← Κύπρος

ΣΤΕΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τριανταφυλλίδη ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Συνενωμένες Αγ

ΣΤΕΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τριανταφυλλίδη ν. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Συνενωμένες Αγωγές: 3752/02, 3650/03, 3651/03, 13.2.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: 3752/02, 3650/03, 3651/03 Αρ. Αγωγής: 3752/02 Μεταξύ: ΣΤΕΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τριανταφυλλίδη, τέως εκ Λεμεσού Ενάγοντος και

  1. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένου Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερ. 26.5.2003 ΣΤΕΛΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τριανταφυλλίδη, τέως εκ Λεμεσού Ενάγοντος και
  3. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
  4. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένου --------------------- Αρ. Αγωγής: 3650/03 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ, εκ Πάφου Ενάγοντος και
  5. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
  6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένου --------------------- Αρ. Αγωγής: 3651/03 Μεταξύ: ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΙΑΚΩΒΟΥ, εκ Πάφου Ενάγοντος και
  7. ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ
  8. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένου ---------------------- Ημερομηνία: 13.2.2007 Μονομερής Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων ημερομηνίας 30.1.2007 Δια Ενάγοντες (σε όλες τις αγωγές) : κ. Μελάς με κ. Παπακυριακού και κ. Χ'Νεοφύτου Δια Εναγόμενο 1 (σε όλες τις αγωγές): κ. Χ'Ιωάννου Δια Εναγόμενο 2 (σε όλες τις αγωγές): κα Κόκκινου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατεχωρήθη η κρινόμενη αίτηση με την οποία αξιώνεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 όπως προβούν σε ένορκη αποκάλυψη στους ενάγοντες των αντιγράφων των εκθέσεων του εμπειρογνώμονα οι οποίοι διενέργησαν τις μετρήσεις για λογαριασμό των εναγομένων 1 όπως ο Δικηγόρος των εναγομένων 1 επανειλημμένως υπέβαλε κατά την αντεξέταση στο μάρτυρα Μιχάλη Ιακώβου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 όπως προβούν σε ένορκη αποκάλυψη των εντύπων των κατασκευαστών των μηχανημάτων του σταθμού τα οποία όπως υπεβλήθη από το Δικηγόρο των εναγομένων 1 στο μάρτυρα Μιχάλη Ιακώβου περιέχουν προειδοποιήσεις για τους κινδύνους λειτουργίας τους. Γ. Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 όπως προβούν σε ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων που είναι και/ή ήταν στην κατοχή και/ή εξουσία τους και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής αυτής. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνει υπό τους εναγόμενους 1 εντός χρονικού διαστήματος το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιον υπό τις περιστάσεις από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή εντός 24 ωρών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς.» Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Χ'Νεοφύτου, ενός εκ των δικηγόρων των εναγόντων, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει πως: «
  9. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Δικηγόρος των εναγομένων 1 υπέβαλε κατά την αντεξέταση στον μάρτυρα Μιχάλη Ιακώβου ότι υπάρχουν εκθέσεις εμπειρογνωμόνων στις οποίες εμφαίνονται οι μετρήσεις που έκαναν για λογαριασμό των εναγομένων
  10. Επίσης υπέβαλε στον πιο πάνω μάρτυρα όπως υπάρχουν έντυπα των κατασκευαστών των μηχανημάτων στου σταθμού στα οποία περιέχονται προειδοποιήσεις για τους κινδύνους από την λειτουργία τους.» Εκφράζει, τέλος, την πίστη ότι η ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων είναι απαραίτητη για την απρόσκοπτη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων 1, οι οποίοι με την καταχωρηθείσα ειδοποίηση ένστασης, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους οι οποίοι συνηγορούν κατά την άποψη τους, στην απόρριψη του αιτήματος των εναγόντων: «
  11. Η αίτηση έγινε πολύ καθυστερημένα και στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας που άρχισε την 22.1.
  12. Η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπός της είναι η αλίευση μαρτυρίας.
  13. Η αιτούμενη αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίκαιης δίκης ή για την εξοικονόμηση εξόδων.
  14. Δεν υποβλήθηκε στο μάρτυρα Ιακώβου ότι υπάρχουν εκθέσεις εμπειρογνώμονα αλλά ότι ο σταθμός Κοίλης ετέθη σε δοκιμαστική λειτουργία και έγιναν μετρήσεις ο δε μάρτυρας αρνήθηκε οποιαδήποτε γνώση.
  15. Η αιτούμενη αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι αναγκαία στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία.
  16. Η αίτηση δεν στηρίζεται στους σωστούς δικονομικούς θεσμούς ήτοι δε στηρίζεται στη Δ.48 θ8 που εξουσιοδοτεί μονομερή αίτηση μόνο όσον αφορά τη Δ.28 θ
  17. Αίτηση με βάση οποιοδήποτε άλλο θεσμό της Δ.28 πρέπει να γίνει δια κλήσεως και ως εκ τούτου η αίτηση είναι παράτυπος και δέον να απορριφθεί.» Κατά την ακρόαση της αίτησης, το αίτημα περιορίσθηκε στο «Α» αφού ο κ. Χ'Ιωάννου δεσμεύθηκε να αποκαλύψει το αιτούμενο με το «Β». Επιχειρηματολογώντας ο κ. Μελάς, υπεστήριξε ότι ζητείται η αποκάλυψη του εγγράφου των μετρήσεων κυρίως ενόψει και της αντεξέτασης στην οποία υπεβλήθη ο Μ.Ε.
  18. Υπέδειξε πως κύριος λόγος που δίδεται η αποκάλυψη είναι για να βοηθηθεί η πλευρά που την επιζητεί, ακόμη και για να καταστρέψει τη θέση του αντιδίκου. Ο κ. Χ'Ιωάννου, υποστηρίζοντας την ένσταση των πελατών του, τόνισε ότι η αίτηση αυτή στοχεύει στην αλίευση μαρτυρίας και ότι αν δοθεί στους ενάγοντες πριν αυτοί προσφέρουν τη μαρτυρία τους, θα τους δοθεί η δυνατότητα να τη διαμορφώσουν κατάλληλα. Υπέδειξε ότι οι ενάγοντες είναι εκείνοι που φέρουν το βάρος να αποδείξουν τα επίπεδα ακτινοβολίας που θεωρούν μη ασφαλή και δεν πρέπει να υποβοηθηθούν με τις μετρήσεις των εναγομένων. Να υπενθυμισθεί ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων είναι πως οι εναγόμενοι ήσαν αμελείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους σαν εργοδότες διότι δεν τήρησαν ασφαλή μέτρα εργασίας δεδομένου ότι τα επίπεδα ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που υπήρχαν στο σταθμό τροποσφαιρικής ζεύξης στην Κοίλη, ήσαν μη ασφαλή για την υγεία των εναγόντων. Ισχυρισμός των εναγομένων, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, είναι πως σε ελέγχους στους οποίους προέβησαν διαπίστωσαν ότι οι ακτινοβολίες και εκπομπές του σταθμού ήσαν σε χαμηλά επίπεδα. Επίσης αποτελεί γεγονός πως κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 Μιχαλάκη Ιακώβου, υπεβλήθη σε αυτόν πως, σε ελέγχους μετρήσεων που έγιναν διαπιστώθηκε ότι η ακτινοβολία ήταν σε χαμηλά επίπεδα, χαμηλότερα του επιπέδου ασφαλείας. Διευκρινίσθηκε δε, πως οι μετρήσεις αυτές έχουν καταγραφεί σε έντυπα. Αυτών δε των εντύπων, επιζητείται η αποκάλυψη. Πριν ή αποφασισθεί το θέμα τούτο, θα εξετασθούν οι λόγοι 6 και 7 της ένστασης. Οι λόγοι αυτοί χαρακτηρίζουν την αίτηση παράτυπη λόγω μη αναφοράς των σωστών θεσμών και της μονομερούς καταχώρησης της αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.28 η οποία πραγματεύεται τα θέματα αποκάλυψης εγγράφων γενικά και ειδικά και της επιθεώρησης τους. Δεν καταγράφει ειδικά τον Κανονισμό στον οποίο στηρίζεται και έχει γίνει μονομερώς. Το μονομερές της αίτησης απώλεσε το χαρακτήρα της σαν τέτοια, δεδομένου ότι το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της προς την αντίδικη πλευρά και έτσι δεν εδόθη οποιαδήποτε θεραπεία, ερήμην των εναγομένων. Εξάλλου αυτή είναι η φιλοσοφία και η διαφορετικότητα των μονομερών και διά κλήσεως αιτήσεων. Η μη εξειδίκευση του Κανονισμού επί του οποίου η αίτηση βασίζεται επίσης δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι ξεκάθαρες, ο γενικός θεσμός και οι αρχές επί των οποίων στηρίζονται αποκαλύπτονται και έτσι δεν στερείται ο διάδικος της δυνατότητας να γνωρίζει τη νομική βάση της αίτησης. Κρίνεται πως ο καθ' ου η αίτηση αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία, όπως στην προκειμένη περίπτωση με την υποβολή ένστασης, την οποία επίσης στηρίζει στη Δ.28 (γενικά), τα οποία υποδηλώνουν ανοχή της ή συμπόρευση με αυτή (δέστε Πεγειώτης ν. Χρ. Κωμοδρόμου

(2003)1 Α.Α.Δ. 1601). Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης θα εξετασθούν μαζί, αφού αναφέρονται κυρίως στην αποδεκτότητα του κρινόμενου αιτήματος. Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd ν. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 2271), στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη (βλ. μεταξύ άλλων O'Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L., 630 Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1982)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)1 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtors and another
(1962)1 A.A.Δ. 40). Κρίνεται επομένως ότι τέτοιο αίτημα δυνατό να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο, χωρίς βέβαια να είναι ασύνδετο με την εν γένει πορεία της υπόθεσης και συμπεριφορά των διαδίκων. Στην κρινόμενη περίπτωση, ηγέρθη μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, γι' αυτό και ο προβαλλόμενος, από τους εναγόμενους, λόγος για το καθυστερημένο στάδιο έγερσης του. Η δικαιολογία που προβάλλεται από τον κ. Μελά για το στάδιο στο οποίο επιλέγει να εγερθεί είναι πως τώρα, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, υπεβλήθη σ' αυτόν πως υπάρχουν εκθέσεις για τις μετρήσεις. Όπως στην αρχή της απόφασης ελέχθη, στον Μ.Ε.1 υπεβλήθη ότι έγιναν μετρήσεις και κατέδειξαν χαμηλά επίπεδα ασφαλείας. Δεν έγινε ειδική αναφορά για εκθέσεις εμπειρογνωμόνων. Διευκρινίσθηκε όμως και δέχθηκε κατά την αγόρευση του ο κ. Χ'Ιωάννου πως οι μετρήσεις έχουν καταγραφεί σε έντυπο. Ο όρος «έγγραφο» δεν περιορίζεται σε κείμενα γραμμένα πάνω στο χαρτί αλλά επεκτείνεται σε οτιδήποτε πάνω στο οποίο είναι καταγραμμένη μαρτυρία ή πληροφορίες με τρόπο που είναι κατανοητός με τη χρήση μηχανικού εξοπλισμού (βλ. Grant v. Shpathwestern and Country Properties Ltd
(1974)2 All E.R. 465). Έτσι, ακόμη και να μην ήταν καταγραμμένες σε έντυπο, οι γενόμενες μετρήσεις μπορούσαν να θεωρηθούν έγγραφο. Επομένως, παρά το ότι το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν ήταν το πλέον κατάλληλο, όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί άκαιρο και για αυτό το λόγο, απορριπτέτο το αίτημα. Η σχετικότητα του αιτήματος προς αποκάλυψη εγγράφων, είναι προφανής. Εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκείνο που έντονα επροτάθη, είναι ότι θα αποτελέσει εργαλείο εναντίον των εναγομένων και ότι αποτελεί «αλίευση» μαρτυρίας. Το πρώτο, δεν αποτελεί λόγο για τη μη έκδοση του διατάγματος. Εξάλλου αποτελεί έναν από τους στόχους, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, του συγκεκριμένου διαβήματος. Υπενθυμίζεται αυτό που ελέχθη στην υπόθεση Compagnie Financiere v. Peruvian Gueno Co
(1882)11 Q.B.D. 55 και αποτέλεσε την κλασσική διατύπωση του κανόνα: Κάθε έγγραφο σχετίζεται με τα επίδικα θέματα στην αγωγή το οποίο όχι μόνο θα αποτελούσε μαρτυρία πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα αλλά επίσης όταν είναι εύλογο να υποτεθεί ότι περιέχει πληροφορίες οι οποίες μπορεί - όχι πρέπει - είτε άμεσα είτε έμμεσα να καθιστούν ικανό το διάδικο που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει τη δική του υπόθεση ή να βλάψει εκείνη του αντίδικου του. Και άμεσα ή έμμεσα θα έχει αυτή τη συνέπεια αν είναι έγγραφο το οποίο δύναται να οδηγήσει σε μία σειρά έρευνας η οποία μπορεί να έχει μία από τις δύο αυτές συνέπειες. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι, όταν η αποκάλυψη των εγγράφων καθιστά ικανό ένα διάδικο να «ψαρέψει» μάρτυρες (βλ. Board v. Thomas Hedley Ltd
(1951)2 All E.R. 431) ή για να πάρει πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επίδικων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μία νέα υπόθεση (βλ. Edmiston v. British Transport Commission
(1955)3 All E.R. 823). Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει πως δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν «αλίευση» μαρτυρίας αφού έγινε αποκάλυψη από το συνήγορο των εναγομένων κατά την αντεξέταση, των καταγραφέντων μετρήσεων και συνακόλουθα των εγγράφων. Εξού και η αναγκαιότητα για αποκάλυψη των εγγράφων αυτών, προέκυψε από τις αναφορές αυτές. Οι οποίες και αποστερούν από το συγκεκριμένο διάβημα το χαρακτήρα της «αλίευσης». Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως το Α και Β της αίτησης, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η σχετική ένορκη δήλωση να γίνει εντός επτά ημερών από την έκδοση του διατάγματος. (Υπ.)................ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.