CAA TRAVEL MEDIA LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΓΕΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3467/06, 20 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3467/06 Μεταξύ: CAA TRAVEL MEDIA LIMITED Ενάγουσα Και
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΓΕΙΑΣ
- ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2007 Αίτηση ημερ. 4.12.2006 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Γ. Γεωργιάδης Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Ευθυμίου ----------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- Η ενάγουσα διεκδικεί εναντίον αμφοτέρων των εναγομένων, ποσό ύψους £108.384.
- Η αξίωση στηρίζεται σε εγγυητική επιστολή (Letter of Guarantee) υπ' αριθμό 2006/1 ημερ. 4.1.2006 την οποία οι εναγόμενοι 1 εξέδωσαν προς όφελος της ενάγουσας μετά από οδηγίες της Pink Camel Limited, μετά των οποίων η ενάγουσα συνήψε συμφωνία ημερ. 2.1.2006 με σκοπό την προώθηση και διαφήμιση των προϊόντων και της εμπορικής επωνυμίας της δεύτερης ως άνω εταιρείας. Δυνάμει της ρηθείσας εγγυητικής επιστολής, οι εναγόμενοι συμφώνησαν να πληρώσουν και/ή καταβάλουν το ανωτέρω ποσό στην ενάγουσα εφόσον κάτι τέτοιο εζητείτο από αυτήν δια συστημένης επιστολής συνοδευόμενης από το πρωτότυπο της εγγυητικής επιστολής, επισημαίνοντας ότι η Pink Camel Limited παραβίασε τους όρους της συμφωνίας ημερ. 2.1.
- Οι ενάγοντες εξάσκησαν στις 26.10.2006 το εν λόγω δικαίωμα τους, δεδομένου ότι η Pink Camel Limited παραβίασε τους όρους της συμφωνίας τους, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να πληρώσουν το ποσό της εγγυητικής επιστολής, ισχυριζόμενοι ότι είχαν οδηγίες προς τούτο από την εταιρεία Pink Camel Limited, η οποία τους απαγόρευσε και/ή υπέδειξε να μην εξαργυρώσουν την εγγυητική. Γι' αυτό κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή. Μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων, ακολούθησε η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Κώστα Αργυρίδη, διευθυντή της ενάγουσας, με την οποία επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και παρέχεται με λεπτομέρεια η αξίωση της και οφειλή των εναγομένων και εκφράζεται η πίστη του για την ανυπαρξία οιουδήποτε λόγου υπεράσπισης των εναγομένων. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν ειδοποίηση ένστασης και προβάλλονται με αυτήν δύο λόγοι ένστασης: (α) Ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και, (β) ότι αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων, ώστε να τους επιτραπεί να υπερασπισθούν. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις του Στεφάνου Χ'Ιωάννου, εναγόμενου
- Η μία για υπεράσπιση των εναγομένων 1 και η άλλη για τον ίδιο προσωπικά. Αμφισβητείται με αυτές το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και προβάλλεται η θέση πως η εγγυητική ήταν πληρωτέα, υπό την αίρεση της εκπλήρωσης των όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 2.1.
- Η εν λόγω συμφωνία τερματίσθηκε εκ μέρους των Pink Camel Limited οι οποίοι τους ενημέρωσαν στέλλοντας τους αντίγραφο της επιστολής τερματισμού. Γι' αυτό το λόγο, οι εναγόμενοι 1 δεν πλήρωσαν, από τη στιγμή που ετέθη σε αμφισβήτηση η εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας που εξασφάλιζε η εγγύηση. Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι 1 ήταν υποχρεωμένοι να μην πληρώσουν μέχρι να βεβαιωθούν ότι πράγματι η πληρωμή της εγγύησης ήταν υπό όρους και εάν δικαιολογημένα οι εναγόμενοι (προφανώς εννοεί την Pink Camel Limited) είχαν τερματίσει τη συμφωνία ημερομηνίας 2.1.
- Οι συνήγοροι των διαδίκων, με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν υπεστήριξαν επαρκώς τις θέσεις των, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε νομολογία και αυθεντίες. Ιδιαίτερη μνεία των θέσεων, γίνεται κατωτέρω. Η πλούσια νομολογία επί του κρινόμενου θέματος, έχει ασχοληθεί λεπτομερώς και επισταμένως επ' αυτού και προσδιορίσει τις προϋποθέσεις και δυνατότητα έκδοσης απόφασης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Julios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Kypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265). Εκείνο που απαιτείται από τον ενάγοντα πρωτίστως να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.18, ώστε να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στους ώμους του εναγομένου είναι (α) η καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου (β) η καταχώρηση εμφάνισης από τον εναγόμενο και (γ) η υποστήριξη της αίτησης από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά επί των γεγονότων. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνεται από τον ωμόσαντα ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Σταυρινίδης ν. Gescoslovenska Obchondi banka AS
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης, επεξηγείται από τη νομολογία με παραπομπή και υιοθέτηση της υπόθεσης Symons & Co v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 KB 259, 266 - 267. "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι η διαδικασία κατά την οποία αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στο σχετικό Κανονισμό. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με τη φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από το θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται ν' αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία.» (δέστε Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782 ως επίσης Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818). Παρατηρείται ότι στην κρινόμενη περίπτωση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις (α) και (β). Ικανοποιείται επίσης δια της ένορκης δήλωσης η απαίτηση επαλήθευσης του ποσού της απαίτησης και εκφράζεται με αυτή, η πίστη του ωμνύσαντα ότι οι εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Έτσι με την πλήρωση όλων των απαιτούμενων προϋποθέσεων εναπόκειται πλέον στους εναγόμενους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο (α) ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Θα πρέπει η υπεράσπιση να αποκαλυφθεί ενόρκως και όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών. Η παράθεση λεπτομερειών της υπεράσπισης είναι απαραίτητη για να στηρίξει το βάσιμο της προβολής της (βλ. Χρ. Αυγουστή κ.ά. ν. Γ. Πίριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 5). Λέχθηκε περαιτέρω στην ανωτέρω απόφαση ότι, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα λόγω της φύσεως τους είναι απλά και καθίσταται δυνατό στο Δικαστήριο να μορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα (βλ. Nichimen Corporation v. Catoil Overseas Inc CLA
(1987)2 Lloyds Rep. 46). Ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Η υπεράσπιση των εναγομένων η οποία υποστηρίχθηκε με την αγόρευση του κ. Ευθυμίου, είναι πως η εγγυητική επιστολή εδόθη υπό την αίρεση εκπλήρωσης των όρων της συμφωνίας. Οι πρώτες δύο γραμμές της εγγυητικής, αυτό υποδηλώνουν, υπεστήριξε. Ο κ. Γεωργιάδης απ' την αντίπερα όχθη, αντέκρουσε με παραπομπή σε νομολογία και Τεκμήρια, τη θέση αυτή των εναγομένων. Με επιχειρηματολογία στηριζόμενη σε Αγγλική νομολογία, υπεστήριξε με επάρκεια τη θέση των εναγόντων, υποδεικνύοντας ότι η εγγυητική επιστολή, όπως όλα τα λεγόμενα Banker's Documentary και/ή Commercial Credits και/ή Promissory Notes που εκδίδουν οι τράπεζες, διαθέτουν αυτονομία και ανεξαρτησία από τη συμφωνία στα πλαίσια της οποίας εκδίδονται. Οι εγγυητικές επιστολές, όπως η παρούσα, είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Δύνανται δε όπως και τα αξιόγραφα, να αντιμετωπισθούν σαν χρήματα δοθέντα σε μετρητά. Ο χαρακτηρισμός αυτός, επικροτήθηκε στην απόφαση SOLO INDUSTRIES UK LT ν. CANARA BANK [2001] EWCA CIV 1041 CA, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα στην Safa Case [2000] 2 Lloyd's Rep. 600, όπου υπογραμμίσθηκε πώς "
- The principle that letters of credit must be treated as cash is an important one, and must be maintained.". Η παροχή μίας τέτοιας εγγύησης, εξασφαλίζει τις μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνίες και υποχρεώσεις, βάσει των οποίων εγκαθιδρύεται και εδραιώνεται σχέση εμπιστοσύνης. Γι' αυτό το λόγο, οι εγγυητικές επιστολές διαθέτουν αυτονομία και δεν επηρεάζονται, ανεξάρτητες ούσες από την αρχική συμφωνία, την οποία διασφαλίζουν. Αυτός δε, είναι και ο σκοπός τους. Τάχθηκαν να διασφαλίζουν τις συναλλαγές και την εμπορική πίστη. Οι τράπεζες, αν εξαρτούν την πληρωμή από την επιθυμία των μερών και τις μετέπειτα δηλώσεις των για μη πληρωμή ή επικλήσεις εκείνου που παρέχει την εγγύηση ότι ο, προς όφελος εκείνου στον οποίο εδόθη, παρέβη τη συμφωνία, τότε θα καθίστανται δικαστές ή διαιτητές της διαφοράς. Και δεν είναι αυτός ο ρόλος τους. Εάν πάλι τα Δικαστήρια, υπεισέρχονται στο λόγο άρνησης της τράπεζας να πληρώσει στηριζόμενο σε ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας, τότε θα εισέλθουν σε μία ατέρμονη αναζήτηση λόγων ακύρωσης, εξετάζοντας το έγκυρο ή όχι τερματισμού συμφωνίας η οποία δεν είναι το επίδικο θέμα. Μίας συμφωνίας που οι συνάψαντες αυτήν, δεν επέλεξαν να φέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η νομολογία επί του θέματος, την οποία ο κ. Γεωργιάδης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι σαφέστατη. Ότι δηλαδή, οι εγγυητικές επιστολές διαθέτουν αυτονομία και ανεξαρτησία από τη συμφωνία στα πλαίσια της οποίας εκδίδονται (βλ. R D HARBOTTLE (MERCANTILE) LTD AND ANOTHER v. NATIONAL WESTMINSTER BANK LTD AND OTHERS [1977] 2 All E.R. 862). Η υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος τηρήσει τους όρους και προϋποθέσεις που ετέθησαν με το έγγραφο αυτό. "It has been long established that when a letter of credit is issued and confirmed by a bank, the bank must pay it if the documents are in order and the terms of the credit are satisfied. Any dispute between buyer and seller must be settled between themselves. The bank must honour the credit. .a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposes upon the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute there may be between the parties as to whether the goods are up to contract or not. An elaborate commercial system has been built up on the footing that bankers' confirmed credits are of that character, and, in my judgment, it would be wrong for this court in the present case to interfere with the established practice. It is well established that a letter of credit is independent of the primary contract of sale between the buyer and the seller. The issuing bank agrees to pay upon presentation of documents, not goods. This rule is necessary to preserve the efficiency of the letter of credits as an instrument for the financing of trade". (δέστε EDWARD OWEN ENGINEERING LTD v. BARCLAYS BANK INTERNATIONAL LTD AND ANOTHER [1978] 1 All E.R. 976) Η μόνη περίπτωση κατά την οποία η τράπεζα απαλλάσσεται αυτής της, της υποχρέωσης είναι όταν ο δικαιούχος μετέρχεται δόλο και απάτη. Υπό την προϋπόθεση ότι η απάτη θα πρέπει να προκύπτει καθαρά και φανερά (clean and obvious fraud) και ότι η τράπεζα θα πρέπει εκ των προτέρων να πληροφορείται αυτή και/ή να τυγχάνει γνωστοποίησης της. «.In practice, the bank will be precluded from resisting any demand for payment or any application for summary judgment, if it lacks knowledge or proof of fraud. Subsequent authorities suggest, however, that both the fact, and the bank's knowledge, of fraud are concurrent preconditions to a bank having any right to withhold payment. The evidence of fraud must be clear, both as to the fact of fraud and as to the bank's knowledge. The mere assertion or allegation of fraud would not be sufficient (see Bolivinter Oil SA n Chas Manhattan Bank NA [1984] 1 Lloyd's Rep 251, 257 per Sir John Donaldson MR). We would expect the court to require strong corroborative evidence of the allegation, usually in the form of contemporary documents, particularly those emanating from the buyer.to delay payment under such documents strikes not only at the proper working of international commerce but also at the reputation and standing of the international banking community.A bond is treated as the equivalent of a bill of exchange or a letter of credit." (SOLO INDUSTRIES UK LT ν. CANARA BANK, ανωτέρω) Κάτι βέβαια που στην κρινόμενη περίπτωση δεν ισχύει και ούτε έγινε επίκληση τέτοιου ισχυρισμού από την εναγόμενη. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts - Specific Contracts (26th ed. Σελ. 531 επ.), παρέχεται ο ορισμός των Documentary Credits με αναφορά στους «Ομοιόμορφους κανόνες και συνήθειες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου του 1993», γνωστούς ως "UCP Rules 1993" και τονίζουν τη γενόμενη θεσμοθέτηση την αρχή της αυτονομίας των "Credits" με ειδική οδηγία προς τις τράπεζες υποδεικνύοντας ότι οι τελευταίες, δεν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ή να ασχολούνται με τις διαφορές που προκύπτουν στις συμφωνίες στα πλαίσια των οποίων εκδίδουν τα credits ακόμη και όταν γίνεται αναφορά για τις εν λόγω συμφωνίες. Προνοείται τέλος, ότι οι τράπεζες υποχρεούνται να πληρώνουν αμέσως τα credits που εκδίδουν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη οποιεσδήποτε παραστάσεις ή διαμαρτυρίες ή υπερασπίσεις του αιτητή για έκδοση του credit, αναφορικά με διαφορές που προέκυψαν με το δικαιούχο (beneficiary) στα πλαίσια της συμφωνίας. Η νομική δε ερμηνεία της εγγυητικής επιστολής, όπως αναγράφεται στο λεξικό της σύγχρονης Οικονομίας Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης - αγγλοελληνικό και ελληνοαγγλικό, είναι επίσης σαφής και προσδιοριστική της έννοιας της εγγυητικής επιστολής η οποία δίδεται σαν: «έγγραφη υπόσχεση μίας τράπεζας ότι θα καταβάλει ορισμένο ποσό σε πρώτη ζήτηση του δέκτη της (κατάπτωση εγγυητικής) ανεξάρτητα από το κύρος και την ύπαρξη της βασικής σχέσης (π.χ. πώληση) που προκάλεσε την έκδοση της». Στην κρινόμενη περίπτωση, το κείμενο της εγγυητικής επιστολής είναι σαφέστατο και δεν επιδέχεται διαφορετική ερμηνεία. Με επιτακτικό και σαφή τρόπο, η ΣΠΕ ΠΕΓΕΙΑΣ αναλαμβάνει, αμέσως μόλις τούτο ζητηθεί από την ενάγουσα, να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό χωρίς καμία επικοινωνία ή αναφορά προς την Pink Camel Limited και παρά την οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή άσχετα με την οποιαδήποτε διαμαρτυρία εκ μέρους της ανωτέρω εταιρείας. "We hereby undertake to hold at your disposal the sum of up to CY 108384.00 (Cyprus pounds A hundred eight thousands and Thee hundred and eighty - four only), free of interest, which amount shall pay to you without any reference to and in spite of any contestation by the said." Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν δύνανται και δεν δικαιούνται να επικαλούνται οδηγίες των Pink Camel Limited για μη πληρωμή. Ούτε οι Pink Camel Limited έχουν δικαίωμα να δίδουν εντολές αλλά ούτε οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να τις υπακούσουν. Πολύ περισσότερο, δεν έχουν δικαίωμα να αρνηθούν την πληρωμή της εγγυητικής προς τους δικαιούχους. Ο προταθείς ισχυρισμός από τον κ. Ευθυμίου, ότι η πληρωμή τελούσε υπό την αίρεση της τήρησης της συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και Pink Camel Limited και ότι αυτό προκύπτει από τις πρώτες δύο γραμμές της εγγυητικής επιστολής, δεν ευσταθεί. Πέραν των ανωτέρω λεχθέντων για το νομικό μέρος της υποχρέωσης, πρέπει να λεχθεί ότι η εγγυητική περιέχει επιτακτικά την ανάγκη πληρωμής και ουδόλως το νόημα των γραμμών που επικαλείται ο συνήγορος είναι το αποδιδόμενο. Καταγράφεται στις επίμαχες φράσεις: "With reference to and in consideration of your agreement with Pink Camel Ltd (contract and terms are included), and at the request of Pink Camel Ltd, we hereby.". Η αναφορά, στο μεταξύ των διαδίκων συμβόλαιο, γίνεται διότι αυτό προέβλεπε την παροχή εγγυητικής επιστολής και την εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Pink Camel Ltd που πήγαζαν από αυτό, σκόπευε να εξασφαλίσει η εγγυητική. Το ποσό δε των £108.384,00:- ήταν ισάξιο με την αμοιβή των εναγόντων για δίμηνη προσφορά υπηρεσιών διαφήμισης. Οι ενάγοντες έχουν επίσης συμμορφωθεί με τους όρους της εγγυητικής. Ζήτησαν με επιστολή τους (Τεκμήριο 3) συνοδευόμενη από το πρωτότυπο της εγγυητικής, την πληρωμή της. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγομένους. Οι τελευταίοι υπερασπίζονται από τον ίδιο δικηγόρο που παρουσιάζεται και σαν δικηγόρος της Pink Camel Limited. Αυτό το γεγονός έγινε αιτία και αντικείμενο σχολίου από το συνήγορο των εναγόντων, ο οποίος το χαρακτήρισε σαν αδικαιολόγητη ανάμιξη των εναγομένων στις διαφορές των εναγόντων μετά της Pink Camel Ltd και στοχευμένη προσπάθεια των εναγομένων για καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το γεγονός της εκπροσώπησης των εναγομένων και Pink Camel Ltd από τον ίδιο δικηγόρο, είναι μεν δικαίωμα στην επιλογή δικηγόρου της εκλογής των διαδίκων, αποτελεί δε πρόκληση εύλογα απορίας για την αντικειμενικότητα των καθ' ων στην εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους. Είναι επομένως αναπόδραστο συμπέρασμα, ότι οι εναγόμενοι 1 απέτυχαν να αποδείξουν καλή υπεράσπιση, ικανή να τους επιτρέψει να υπερασπισθούν και οδηγηθούν σε ακρόαση. Δεν ισχύει το ίδιο για τον εναγόμενο
- Ενάγεται υπό την ιδιότητα του διευθυντή της εναγόμενης
- Ο ίδιος ισχυρίζεται ενόρκως ότι είναι γραμματέας της ΣΠΕ ΠΕΓΕΙΑΣ. Ό,τι έπραξε, το έκανε υπό την ιδιότητα του αυτή. Δεν ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Σύμφωνα με το Δίκαιο των Εταιρειών, η εταιρεία αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα, ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντές της (βλ. Salomon v. Salomon [1897] A.C.22, Bank of Cyprus (Holdings) v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 1883, Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Δεν μπορεί η οποιαδήποτε ευθύνη του νομικού προσώπου να μεταπηδήσει ή να συμπαρασύρει τον διευθυντή ή γραμματέα της. Εξάλλου, όπως διαπιστώνεται από την Έκθεση Απαίτησης, δεν αποδίδεται στον εναγόμενο 2 προσωπική ευθύνη. Ούτε ανέλαβε καθ' οιονδήποτε τρόπο ή χρόνο, οποιαδήποτε ευθύνη πληρωμής ή εγγύησης των υποχρεώσεων των εναγομένων
- Όπως φαίνεται δε από την εγγυητική επιστολή (Τεκμήριο 2) την υπέγραψε σαν διευθυντής των εναγομένων 1 για τους εναγόμενους
- Όπως ελέχθηκε στην Salomon (ανωτέρω), οι διευθυντές και αξιωματούχοι νομικού προσώπου αποτελούν το μυαλό και τα χέρια του νομικού προσώπου, μέσω των οποίων ενεργεί, εκτελεί τα καθήκοντα του και γενικά διεκπεραιώνει τις εργασίες του. Για το λόγο τούτο, στον εναγόμενο 2 θα επιτραπεί να υπερασπισθεί στην αγωγή. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και εναντίον των εναγομένων 1 για ποσό £108.384,00 με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αίτηση εναντίον του εναγομένου 2, απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 2 να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός δέκα ημερών. (Υπ.)............... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο