάμ, μαρτυρία πρόσφεραν ο αστυφύλακας - εξεταστής της υπόθεσης που παρουσίασε μόνο το σχέδιο της σκηνής. Στην κρινόμενη περίπτωση επίσης κατέθεσε ο αστυνομικός που ετοίμασε το σχεδιαγράφημα. Δεν έχει λεχθεί στο Δικαστήριο εάν υπήρχε άλλος εξεταστής ο οποίος γνώριζε περισσότερα για το θέμα ή αν υπήρχαν μάρτυρες που θα μπορούσαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο και δεν εκλήθησαν από τους ενάγοντες. Εξάλλου, ο ίδιος ο εναγόμενος κατέθεσε ότι αυτός και ο αποβιώσας βάδιζαν μαζί και ότι ήταν οι μόνοι στη σκηνή την ώρα του συμβάντος, προκύπτει από το γεγονός πως μόλις έλαβε χώρα το δυστύχημα, άρχισε να φωνάζει τους συναδέλφους του για βοήθεια. Δεν ανέφερε ο εναγόμενος ότι υπήρχαν άλλα άτομα παρόντα στη σκηνή. Έχει υποδείξει η κα Ανδρέου πως σε ένσταση που ήγειρε ο κ. Καραΐσκος στην προσπάθεια της να καταθέσει σαν τεκμήριο την αθωωτική απόφαση στην ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο τον εναγόμενο για το επίδικο ατύχημα, ανέφερε πως δεν μπορεί να κατατεθεί ο φάκελος, διότι υπάρχει μαρτυρία εντός αυτού. Επομένως, συμπέρανε, οι ενάγοντες ήσαν γνώστες και/ή μπορούσαν να έχουν γνώση. Πράγματι, εξηγώντας τους λόγους ένστασης του ο κ. Καραΐσκος, ανέφερε ότι στο φάκελο υπάρχουν Τεκμήρια, υπάρχει μαρτυρικό υλικό, υπάρχουν προφορικές μαρτυρίες. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει και ούτε ο κ. Καραΐσκος ανέφερε ότι υπάρχει μαρτυρία, πέραν αυτής που ακούσθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα δίκη ή δέχθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία δεικνύουσα τις συνθήκες του δυστυχήματος και δεν την παρουσίασε. Αντίθετα, καθόλη τη διάρκεια της δίκης δεν υποδείχθηκε ούτε υποβλήθηκε, ότι υπήρχε μαρτυρία που απεκρύβη ή που δεν παρουσιάστηκε. Επομένως η έλλειψη γνώσεων των εναγόντων για τις συνθήκες του δυστυχήματος, είναι δεδομένη αφού ο μόνος που θα μπορούσε να ρίξει φως δυστυχώς είναι νεκρός. Αυτό που ενέχει σημασία, είναι αν με όση μαρτυρία εδόθη, μετατίθεται το βάρος απόδειξης στους ώμους του εναγομένου. Στην υπόθεση Πέτρου κ.ά. ν. Ν. Θεμιστοκλέους
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1426, με υιοθέτηση της Lloyde v. West Midland Gas Board
(1971)2 All E.R. 1240, 1246, επεξηγείται η έννοια της σχετικής αρχής ως εξής: «It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (
- i)It is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (
- ii)on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety." Σε μετάφραση: «Σημαίνει ότι ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια όπου: (ι) Δεν είναι δυνατό για τον ίδιο να αποδείξει επακριβώς ποια ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο ατύχημα· πλην όμως (ιι) με βάση τη μαρτυρία όπως υφίσταται κατά το σχετικό χρόνο είναι πιο πιθανό παρά μη πιθανό ότι η αποφασιστική αιτία του ατυχήματος ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου ή κάποιου για τον οποίο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη να λάβει την κατάλληλη φροντίδα για την ασφάλεια του ενάγοντα.» Με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται πως στην παρούσα περίπτωση έχει δοθεί μαρτυρία καθιστώσα εκ πρώτης όψεως αμελή τον εναγόμενο, μεταθέτοντας το βάρος απόδειξης επί των ώμων του. Αφού, ο αποβιώσας βρέθηκε καταπλακωμένος από το μηχάνημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 επί του δρόμου που οδηγούσε - σκουπίζοντας τον και κάνοντας χρήση οπίσθιας ταχύτητας. Έχει δοθεί μαρτυρία πως ήταν πιο πιθανόν παρά μη πιθανόν, ότι η αποφασιστική αιτία του ατυχήματος ήταν πράξη οφειλόμενη στον εναγόμενο. Έχει αναφέρει ο εναγόμενος, ότι ο αποβιώσας περπατούσε δίπλα από το μηχάνημα, με την ίδια ταχύτητα στην ίδια πορεία, πορευόμενος. Τον είδε ξαφνικά «να γέρνει». Είναι σημαντική η έκφραση αυτή. Δεν τον είδε ξαφνικά να προσπαθεί να διασταυρώσει το δρόμο, όπως επικαλούνται οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, στις λεπτομέρειες αμέλειας. Γιατί έγειρε; Από το Τεκμήριο 8, ιατροδικαστική έκθεση, δεν αναφέρεται οποιοδήποτε αίτιο παθολογικό που να προκάλεσε την πτώση. Αντίθετα, ο θάνατος αποδίδεται στον πολυτραυματισμό λόγω ατυχήματος. Ο εναγόμενος δεν απέκλεισε το γεγονός να έσπρωξε, να ακούμπησε με τον εκσκαφέα τον αποβιώσαντα, προκαλώντας την πτώση του. Δεν απέκλεισε το γεγονός να ξέφυγε της ευθείας πορείας και να οδήγησε το μηχάνημα λοξώς. Από την ιατροδικαστική έκθεση, Τεκμήριο 8, όντως προκύπτει ότι το θύμα είχε διαπεραστεί από βαρύ αντικείμενο, με λοξή πορεία. Το σημείο Χ, είναι μεν το σημείο όπου βρέθηκε ξαπλωμένος ο αποβιώσας, αλλά δεδομένου ότι έγειρε σε εκείνο το σημείο από τη θέση που βρισκόταν στιγμές πριν, ιστάμενος, δεικνύει ότι δεν απείχε πολύ από τη θέση που στεκόταν. Η μαρτυρία που έδωσε ο εναγόμενος, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη. Είναι μεν αποδεκτό ότι όταν αντιλήφθηκε τον αποβιώσαντα να γέρνει, έλαβε αμέσως μέτρα, αλλά εκείνα που ενέχουν σημασία, είναι και οι ενέργειες και παραλείψεις πριν την πτώση του αποβιώσαντα. Οδηγούσε με οπίσθια ταχύτητα, ένα βαρέου τύπου όχημα. Κοίταζε πίσω έχοντας το κεφάλι γυρισμένο προς τα αριστερά. Δέχθηκε ότι δεν έβλεπε, δεν έλεγχε τον αποβιώσαντα. Ο εκσκαφέας δεν είχε καθρέπτες, είχε μόνο τα πλαίσια των καθρεπτών. Αυτό, τον εμπόδιζε να έχει επαρκή εποπτεία του δρόμου. Το γεγονός ότι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τον άγγιξε, καταδεικνύει έλλειψη επαρκούς εποπτείας. Η έλλειψη καθρεπτών, σημειώνεται, όχι γιατί αποτελεί μειονέκτημα του μηχανήματος, που όπως ανέφερε η κα Ανδρέου δεν περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες αμέλειας, αλλά διότι η έλλειψη αυτή του στερούσε την επαρκή εποπτεία. Δέχθηκε ο εναγόμενος ότι δεν κατάλαβε πως έγινε το ατύχημα. Ερωτηθείς στην κυρίως εξέταση, τι κίνησε έκανε ο αποβιώσας πριν γείρει, αδυνατούσε να απαντήσει, λέγοντας ότι «δεν μπορώ λεπτομερώς να πω ακριβώς ποια κίνηση έγινε». Αν γινόταν οποιαδήποτε ενέργεια από τον αποβιώσαντα, αν ο τελευταίος εισερχόταν απότομα στην πορεία του εκσκαφέα, ο εναγόμενος θα το έλεγε. Αλλά η οπτική του επαφή, δεν κατέγραψε τέτοια κίνηση. Δέχθηκε αντεξεταζόμενος, ότι ήταν πολύ πιθανόν να κτύπησε τον αποβιώσαντα και γι' αυτό να έγειρε. Στην υποβολή ότι «τον είδες να γέρνει επειδή τον κτύπησες» και στην ερώτηση αν μπορεί να αποκλείσει ότι έτσι έγινε το συμβάν, απάντησε αρνητικά. Δεχόμενος ουσιαστικά την πιθανότητα αυτή. Ούτε απέκλεισε το γεγονός να μετακινήθηκε λοξά, έστω κατά 10 εκ. και η μετακίνησε αυτή να ήταν αρκετή να ρίξει τον Δημήτρη στο έδαφος. Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση σε ποιο σημείο οδηγούσε τον εκσκαφέα, απάντησε πως ήταν στο ίδιο σημείο, όπως φαίνεται στη φωτογραφία, Τεκμήριο 10: Το Τεκμήριο αυτό, παρουσιάζει τον εκσκαφέα να βρίσκεται στην άκρη του δρόμου, πολύ κοντά στο παγκέτο, στο οποίο περπατούσε ο αποβιώσας. Δέχθηκε επίσης ότι δεν είχε συνεχή εποπτεία με τον αποβιώσαντα και δέχθηκε ότι ήταν πιθανόν, μη αποκλείοντας δηλαδή το γεγονός τη στιγμή που δεν είχε την εποπτεία του δρόμου, να κτύπησε με τον ντίκερ τον Δημήτρη. Να υπογραμμισθεί δε, πως στο Τεκμήριο 2, το οποίο υπέγραψε ο εναγόμενος 1, αναφέρεται ζημία: σημείο επαφής στο πίσω αριστερό μέρος του εκσκαφέα. Εκείνο δηλαδή που ήταν κοντά στον αποβιώσαντα. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8th ed. στην παράγραφο 5-102, με τίτλο "Res Ipsa Loquitur", αναφέρεται: "Such cases are where the plaintiff proves the happening of the accident and nothing more. It may be that he cannot prove more but, whether he can or not, he does not proceed to prove any specific act or omission on the part of the defendant[67]. The mere happening of the accident "speaks for itself", since it may be more consistent with negligence on the part of the defendant than with any other cause. If that is so, the court may find negligence on the part of the defendant, unless he gives a reasonable explanation to show how the accident may have occurred without negligence on his part ." Στην κρινόμενη περίπτωση, ο εναγόμενος δεν έδωσε εύλογη εξήγηση και δικαιολογία που να οδηγεί ή να δεικνύει ότι το ατύχημα επεσυνέβη χωρίς (without) αμέλεια, εκ μέρους του. Αντίθετα, δέχθηκε και δεν απέκλεισε το γεγονός, οδηγώντας με οπίσθια ταχύτητα και μη τηρώντας επαρκή εποπτεία του δρόμου και του αποβιώσαντα, να ξέφυγε της ευθείας πορείας και να κτύπησε με κάποιο σημείο του εκσκαφέα τον αποβιώσαντα προκαλώντας την πτώση και στη συνέχεια, την καταπλάκωση του. Συνεπώς, οδηγούμαστε στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 1 και κατά συνέπεια οι εναγόμενοι 2, ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι, ευθύνονται για το θάνατο του αποβιώσαντα και καθίστανται υπόλογοι αμέλειας. Παρά το ανωτέρω εύρημα, να σημειωθεί ότι οι επικαλούμενες λεπτομέρειες αμέλειας του αποβιώσαντα, δεν έχουν αποδειχθεί, δεδομένου ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να εξηγήσει και πει, εάν ο αποβιώσας έκαμε οποιαδήποτε κίνηση και ενέργεια εισόδου του στο δρόμο και έκθεσης του εαυτού του σε κίνδυνο. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Οι ενάγοντες διεκδικούν υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα και των εξαρτωμένων του. Ο αποβιώσας κατά το χρόνο του θανάτου, ήταν ηλικίας 35 ετών και είχε ως εξαρτώμενα άτομα, σύμφωνα με το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, τη σύζυγο του ηλικίας επίσης 35 χρονών και τρία ανήλικα παιδιά, ηλικίας 13, 9 και 6 χρόνων. Το ποσό της εξάρτησης για το οποίο δικαιούνται τα ανωτέρω άτομα θα εξευρεθεί, αφού υπολογισθεί το εισόδημα του αποβιώσαντα, ο πολλαπλασιαστής και τα προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντα. ΕΙΣΟΔΗΜΑ Η μαρτυρία για καθορισμό του εισοδήματος προήλθε από τη σύζυγο του (Μ.Ε.2) και τον Κύπρο Ευαγγέλου (Μ.Ε.4). Η πρώτη, κατέθεσε ότι ο σύζυγος της έφερνε στο σπίτι £250 εβδομαδιαίως και αφού κρατούσε για τον εαυτό του £20, της έδιδε το υπόλοιπο ποσό. Ο Μ.Ε.4, διευθυντής της εταιρείας μεταφορών Κύπρος Ευαγγέλου Μεταφορές Λτδ, αφού κατέθεσε σαν Τεκμήριο 9, καταστάσεις απολαβών του αποβιώσαντα για τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002, ανέφερε ότι πλήρωνε τον αποβιώσαντα ποσό £200 περίπου την εβδομάδα. Μαρτυρία για το μισθό του αποβιώσαντα, έδωσε και η κα Πόπη Αϊφωτίδου (Μ.Υ.2), προϊστάμενη του κλάδου επιθεωρήσεων των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατέθεσε τις κατ' έτος αποδοχές του αποβιώσαντα (Τεκμήρια 11 και 12) όπως αυτές δηλώθηκαν από τον εργοδότη του. Προκύπτει ότι, ο μισθός του το Μάρτιο ' 03, ήταν £500 μηνιαίως και το ίδιο και για τον Απρίλιο '03, αφού καταβλήθηκε για τις δέκα μέρες που εργάστηκε μέχρι το θάνατο του, ποσό £100. Επ' αυτού του ποσού, ποσοστό 12,6% καταβάλλεται σαν εισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τελικά, κατά την αγόρευση του κ. Καραΐσκου, έγινε αποδεκτό ότι ο μισθός του αποβιώσαντα κατά τον επίδικο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των £500 μηνιαίως. Έχει εισηγηθεί η κα Ανδρέου ότι από αυτό το ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί ποσοστό 6,3% που αφορά το ποσό της υποχρεωτικής συνεισφοράς του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η εισήγηση αυτή είναι ορθή και βρίσκει έρεισμα στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Αγαθαγγέλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 και στην Ε. Συκοπετρίτη Λτδ ν. Λ. Αθηνάκη
(2005)1 Α.Α.Δ. σελ. 844. Ορθή είναι επίσης η εισήγηση με βάση τις αποφάσεις Καζάκου ν. Αβρααμίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 626, Α.Η.Κ. ν. Ανδρούλλα Κυριάκου κ.ά. Πολ. Έφεση 12024 ημερ. 22.5.2006, ότι κάποιο ποσοστό περίπου 20% πρέπει να αφαιρεθεί για τα προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντα. Επομένως, ο μισθός του αποβιώσαντα ήτο (£500 x 12) £6.000 ετησίως. Αφαιρουμένου ποσοστού 6,3% για Κοινωνικές Ασφαλίσεις παραμένει σαν καθαρός μισθός το ποσό των £5.622 ετησίως. Αφαιρουμένου ποσοστού 20% για προσωπικά έξοδα, παραμένει ποσό £4.498 ή £4.500 ετησίως. ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΗΣ Ο αποβιώσας ήταν ηλικίας 35 ετών και εργαζόταν σαν μηχανοδηγός, εργαζόταν στην ίδια εταιρεία από το 1999 και έχαιρε της αγάπης και εκτίμησης του εργοδότη του. Χαρακτηρίσθηκε από τον Μ.Ε.4 πολύ καλό παιδί και πολύ καλός στη δουλειά του. Για υπολογισμό του πολλαπλασιαστή, δεν θα υπολογισθούν τα έτη μέχρι τη συντάξιμη του ηλικία, αλλά θα ληφθεί καθοδήγηση από τη νομολογία. Η κα Ανδρέου έχει εισηγηθεί σαν πολλαπλασιαστή τα 10 έτη, ενώ ο κ. Καραΐσκος 18 έτη, με δεδομένο ότι θα συνταξιοδοτείτο στην ηλικία των 63 χρόνων. Στην υπόθεση Δ. Γεωργίου ν. Κυριάκου Αντωνίου,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 967, χρησιμοποιήθηκε πολλαπλασιαστής 17 ετών για νεαρό άτομο ηλικίας 21 ετών κατά το δυστύχημα και 28 ετών κατά την έκδοση της απόφασης. Στην υπόθεση Βερόνικα Σιαμμά κ.ά. ν. Α. Βασιλείου,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 1129, υιοθετήθηκε πολλαπλασιαστής 10 ετών για άτομο ηλικίας 44 ετών με γνώμονα την ηλικία του, τις καλές προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης του, την εκτίμηση των εργοδοτών του, καθώς και τους λοιπούς αρνητικούς παράγοντες, όπως τους κινδύνους από αρρώστιες, αιφνίδιο θάνατο, κλπ. Στην υπόθεση Α.Η.Κ. ν. Α. Κυριάκου κ.ά. (ανωτέρω) υιοθετήθηκε πολλαπλασιαστής 10 ετών για άτομο ηλικίας 47 ετών με όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 60 του χρόνια. Πολλαπλασιαστής 3 ετών υιοθετήθηκε για άτομο ηλικίας 58 ετών κατά το χρόνο της απόφασης, στην υπόθεση Φάνος Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industries Ltd,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ.
- Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι η υιοθέτηση πολλαπλασιαστή 13 χρόνων αντανακλά τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεδομένης της ηλικίας του αποβιώσαντα, του επαγγέλματος που ασκούσε και τις προοπτικές συνέχισης της εργασίας του. Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε άλλο εισόδημα, το ποσό εξάρτησης καθορίζεται (13 x £4.500) σε αυτό των £58.
- ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Με την Έκθεση Απαίτησης, επιζητείται ποσό £2.000 σαν ειδικές ζημιές, ήτοι £1000 έξοδα κηδείας και £1000 έξοδα διαχείρισης. Με κοινή δήλωση των συνηγόρων το ποσό των ειδικών ζημιών καθορίστηκε σε αυτό των £1.000 το οποίο και επιδικάζεται, ήτοι: £500 έξοδα κηδείας και £500 έξοδα διαχείρισης. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΛΟΓΩ ΑΠΩΛΕΙΑΣ Το άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί για το δικαίωμα αγωγής εξαρτωμένων θανόντα για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Αγωγή δυνάμει του εν λόγω άρθρου, δύναται να συνίσταται από αξίωση ή να περιλαμβάνει αξίωση για αποζημιώσεις λόγω της απώλειας (bereavement). Η αξίωση αυτή θα είναι για όφελος της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντα και το ποσό που ήθελε επιδικασθεί ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας, καθορίζεται σε £10.
- Το ποσό αυτό επικαλέστηκε και ζήτησε με την αγόρευση του ο κ. Καραΐσκος. Όμως: Η αξίωση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή επίκληση στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης για αξιώσεις δυνάμει του άρθρου 58, ώστε το Δικαστήριο να δικαιούται να επιδικάσει το εν λόγω ποσό (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. σελ. 400). ΤΟΚΟΣ Διάσταση απόψεων εκφράσθηκε για την περίοδο για την οποία πρέπει να επιδικασθεί τόκος. Ο μεν κ. Καραΐσκος εισηγήθηκε την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία του ατυχήματος, η δε κα Ανδρέου υπέδειξε πως το ποσό της εξάρτησης, δεδομένου ότι αφορά απώλεια που θα προκύψει στο μέλλον, δεν πρέπει να φέρει οποιοδήποτε τόκο ενώ τα υπόλοιπα ποσά (διαχείρισης, έξοδα ταφής), να φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε καθυστερημένα, ήτοι 19 μήνες μετά το ατύχημα. Διάφορες αποφάσεις έχουν αναλύσει και δώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το θέμα. Σ' άλλες καθορίζεται σαν χρόνος έναρξης επιδίκασης τόκου η ημερομηνία καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης θεωρούμενη σαν η ημερομηνία αποκρυστάλλωσης του αγώγιμου δικαιώματος, σ' άλλες η ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε πως το θέμα καθορισμού τόκου εμπίπτει στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην Λουκάς Στυλιανού ν. Μάτση
(2000)1 Α.Α.Δ. 1288, τονίστηκε πως: «Σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58 Α του Κεφ. 148 (όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 5 του Νόμου 156/85), σε αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ή θάνατο το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάζει, εκτός αν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι περί του αντιθέτου, τόκο προς 6% επί ολόκληρου ή μέρους του ποσού των επιδικαζόμενων αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας που γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 101
(1)/96 ο τόκος του 6% αυξήθηκε σε 8% από τις 22/11/96. Η διαφοροποίηση αυτή επιτρέπει στο Δικαστήριο σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων να επιδικάζει τόκο όχι μόνο από την ημερομηνία της απόφασης αλλά από την ημερομηνία της δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μετά την έκδοση της απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 33 του νόμου 14/60 και δόθηκε η ευχέρεια επιδίκασης τόκου 8% από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής πάνω σε ολόκληρο ή μέρος του επιδικαζόμενου ποσού.». Τόσο στη Φοινικαρίδης (ανωτέρω) όσο και στην Α.Η.Κ. ν. Α. Κυριάκου κ.ά (ανωτέρω) αποφασίσθηκε ότι η απώλεια μελλοντικών απολαβών η οποία εξ ορισμού ανάγεται στο μέλλον, δεν δικαιολογεί την επιδίκαση τόκου για αυτήν. Τόσο όμως σ' αυτές τις αποφάσεις όσο και στην Λέριου ν. Αλεξίου
(2000)1 Α.Α.Δ., επιδικάσθηκε επί ολόκληρου του επιδικασθέντος ποσού, περιλαμβανομένης της μελλοντικής απώλειας, νόμιμος τόκος μέχρι εξόφλησης, κατ' εφαρμογή του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Η μη επιδίκαση τόκου στο ποσό των μελλοντικών απολαβών, αφορά την αναδρομική επιδίκαση του. Όχι το νόμιμο τόκο ο οποίος και επιδικάζεται. Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Επιδικάζεται ποσό £58.500 υπέρ των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα, κατανεμητέο κατά ¼ σε ένα έκαστο ήτοι: από £14.625 στη σύζυγο και τα τρία ανήλικα τέκνα του (άρθρο 58
(15)Κεφ. 148). Το ποσό που αναλογεί σε ένα έκαστον των τέκνων, να κατατεθεί επ' ονόματι του σε τραπεζικό ή Συνεργατικό ίδρυμα και αντίγραφο της τέτοιας κατάθεσης, κατατεθεί εντός 10 ημερών στο φάκελο της υπόθεσης. (β) Επιδικάζεται ποσό £500 προς όφελος της συζύγου για έξοδα κηδείας με τόκο 8% από 10.4.2003 μέχρι εξόφλησης, δεδομένου πως τα έξοδα αυτά δημιουργήθηκαν αμέσως, με το θάνατο του αποβιώσαντα. (γ) Επιδικάζεται ποσό £500 προς όφελος της περιουσίας, με τόκο 8% από 26.5.2004 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον, Πρωτοκολλητής ./Γ.Ι. [67] A plaintiff, who tenders evidence directed to proving the defendant guilty of any particular negligence is not thereby preclude from relying upon the doctrine: Anchor Products v. Hedges
(1966)115 C.L.R. 493 (Australian High Court). The maxim does not have to be pleaded: Bennett v. Chemical Construction (G.B.)
(1970)115 S.J. 550. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο