TATIANA VORNOVSKAIA ν. ALEXEI TEREKHOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 3460/02, 15 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3460/02 Μεταξύ: TATIANA VORNOVSKAIA από την Ρωσία, τώρα στην Πάφο Ενάγουσα και
- ALEXEI TEREKHOV από την Ρωσσία, τώρα στην Πάφο
- Α/ΦΟΙ ΚΟΥΡΡΟΥΣΙΗΣ ΛΤΔ από την Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2007 Για Ενάγουσα: κ. Α. Δημητριάδης με κα Κυπριανού Για Εναγόμενο: κ. Παπακλεοβούλου ------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------- Αμφότεροι οι διάδικοι είναι Ρώσοι υπήκοοι και από το έτος 1997, διαμένουν στην Κύπρο. Από το 1997 μέχρι το 2001, συζούσαν. Δυνάμει δύο ξεχωριστών αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημερ. 24.3.1997 (Τεκμήρια 2 και 3), αγόρασαν από την εταιρεία Α/ΦΟΙ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗΣ ΛΤΔ μία μεζονέτα έκαστος, έναντι ποσού £45.000 η μία. Από το λογαριασμό της ενάγουσας που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα με αρ. 063-33-023574 μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του εναγομένου, στην ίδια τράπεζα, με αριθμό 063-33-023582, τα ακόλουθα ποσά: - Στις 9.4.1997 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 Δ ποσό £16.143,37σ - Στις 15.9.1997 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 Ε ποσό £15.936,35σ - Στις 14.1.1998 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 (στ) ποσό £10.687,18σ - Στις 6.5.1998 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 ζ ποσό £13.009,31σ Η μεταφορά των επιδίκων ποσών από το λογαριασμό της ενάγουσας στο λογαριασμό του εναγομένου αλλά και οι πληρωμές από το λογαριασμό του εναγομένου προς τους πωλητές Α/φοί Κουρούσιη Λτδ εγίνοντο μέσω του πληρεξούσιου αντιπροσώπου και των δύο, Κύπρου Κουρούσιη. Τα ανωτέρω αποτελούν παραδοχές μέσω δικογράφων και παραδεκτά γεγονότα, όπως τα προσδιόρισαν οι συνήγοροι των διαδίκων. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι τα ανωτέρω ποσά που συνολικά συμποσούνται σε αυτό των £55.775, τα δάνεισε στον εναγόμενο με την υπόσχεση και/ή συμφωνία, να της τα επιστρέψει μέχρι τέλους του 1998 μαζί με τόκους 9% από την πληρωμή κάθε δόσης. Ο εναγόμενος αρνείται την οποιαδήποτε συμφωνία δανείου, αρνείται ότι έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι χρήματα τα οποία της εμπιστεύθηκε με σκοπό να τα αποστείλει στην Κύπρο, μέσω καναλιών που γνώριζε και προσβάσεων που είχε. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η ενάγουσα δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα και άνεση να εξοφλήσει τη δική της κατοικία πόσο μάλλον, να δανείσει στον ίδιο οποιοδήποτε ποσό. Την εκδοχή και θέση τους υπεστήριξαν αμφότεροι και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα τόνισε ότι λόγω των σχέσεων της με τον εναγόμενο, του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και γι' αυτό χωρίς ιδιαίτερες αποδείξεις και εξασφαλίσεις, απεφάσισε και συμφώνησε τη δανειοδότηση του. Πρόβαλε τη θέση ότι η ίδια είχε την οικονομική άνεση και δυνατότητα, διότι διατηρούσε μεγάλο αριθμό μετοχών της Τράπεζας Gasprom Bank στην οποία ήταν υπεύθυνη τμήματος, τις οποίες πώλησε και το τίμημα το χρησιμοποίησε για την αγορά των μεζονέτων. Πώλησε επίσης και το διαμέρισμα της. Ο εναγόμενος παρουσίασε και αυτός μία ανθηρή οικονομική κατάσταση ασχολούμενος, όπως είπε, με αγορές - πωλήσεις διάφορων αντικειμένων και με επιχείρηση internet-cafe. Κέρδιζε αρκετά, ικανά να τον οδηγήσουν στο να δανειοδοτεί την ενάγουσα. Αποδίδει την καταχώρηση της αγωγής σε εκδικητική ενέργεια εκ μέρους της, διότι αποχώρησε η ίδια από την επιχείρηση internet-cafe στην οποία συμμετείχε. Πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, θα εξετάσει σαν πρώτιστο θέμα, εκείνο που ήγειρε με την αγόρευση του ο συνήγορος του εναγομένου: Το παράνομο της συναλλαγής. Το θέμα αυτό, ηγέρθη για πρώτη φορά στην αγόρευση του κ. Παπακλεοβούλου. Δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και δεν αποτελεί λόγο υπεράσπισης. Παρανομία που μπορεί να δώσει λαβή σε αυτεπάγγελτη εξέταση της από το Δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει έκδηλα είτε από την ίδια τη σύμβαση είτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συσχετισμό προς τη σύμβαση (βλ. Αντιγόνη Χρίστου ν. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2039). Η κατ' ισχυρισμό παρανομία, δεν στηρίζεται πουθενά. Δεν έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο μαρτυρία ή στοιχεία ικανά που να υποδεικνύουν ποιο νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέβησαν οι διάδικοι. Ή έστω, ποιας Νομοθεσίας τις πρόνοιες που εφαρμόζονται στη Ρωσία, δεν τήρησαν. Αναφορές ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να αποστείλει χρήματα στην Κύπρο για την αγορά του ακινήτου με νόμιμο τρόπο και ότι η ενάγουσα το επετύγχανε μέσω προσβάσεων που είχε, δεν καθορίζουν παράβαση ή παράνομο ενεργειών. Δεν εξειδικεύουν τις μη νόμιμες ενέργειες. Εξάλλου, όπως διαπιστώθηκε, ο εναγόμενος δεν ήταν βέβαιος αν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια για εξαγωγή συναλλάγματος από τη χώρα του στη δική μας, παρουσιάζοντας το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Εξέφρασε άγνοια για τέτοια δυνατότητα. Συνεπώς κρίνεται ότι το Δικαστήριο πρώτον, δεν μπορεί και δεν εξετάζει θέμα παρανομίας στη συναλλαγή και δεύτερον, δεν ηγέρθηκε τίποτα που να υποστηρίζει την παρανομία. Βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contract 27η έκδοση σελ. 606, σύμβαση δανείου είναι η σύμβαση δια της οποίας ένα πρόσωπο δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει ποσό χρημάτων σε άλλο πρόσωπο με αντιπαροχή τη ρητή ή εξυπακουόμενη (συνακόλουθη) υπόσχεση επιστροφής αυτού σε καθορισθείσα ή μελλοντικά καθορισθείσα ημερομηνία. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους διαδίκους να καταθέτουν και έχω ενδιατρίψει στη μαρτυρία τους σε συνδυασμό και με τα δικόγραφα τους. Είναι έντονη η αίσθηση που άφησαν αμφότεροι οι διάδικοι, ότι δεν απεκάλυψαν ολόκληρη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενώ προσπάθησαν να παρουσιάσουν ο ένας τον άλλον να στερείται οικονομικών πόρων διεφάνη όμως πως, ο εναγόμενος κατά παραδοχή της ενάγουσας, είχε επιχείρηση internet-cafe ενώ η ενάγουσα, κατά παραδοχή του εναγομένου, ήταν υπεύθυνη τμήματος στην Gasprom Bank, ασχολείτο με αγοραπωλησίες μετοχών, συμμετείχε στην επιχείρηση του και διατηρούσε διαμέρισμα. Είναι όμως επίσης βέβαιο για το Δικαστήριο ότι ο διάδικος που παρουσίασε την αληθινή εικόνα των διαφορών που ενδιαφέρουν την κρινόμενη περίπτωση, είναι η ενάγουσα. Η επισήμανση του κ. Παπακλεοβούλου είναι πως δεν μπορεί να γίνει πιστευτή διότι ενώ έλεγε και παρουσιάσθηκε να έχει όλα τα χρήματα για την αγορά της οικίας κατά τον ερχομό της στην Κύπρο το 1997, δεν είχε χρήματα. Διότι, όπως είπε αντεξεταζόμενη, αργότερα μετά την αγορά των οικιών, πώλησε τις μετοχές. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση αυτή. Η ενάγουσα δεν είπε και δεν προσδιόρισε αν κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για αγορά της οικίας, είχε χρήματα σε μετρητά. Εξάλλου δεν υπήρχε λόγος να τα έχει σε αυτή τη μορφή. Εκείνο που απαιτείτο να έχει, είναι την οικονομική δυνατότητα. Και αυτή τη δυνατότητα η ενάγουσα παρουσιάσθηκε να την είχε. Απλά, πώλησε τις μετοχές της, είπε, όταν έπρεπε να πληρώσει τις δόσεις. Η εκδοχή γενικά που παρουσίασε η ενάγουσα, ήταν πιο φυσική, πειστική, πιο αξιόπιστη και ενισχύεται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Τα οποία δηλώνουν ότι κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ικανά ποσά χρημάτων εισέρχονταν στο λογαριασμό της ενάγουσας και ότι από το λογαριασμό της τα χρήματα μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του εναγομένου και απ' εκεί, πληρώθηκε ο πωλητής της μεζονέτας. Αυτά τα γεγονότα, σαν παραδεκτά και από κοινού κατατεθέντα, όχι μόνο ενισχύουν την ενάγουσα αλλά αποδυναμώνουν την εκδοχή του εναγομένου. Του οποίου η θέση, η δικογραφημένη είναι πως τα χρήματα που κατεβλήθηκαν στην εταιρεία Α/ΦΟΙ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗΣ ΛΤΔ, δεν μεταφέρθηκαν από το λογαριασμό της ενάγουσας στο δικό του, αλλά έχουν εξαχθεί από το δικό του λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα. Ούτε υποστηρίζουν την εκδοχή που παρουσίασε στην Έκθεση Υπεράσπισης και τήρησε κατά την ακροαματική διαδικασία, πως τα χρήματα αυτά τα έδιδε στην ενάγουσα για να αποστείλει και απέστειλε σε τραπεζικό του λογαριασμό. Δηλαδή απευθείας. Όχι μέσω του δικού της λογαριασμού. Δεν εξηγείται γιατί βρέθηκαν στο λογαριασμό της ενάγουσας. Ούτε εξηγείται το γεγονός πως παρά την εμπιστοσύνη που της επέδειξε, αυτή αντί να αποστείλει τα χρήματα του στο δικό του λογαριασμό, τα διοχέτευε στο δικό της. Και πώς, αφού ερχόταν όπως είπε, μετά από κάθε αποστολή χρημάτων στην Κύπρο για να διαπιστώσει την κίνηση αυτή του λογαριασμού, δεν τον ενόχλησε το γεγονός ότι τα χρήματα του περνούσαν μέσα από το λογαριασμό της ενάγουσας; Άλλο γεγονός το οποίο μειώνει την αξιοπιστία του εναγομένου, ήταν η επίμονη άρνηση του να αποδεχθεί αυτό που παραδέχεται με την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του, ότι δηλαδή συζούσαν με την ενάγουσα από το 1997 έως το 2001. Η αμφισβήτηση και προσπάθεια απόκρυψης του γεγονότος αυτού, ήταν συνειδητή. Και ανάγεται στις διαφορές και δικαστικές διαμάχες, που αποκαλύφθηκε ότι οι διάδικοι έχουν στην πατρίδα τους. Ανέφερε ο εναγόμενος κατά την κυρίως εξέταση του, ότι δεν γνώριζε, δεν έλεγχε λόγω εμπιστοσύνης, πού κατέληγαν τα χρήματα που έδιδε στην ενάγουσα. Ότι έλαβε γνώση του λογαριασμού της τράπεζας μόλις το 2001. Για να αποκαλύψει στην αντεξέταση, παρουσιάζοντας μία τελείως διαφορετική εικόνα, πως κάθε φορά που έδιδε χρήματα όχι μόνο τηλεφωνούσε στον Κουρούσιη για να ελέγξει το γεγονός, αλλά ερχόταν και ο ίδιος προσωπικά στην Κύπρο για να βεβαιωθεί για τις πληρωμές. Αυτή δε η ενέργεια του, του ανθρώπου που θέλει να ελέγχει τις συναλλαγές και την τύχη των χρημάτων του, δεν συνάδει με τη θέση και στάση που ισχυρίζεται ότι τηρούσε, όταν έδιδε τα χρήματα στην ενάγουσα στη Ρωσία. Τα οποία, έκανε ανάληψη από την τράπεζα του, της τα έδιδε σε μετρητά, χωρίς να ζητά ούτε μία βεβαίωση ή απόδειξη. Σύγχυση φαίνεται ότι υπήρξε στον εναγόμενο για τα ποσά και τις δόσεις, στον αριθμό και χρόνο που αυτές δόθηκαν. Ενώ είναι παραδεκτό ότι πληρώθηκε ποσό £55.775 από 9.4.1997 σε τέσσερεις δόσεις με τελευταία δόση αυτή της 6ης Μαΐου 1998, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι στην ενάγουσα κατέβαλε για το σκοπό αυτό, £45.000 σε τρεις δόσεις, με τελευταία δόση εντός του έτους 1999. Ενώ προέβαλε τη θέση ότι η ενάγουσα τον απειλούσε συνεχώς ότι θα λάβει εναντίον του δικαστικά μέτρα, εάν κινηθεί δικαστικώς εναντίον της για τις διαφορές τους που προέκυψαν από τη λειτουργία της επιχείρησης internet-cafe, δεν εξήγησε επαρκώς γιατί δεν προέβη στο διάβημα αυτό, να διεκδικήσει το λαβείν του εδώ και πέντε χρόνια αφού η ενάγουσα υλοποίησε την απειλή της από το 2002. Κρίνεται επομένως, ότι η ενάγουσα πλήρωσε αυτά τα χρήματα για τον εναγόμενο, με οδηγίες και/ή συμφωνία να τα καταβάλει η ίδια και όπως της τα επιστρέψει ο εναγόμενος. Η καταβολή αυτή δεν έγινε με χαριστική αιτία αλλά υπήρχε η υπόσχεση και η αναμονή επιστροφής τους περί το τέλος του 1998 με τη συμπλήρωση των οικιών. Η ενάγουσα διεκδικεί τόκο 9% από την ημερομηνία καταβολής έκαστου ποσού. Η επιδίκαση τόκου πέραν του νόμιμου, είναι ειδική ζημιά και σαν τέτοια πρέπει όχι μόνο να καταγράφεται αλλά και να αποδεικνύεται με αυστηρότητα. Κάτι που δεν έγινε στην κρινόμενη περίπτωση, αφού δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για την απώλεια αυτή. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για ποσό £55.775 με έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο