Στέλιου Στυλιανίδη ν. PROSPECTA DEVELOPMENT LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1863/04, 22.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1863/04 Μεταξύ: Στέλιου Στυλιανίδη, από την Λεμεσό Ενάγοντα και PROSPECTA DEVELOPMENT LIMITED, από την Λευκωσία Εναγόμενων Ημερομηνία: 22.1.07 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Χ΄΄Κωστής (για να ακούσει απόφαση κα Περγαντή) Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Μάρκου (για να ακούσει απόφαση κ. Ε. Ερωτοκρίτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Βάση για τις αξιώσεις του Αιτητή στην παρούσα αγωγή αποτελεί η ισχυριζόμενη υπό του Αιτητή παράβαση της συμφωνίας από την Καθ' ης η αίτηση, η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ των δύο κατά ή περί την 22.12.
- Αντικείμενο της συμφωνίας ήταν ένα διαμέρισμα - από τώρα και στο εξής «το ακίνητο» - στην συνοικία Άγιος Θεόδωρος στην Πάφο, το οποίο η Καθ' ης η αίτηση συμφώνησε να πωλήσει στον Αιτητή για το ποσό των Λ.Κ.7.000,00 σεντ. Η Καθ' ης η αίτηση κατά παράβαση των όσων διαλάμβανε η εν λόγω συμφωνία παρέλειψε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον Αιτητή. Ο Αιτητής εξαιτείται από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο η Καθ' ης η αίτηση να υποχρεούται να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί του. Διαζευκτικά αξιώνει αποζημιώσεις. Σαν μέρος των αποζημιώσεων αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.16.000,00 σεντ ως διαφυγόν κέρδος (παράγραφος (Γ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης). Τούτο, σύμφωνα με την παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει από την διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής και της τιμής πώλησης του. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο η αγοραία αξία του ακινήτου κατά το έτος 2004 ανήρχετο σε Λ.Κ.23.
- Είναι τα πιο πάνω ποσά τα οποία με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής επιζητεί να τροποποιήσει. Συγκεκριμένα, όπως το ποσό των Λ.Κ.23.000 που αναφέρεται στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 11 της Έκθεσης Απαίτησης ως η αγοραία αξία του ακινήτου, διαγραφεί και αντικατασταθεί με το ποσό των Λ.Κ.38.
- Κατ' επέκταση, το ποσό των Λ.Κ.16.000, που αναφέρεται στην τέταρτη γραμμή της εν λόγω παραγράφου ως διαφυγόν κέρδος, διαγραφεί και αντικατασταθεί με το ποσό των Λ.Κ.31.
- Τέλος, επιζητεί την τροποποίηση της παραγράφου (Γ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.16.000 και την αντικατάστασή του με το ποσό των Λ.Κ.31.000 ώστε να συνάδει με την τροποποίηση της παραγράφου
- Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 13.11.07 με την κατάθεση του Άγγελου Αγαθαγγέλου (ΜΕ 1). Η κυρίως εξέταση του εν λόγω μάρτυρα διακόπηκε και η συνέχιση της ακρόασης την ημέρα εκείνη αναβλήθηκε για να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να υποβάλει γραπτό αίτημα τροποποίησης ύστερα από σχετικό αίτημα που υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Θεσμό 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Για τους λόγους που φαίνονται στο σώμα της Ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Άκουσα με μεγάλη προσοχή τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι και υποστήριξαν τις θέσεις τους, όπως αυτές διατυπώνονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο Αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
- «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, στη σελίδα 716 λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Τίθεται, πρωτίστως, το ερώτημα αν κατά πόσο ο Αιτητής απέσεισε το βάρος να αιτιολογήσει το αίτημα. Σύμφωνα με αυτόν οι λανθασμένοι αριθμοί οφείλονται σε τυπογραφικό λάθος και/ή κακή συνεννόηση με τον εμπειρογνώμονα κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης. Διεφάνη, όμως, από την ακροαματική διαδικασία, ότι τα όσα πιο πάνω επικαλείται ο Αιτητής δεν ευσταθούν. Σύμφωνα με τον ΜΕ 1 ο Αιτητής ανέθεσε στον πρώτο την ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης περί τα τέλη Αυγούστου του
- Ο μάρτυρας προέβη στην ετοιμασία της έκθεσης τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους και με αυτή υπολόγισε την ενοικιαστική αξία του ακινήτου για καθένα από τα έτη 1993 έως 2006 και την αγοραία αξία του μόνο για το έτος
- Στο αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή που ακολούθησε για κατάθεση της έκθεσης ως τεκμήριο η Υπεράσπιση πρόβαλε ένσταση. Η ένσταση βασίζετο στο ότι η έκθεση καθ' ον μέρος αφορά την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του ακινήτου δεν αποτελεί, ουσιαστικά, σχετική μαρτυρία για τον λόγο ότι αυτή αναφέρεται στην αγοραία αξία του ακινήτου για το έτος 2006, ενώ η αγωγή ηγέρθη δύο χρόνια ενωρίτερα, ήτοι το
- Στην παράγραφο δε 11 της Έκθεσης Απαίτησης ως αγοραία αξία του ακινήτου αναφέρεται η αγοραία αξία του κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή απέσυρε, τελικά, το αίτημα για κατάθεση της έκθεσης και ζήτησε από το Δικαστήριο αναβολή της ακρόασης, ώστε ο μάρτυράς του να προβεί σε νέα εκτίμηση με την οποία να υπολογισθεί η αγοραία αξία του ακινήτου για το έτος
- Υπό το φως των πιο πάνω οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση κρίνονται ανεδαφικοί. Αφού ο Αιτητής προσέγγισε τον ΜΕ 1 και έδωσε οδηγίες στον τελευταίο για ετοιμασία έκθεσης εκτίμησης δύο χρόνια (και πλέον) μετά την καταχώρηση του κλητηρίου, το λάθος, του οποίου η διόρθωση με την παρούσα αίτηση επιζητείται, δεν μπορεί να οφείλεται σε «κακή συνεννόηση με τον εμπειρογνώμονα κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης». Ο Αιτητής αποδίδει το σφάλμα και σε «τυπογραφικό λάθος». Η χρήση των λέξεων «και/ή» ανάμεσα στους δύο λόγους που προβάλλονται άλλο αποτέλεσμα, κατά την κρίση μου, δεν θα είχε από του να καθιστούν το επικαλούμενο τυπογραφικό λάθος ως και αυτό να έλαβε χώρα κατά τον χρόνο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης. Επομένως, αν αυτό που εννοείται είναι, ότι άλλα ανέφερε στον δικηγόρο του Αιτητή ο εμπειρογνώμονας και άλλα ως εκ λάθους ανεγράφησαν στην Έκθεση Απαίτησης από τον πρώτο κατά τον χρόνο της σύνταξής της και πάλι ο λόγος με βάση την αιτιολογία που πιο πάνω δόθηκε κρίνεται ανεδαφικός και δεν μπορεί να ευσταθεί. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι οι λόγοι που προβάλλονται από τον Αιτητή για την τροποποίηση δεν συνάδουν με τις δηλώσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή κατά την διαδικασία της 13.11.07 και, γενικότερα, το πρακτικό του Δικαστηρίου, που τηρήθηκε την ημέρα εκείνη, αλλά, αντίθετα, διαψεύδεται από αυτό. Συν τοις άλλοις, ελλείπει η θετικότητα στην έκθεση των λόγων που προβλήθηκαν από τον Αιτητή προς αιτιολόγηση του αιτήματος, αφού αυτοί προβλήθηκαν διαζευκτικά. Η διαζευκτική διατύπωση ισχυρισμών σε ένορκο δήλωση δεν επιτρέπεται, πόσο μάλλον, όταν αυτοί παραπέμπουν σε διαφορετικά πράγματα όπως στην υπό εξέταση περίπτωση. Κακή συνεννόηση υποδηλοί, ότι ο συντάξας της Έκθεσης Απαίτησης λανθασμένα εξέλαβε τα όσα ο εμπειρογνώμονας τον πληροφόρησε ένεκα κακής συνεννόησης με τον τελευταίο. Δηλαδή, άλλα υποστήριζε ο εμπειρογνώμονας και άλλα αντιλήφθηκε ο δικηγόρος που συνέταξε την Έκθεση Απαίτησης. Το λάθος, όμως, αυτό δεν είναι τυπογραφικό. Τυπογραφικό θα ήταν το λάθος στην περίπτωση που καλώς αντιλήφθηκε ο δικηγόρος αυτά που του είπε ο εμπειρογνώμονας, πλην όμως ο πρώτος από αβλεψία ή παραδρομή τα μετέφερε λανθασμένα στην Έκθεση Απαίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι λόγοι που προβλήθηκαν προς αιτιολόγηση του αιτήματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Καθ' ης αίτηση, ότι εξ' αιτίας όλων των πιο πάνω η αίτηση είναι κακόπιστη. Θεωρώ, πως είναι ένα θέμα η αποτυχία θεμελίωσης κάποιου ισχυρισμού και άλλο το κίνητρο που εξωθεί στην διατύπωση του. Τα δύο δεν είναι οπωσδήποτε ασύνδετα, δεν μπορώ, όμως, να δεχτώ, ότι η αστοχία στην συγκεκριμένη περίπτωση στην διατύπωση των λόγων για τους οποίους προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση δείχνει δίχως άλλο κακοπιστία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε, επίσης, ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αλλαγή της βάσης της αγωγής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω, ότι το πιο πάνω ζήτημα δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης και δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Εφόσον τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται και καμία μαρτυρία δεν υπάρχει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση επί του προκειμένου, τούτος δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφασή του (Βλ. Federal Bank of Lebanon SAL v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ, πως με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται η μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού με αυτή σκοπείται μόνο η τροποποίηση του ποσού που αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία του ακινήτου, ώστε αυτή να συνάδει με την πραγματική κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Παραμένει, όμως, και αυτό είναι το σημαντικό, ότι το σφάλμα και, κατ' επέκταση, ο λόγος που ζητείται η τροποποίηση παρέμειναν χωρίς αιτιολογία. Στο σημείο τούτο η αίτηση χωλαίνει. Είναι δε η παράλειψη του Αιτητή τέτοιας σημασίας, που, σύμφωνα με την Νομολογία, που πιο πάνω παρατέθηκε, καθιστά την υπό κρίση αίτηση χωρίς ενδεχόμενο επιτυχίας. Ζήτημα καθυστέρησης δεν εγείρεται στους λόγους ένστασης. Παρόλα αυτά ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην τελική του αγόρευση αναφέρθηκε στο πιο πάνω ζήτημα. Ισχύουν όσα έχουν λεχθεί προηγουμένως. Επειδή, όμως, ο παράγοντας αυτός μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να επηρεάσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο οφείλει να τον συνεκτιμήσει μαζί με όλους τους άλλους παράγοντες που οφείλει υπόψη του να λάβει. Γι' αυτό και θα με απασχολήσει. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co κ.α. ν. A.G. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1ΑΑΔ 726, λέχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Συνεκτιμάται δε κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704). Από την νομολογία προκύπτει, ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426 αναφέρθηκε ενδεικτικά πως: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης .» Στην υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents, πιο πάνω, ειπώθηκε, πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560 το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε πως ο παράγοντας χρόνος αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, αφού, κατ' ουσία, την συνάρτησε με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε την καθυστέρηση αδικαιολόγητη. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε τριάμισι σχεδόν χρόνια μετά την έγερση της αγωγής και αφότου η υπόθεση ορίσθηκε επανειλημμένες φορές για ακρόαση. Με την απόρριψη, όμως, των λόγων που προβλήθηκαν για την αιτιολόγηση του αιτήματος καμία αιτιολογία δεν υφίσταται για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αφού κανένας άλλος λόγος δεν προβλήθηκε που να την δικαιολογεί. Περαιτέρω, αφού, όπως από το πρακτικό της 13.11.07 συνάγεται, η έκθεση εκτίμησης ετοιμάσθηκε από το 2006, η ύπαρξη του λάθους που επέβαλε την ανάγκη για τροποποίηση ήταν έκδηλη πολύ πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Καμία, όμως, δικαιολογία δεν προβλήθηκε γιατί η αίτηση δεν υποβλήθηκε όταν η ανάγκη για την υποβολή της κατέστη έκδηλη και εν πάση περιπτώσει ενωρίτερα. Εν' όψει τούτου, του μεγέθους της καθυστέρησης που σημειώθηκε στην υποβολή της αίτησης και του προχωρημένου σταδίου στην διαδικασία στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα - μετά την έναρξη της δίκης - το βάρος που είχε να αποσείσει ο Αιτητής ήταν αυξημένο. Ο Αιτητής όχι μόνο δεν απέσεισε το βάρος αυτό, αλλά κανένα λόγο δεν πρόβαλε που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Γιάννη ν. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ 334 επισημάνθηκε, ότι: «. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης . πρέπει να αιτιολογείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για την παροχή θεραπείας». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another, που πιο πάνω αναφέρεται, επισημάνθηκε, όπως είδαμε, ότι η παροχή αδείας σε προχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607 αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης απορρίφθηκε ένεκα, μεταξύ άλλων, της απουσίας οποιασδήποτε ικανοποιητικής αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή του. Καμιά εξήγηση δεν παρασχέθηκε ως προς το γιατί η Υπεράσπιση δεν είχε προβληθεί εξ' αρχής ή σε προγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 το Εφετείο ανέφερε, ότι κακώς το πρωτόδικο δικαστήριο υπό το φως των δοσμένων στην υπόθεση εκείνη περιστάσεων ενέκρινε το αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Λαμβανομένων υπόψη της δυνατότητας συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ήθελε να προβάλει στην Υπεράσπισή του ο εναγόμενος, της παράλειψης του να πράξει τούτο, το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση για τροποποίηση και της έλλειψης οποιασδήποτε δικαιολογίας για την καθυστέρηση στην υποβολή της, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση. Τέλος, στην υπόθεση United Sea Tranport Co Ltd and Another v. Zakou
(1980)1 CLR 510 το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για άδεια για τροποποίηση δικογράφου για την διόρθωση λάθους η ύπαρξη του οποίου ήταν έκδηλη πολύ πριν ζητηθεί η τροποποίηση. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι, όπως είδαμε, ανύπαρκτο. Για τον λόγο αυτό και μόνο η αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συν τοις άλλοις, έγκριση του αιτήματος κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, ήτοι μετά από την σημειωθείσα καθυστέρηση και μετά από όσα θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί για να μην ανατραπεί η πορεία της διαδικασίας, θα δημιουργούσε ζήτημα σε σχέση με το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο