← Κύπρος

Nakery Trading Limited κ.α. ν. Χαράλαμπου Σιαηλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3147/06, 31.1.2007

Nakery Trading Limited κ.α. ν. Χαράλαμπου Σιαηλή κ.α., Αρ. Αγωγής: 3147/06, 31.1.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3147/06 Μεταξύ:

  1. Nakery Trading Limited εκ Λεμεσού
  2. Semion Shpigel από Λεμεσό
  3. Michael Αizin από Λεμεσό Εναγόντων Και
  4. Χαράλαμπου Σιαηλή από την Πάφο
  5. Παναγιώτας Σιαηλή από την Πάφο
  6. Μάριου Σιαηλή από τη Λεμεσό
  7. Ανδρονίκης Φασαρία Σιαηλή από τη Λεμεσό
  8. Shiaeles Chambers and Co από τη Λεμεσό
  9. Άκη Βρυώνη από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 31.1.2007 Αίτηση ημερ. 23.10.2006 Για Ενάγοντες-Αιτητές κ. Α. Παπαντωνίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ι. Λοιζίδης) Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Αγ. Γεωργιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 από του να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή διαθέσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4255, Φ./Σχ. 45/60, τεμ. 667 στο χωριό Αναβαργός, τοποθεσία Ασπαρής της επαρχίας Πάφου. Τέσσερα άλλα πανομοιότυπα αιτήματα για άλλα ακίνητα κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι δεν μπορούσαν να εκδοθούν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης όσον αφορά αυτά τα ακίνητα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του Semion Shpigel από την Ουκρανία, Ενάγοντα 2 και διευθυντή μαζί με τον Ενάγοντα 3 στην Ενάγουσα 1 εταιρεία και είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Μετά από γνωριμία του ομνύοντα με τον Εναγόμενο 3, δικηγόρο και αφού εξέθεσε σε αυτόν την επιθυμία του ιδίου και του Ενάγοντα 3 για επενδύσεις στην Κύπρο, αυτός τον έπεισε να επενδύσουν στο όνομα της Ενάγουσας 1 εταιρείας με την αγορά ενός ακινήτου στην Πάφο το οποίο ήταν ιδιοκτησία των γονέων του εν λόγω δικηγόρου, Εναγομένων 1 και
  10. Αφού ο Εναγόμενος 3 του γνώρισε τον πατέρα του, επίσης δικηγόρο (Εναγόμενο 1), τον έπεισε ότι ήταν καλή ευκαιρία για επένδυση η αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου μέσα στο οποίο είχαν ανεγερθεί δέκα κατοικίες. Επίσης του ανάφερε πως ο ίδιος είχε πληρεξούσιο έγγραφο από τους γονείς του για να συνάψει σχετικό αγοραπωλητήριο έγγραφο. Αυτό στη συνέχεια του το επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 (επισυνάπτεται τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου ως Τεκμήριο Α). Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 16.7.2005 συμφωνήθηκε η αγορά του εν λόγω ακινήτου (Τεκμήριο Β). Τόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 όσο και ο Εναγόμενος 3 διαβεβαίωσαν τον ομνύοντα ότι θα τηρείτο πλήρως η συμφωνία και πως το επίδικο κτήμα δεν ήταν επιβαρυμένο με οποιεσδήποτε υποθήκες ή άλλες επιβαρύνσεις και θα μεταβιβάζετο στην Ενάγουσα 1 κατά το χρόνο που προέβλεπε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ελεύθερο από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 3 του σύστησε τον Εναγόμενο 6 ο οποίος παρουσιάστηκε ως κτηματομεσίτης και ειδικός σε έρευνες ακινήτων ο οποίος επίσης τον διαβεβαίωσε ότι ερεύνησε το εν λόγω ακίνητο και δεν είχε οποιαδήποτε επιβάρυνση. Οι επιβεβαιώσεις αυτές δόθηκαν στην παρουσία του τραπεζίτη των Εναγόντων, υπεύθυνου για τους λογαριασμούς της Ενάγουσας 1 τους οποίου διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ και προσωπικού φίλου του Εναγομένου
  11. Το τίμημα πώλησης για την αγορά του ακινήτου ήταν Δολ. Η.Π.Α. 1.000.000, ποσό που κατεβλήθη από του Ενάγοντες στους Εναγομένους 1 και 2 μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους Εναγομένου 3 (σχετική απόδειξη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ). Ήταν ρητοί όροι της συμφωνίας πως η Ενάγουσα 1 θα είχε την κατοχή και κάρπωση του ακινήτου από της 1.12.2005 και πως η μεταβίβαση του ακινήτου θα γινόταν εντός 90 ημερών από την 1.12.
  12. Υπήρξε επίσης όρος της συμφωνίας ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για δέσμευση σ΄ αυτό. Σε περίπτωση που κατά την 1.12.2005 ή προηγουμένως οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν το ποσό Δολ. Αμερ. 1.300.000 και 250.000 Ευρώ τότε η συμφωνία θα ακυρώνετο. Το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Παρά την ύπαρξη ρητού όρου στη συμφωνία και τις επανειλημμένες εκκλήσεις προς τον Εναγόμενο 1 και 3 δεν παραδόθηκε η κατοχή και κάρπωση του ακινήτου στους Ενάγοντες με αποτέλεσμα να τεταθούν οι σχέσεις μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 3 καθότι η Ενάγουσα άρχισε να χάνει εισοδήματα αφού στο ακίνητο υπήρχαν δέκα κατοικίες ενοικιασμένες σε ξένους από τους οποίους εισπράττονται ενοίκια. Όταν στη συνέχεια περί τις αρχές Μαρτίου 2006 ο ομνύον προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον εναγόμενο 1 και να του παραπονεθεί για την άρνηση του να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο ο Εναγόμενος 1 τον παρέπεμψε στον Εναγόμενο 3 ο οποίος για να τους καλοπιάσει άρχισε να εκδίδει και να παραδίδει διάφορες επιταγές ώστε να τους επιστρέψει μέρος του τιμήματος και να νιώθουν, όπως τους είπε, εξασφαλισμένοι. Οι εν λόγω επιταγές ήταν χωρίς αντίκρισμα ή τις ανακαλούσε μέσα σε λίγες μέρες (επισυνάπτονται αντίγραφα 4 επιταγών ως Τεκμήριο ΣΤ). Επίσης στις 10.2.2006 η Εναγομένη 5 διά του Εναγομένου 3 του έδωσε ακόμα μια επιταγή για ποσό £330.000 την οποία όταν ο ομνύον πήγε να την καταθέσει του αναφέρθη ότι ο λογαριασμός δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και έτσι δεν την κατέθεσε (η επιταγή επισυνάπτεται Τεκμήριο Ζ). Επειδή οι συνεχείς υποσχέσεις του Εναγομένου 3 δεν καρποφόρησαν, ο ομνύον επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 και ζήτησε από αυτόν να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας. Στις 14.9.2006 επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του Εναγομένου 3 και ζήτησε από αυτόν να διευθετηθεί άμεσα η μεταβίβαση του ακινήτου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, οπότε ο Εναγόμενος 3 του μίλησε με έντονο ύφος και «τον πέταξε έξω» από το γραφείο του. Το βράδυ της ίδιας ημέρας τον επισκέφθηκε η Αστυνομία και τον συνέλαβε διότι ο Εναγόμενος 3 κατήγγειλε ψευδώς ότι αυτός πυροβόλησε εναντίον του στο σπίτι του. Μετά την παραμονή του σε αστυνομική κράτηση αφέθηκε ελεύθερος αφού δεν προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία εναντίον του. Την ίδια ημέρα ο ομνύον έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία καταγγέλλοντας την απάτη που έγινε εναντίον του. Στο μεταξύ ο Εναγόμενος 3 εγκατέλειψε την Κύπρο και έχει εκδοθεί εναντίον του Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και αναζητείται. Λίγες μέρες μετά, ο Sphigel επισκέφθηκε το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου όπου διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο και μάλιστα πριν την ημερομηνία της συμφωνίας αγοράς και στη συνέχεια καταχωρήθηκαν memo σε αυτό συνολικής αξίας £658.680 (επισυνάπτεται πιστοποιητικό έρευνας ως Τεκμήριο Η). Από έρευνες που έγιναν διαπιστώθη ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν άλλη ακίνητη περιουσία (πιστοποιητικά έρευνας επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Θ1, 2 και 3) και από έρευνα που έχει προβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και από πληροφορίες που έχει λάβει η συνολική αξία της πιο πάνω περιουσίας δεν υπερβαίνει τις £875.000 (επισυνάπτεται σχετική έκθεση ως Τεκμήριο Ι). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανά πάσα στιγμή μπορεί να προχωρήσουν σε αποξένωση ή περαιτέρω επιβάρυνση όλων των ακινήτων καθιστώντας έτσι αδύνατη την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας απόφασης εναντίον τους. Ήδη η όλη συμπεριφορά τους μπορεί να χαρακτηριστεί δόλια, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι ο Εναγόμενος 1 είναι δικηγόρος και είχε αυξημένο καθήκον να επιδείξει επαγγελματικό ήθος και να αποκαλύψει ότι το ακίνητο που τους πώλησε ήταν υποθηκευμένο, πράγμα που σκόπιμα απέκρυψε. Περαιτέρω αναφέρεται ότι υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 προτίθενται να προχωρήσουν σε μεταβίβαση των πιο πάνω ακινήτων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Σιαηλή, Εναγόμενου 1 και εξουσιοδοτημένου από την Εναγόμενη
  13. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι τόσο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4255 όσο και τα άλλα ακίνητα που ζητείται η δέσμευση τους έχουν εμπράγματα βάρη υπέρ τρίτων οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην αγωγή. Αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4255 αναφέρεται πως δεν λήφθηκε άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου ούτε άδεια του Δημοσιονομικού Γραμματέα για τη σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 16.7.
  14. Περαιτέρω οι Ενάγοντες 1 δεν κάλεσαν τους Εναγόμενους να παρουσιαστούν στο επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και να δηλώσουν ότι συμφώνησαν να πωλήσουν το εν λόγω ακίνητο πριν την έγερση της αγωγής και έχει παρέλθει χρόνος πέραν των έξι μηνών από το χρόνο μεταβίβασης που προνοούσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Επίσης δεν έχει τερματιστεί το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο. Προβάλλεται επίσης η θέση πως ο Εναγόμενος 3, αν υπόγραψε το εν λόγω έγγραφο, το έπραξε χωρίς να είναι αντιπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 και εν αγνοία τους. Αμφισβητείται η ύπαρξη αγωγίμου δικαιώματος εκ μέρους των Εναγόντων 2 και 3 και περαιτέρω αναφέρεται πως οι εν λόγω Ενάγοντες δεν κατέθεσαν εγγύηση όπως διατάχθηκαν από το Δικαστήριο. Τόσο ο ενόρκως δηλών όσο και η Εναγόμενη 2 αναφέρουν πως δεν έχουν πρόθεση να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν τα ακίνητα τα οποία εν πάση περιπτώσει βαρύνονται με άλλα εμπράγματα βάρη και συνεπώς δεν είναι δυνατή η αποξένωση τους και ούτε πιθανή περαιτέρω επιβάρυνση τους. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμο 14/60, στη Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται εκτός από τα πιο πάνω και στα άρθρα 2 και 3 του Περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, στο άρθρο 3 του Περί κτήσεως Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Αλλοδαπή Νόμου) και στα άρθρα 3, 28, 31, 32 και 35 του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:

(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. v. Olivier and Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 22, Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πως διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 η ύπαρξη τους ουσιαστικά δεν αμφισβητείται σε συνάρτηση με την Ενάγουσα 1 εταιρεία. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Γεωργιάδη αυτό που προκύπτει από τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι απλά μέτοχοι και διευθυντές της Ενάγουσας αρ. 1 και δεν αποκαλύπτεται να έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Είναι γεγονός ότι η αξίωση των Εναγόντων πηγάζει από ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο στο οποίο αγοραστής φαίνεται να είναι η ενάγουσα 1 εταιρεία. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι το αρχικό ενδιαφέρον για επένδυση σε ακίνητα εξεφράστη από τους Ενάγοντες 2 και
  1. Όπως όμως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος 3 ο οποίος ενεργούσε ως δικηγόρος συμβούλευσε τον ενόρκως δηλούντα όπως η αγορά γίνει επ΄ ονόματι της Ενάγουσας
  2. Ακόμα και σε περίπτωση κατά την οποία η θέση του κ. Γεωργιάδη είναι ορθή το γεγονός ότι η αγωγή εγείρεται από όλους τους Ενάγοντες μαζί χωρίς να διαχωρίζονται τα αγώγιμα δικαιώματα μεταξύ των τριών Εναγόντων δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ουσία της αίτησης. Σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην αίτηση οι Ενάγοντες κατέβαλαν το τίμημα πώλησης του ακινήτου, οι Εναγόμενοι όμως παρέλειψαν να τους δώσουν κατοχή αυτού με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκμεταλλευθούν την ενοικίαση των δέκα κατοικιών που βρίσκονταν εντός του ακινήτου. Περαιτέρω παρέλειψαν να τους μεταβιβάσουν το ακίνητο και επιπρόσθετα οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι το ακίνητο ήταν βεβαρημένο με υποθήκη ενώ σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας αυτό ήταν απολύτως ελεύθερο και δεν υπόκειτο σε οποιαδήποτε υποθήκη και δεν ήταν δεσμευμένο από memo ή άλλο εμπράγματο βάρος. Ο ισχυρισμός του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ότι το εν λόγω έγγραφο συνιστά δανεισμό είναι γενικός και αόριστος και δεν μπορεί το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο με μια ανάγνωση του κειμένου να καταλήξει σε αυτή τη διαπίστωση. Όσον αφορά την εισήγηση ότι δεν λήφθηκε η συγκατάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου για απόκτηση του ακινήτου από την Ενάγουσα σύμφωνα με τον Περί Κτήσης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Αλλοδαπή) Νόμο)Κεφ. 109 όπως τροποποιήθηκε θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος με πιθανότητες επιτυχίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)του εν λόγω Νόμου καμία διάταξη από αυτές που περιλαμβάνονται στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα αλλοδαπού να προβεί στις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 3 χωρίς την εξουσιοδότηση και εν αγνοία του ιδίου και της Εναγομένης
  1. Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να κριθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων στην υπόθεση. Απλά διαπιστώνεται η διαφορετική προσέγγιση των δύο πλευρών. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση, προκύπτει όμως από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 (παράγραφο 6) πως υπήρξε προφορική επικοινωνία μεταξύ του και του Ενάγοντα 2 και γνώση περί της ύπαρξης συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων. Δεν υπάρχει επίσης άρνηση του ισχυρισμού των Αιτητών ότι ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 συμμόρφωση με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και των επισυναπτόμενων σε αυτή εγγράφων και έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν αποφασίζει περί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης θεωρώ ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Ο κ. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως στην παρούσα περίπτωση το ακίνητο που αναφέρεται στην παράγραφο (Α) της αίτησης δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Η σύμβαση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας, είπε ο συνήγορος, είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης μόνο εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 2(δ) η αγωγή για ειδική εκτέλεση πρέπει να εγερθεί εντός 6 μηνών από την ημερομηνία η οποία προβλέπεται από τη συμφωνία για τη δήλωση μεταβίβασης αν η τελευταία είναι μεταγενέστερη της συμφωνίας σύναψης της εν λόγω συμφωνίας. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 12 της εν λόγω συμφωνίας η οποία φέρει ημερομηνία 16.7.2005 το επίδικο ακίνητο έπρεπε να μεταβιβαστεί εντός 90 ημερών από την 1.12.2005, δηλαδή μέχρι τις 28.2.
  3. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.9.2006 συνεπώς παρήλθε χρόνος πέρα των έξι μηνών. Ως εκ τούτου ο κ. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως η μόνη θεραπεία που πιθανόν να δικαιούνται οι Ενάγοντες είναι οι αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση η παράδοση της κατοχής και κάρπωσης του ακινήτου η οποία προβλέπετο από τη συμφωνία ότι έπρεπε να γίνει 1.12.2005 δεν έγινε και ακολούθησαν οι συνεχείς οχλήσεις προς τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των πωλητών. Αναφέρονται επίσης οι υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που δίδοντο από τον εν λόγω πληρεξούσιο αντιπρόσωπο οι οποίες οδήγησαν στη συνάντηση της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 όπου ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 3 να διευθετηθεί άμεσα η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι της Ενάγουσας
  4. Τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης να εξεταστούν οι όροι της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και να δοθεί η ερμηνεία τους από το Δικαστήριο προτού αποφασιστεί ο χρόνος εντός του οποίου θα μπορούσε να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Στο παρόν στάδιο με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην αίτηση και κυρίως στο γεγονός ότι στις 14.9.2006 ζητήθηκε από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των Εναγομένων 1 και 2 η παρουσία των πωλητών στο Κτηματολόγιο για επίτευξη της μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι της Ενάγουσας δεν θεωρώ ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης δεν είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης ούτε μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2(δ) του Νόμου. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η περιουσία που αναφέρεται στο αιτητικό (Α) της αίτησης αποτελεί αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6 τυγχάνουν εφαρμογής. Αναφορικά με το αιτητικό (Β) μέχρι (Ε) της αίτησης αυτό θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ.
  5. Στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 θα πρέπει να εξεταστεί η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων και η πιθανότητα αποξένωσης της επίδικης περιουσίας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 διαθέτουν την ακίνητη περιουσία που αναφέρεται στις παραγράφους (Β) μέχρι (Ε) της αίτησης, η συνολική αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις £875.
  6. Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης μαζί με τα έξοδα (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ..α. Πολ. Έ. 12144, ημερ. 27.3.2006). Δεν υπάρχει αμφισβήτηση της αξίας της περιουσίας που ζητείται να δεσμευτεί και επίσης αναφέρεται ότι σε αυτή υπάρχουν εμπράγματα βάση υπέρ τρίτων, άλλωστε αυτό φαίνεται και από την έρευνα που έγινε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αναφέρεται επίσης ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν πρόθεση να αποξενώσουν την επίδικη περιουσία. Παρά το ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε σαφής αναφορά σε κακή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων το γεγονός ότι όλη η ακίνητη τους περιουσία είναι επιβαρυμένη και του μεγάλου αριθμού υποθηκών που υφίστανται, όπως φαίνεται από το σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου, καταδεικνύει από μόνη της την οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Περαιτέρω δεν αναφέρεται πουθενά στην ένσταση η ύπαρξη άλλης περιουσίας που θα επέτρεπε την εκτέλεση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον τους. Στα πλαίσια εξέτασης αυτών των προϋποθέσεων «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός Εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τη συμπεριφορά των Εναγομένων και την οικονομική τους κατάσταση θεωρώ ότι ο κίνδυνος μεταβίβασης ή περαιτέρω επιβάρυνσης της περιουσίας δεν είναι απομακρυσμένος. Όσον αφορά δε γεγονός ότι κάποια από τα ακίνητα είναι υποθηκευμένα αυτό από μόνο του, δεν εξουδετερώνει την πρόθεση αποξένωσης (Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 1237). Συνακόλουθα κρίνω ότι πληρούνται και αυτές οι προϋποθέσεις. Ο κ. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως οι Ενάγοντες καθυστερούν την εκδίκαση της υπόθεσης ενώ ταυτόχρονα ζητούν διατάγματα που θα ισχύσουν μέχρι την τελική εκδίκαση της και αυτό φανερώνει κακή πίστη σε βαθμό που δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (πιο πάνω) τονίστηκε πως «μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρος στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων Ενάγοντος αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας». Στην παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι ενώ η αγωγή εγέρθηκε στις 19.10.2006 δεν καταχωρήθηκε έκθεση απαίτησης μέχρι την ακροαματική διαδικασία της αίτησης. Σημειώνω απλά ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται από τις 20.12.2006 καταχωρημένη έκθεση απαίτησης μετά από αίτηση των Εναγομένων για απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης προώθησης της. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παρούσα περίπτωση δεν κρίνω ότι είναι τέτοια που θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι αυτοσκοπός των Εναγόντων ήταν η έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Συνακόλουθα καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί κακή πίστη σε βαθμό που να δικαιολογεί απόρριψη της παρούσας αίτησης όπως εισηγούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση. Τα ακίνητα των οποίων ζητείται η δέσμευση με την παρούσα αίτηση καθώς και το ακίνητο το οποίο έχει δεσμευτεί με την μονομερή αίτηση βαρύνονται με εμπράγματα βάρη υπέρ τρίτων προσώπων. Ο κ. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως τα τρίτα αυτά πρόσωπα είναι αναγκαίοι διάδικοι στη διαδικασία αφού η παρούσα αίτηση και η αγωγή δυνατό να επηρεάσουν τα συμφέροντα τους στα εν λόγω ακίνητα και το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάσει την αίτηση στην απουσία τους ή διαζευκτικά να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση. Προς υποστήριξη της εισήγηση του ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 579 σελ. 583 και Adidas v. Krashias Shoe Factory
(1984)2 J.S.C. 363 στη σελ.
  1. Τα αιτούμενα διατάγματα στόχο έχουν την απαγόρευση της μεταβίβασης και την περαιτέρω επιβάρυνση των ακινήτων μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρώ ότι επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των τρίτων αυτών προσώπων οι οποίοι διατηρούν επί των ακινήτων εμπράγματα βάρη και κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από τα γεγονότα των υποθέσεων που με παρέπεμψε ο κ. Γεωργιάδης. Κατά την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1 της αίτησης το Δικαστήριο διέταξε όπως οι Ενάγοντες υπογράψουν εγγύηση £100.
  2. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει πως η εν λόγω εγγύηση δόθηκε από την Ενάγουσα 1 εταιρεία. Ο κ. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν ανέλαβαν προσωπική υποχρέωση αποζημίωσης των Καθ΄ ων η Αίτηση συνακόλουθα το εγγυητήριο δεν έπρεπε να γίνει δεκτό και το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και άλλοι (αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1178. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε πως η ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής για αποζημίωση εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση από πρόσωπο άλλο από τον Αιτητή δεν συνάδει με το άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες 1-Αιτητές έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.10.2006 και έχουν καταθέσει εγγυητήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του Κεφ.
  1. Συνακόλουθα θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την πιο πάνω που παρέθεσε ο κ. Γεωργιάδης. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν καταχώρησαν ξεχωριστή εγγύηση με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι παραμένει χωρίς οποιαδήποτε πρακτική σημασία. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα και να εκδοθούν τα υπόλοιπα διατάγματα που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω κρίνω ότι θα ήταν άδικο για τους Ενάγοντες να μην δεσμευτεί η περιουσία και να δύνανται οι Εναγόμενοι να την αποξενώσουν ή να την επιβαρύνουν περαιτέρω ενώ δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, πέραν από μιας γενικής και αόριστης αναφοράς που γίνεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το διάταγμα που εκδόθηκε στις 23.10.2006 καθίσταται απόλυτο. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι (Β) μέχρι (Ε) της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι στην πορεία της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.