CAC PAPANTONIOU PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 27/06, 24.1.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 27/06 MΕΤΑΞΥ: C.A.C. PAPANTONIOU PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων Και
- ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ
- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 24.1.2007 Αίτηση ημερ. 5.6.2006 Για Ενάγοντες-Αιτητές κα Αμερικάνου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ"Νεοφύτου) Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η Αίτηση κ. Αγ. Κακογιάννης με κα Χρ. Χ"Γεωργίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Χρ. Χ"Γεωργίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή τους αντιπροσώπους ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες αυτού από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην αίτηση και αποτελείται από 18 κτήματα, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χάρη Παπακυριακού, ο οποίος ευρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας Εταιρείας ως Οικονομικός Διευθυντής στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία με έδρα την Πάφο και είναι ιδιοκτήτρια δύο υπεραγορών με την εμπορική επωνυμία PAPANTONIOU SUPERMARKETS οι οποίες βρίσκονται στη Χλώρακα/Έμπα και στην Πάφο ενώ η Εναγόμενη είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με την εκτροφή και εμπορία κοτόπουλων και παραγώγων τους. Η Ενάγουσα από το Φεβρουάριο του 1996 συνήψε προφορική συμφωνία συνεργασίας με την Εναγομένη 1 για προμήθεια νωπών κοτόπουλων ολόκληρων και τεμαχισμένων καθώς και διαφόρων παραγώγων αυτών. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ξεκίνησε από το Φεβρουάριο του 1996 για την υπεραγορά της Χλώρακας και από το Δεκέμβριο του 1997 στην υπεραγορά της Πάφου. Η συνεργασία προέκυψε λόγω της προσωπικής γνωριμίας των διευθυντών της Ενάγουσας με την οικογένεια του διευθυντή της Εναγομένης 1 Γιαννάκη Κόκκινου, Εναγόμενου 2 στην αγωγή. Λόγω της σχέσης αυτής υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη έτσι ώστε να επιτρέπει στον Εναγόμενο 2 να κρατά τα πρωτότυπα τιμολόγια τα οποία εξέδιδε η Εναγόμενη και να τα παραδίδει στο λογιστήριο της Ενάγουσας στο τέλος του κάθε μήνα για να πληρωθεί. Αυτή η διαδικασία ίσχυε μέχρι τον Ιούλιο του 2004 για την Πάφο και μέχρι τον Ιανουάριο του 2005 για τη Χλώρακα. Εξαιτίας εφαρμογής από την ενάγουσα συστημάτων ISO και HACCP στις δύο υπεραγορές της, η διαδικασία παραγγελίας και παραλαβής προϊόντων είχε αλλάξει και απαιτούσε όπως όλα ανεξαιρέτως τα τιμολόγια μαζί με συγκεκριμένο έντυπο παραγγελίας, το έντυπο ΓΓΦ211 REQUISITION να παραδίδονται στο λογιστήριο της Ενάγουσας απευθείας από τα διάφορα τμήματα των υπεραγορών συμπεριλαμβανομένου και του κρεοπωλείου. Επίσης είχε εφαρμοστεί και μια νέα διαδικασία όπου οι παραλήπτες στο κρεοπωλείο των υπεραγορών θα έπρεπε να συμπληρώνουν την κάθε παραλαβή και στο Έντυπο Ελέγχου Ημερήσιων Παραλαβών - ΓΣΦ
- Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχιζόταν ομαλά μέχρι την 31η Αυγούστου
- Κατά την ημερομηνία αυτή ο Εναγόμενος 2 μετέβη στο λογιστήριο της Ενάγουσας για να παραδώσει και πληρωθεί ορισμένα τιμολόγια για τα οποία, όπως ισχυρίστηκε, είχε παραδώσει τα αναφερόμενα σε αυτά προϊόντα στο κρεοπωλείο της Χλώρακας αλλά τα τιμολόγια δεν παραδόθηκαν στην Ενάγουσα κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων και είχαν μείνει μέσα στο μπλοκ των τιμολογίων του. Τα τιμολόγια αυτά τα παρέδωσε σε υπάλληλο του λογιστηρίου της Ενάγουσας. Μετά την αποχώρηση του Εναγομένου 2 και συνεπεία σχετικών ερωτήσεων του Οικονομικού Διευθυντή της Ενάγουσας στους αρμόδιους υπαλλήλους της Ενάγουσας γιατί δέχονταν τιμολόγια απευθείας από το συγκεκριμένο προμηθευτή χωρίς να υπάρχουν επισυνημμένα τα έντυπα ΓΓΦ211 REQUISITION στα τιμολόγια προέκυψε ότι αυτή η διαδικασία γινόταν και τους προηγούμενους μήνες. Δηλαδή στο τέλος του κάθε μήνα και σε ώρες που τόσο ο Οικονομικός Διευθυντής όσο και υπεύθυνη λογιστηρίου της Ενάγουσας ήταν σε διάλειμμα ο Εναγόμενος 2 παρέδιδε κάποια τιμολόγια για εμπορεύματα που κατά τους ισχυρισμούς του είχε παραδώσει αλλά είχαν παραμείνει μέσα στο μπλοκ των τιμολογίων του για να πληρωθεί. Συνεπεία των πιο πάνω έγινε έλεγχος των υπογραφών των παραληπτών πάνω στα τιμολόγια που παραδόθηκαν στις 31.8.2005 και διαπιστώθηκε ότι πάνω στα τρία από τα τέσσερα τιμολόγια ενώ υποτίθεται ότι υπήρχε υπογραφή της υπαλλήλου της Ενάγουσας Έλλης Αντωνίου η οποία είναι μία εκ των δύο υπευθύνων για τις παραλαβές στο κρεοπωλείο της Χλώρακας, αυτή η υπάλληλος ουδέποτε υπέγραψε τα εν λόγω τιμολόγια, στο δε τέταρτο τιμολόγιο υπήρχε μια άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή για τους Ενάγοντες υπογραφή. Μετά από σχετική έρευνα προέκυψε ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος ουδέποτε υπέγραψε τα πιο πάνω τιμολόγια και μετά από εκτύπωση στατιστικών στοιχείων από τα λογισμικά συστήματα της Ενάγουσας για τα έτη 2004 και 2005 διεφάνη ότι υπήρχαν τεράστιες αποκλείσεις μεταξύ των αγορών και των πωλήσεων για όλα τα προϊόντα που προμήθευε την Ενάγουσα η Εναγομένη
- Στις 2.9.2005 αναφέρθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τα τιμολόγια του και του παρουσιάστηκαν τα δεδομένα που είχε μέχρι τότε ενώπιον της η Ενάγουσα τα οποία αναφέρονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε διαπράξει οτιδήποτε μεμπτό και προφαριζόταν ότι ίσως ο Βούλγαρος υπάλληλος του να είχε διαπράξει ορισμένα από αυτά τα οποία του καταλόγιζε η Ενάγουσα ανεξάρτητα αν τα τιμολόγια πληρώνονταν στον ίδιο με επιταγές στο όνομα της Εναγομένης
- Ακολούθως ο Εναγόμενος 2 ζήτησε παράταση χρόνου για να ερευνήσει το θέμα ο ίδιος και ανέφερε ότι θα επέστρεφε περί το απόγευμα για να συζητήσει το θέμα με το διευθύνοντα σύμβουλο της Ενάγουσας κ. Χαράλαμπο Παπαντωνίου. Εκ μέρους της Ενάγουσας αναφέρθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι η συνεργασία θα τερματιζόταν άμεσα και ότι οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό θα κατακρατείτο μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση. Τις αμέσως επόμενες μέρες ανακαλύφθηκε ότι ένα από τα τρία πλαστογραφημένα τιμολόγια υποτίθεται ότι υπεγράφη από συγκεκριμένη υπάλληλο η οποία δεν εργαζόταν την ημέρα εκείνη και βρισκόταν στο σπίτι της με άδεια ασθενείας. Συνεπεία των γεγονότων αυτών ξεκίνησε έρευνα από την Ενάγουσα όλων των τιμολογίων για τις αγορές από την Εναγομένη 1 για τα έτη 2001 μέχρι 2005 και έχει διαπιστωθεί μεγάλος αριθμός πλαστογραφημένων και/ή αλλοιωμένων και/ή παραποιημένων τιμολογίων. Έχουν επίσης ετοιμαστεί καταστάσεις με τις αγορές και τις πωλήσεις των προϊόντων της Εναγομένης 1 από τις οποίες προκύπτουν τεράστιες αποκλείσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως λάθη, παραλείψεις, κλοπές ή φθορές. Συνεπώς η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις απέσπασε κατά τα έτη 2001 μέχρι 2005 από την Ενάγουσα το συνολικό ποσό των £478.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων που παρατίθενται, αυτοί πλαστογραφούσαν τις υπογραφές των υπαλλήλων της Ενάγουσας, παραποιούσαν και/ή αλλοίωναν το περιεχόμενο τιμολογίων προσθέτοντας περισσότερα κιλά προϊόντων από αυτά που πραγματικά παρέδωσαν, ψευδώς προφασίζοντο ότι τιμολόγια δεν τους παραδίδονταν κατά την παράδοση των εμπορευμάτων στους αρμοδίους προς παραλαβή των εμπορευμάτων υπαλλήλους της Ενάγουσας και τα παρουσίαζαν στο λογιστήριο της Ενάγουσας όπου εργαζόταν συγγενικό με τον Εναγόμενο 2 πρόσωπο για πληρωμή και γενικά με απάτη ή ψευδείς παραστάσεις έπειθαν την Ενάγουσα να τους πληρώσει τιμολόγια και να καταβάλει ποσά για πλαστά και αλλοιωμένα τιμολόγια τα οποία αφορούσαν εμπορεύματα που ουδέποτε τους παραδόθηκαν. Η Ενάγουσα κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία Πάφου η οποία διερευνά την υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται έρευνα που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου σχετικά με ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2 ενώ δεν βρέθηκε εγγεγραμμένο οποιοδήποτε ακίνητο επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1 (Τεκμήριο 1). Με βάση εκτίμηση των εκτιμητών CHAPA HOMES LTD ημερ. 21.2.2006 η συνολική αγοραία αξία των ακινήτων που βρίσκονται εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2 είναι £758.000 (Τεκμήριο 2). Ο εναγόμενος 2 έχει προχωρήσει σε υποθήκευση δύο ακινήτων προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των £400.
- Η Εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία και ο Εναγόμενος 2 έχει τα υπό αναφορά ακίνητα και ζητείται η δέσμευση των ακινήτων αυτών γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αφού είναι δυνατό οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου προς όφελος της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους. «Α) Το αιτούμενο Διάταγμα αφορά αποκλειστικά και μόνο ακίνητη περιουσία του Εναγομένου 2 ως Διευθυντή της Εναγομένης 1 και ως πρόσωπο το οποίο ενεργούσε εκ μέρους και δια λογαριασμό της Εναγομένης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως αναφέρεται εις την παρ. 1(γ) της Έκθεσης Απαίτησης, και ο οποίος δεν έχει locus standi στην Αγωγή και εναντίον του οποίου δεν αποκαλύπτεται αιτία Αγωγής και/ή δεν έχει οιανδήποτε προσωπική ευθύνη και/ή εναντίον του η Ενάγουσα δεν έχει δυνατότητα επιτυχίας της αξίωσης της. Β) Στην Ένορκη Δήλωση του ενόρκως δηλούντα δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και/ή ελλιπή και/ή η Ενάγουσα εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Γ) Η Ενάγουσα δεν έχει καλή βάση Αγωγής και/ή δεν έχει αποκαλύψει τις αιτίες και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αγωγή τους και/ή δεν υπάρχουν αυτές και/ή δεν αποκάλυψε και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Αγωγή. Δ) Η Ενάγουσα δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην υπόθεση της και/ή δεν υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και/ή η Ενάγουσα δεν δύναται να ανακτήσει οιοδήποτε ποσό από τους Εναγομένους και ειδικότερα από τον Εναγόμενο 2 και/ή οι Εναγομένοι και ειδικότερα ο Εναγόμενος 2 ουδέν ποσό οφείλουν στην Ενάγουσα. Ε) Η Ενάγουσα δεν θα εμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ της και/ή δεν αποδεικνύει ότι θα εμποδιστεί. Στ) Η ισχυριζόμενη αξία των ακινήτων υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση της Ενάγουσας και/ή την αξία η οποία είναι απολύτως αναγκαία προς εξασφάλιση της απαίτησης της πράγμα το οποίο επίσης δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Ζ) Ο Εναγόμενος δεν προτίθενται να αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει τα εν λόγω ακίνητα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Κόκκινου, Εναγόμενου 2, στην οποία αναφέρεται ότι το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα δεν πρέπει να εκδοθεί εναντίον του επειδή δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης του (locus stande) στην παρούσα αγωγή καθότι δεν υπάρχει οιοσδήποτε ισχυρισμός είτε στην ένορκη δήλωση του κ. Παπακυριάκου είτε στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο ίδιος προσωπικά και προς όφελος του προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό εξυπηρέτησης προσωπικού του οφέλους ή υπό την προσωπική του ιδιότητα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Χ. Παπακυριακού δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και επίσης ότι δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκη του δήλωση η πηγή των πληροφοριών του για τα γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση, συνεπώς δεν υπάρχει το αναγκάιο πραγματικό υπόβαθρο για την εξέταση της αίτησης. Η υιοθέτηση του περιεχομένου του κλητηρίου από τον ενόρκως δηλούντα είναι ανεπίτρεπτη καθότι το κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε είναι γενικώς οπισθογραφημένο και επίσης η υιοθέτηση του δεν αποτελεί μαρτυρία οποιασδήποτε αξίας και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο ομνύον ισχυρίζεται ότι από την αρχή της συνεργασίας της Εναγομένης 1 με τους Ενάγοντες όποτε παραδίδοντο κοτόπουλα γινόταν έλεγχος της ποιότητας και της ποσότητας από υπαλλήλους και μετά εκδίδοντο τα τιμολόγια από την Εναγομένη 1 και τα πρωτότυπα παραδίδονταν στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους των Εναγόντων. Αυτή η διαδικασία ακολουθείτο μέχρι την εφαρμογή του συστήματος ISO HACCP όπου η διαδικασία υπέστη πολλές αλλαγές και ακόμα και οι υπάλληλοι των Εναγόντων δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τις νέες μεθόδους καταγραφής και ελέγχου των προϊόντων. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχιζόταν ομαλά μέχρι 31.8.2005 και πολλές φορές παραδίδονταν προϊόντα στους Ενάγοντες κατά τις ημέρες των αργιών και τις Κυριακές όταν τα γραφεία των Εναγόντων ήταν κλειστά και τα πρωτότυπα τιμολόγια που συμπληρώνονταν δεόντως και υπογράφοντο από τον εκάστοτε υπεύθυνο των υπεραγορών παρουσιάζοντο στο λογιστήριο την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Γι΄ αυτό και τα κατ΄ ισχυρισμό τιμολόγια παρέμειναν στο βιβλίο τιμολογίων της Εναγομένης 1, γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες αλλά το απέκρυψαν. Απεκρύβη επίσης από το Δικαστήριο ότι στις 2.9.2005 στην παρουσία δύο υπαλλήλων των Εναγόντων ο ένας εκ των δύο παραδέχθηκε ότι η υπογραφή σε κάποια αμφισβητούμενα τιμολόγια ήταν δική του και ο άλλος παραδέχθηκε ότι υπήρχε και η δική του υπογραφή στα τιμολόγια. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών απέκρυψε από το Δικαστήριο τα τιμολόγια και το ολικό ποσό το οποίο αντιπροσωπεύουν τα τιμολόγια στα οποία στηρίζουν την αξίωση τους. Γίνεται επίσης αναφορά σε δύο τιμολόγια τα οποία οι αιτητές αναφέρουν ότι είναι πλαστογραφημένα, ότι αυτά κρατούνται από την Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου δεν είχαν εξεταστεί μέχρι την καταχώρηση της αγωγής από γραφολόγο και δεν είναι από τα τιμολόγια τα οποία αποτελούν αντικείμενο της ποινικής υπόθεσης εναντίον του ενόρκως δηλούντα. (Επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Α τρία τιμολόγια). Η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει τη συνολική ποσότητα των αγορών σε εμπορεύματα και το συνολικό ποσό χρεώσεων της Εναγομένης 1 ούτε το συνολικό ποσό το οποίο κατεβλήθη στην Εναγόμενη 1 ούτε και αποκαλύπτεται το ύψος των αποκλίσεων που μπορούν να δικαιολογηθούν. Όπως προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία και καταστάσεις των Εναγομένων 1 το αξιούμενο ποσό συμπεριλαμβάνεται στο ολικό ποσό των εισπράξεων οι οποίες αντιπροσωπεύουν τις πωλήσεις κατά την ουσιώδη περίοδο και το συνολικό αυτό ποσό αντιπροσωπεύει πραγματικές πωλήσεις της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Επισυνάπτονται ως τεκμήριο 5 ελεγμένες και προσυπογραμμένες καταστάσεις που αντιπροσωπεύουν τη διαθέσιμη συνολική ποσότητα σε εμπορεύματα, τις συνολικές πωλήσεις και το συνολικό εισπραχθέν ποσό. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες αναφέρονται γενικά και αόριστα σε μεγάλο αριθμό πλαστογραφημένων τιμολογίων χωρίς να αποκαλύπτουν τα τιμολόγια και το ποσό το οποίο αντιπροσωπεύουν και χωρίς να έχουν μαρτυρία περί του προσώπου ή προσώπων τα οποία διενήργησαν την πλαστογραφία. Περαιτέρω οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τους ισχυρισμούς αυτούς καθότι για πολλά χρόνια πλήρωναν την Εναγομένη 1 χωρίς καμία αντίρρηση και αμφισβήτηση των τιμολογίων και των υπογραφών. Η ποινική υπόθεση 9200/2005 καταχωρήθηκε στις 25.9.2005 και ακόμα δεν έχει εκδικαστεί (Τεκμήριο Γ το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 9200/2005). Σε σχέση με αυτή την υπόθεση οι εμπειρογνώμονες της Αστυνομίας δεν μπορούν να εξακριβώσουν ότι τα τιμολόγια είναι πλαστογραφημένα (επισυνάπτεται ως τεκμήριο Δ η έκθεση για τις γραφολογικές εξετάσεις της Αστυνομίας). Υπάρχει άρνηση του ισχυρισμού ότι ο Σταύρου Ανδρέας Ιωάννου είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ενόρκως δηλούντα καθότι ουδέποτε υπέγραψε ή χρησιμοποίησε τέτοιο όνομα. Η αξία των επιδίκων ακινήτων ανέρχεται σε £972.000 σύμφωνα με σχετική εκτίμηση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε. Τα εν λόγω προσωπικά στοιχεία δεν έχουν σχέση με την Εναγόμενη 1 ούτε έχουν αποκτηθεί με εισοδήματα της Εναγόμενης 1 αλλά είναι περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν περιέλθει στο όνομα του Εναγομένου 2 με δωρεές των γονιών του. Περαιτέρω φαίνεται ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης των εν λόγω ακινήτων. Μέρος των ακινήτων είναι υποθηκευμένα και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΣΤ τα έγγραφα υποθήκης των εν λόγω τεμαχίων. Περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν ότι χρωστούν στην Εναγομένη 1 το ποσό των £15.551,89 σεντ για προϊόντα τα οποία τους είχαν προμηθεύσει και όταν η Εναγομένη 1 απαίτησε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού οι Ενάγοντες άρχισαν να σχεδιάζουν την καταδίωξη εναντίον της Εναγομένης 1 και του Εναγομένου 2 προφασιζόμενοι δήθεν ότι υπήρχαν πλαστογραφημένα τιμολόγια. Περαιτέρω ο λογαριασμός μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 μονίμως παρουσίαζε υπόλοιπα εις βάρος της Ενάγουσας και για την πληρωμή των οποίων η Εναγομένη 1 αναγκαζόταν μετά από εκβιασμούς της Ενάγουσας να προβαίνει σε εκπτώσεις. Οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Η κα Αμερικάνου εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
- Η αξίωση της Ενάγουσας είναι για ποσό £478.671 που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οι Εναγόμενοι απέσπασαν με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και διαζευκτικά το ποσό αυτό απαιτείται δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Ο Εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που προέβη σε όλες τις πράξεις σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και σύμφωνα με τις δικές του παραδοχές που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης. Το κατά πόσο είχε ο ίδιος προσωπικό όφελος ή η εταιρεία δεν είναι κάτι το οποίο θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Η κα Αμερικάνου τόνισε πως σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο αιτητής οφείλει να αναφέρει τους βασικούς ισχυρισμούς αλλά δεν έχει υποχρέωση να αποκαλύψει ή να παρουσιάσει μαρτυρία που αφορά την υπόθεση του. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια εταιρεία δεν έχει παραλείψει να αποκαλύψει τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις η κα Αμερικάνου εισηγήθηκε πως πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και η πρώτη προϋποθέσεις του άρθρου
- Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη του άρθρου 5 η κα Αμερικάνου εισηγήθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός Εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνει στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κ. Κακογιάννης από την άλλη αγόρευσε επί μακρώ για να υποστηρίξει την εισήγηση του ότι η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας αφού καταδειχθεί πρωταρχικά η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα γεγονότα της υπόθεσης και εισηγήθηκε πως οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παρουσιάσουν μαρτυρικό υλικό για υποστήριξη των θέσεων τους παρά μόνο προέβησαν σε «νεφελώδεις» ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Περαιτέρω δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνδέει τον Εναγόμενο 2 με οποιανδήποτε αιτία αγωγής. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης 1 εταιρείας και δεν θα μπορούσε να υπάρξει συνωμοσία μεταξύ του και της Εναγομένης 1 γιατί δεν υπάρχουν δύο πρόσωπα, προαπαιτούμενο για την ύπαρξη συνωμοσίας. Καμία λεπτομέρεια δεν δίδεται από τους Αιτητές ως προς τις αποκλείσεις που ισχυρίζονται ότι έχουν γίνει και επίσης πουθενά δεν αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι αφερέγγυα. Περαιτέρω ο συνήγορος εισηγήθηκε πως οι Αιτητές δεν απεκάλυψαν ουσιώδη στοιχεία τα οποία καθόρισε στα 5 επίδικα τιμολόγια, τους λογαριασμούς της εταιρείας, την έκθεση αναφορικά με τις αποκλείσεις που έχουν διαπιστωθεί μεταξύ των πωλήσεων και των πληρωμών, τα τιμολόγια που έχουν πλαστογραφηθεί και τις καταστάσεις της εταιρείας. Οι Αιτητές, τόνισε ο κ. Κακογιάννης, θα έπρεπε να αναμένουν να έχουν στοιχεία για την πλαστογραφία των τιμολογίων και ακολούθως να καταχωρήσουν την αγωγή καθότι δεν μπορεί να υπάρξει ευθύνη από ποινικό αδίκημα το οποίο ακόμη διερευνάται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ο κ. Κακογιάννης εισηγήθηκε πως ο χρόνος που έχει περάσει από τον Αύγουστο του 2005 μέχρι σήμερα είναι τέτοιος που αν ο Εναγόμενος 2 είχε πρόθεση να αποξενώσει την περιουσία του θα το έπραττε. Τέλος ο συνήγορος τόνισε πως το άτομο που έκαμε την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και συνεπώς η ένορκη του δήλωση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πως διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει ποσό £478.671 ως αποζημιώσεις συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή συνωμοσίας η οποία συνίσταται στην πλαστογραφία και/ή αλλοίωση και/ή παραποίηση τιμολογίων που εξέδιδε η Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα με σκοπό την καταδολίευση της Ενάγουσας και την πληρωμή του ποσού για εμπορεύματα τα οποία ουδέποτε παραδόθηκαν στην Ενάγουσα και διαζευκτικά το ίδιο ποσό ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως ποσού πληρωθέντος άνευ ανταλλάγματος. Στις 5.6.2006 καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης στην οποία προβάλλονται ισχυρισμοί όπως αυτούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι υιοθετείται το περιεχόμενο του «ειδικού κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή». Η θέση του κ. Κακογιάννη ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ορθή. Αυτό άλλωστε προκύπτει από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Νίνος Β. Μιχαηλίδης Λτδ ν. Κυριάκου Δρουσιώτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 και International Concern "Uralmetron" v. Besuno Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557 όπου λέχθηκε πως η υιοθέτηση ενόρκως περιεχομένου αίτησης ή δικογραφήματος δεν την καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση γίνεται υιοθέτηση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο λανθασμένα αναφέρεται ως ειδικά οπισθογραφημένο, όμως η ένορκη δήλωση δεν περιορίζεται στην υιοθέτηση του κλητηρίου εντάλματος. Το γεγονός ότι προβάλλονται πανομοιότυποι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποτελεί υιοθέτηση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης αλλά παράθεση γεγονότων και ισχυρισμών πάνω στους οποίους στηρίζεται η αίτηση. Το άτομο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ο Οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας και ως εκ της θέσεως του προκύπτει η εξουσιοδότηση και η γνώση του για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Σημειώνω ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να συμπεριλαμβάνει και γεγονότα που δεν ευρίσκονται στη σφαίρα των γνώσεων του ομνύοντα, νοουμένου ότι δίδεται η πηγή των πληροφοριών του (Δ.39 Θ.2). Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση του κ. Παπακυριάκου συμβαδίζει με αυτή την απαίτηση της δικονομίας. Κατά την εξέταση τέτοιου είδους αιτήσεων το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει μαρτυρία με την οποία δίδονται σαφείς ενδείξεις περί της ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος με πιθανότητες επιτυχίας. Σίγουρα σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται λεπτομερής παράθεση μαρτυρίας ούτε απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγόντων. Άλλωστε το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα ως προς το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων στηρίζεται τόσο σε ισχυρισμούς δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων όσο και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό, παράβαση συμφωνίας και πληρωμή ποσού άνευ ανταλλάγματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δίδεται το ιστορικό της υπόθεσης και τα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό διαδραματίστηκαν στις 31.8.2005 και οι έρευνες που ακολούθησαν και οδήγησαν στην διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Στην ένορκη δήλωση γίνονται σαφής αναφορές στην ανάμειξη του εναγομένου
- Παρατηρείται ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών ο εναγόμενος 2 ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στην έκδοση και παράδοση τιμολογίων καθώς και στην είσπραξη αυτών. Βέβαια, σε αυτό το στάδιο δεν θα αξιολογήσω τη μαρτυρία όμως με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη αιτίας αγωγής εναντίον του εναγομένου 2 στην υπόθεση, τουλάχιστο σε όση έκταση αφορά τον ισχυριζόμενο δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 2 είχε εμπλοκή στη συνεργασία με τους ενάγοντες είναι παραδεκτό από τον ίδιο, αυτό που αναφέρεται στη παρα. 8 της ένορκης του δήλωσης είναι ότι οι ενέργειες του γίνονταν υπό την ιδιότητα του ως διευθυντού της εναγομένης 1 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα ή για προσωπικό όφελος και συμφέρον, κάτι το οποίο θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Εισηγήθηκε η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση ότι θα έπρεπε να αποκαλυφθούν τα τιμολόγια και το ολικό ποσό που αντιπροσωπεύουν τα τιμολόγια στα οποία στηρίζουν την αξίωση τους. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι δεν αποκαλύπτεται η συνολική ποσότητα των αγορών που έγιναν και το συνολικό ποσό των χρεώσεων της εναγομένης 1 ούτε το συνολικό ποσό το οποίο κατέβαλαν στην εναγομένη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ούτε αποκαλύπτεται το ύψος των αποκλίσεων που μπορούν να δικαιολογηθούν ως λάθη, παραλήψεις, κλοπές ή φθορές. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς το πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης. Συνεπώς δεν απαιτείται σε αυτό το στάδιο να παρουσιαστούν όλα τα τεκμήρια με τα οποία θα αποδειχθεί η υπόθεση. Η δε παρουσίαση των τιμολογίων δεν θεωρώ ότι είναι απαραίτητη για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Άλλωστε ο ισχυρισμός των αιτητών είναι ότι τα τιμολόγια υπήρχαν και ήταν υπογραμμένα. Το ίδιο θα έλεγα και για τα υπόλοιπα έγγραφα στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Κακογιάννης. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστούν τα έγγραφα σε λεπτομέρεια και να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με αυτά ούτε να εξετάσει τις λεπτομέρειες των πράξεων που οδήγησαν στον υπολογισμό του αξιούμενου ποσού. Η θέση του καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι το ποσοστό που ισχυρίζονται οι αιτητές ότι αποτελεί το ποσοστό των αποκλίσεων, είναι περίπου το ίδιο ποσό με το σύνολο των πωλήσεων που έγινε καθ΄ όλη τη χρονική διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων. Προς τούτο δε επισυνάπτεται έκθεση των λογιστών της εταιρείας όπου φαίνονται οι υπολογισμοί των πωλήσεων για τα έτη 2000 - Αύγουστο
- Παρατηρώ όμως πως το συνολικό ποσό των πωλήσεων προς τους ενάγοντες δεν είναι περίπου το συνολικό ποσό των ισχυριζόμενων αποκλίσεων όπως ισχυρίζεται ο καθ΄ ου. Στο στάδιο αυτό όμως το δικαστήριο δεν αξιολογεί την μαρτυρία για να αποφασίσει το πραγματικό ποσό των αποκλίσεων, αν υπάρχει. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των δικογράφων και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και το χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
- Η περιουσία που ζητείται να δεσμευτεί με την παρούσα αίτηση είναι εγγεγραμμένη τόσο στο όνομα του εναγομένου 2 όσο και στο όνομα Ιωάννης Ανδρέου Κόκκινος και Σταύρου Ανδρέα Ιωάννη, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτητών είναι το ίδιο άτομο. Η περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα Σταύρου Ανδρέας Ιωάννη είναι τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 7132 τεμ. 448, 7182 τεμ. 447, 7210 τεμ. 449 και 7455 τεμ.
- Ο καθ΄ ου αμφισβητεί ότι χρησιμοποίησε ποτέ αυτό το όνομα, επισυνάπτει όμως έγγραφα υποθήκευσης μέρους των ακινήτων αυτών ήτοι τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 7455, 7132 και 7182, συνεπώς ο ισχυρισμός του καταρρίπτεται από τα έγγραφα που επισύναψε ο ίδιος. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη το άρθρου 5, «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός Εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd Πολ. Έφ. 11471 ημερ. 11.6.2004). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Στην παρούσα περίπτωση ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να καταδειχθεί από τους αιτητές είναι μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων που να τείνει να καταδείξει ότι αν δεν εμποδισθεί η συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, υπάρχει η πιθανότητα οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος τους με αποτέλεσμα να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία επ΄ ονόματι της, ενώ ο εναγόμενος 2 διαθέτει τα ακίνητα που αναφέρονται στην αίτηση και σε περίπτωση κατά την οποία δεν δεσμευτούν και αποξενωθούν ή επιβαρυνθούν με οποιονδήποτε τρόπο τότε θα είναι αδύνατο για την ενάγουσα να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί προς όφελος της. Η απουσία οποιασδήποτε άλλης περιουσίας δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι η αξία των ακινήτων που ζητείται να δεσμευτούν για τα οποία αναφέρεται πως αποτελούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν περιέλθει στο όνομα του εναγομένου 2 με δωρεές των γονιών του και η ύπαρξη άμεσου κινδύνου αποξένωσης τους. Αναφορικά με την αξία των εν λόγω ακινήτων, δίδεται διαφορετική αξία μεταξύ των εκτιμητών των δύο πλευρών. Δεν υπήρξε αντεξέταση από καμία πλευρά επί του σημείου αυτού και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης το φέρουν οι αιτητές θεωρώ ότι για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης ως αξία της επίδικης περιουσίας αυτή που καθορίζεται από τον καθ΄ ου η αίτηση. Βεβαίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η περιουσία αυτή είναι υποθηκευμένη, το ποσό των υποθηκών και επίσης το γεγονός πως σε περίπτωση που η περιουσία πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης η αξία της μειώνεται. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ακόμα και με βάση την εκτίμηση της Εναγομένης 2 η περιουσία που ζητείται να δεσμευτεί δεν υπερβαίνει κατά πολύ το αξιούμενο ποσό όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2. Δεν υπάρχει μαρτυρία περί ύπαρξης άλλης περιουσίας είτε από την Εναγομένη 1 είτε από τον Εναγόμενο 2 και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προέβη σε αποξένωση της περιουσίας του από τον Αύγουστο του 2005 μέχρι σήμερα δεν υποδηλεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητας αποξένωσης της στο μέλλον, έχοντας υπόψη τα χρονικά πλαίσια που απαιτούνται για την εκδίκαση μιας τέτοιας υπόθεσης. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένσταση υπήρξε υποθήκευση κάποιων ακινήτων τον Σεπτέμβριο του 2005. Όσον αφορά δε γεγονός ότι κάποια από τα ακίνητα είναι υποθηκευμένα αυτό από μόνο του, δεν εξουδετερώνει την πρόθεση αποξένωσης (Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 1237). Αναφορικά με την αξία των ακινήτων, έχοντας υπόψη το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, την αξία των ακινήτων και τις υποθηκεύσεις που υπάρχουν σ΄ αυτά δεν θεωρώ ότι η περιουσία αντικείμενο του διατάγματος ξεπερνά κατά πολύ το ποσό της αξίωσης. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Ηγέρθηκε θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, η οποία σημειώνεται ότι έγινε δια κλήσεως. Είναι γεγονός ότι η αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η δε αγωγή καταχωρήθηκε περίπου 4 μήνες μετά τη διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι έγιναν έρευνες για τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων για μία μεγάλη περίοδο (2001 - 2005), κάτι που απαιτεί χρόνο. Συνακόλουθα θεωρώ ότι υπάρχει δικαιολογία για τη καθυστέρηση και επίσης διαπιστώνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση επηρέασε τον Εναγόμενο
- Συνακόλουθα η καθυστέρηση δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ο οποίος να επηρεάσει τη κρίση του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης θεωρώ ότι θα ήταν άδικο για τους ενάγοντες να μην δεσμευτεί η περιουσία και να δύναται ο εναγόμενος 2 να την αποξενώσει ή να την επιβαρύνει περισσότερο ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος 2 θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Για τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης. Οι Αιτητές να υπογράψουν εγγύηση ύψους £50.
- Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι στη πορεία της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο