PLM Ltd ν. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3189/06, 19.1.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3189/06 Μεταξύ: P.L.M. Ltd από την Πάφο Ενάγουσα και Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ από τη Λευκωσία Εναγομένης ---------------------- Ημερομηνία: 19.1.2007 Αίτηση ημερ. 24.10.2006 για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Για Ενάγουσα-Αιτήτρια κ. Π. Κλεοβούλου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μιλτιάδου) Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση κ. Ν. Παπαευσταθίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Μιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση του ακολούθου διατάγματος: «
- Παρεμπίπτον απαγορευτικό Διάταγμα, το οποίο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου, να απαγορεύει στην Εναγομένη Εταιρεία και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους της να επικοινωνούν με τους πελάτες της Εναγούσης χωρίς την μεσολάβηση της Εναγούσης και/ή να συνάπτουν απευθείας ασφαλιστήρια συμβόλαια με τους εν λόγω πελάτες και/ή να μεταφέρουν τα υφιστάμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια των εν λόγω πελατών, απευθείας στο χαρτοφυλάκιο της Εναγομένης, των οποίων πελατών τα ονόματα εμφαίνονται στον επισυνημμένο κατάλογο Α΄.
- Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ή οδηγία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη και εύλογη να παραχωρηθεί υπό της περιστάσεις». Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ανδρέου (Μαύρου) ενός εκ των διευθυντών της Εναγούσης στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Με βάση συμφωνία ημερ. 1.11.1999 και μετά τη λήξη της με νεότερη συμφωνία ημερ. 7.12.2004 (Τεκμήριο Α), η Ενάγουσα διορίστηκε ασφαλιστικός σύμβουλος της Εναγομένης. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διεκόπη τον Ιούλιο του 2006 ένεκα του γεγονότος ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας και των αρχών της καλής πίστης, δολίως και με σκοπό να παραβλάψει τη φήμη και το επαγγελματικό εκτόπισμα της Ενάγουσας. Περαιτέρω με δόλιες μεθοδεύσεις η Εναγόμενη απέσπασε περί το 20% του συνόλου των πελατών της Εναγούσης. Τον Ιούλιο του 2006 η Εναγόμενη άρχισε να διεκδικεί ισχυριζόμενες οφειλές τις οποίες η Ενάγουσα δεν αναγνώριζε διότι προέκυπταν από τοκισμούς και ανατοκισμούς οφειλομένων ποσών τα οποία η Ενάγουσα αμφισβήτησε. Περί τα μέσα Ιουλίου του 2006 η ενάγουσα έλαβε επιστολή από τον Έφορο Ασφαλίσεων ότι θα προχωρούσε στη διαγραφή της Ενάγουσας επειδή η Εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασίας μεταξύ τους και επειδή η Ενάγουσα δεν διατηρούσε συνεργασία με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Στο μεταξύ η Ενάγουσα συνήψε συνεργασία με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και η Εναγόμενη δεν πέτυχε τη διαγραφή της. Μέχρι σήμερα η Εναγόμενη δεν προχώρησε σε τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας η οποία παραμένει σε ισχύ. Ωστόσο η Εναγόμενη άρχισε από τον μήνα Σεπτέμβριο να παρενοχλεί τους πελάτες της Ενάγουσας με την αποστολή επιστολών (αντίγραφο μίας από τις οποίες επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β). Συνολικά απέστειλε περί τις 1600 πανομοιότυπες επιστολές με τις οποίες αφήνει υπονοούμενα σε βάρος της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη διέκοψε τη συνεργασία της με την Ενάγουσα, ότι η Ενάγουσα έκλεψε την Εναγόμενη αποκρύβοντας το μέγεθος της κλοπής, ότι η Ενάγουσα δεν πλήρωσε τα ασφάλιστρα τα οποία εισέπραξε με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να έχει το δικαίωμα να δίδει 7ήμερη ειδοποίηση προς τους παραλήπτες και ακολούθως θα τερμάτιζε τις συμφωνίες μαζί τους και περαιτέρω ότι η Εναγόμενη είχε το δικαίωμα να επικοινωνεί κατευθείαν με τους πελάτες της Ενάγουσας και να διαπραγματεύεται με αυτούς το χειρισμό της ασφαλιστικής κάλυψης. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία η εναγόμενη δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τους πελάτες της Ενάγουσας από τους οποίους η ενάγουσα εισέπραξε το ασφάλιστρο επειδή ως διαμεσολαβητής δεν πλήρωσε τα ασφάλιστρα στην Εναγομένη. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη εισέπραξε τα ασφάλιστρα τα οποία δικαιούτο αλλά κακόβουλα τα ελόγιζε ότι εισπράττοντο έναντι οφειλομένων τόκων τους οποίους η Ενάγουσα δεν αναγνωρίζει ότι οφείλονταν. Μέχρι σήμερα η Εναγόμενη πέτυχε να κλέψει περίπου το 20% των πελατών της Ενάγουσας και προς τούτο επισυνάπτεται αντίγραφο σχετικής συγκατάθεσης ενός πελάτη της Ενάγουσας την οποία η Εναγομένη του υπέβαλε να υπογράψει και με την οποία δηλώνεται ότι μεταφέρεται στο πελατολόγιο της Εναγομένης (Τεκμήριο Γ). Η διαρροή των πελατών της Ενάγουσας αυξάνεται συνεχώς και προς τούτο ζητείται όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα με το οποίο θα τίθεται τέρμα στις παράνομες ενέργειες της Εναγομένης. Σε αντίθετη περίπτωση η Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία καθορίζει ως ακολούθως στις παραγράφους 32
(2)και
(3)της ένορκης δήλωσης: «32
(2)Εάν τούτο συμβεί θα μας επιφέρει ζημιά, οποία θα είναι ανεπανόρθωτη διότι το ρήγμα το οποίο η Εναγομένη θα δημιουργήσει στο πελατειολόγιο της Ενάγουσας και η δυναμική του αλλά και η καχυποψία και δυσφήμιση η οποία θα λειτουργήσει ως παράμετρος εις βάρος της Εναγούσης, στην ασφαλιστική αγορά θα επενεργήσει καταλυτικά και σε μη προβλέψιμες δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της Ενάγουσας. Εν ολίγοις η εν λόγω σπουδή της Εναγομένης υπονομεύει τα συμφέροντα της Εναγούσης και δυναμιτίζει την πρόοδο της.
(3)Επίσης η ζημιά που θα μας προκαλέσει μπορεί σε μια παράμετρο της να είναι και οικονομικής φύσεως αλλά ωστόσο η οικονομική ζημιά που μας προκαλεί δεν θα είναι εύκολα αποτιμητή σε χρήμα γιατί θα είναι πολύ δύσκολο να υπολογισθεί το εισόδημα που θα μας απέφερε κάθε πελάτης και η δυναμική της σχέσης η οποία αναπτύσσεται μεταξύ της Εναγούσης και του κάθε πελάτη διότι ο κάθε πελάτης δεν συνάπτει ένα συμβόλαιο αλλά η συνεργασία επεκτείνεται σε άλλους ασφαλιστικούς τομείς στον κοινωνικό περίγυρο του πελάτη και ούτω καθ΄ εξής.» Η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Δεν συντρέχουν οι νομοθετικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (όπως τροποποιήθηκε) ή/και όπως αυτές επεξηγήθηκαν και αναπτύχθηκαν από τη νομολογία σε σχέση με την έκδοση προσωρινών ή/και ενδιάμεσων διαταγμάτων και ειδικότερα: (α) Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε συζητήσιμη υπόθεση ή/και νόμιμη ή/και εύλογη αιτία αγωγής ή/και αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση. (β) Η Ενάγουσα δεν έχει ή/και δεν τεκμηριώνει ή/και δεν δεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή εναντίον της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση. (γ) Δεν έχει αποδεικτεί με οποιαδήποτε ή/και ικανοποιητική και/ή σχετική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης ή αληθής δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η Ενάγουσα κωλύεται ή/και εμποδίζεται να προσβάλλει τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαγραφής της από τον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών επειδή δεν έχει καταχωρήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Η Ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει ή/και απέκρυψε από το Δικαστήριο σημαντικά και ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία.
- Υπήρξεν αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους της Ενάγουσας στην προώθηση της διαδικασίας της παρούσας αίτησης.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μάριου Χριστοφόρου, Εσωτερικού Νομικού Συμβούλου της Εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στις συμφωνίες ημερ. 1.11.1999 και 7.12.2004 (Τεκμήριο 1) και σε συγκεκριμένους όρους αυτής οι οποίοι αφορούν τις υποχρεώσεις και καθήκοντα της Ενάγουσας έναντι της Εναγομένης, τη διάρκεια της, το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας καθώς και τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ενάγουσα σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα περί τις 31.5.2006 το χρεωστικό υπόλοιπο της Ενάγουσας το οποίο όφειλε στην Εναγομένη ανέρχετο σε £127.284,23 σεντ. Λόγω της άρνησης και/ή παράλειψης της Ενάγουσας να καταβάλει το ποσό αυτό η Εναγομένη με επιστολή της ημερ. 13.6.2006 (Τεκμήριο 2) ενημέρωσε σχετικά την Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγομένης το οφειλόμενο ποσό αποτελούσε ασφάλιστρα τα οποία η Ενάγουσα εισέπραξε για λογαριασμό της Εναγομένης και τα οποία όφειλε και υποχρεούτο να καταβάλει σ΄ αυτήν. Ακολούθησε επιστολή ημερ. 13.7.2006 της Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 3) με την οποία προέβαινε σε διαγραφή της Ενάγουσας από το Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων. Η απόφαση και/ή πράξη αυτή συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτι το οποίο δεν έχει γίνει εκ μέρους της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να κωλύεται σ΄ αυτό το στάδιο να πλήττει την εγκυρότητα και νομιμότητα της πιο πάνω διοικητικής πράξης και/ή απόφασης. Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 3.8.2006 (Τεκμήριο 4) προς την Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου δυνάμει ρητού και ουσιώδους όρου της συμφωνίας και κάλεσε την Ενάγουσα όπως μεταξύ άλλων διευθετήσει πληρωμή του υπολοίπου της οφειλής της, επιστρέψει τυχόν καλυπτικά σημειώματα και άλλα έντυπα της Εναγομένης που τυχόν κατείχε και παραδώσει τις καταστάσεις με τα στοιχεία των πελατών των οποίων εκκρεμούσε η εξόφληση των ασφαλίστρων για να επικοινωνήσει η Εναγόμενη για την εξόφληση των οφειλομένων ασφαλίστρων ή την ακύρωση των ασφαλιστηρίων τους. Περαιτέρω με την εν λόγω επιστολή η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό θα επικοινωνήσει με τους πελάτες και θα ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία για τυχόν πληρωμές που έκαμαν σε εξόφληση ή έναντι των ασφαλίστρων τους. Για το θέμα αυτό ενημερώθηκε και η Έφορος Ασφαλίσεων με επιστολή ημερ. 11.8.2006 (Τεκμήριο 5). Σημειώνεται επίσης ότι τυχόν συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων θα συνιστούσε παρανομία σύμφωνα με το άρθρο 189 του Νόμου. Η Ενάγουσα αρνήθηκε και παρέλειψε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και επειδή προέκυψε σοβαρό πρόβλημα κατά τη διαχείριση και λειτουργία ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία ενήργησε η Ενάγουσα ως σύμβουλος, η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 1.9.2006 αναγκάστηκε να ζητήσει στοιχεία και πληροφορίες από τους ίδιους τους ασφαλισμένους της (δείγμα επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Άσκησης Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου και με βάση την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία η Εναγόμενη είχε δικαίωμα να ζητήσει τις πληροφορίες αυτές. Σημειώνεται πως η Εναγόμενη έδωσε γνωστοποίηση προς την Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 185
(4)του πιο πάνω Νόμου (Τεκμήριο 7). Επαναλαμβάνεται σε διάφορα σημεία της ενόρκου δηλώσεως η θέση ότι η Εναγόμενη ως Ασφαλιστική Εταιρεία είχε και έχει το αναφαίρετο δικαίωμα επικοινωνίας, συζήτησης και τροποποίησης της συμφωνίας με οποιουσδήποτε από τους πελάτες της οι οποίοι αποτελούν τα συμβαλλόμενα ασφαλισμένα πρόσωπα με την Εναγομένη. Περαιτέρω η Εναγομένη αρνείται ότι προκάλεσε οποιαδήποτε αναστάτωση στο λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας και θεωρεί ότι η εκ μέρους της Ενάγουσας μη τήρηση αυστηρά διαχωρισμένου τραπεζικού λογαριασμού πελατών κατά παράβαση του άρθρου 185
(2)του Νόμου όπως αυτή τεκμαίρεται από την άρνηση της να δώσει στην Εναγομένη στοιχεία των πληρωμών ήταν η μόνη αιτία που προκάλεσε την ισχυριζόμενη αναστάτωση. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Μιχάλη Ανδρέου (Μαύρο) στην οποία επισυνάπτεται αντίγραφο πιστοποιητικού αριθμός 1518 το οποίο εκδόθηκε στις 23.8.2005 και το οποίο πιστοποιεί ότι η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ως Εταιρεία Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης. Διευκρινίζεται επίσης ότι με το Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του Χριστοφόρου δηλώνεται ότι η Ενάγουσα διαγράφηκε ως Ασφαλιστικός Σύμβουλος της Εναγομένης, δηλαδή ακυρώθηκε το πιστοποιητικό εγγραφής αριθμός 1517 όμως εξακολουθεί ακόμα να ισχύει το πιστοποιητικό αρ. 1518 με βάση το οποίο έχει και συνεργασία με την Ασφαλιστική Εταιρεία Μινέρβα. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η Εναγομένη εάν ήθελε να τερματίσει τη συνεργασία με την Ενάγουσα όφειλε δυνάμει της συμφωνίας να της δώσει τρίμηνη προειδοποίηση. Αυτός είναι ο λόγος που στην αρχική ένορκη δήλωση δεν γίνεται αναφορά σε οποιονδήποτε τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας καθότι ο ενόρκως δηλών θεωρούσε ότι ο τερματισμός έπρεπε να γίνει κατόπιν τρίμηνης προειδοποίησης. Επίσης η επιστολή αυτή παρελήφθη από την Τασούλα Πολυδώρου, υπάλληλο της Ενάγουσας, η οποία δεν θεώρησε απαραίτητο να τη διαβιβάσει στο δικηγόρο της Ενάγουσας, ο οποίος δεν είχε υπόψη του το γεγονός αυτό κατά την σύνταξη της ένορκης δήλωσης και ο ενόρκως δηλών δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός κατά την ανάγνωση της πρώτης ένορκης δήλωσης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4,5,7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου14/60 στη Δ.48 Θ.1,2,3,8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση βασίζεται εκτός από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και διαδικαστικούς κανονισμούς και στον περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο, Ν.35(Ι)/2002 όπως τροποποιήθηκε (στο εξής καλούμενος ο Νόμος) και στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις λόγω παραβίασης συμφωνίας και/ή υποκλοπής αριθμού πελατών, αποζημιώσεις για δυσφήμηση δια της δημοσίευσης επιστολών τις οποίες απέστειλε η εναγόμενη στους πελάτες της ενάγουσας στις οποίες ψευδώς και κακοβούλως διαδίδοντας και υπονοώντας ότι η ενάγουσα υπεξαίρεσε και/ή έκλεψε χρηματικά κεφάλαια της εναγόμενης δια των οποίων δημοσιεύσεων ζημίωσε και/ή επηρέασε τη φήμη και/ή το επάγγελμα και/ή την ενασχόληση της ενάγουσας και διατάγματα που να απαγορεύουν στην εναγομένη να δυσφημίζει την ενάγουσα, να την παρενοχλεί και/ή να επικοινωνεί με οποιονδήποτε τρόπο με τους πελάτες της ενάγουσας ή να ανακαλέσει τα δυσφημιστικά σχόλια τα οποία περιέχονται στις επιστολές. Τόσο στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και με ρητή αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (παράγραφος 10) η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων θεωρείται ότι βρίσκεται σε ισχύ. Στην ένσταση γίνεται αναφορά σε τερματισμό της συμφωνίας που έγινε με επιστολή της εναγομένης ημερ. 3.8.2006 με την οποία μάλιστα ζητούνται και καταστάσεις με στοιχεία των πελατών της ενάγουσας των οποίων εκκρεμεί η εξόφληση των ασφαλίστρων για να επικοινωνήσουν μαζί τους για την εξόφληση των οφειλομένων ασφαλίστρων ή την ακύρωση των ασφαλιστηρίων τους. Αναφέρεται επίσης ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό της εναγομένης θα επικοινωνήσουν με τους πελάτες και θα τους ζητήσουν αποδεικτικά στοιχεία για τυχόν πληρωμές που έκαναν σε εξόφληση ή έναντι των ασφαλίστρων τους. Στην απαντητική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου εκ μέρους των Αιτητών, γίνεται αναφορά στο τερματισμό της συμφωνίας τον οποίο η ενάγουσα δεν θεωρεί έγκυρο και επίσης δίδει δικαιολογία γιατί δεν έγινε καμία αναφορά σ΄ αυτό. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται επίσης αναφορά σε επιστολές που έχουν ανταλλάξει οι συνήγοροι των διαδίκων μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, οι οποίες όμως δεν επισυνάπτονται παρά το ότι στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Η και θ. Αυτό σίγουρα δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί κατά πόσο ο τερματισμός ήταν έγκυρος ή όχι. Από την άλλη όμως η αγωγή στηρίζεται στο γεγονός ότι η συμφωνία εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ έχει αποσταλεί επιστολή τερματισμού από την εναγομένη, η οποία ακολούθησε επιστολή του Εφόρου Ασφαλίσεων ημερ. 13.7.2006 με την οποία πληροφορεί την ενάγουσα ότι έχει προβεί σε διαγραφή της ως εταιρείας Ασφαλιστικών Συμβούλων για να ενεργεί εκ μέρους της εναγομένης. Συμφωνώ με τη θέση του κ. Παπαευσταθίου ότι αμφισβήτηση της απόφασης αυτής του Εφόρου δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εκτός του γεγονότος ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην απόφαση του Εφόρου από την ενάγουσα, οι αποφάσεις της διοίκησης μπορούν να αμφισβητηθούν μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και όχι με αγωγή. (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 225 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 882. Άλλωστε με αυτή τη θέση συμφώνησε και ο κ. Κλεοβούλου. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί μεθοδεύσεως από την εναγομένη της απόφασης αυτής του Εφόρου, δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης με στόχο να πλήξουν την εγκυρότητα της απόφασης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει του όρου 11(δ)(viii) της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, νομιμοποιείται ο τερματισμός της συμφωνίας «εάν η άδεια Ασφαλιστικού Συμβούλου που κατέχει τερματίστηκε ή ακυρώθηκε». Σημειώνεται επίσης ότι δυνάμει του άρθρου 169
(1)του Νόμου για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης, απαιτείται η προηγούμενη σύναψη συμβάσεως διαμεσολάβησης ενώ σύμφωνα με το άρθρο 169
(4)η σύμβαση διαμεσολάβησης τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία εγγραφής του προσώπου που θα ασκεί τις υπηρεσίες διαμεσολάβησης σε ένα από τα Μητρώα του άρθρου 170 του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση η άδεια Ασφαλιστικού Συμβούλου που είχε η ενάγουσα ακυρώθηκε. Το κατά πόσο η Ενάγουσα θα μπορούσε να ενεργεί ως διαμεσολαβητής δυνάμει του πιστοποιητικού με αριθμό 1518 που επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Ανδρέου (Μαύρου) εξαρτάται από την ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας κάτι που θα γίνει κατά την ακρόαση της υπόθεσης, όμως χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα επί του θέματος πιστεύω ότι αυτό είναι αμφίβολο. Με την αποστολή επιστολής τερματισμού ζητήθηκε όπως δοθούν και καταστάσεις που να δείχνουν τα ποσά που καταβλήθηκαν ως ασφάλιστρα από τους πελάτες της ενάγουσας, δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους ενάγοντες και τότε απεστάλησαν οι επιστολές που αναφέρονται στην αίτηση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση του γεγονότος ότι δεν δόθηκαν οι καταστάσεις αυτές, αυτό που αναφέρουν οι αιτητές είναι ότι τα τρέχοντα ασφάλιστρα κατεβάλλοντο κανονικά και εντός της πιστωτικής περιόδου. Το υπόλοιπο το οποίο εκκρεμούσε και μεταφέρετο από περίοδο σε περίοδο είχε δημιουργηθεί με την Φιλική Ασφαλιστική την οποία αγόρασε η εναγόμενη. Η διαφωνία που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την Αιτητρια, αφορούσε τους τοκισμούς και ανατοκισμούς αυτού του ποσού. Συνακόλουθα η ύπαρξη κάποιου οφειλόμενου ποσού φαίνεται να είναι αποδεκτή, αυτό για το οποίο υπάρχει διαφωνία είναι στην ορθότητα του ποσού και σε τι αφορά το ποσό αυτό. Περαιτέρω η Ενάγουσα θεωρεί ότι τόσο η συμφωνία όσο και η σχετική νομοθεσία δεν δίδει δικαίωμα στην Εναγομένη να επικοινωνεί απευθείας με τους πελάτες της Ενάγοσας είτε να τερματίζει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τους. Ο όρος 7(θ) της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας προνοεί τα ακόλουθα: «Η είσπραξη ασφαλίστρων και οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση που θα παραχωρεί ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος στους πελάτες του θα είναι υποχρεώσεις του προς την Εταιρεία. Ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος θα παραμένει πάντοτε υπόχρεος έναντι της Εταιρείας για την πληρωμή κατά την πρέπουσα ημερομηνία των ασφαλίστρων για ασφαλιστικές εργασίες που συστήνει ή διεξάγει με βάση το διορισμό του ως Ασφαλιστικού Συμβούλου. Νοείται ότι οποιαδήποτε ασφάλιστρα εισπράττονται από τον Ασφαλιστικό Σύμβουλο για να αποδοθούν στην Εταιρεία, δεν θα λογίζονται έναντι των ασφαλισμένων ότι έχουν καταβληθεί στην Εταιρεία πριν αυτά πράγματι εισπραχθούν από την Εταιρεία.» Στο άρθρο 185
(3)και
(4)του Νόμου προνοούνται τα ακόλουθα: «
(3)Με την επιφύλαξη του εδαφίου
(4)σε περίπτωση κατά την οποία διαμεσολαβητές εισπράττουν ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους προκειμένου να τα αποδώσουν σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τα ασφάλιστρα λογίζονται έναντι του ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην ασφαλιστική επιχείρηση με την είσπραξή τους από τον διαμεσολαβητή ενώ σε περίπτωση κατά την οποία διαμεσολαβητές εισπράττουν χρήματα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις προκειμένου να τα αποδώσουν σε ασφαλισμένους, τα χρήματα δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον ασφαλισμένο παρά μόνο αφού ο ασφαλισμένος τα εισπράξει πραγματικά.
(4)Η σύμβαση διαμεσολάβησης δύναται να προβλέπει ότι δεν εφαρμόζεται το εδάφιο
(3)στις συναλλαγές του διαμεσολαβητή με τους ασφαλισμένους. Τούτο γνωστοποιείται ειδικώς και εγγράφως στον Έφορο από την ασφαλιστική επιχείρηση: Νοείται ότι ο διαμεσολαβητής οφείλει να δηλώσει τούτο στον ενδιαφερόμενο να συνάψει ασφάλιση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 182 του Νόμου.» Με βάση το Τεκμήριο 7 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μ. Χριστοφόρου που συνοδεύει την ένσταση δόθηκε από την Εναγόμενη ειδοποίηση στον Έφορο ότι στη σύμβαση διαμεσολάβησης μεταξύ των διαδίκων προβλέπεται ότι δεν εφαρμόζεται το εδάφιο
(3)του άρθρου 185 στις συναλλαγές του διαμεσολαβητή με τους ασφαλισμένους. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να ερμηνευθούν τελεσίδικα οι όροι της συμφωνίας και οι διάφορες νομοθετικές πρόνοιες που εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, όμως με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου θεωρώ εκ πρώτης όψεως ότι η Εναγόμενη δεν στερείται του δικαιώματος να επικοινωνήσει με τους πελάτες της Ενάγουσας μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι η Ενάγουσα δεν απέστειλε τις σχετικές καταστάσεις με τα στοιχεία των πελατών των οποίων εκκρεμεί η εξόφληση των ασφαλίστρων. Σημειώνω σε αυτό το σημείο την υποχρέωση της Ενάγουσας να διατηρεί ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό πελατών και να προσδιορίζει επακριβώς στα βιβλία της για λογαριασμό ποιού ασφαλισμένου κατέχει κάθε ποσό (Άρθρο 185
(2)). Το κατά πόσο το περιεχόμενο των επιστολών που αποστάλησαν στους πελάτες αποτελεί δυσφήμιση για την ενάγουσα είναι θέμα που θα κριθεί κατά τη δίκη όταν θα αξιολογηθούν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν μπορώ σε αυτό το στάδιο όπου υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις ως προς τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά και σε τι αφορούν αυτά να καταλήξω ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και πιθανότητα επιτυχίας σε συνάρτηση με αυτή τη θεραπεία, όπως εισηγήθηκε ο κ. Παπαευσταθίου. Συνεπώς, τουλάχιστον γι΄ αυτήν την αξίωση θεωρώ ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναλύθηκαν πιο πάνω και τη βάση αγωγής για την οποία πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 θεωρώ ότι οι αποζημιώσεις αποτελούν επαρκή θεραπεία. Περαιτέρω, έχει γίνει εισήγηση από τον κ. Παπαευσταθίου πως σε περίπτωση έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος τότε θα απαγορεύεται στην Εναγομένη να επικοινωνεί με τους πελάτες όσον αφορά την αξίωση της για ασφάλιστρα κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και της πρόνοιας της σχετικής νομοθεσίας. Υπήρξε περαιτέρω εισήγηση πως με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ουσιαστικά η Ενάγουσα πετυχαίνει την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας που έχει τερματιστεί. Το αιτούμενο διάταγμα, συνεχίζει η εισήγηση, δεσμεύει και τρίτα πρόσωπα που είναι οι πελάτες με τους οποίους η Εναγόμενη έχει συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια χωρίς αυτή να έχουν λάβει γνώση της αίτησης και να έχουν δικαίωμα να εμφανιστούν σε αυτή. Έχω αναφερθεί τόσο στον όρο 7(θ) της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων καθώς και στις πρόνοιες του άρθρου 185
(3)και
(4)του σχετικού Νόμου. Όπως έχω τονίσει και πιο πάνω στην απόφαση μου αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να ερμηνευθούν οι όροι της συμφωνίας και η εφαρμοζόμενη νομοθεσία. Όμως, εκ πρώτης όψεως θεωρώ ότι με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η Εναγόμενη θα στερηθεί δικαιωμάτων που της παρέχονται τόσο σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας όσο και σύμφωνα με το Νόμο αναφορικά με την είσπραξη ασφαλίστρων. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη τη γενικότητα του αιτουμένου διατάγματος σε συνάρτηση με το γεγονός ότι υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ της Εναγόμενης Εταιρείας και των πελατών της Ενάγουσας θεωρώ ότι τα δικαιώματα των πελατών αυτών επηρεάζονται από την έκδοση του διατάγματος χωρίς να έχουν καν ακουστεί στην υπόθεση. Σημειώνω ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων έχει τερματιστεί με επιστολή τερματισμού ημερ. 3.8.2006. Η θέση της Ενάγουσας ότι ο εν λόγω τερματισμός είναι άκυρος δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό παραμένει όμως γεγονός ότι ο Έφορος έχει διαγράψει την Ενάγουσα από το Μητρώο ως Εταιρεία Ασφαλιστικών Συμβούλων για να ενεργεί εκ μέρους της Εναγομένης. Το κατά πόσο η Ενάγουσα θα μπορούσε να ενεργεί ως διαμεσολαβητής δυνάμει του πιστοποιητικού με αριθμό 1518 που επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Ανδρέου Μαύρου εξαρτάται από την ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, όμως χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα επί του θέματος πιστεύω ότι αυτό είναι αμφίβολο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ούτε είναι, υπό τις περιστάσεις, δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο