Κώστα Συμεού ν. Sabah R Sadic, Αρ. Αγωγής: 2119/03, 28 Φεβρουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2119/03 Μεταξύ: Κώστα Συμεού, από την Πάφο Ενάγοντα και Sabah R. Sadic, από την Αγγλία Εναγομένου ------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Γεωργιάδης με κ. Α. Π"Χαραλάμπους (την υπόθεση χειρίσθηκε ο κ. Α. Π"Χαραλάμπους) Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Καλαβάς --------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δυσφήμηση και/ή επιζήμια ψευδολογία που περιέχεται σε επιστολή ημερ. 13.8.2002 που συνέταξε ο Εναγόμενος και την οποία απηύθυνε στον Υπουργό Υγείας με κοινοποίηση στον Δρ. Μικελλίδη, ψυχίατρο από τη Λευκωσία, στο Δρ. Royer ιατρό από την Πάφο, στον επικεφαλής του ΤΑΕ Πάφου, στον Δρ. Βασιλείου Πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Κύπρου, στο Γ. Χ"Νεοφύτου και στη Πόπη Αθηνοδώρου Μάντη, δικηγόρους από την Πάφο. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ο οποίος είναι ιατρός και ασκεί το επάγγελμα του στην Πάφο ότι τα όσα περιέχονται στην επιστολή είναι δυσφημιστικά για το πρόσωπο του και ότι από το περιεχόμενο της βλάφθηκε το καλό του όνομα, η φήμη του και η τιμή του. Ο Εναγόμενος από την πλευρά του προβάλλει με την υπεράσπιση του προδικαστική ένσταση γιατί όπως ισχυρίζεται δεν αποκαλύπτεται εναντίον του αιτία αγωγής και δεν προβάλλεται ισχυρισμός για πρόκληση σε αυτόν ειδικής ζημιάς. Χωρίς βλάβη της προδικαστικής του ένστασης ισχυρίζεται ότι τα όσα αναφέρονται στην επίδικη επιστολή είναι αληθή και αποτελούν έντιμο σχόλιο και ότι η δημοσίευση είναι προνομιούχα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι εισήγηση του ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Προς απόδειξη της υπόθεσης του κατάθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, η Ρούθ Χ"Ιωάννου, ο Γεώργιος Χ"Νεοφύτου και η Δρ. Χαρίτου ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσε εκτός από τον Εναγόμενο και η Fleur Sadic και ο Δρ. Χρίστος Θεοφανίδης. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)
(1)Α, Α.Α.Δ. 454, Theomaria Estates v. Mason Πολ. Έφεση 11684 ημερ. 14.2.2005 αλλά και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του. Τόσο ο Ενάγοντας όσο και όλοι οι μάρτυρες του μου έκαμαν καλή εντύπωση σαν μάρτυρες της αλήθειας. Αυτοί κατάθεσαν στο Δικαστήριο με σταθερότητα, σοβαρότητα και συνέπεια, χωρίς τίποτε στη μαρτυρία τους να καταδεικνύει οποιαδήποτε προσπάθεια για αλλοίωση της αλήθειας. Πρώτος κατάθεσε ο Ενάγοντας ο οποίος είναι ειδικός παθολόγος που ασκεί την ιατρική στην Πάφο έχοντας αρκετά ευρύ κύκλο εργασιών. Διετέλεσε μεταξύ άλλων μέλος του ιατρικού συλλόγου της Πάφου καθώς και του Παγκύπριου ιατρικού συλλόγου. Περιγράφοντας τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύνταξης της επίδικης επιστολής, είπε ότι στις 4.6.2002 η Δρ. Χαρίτου παρέπεμψε στη κλινική Κυανούς Σταυρός στην οποία ο Ενάγοντας είναι μέτοχος την Ra Missinoma που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η οικιακή βοηθός της συζύγου του Εναγομένου. Από τη κλινική εικόνα της ασθενούς ήταν φανερό ότι αυτή παρουσίαζε οξεία ασθματική κρίση γι' αυτό υποβλήθηκε σε πολύ βασικές εργαστηριακές εξετάσεις και στη συνέχεια στην ενδεδειγμένη για την περίπτωση της θεραπεία την οποία εξήγησε. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της ασθενούς στη κλινική στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 8.6.2002 ο Εναγόμενος του τηλεφώνησε από την Αγγλία. Παρόλο που ο ίδιος του εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης της αυτός επέμενε ότι ήταν αχρείαστο να κρατηθεί για νοσηλεία στη κλινική. Αρκετό καιρό αργότερα και επειδή το τιμολόγιο που στο μεταξύ είχε εκδοθεί από τη κλινική για τα έξοδα νοσηλείας της ασθενούς παρέμενε απλήρωτο, τηλεφώνησε στο σπίτι του Εναγομένου για να διαπιστώσει κατά πόσο αυτό είχε παραληφθεί. Ο Εναγόμενος τον αντιμετώπισε με πολύ άσχημο και αρνητικό τρόπο και τον κατηγόρησε ότι η νοσηλεία που παρέσχε στην ασθενή ήταν αχρείαστη και ο λογαριασμός υπέρογκος. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας απέρριψε και τους δύο αυτούς ισχυρισμούς του Εναγομένου. Επέμενε στη θέση ότι όταν η ασθενής εισήχθηκε στη κλινική ήταν σε πολύ σοβαρή κατάσταση αφού είχε υποστεί οξεία ασθματική κρίση και γι' αυτό χρειαζόταν οπωσδήποτε την περίθαλψη που της έγινε. Απόλυτος ήταν επίσης στη θέση ότι η ασθενής ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να εξέλθει της κλινικής. Απέρριψε επίσης τη θέση του Εναγομένου για υπερβολική χρέωση λέγοντας ότι αν η χρέωση γινόταν με κανονικές τιμές θα ήταν μεγαλύτερη κατά 50% και συγκεκριμένα θα ανερχόταν στο ποσό των £1.196.00.- Ο ίδιος χρέωσε σαν δική του αμοιβή £180.00.- ποσό που δεν ήταν καθόλου υπερβολικό. Παρουσίασε την επίδικη επιστολή ημερ. 13.8.2002 που συνέταξε ο Εναγόμενος στην Αγγλική γλώσσα καθώς και μετάφραση της στα Ελληνικά (Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα). Όπως είχε πληροφορηθεί από τον Δρ. Βασιλείου Πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Κύπρου η επιστολή αυτή παραλήφθηκε από τον ίδιο και τον Υπουργό Υγείας. Στη συνέχεια ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος διόρισε σαν ερευνώντα λειτουργό τον Δρ. Σιδερά ο οποίος μετά τη διερεύνηση όλων των σε βάρος του καταγγελιών τις απέρριψε και γι' αυτό δεν υπήρξε παραπομπή στην αρμόδια πειθαρχική επιτροπή. Όπως αναφέρεται πιο πάνω ο Ενάγοντας μου έκαμε καλή εντύπωση. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο Δικαστήριο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με άμεσο και θετικό τρόπο χωρίς υπερβολές και χωρίς καθόλου να διστάζει, να σκέφτεται και να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Για το λόγο αυτό οι όποιες μικροαντιφάσεις υπάρχουν στη μαρτυρία του δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Εξέθεσε τα γεγονότα με θετικότητα χωρίς να προσπαθήσει να αποφύγει να αναφέρει κάποια από αυτά που πιθανόν να επηρέαζαν την υπόθεση του ή να αλλοίωναν τη θετική εικόνα για το πρόσωπο του. Δύο τέτοιες περιπτώσεις ήταν όταν δεν αρνήθηκε ότι κατήγγειλε την υπόθεση στο ΤΑΕ Πάφου και όταν δέχθηκε ότι συνομιλώντας με τον Δρ. Royer, του είπε ότι θα μπορούσε να ζητήσει απέλαση της Missinoma κάτι όμως το οποίο επέμενε ότι τελικά δεν έκαμε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός από το μέρος αυτής σε σχέση με το θέμα της υποχρέωσης πληρωμής του τιμολογίου από τον Εναγόμενο. Και αυτό γιατί τα όσα αναφέρθηκαν για το θέμα είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Δεν μπορώ περαιτέρω να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε τόσο ο Ενάγοντας όσο και η πλευρά του Εναγομένου και αφορά δηλώσεις του Δρ. και της κυρίας Royer. Αδιαμφισβήτητα η εξ' ακοής μαρτυρία μετά τη τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου με το Ν.32
(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Νόμου κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο. Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι τέτοιες που δεν μου επιτρέπουν να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην πιο πάνω προσκομισθείσα μαρτυρία. Και αυτό γιατί εκτός του ότι μέρος της μαρτυρίας αυτής ήταν άσχετο με τα επίδικα θέματα, το μέρος εκείνο που ήταν σχετικό δεν θα ληφθεί υπόψη γιατί τα πρόσωπα αυτά δεν κλήθηκαν σαν μάρτυρες στη διαδικασία χωρίς καμία ικανοποιητική εξήγηση να δοθεί για την παράλειψη αυτή. Σαν αποτέλεσμα το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει, να κρίνει και να αξιολογήσει τη μαρτυρία των προσώπων αυτών, την οποία ο καθένας από τους διαδίκους προσπάθησε να παρουσιάσει με τρόπο που θα ωφελούσε την υπόθεση του. Οι δηλώσεις που χρησιμοποιήθηκαν από το καθένα από τους διαδίκους δεν θα ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να αξιολογηθούν και εκτιμηθούν ορθά από το Δικαστήριο για να τους αποδοθεί στη συνέχεια η αρμόζουσα βαρύτητα. Ο Ενάγοντας προσήγαγε επίσης εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με δήλωση του Δρ. Βασιλείου Προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου ο οποίος του ανάφερε ότι η επίδικη επιστολή παραλήφθηκε από τον ίδιο και τον Υπουργό Υγείας. Το μέρος τούτο της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό λαμβανομένης υπόψη της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα και του ότι πρόκειται για πρώτου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία. Άλλωστε το γεγονός της παραλαβής της επιστολής τουλάχιστο από τον Πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Κύπρου επιβεβαιώνεται και από το διορισμό ερευνώντα λειτουργού. Η Μ.Ε. 2 Ρούθ Χ"Ιωάννου, δικηγόρος η οποία προηγουμένως εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Ενάγοντα μου έκαμε επίσης καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αυτή περιορίσθηκε στη κατάθεση σαν τεκμηρίων διάφορων επιστολών που ανταλλάγησαν σε σχέση με την υπόθεση καθώς και αποδείξεις παραλαβής επιστολών που στάλησαν στον Εναγόμενο με τηλεομοιότυπο. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν η ίδια έστειλε μέσω του τηλεομοιότυπου τις επιστολές, ήταν όμως βέβαιη ότι πάντοτε ήλεγχε την αποστολή τους. Ο Γεώργιος Χ"Νεοφύτου κατάθεσε σαν Μ.Ε.
- Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού πέραν του ότι αυτός κατάθεσε με θετικό τρόπο, τα όσα ανάφερε δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Εναγομένου και καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης. Είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε σαν δικηγόρος του Εναγομένου για μια διαφορά που είχε ο τελευταίος με κάποια κλινική και αναφορικά με κάποια χρέωση. Κατά το χρόνο εκείνο παρέλαβε την επίδικη επιστολή. Στη συνέχεια σταμάτησε να ενεργεί σαν δικηγόρος του Εναγομένου λόγω των προσωπικών σχέσεων που διατηρούσε με κάποιο από τους συνεταίρους στη κλινική. Η σοβαρότητα της κατάστασης της ασθενούς κατά το χρόνο εισαγωγής της στη κλινική επιβεβαιώθηκε από τη Δρ. Χαρίτου (Μ.Ε. 4) η οποία είναι γενικός γιατρός που ασκεί την ιατρική από το
- Γνωρίζει τον Ενάγοντα ο οποίος έχει καλή φήμη σαν γιατρός και συνεργάζεται μαζί του. Παλαιότερα είχε εργασθεί μαζί του ενώ σήμερα συνεχίζουν να έχουν συνεργασία και η ίδια του αποστέλλει στη κλινική ασθενείς για περίθαλψη. Στις 4.6.2002 το πρωί εξέτασε τη Missinoma η οποία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρό ασθματικό επεισόδιο. Η ασθενής δεν μπορούσε να μιλήσει και εκ μέρους της μιλούσαν δύο πρόσωπα που την συνόδευαν, ο γιός της ασθενούς και η κα Royer. Αυτοί της εξήγησαν ότι η ασθενής είχε και παλαιότερα ένα παρόμοιο επεισόδιο και σε άλλες περιπτώσεις δύσπνοια. Διαπιστώνοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης της εξήγησε στα πρόσωπα αυτά ότι η ασθενής θα έπρεπε να εισαχθεί σε κλινική. Επειδή όμως ο εργοδότης της απουσίαζε στο εξωτερικό αποφάσισε πρώτα να προσπαθήσει να τη θεραπεύσει σαν εξωτερικό ασθενή με τη χορήγηση φαρμάκων. Παρά τη φαρμακευτική αγωγή και μέχρι το απόγευμα που της τηλεφώνησε η κα Royer η κατάσταση της δεν βελτιώθηκε με αποτέλεσμα η νοσηλεία της σε κλινική να καταστεί αναγκαία. Πριν την εισαγωγή της στη κλινική επικοινώνησε με τον Ενάγοντα στον οποίο και εξήγησε τη κατάσταση της. Την επόμενη μέρα επισκέφθηκε τη Missinoma στη κλινική. Από όσα της ανάφερε ο Ενάγοντας αλλά και οι νοσοκόμες, η ασθενής ήταν πολύ άσχημα το προηγούμενο βράδυ, είχε πολλή δύσπνοια και χρειάσθηκε να λάβει πολλά φάρμακα. Σίγουρα η κατάσταση της ήταν τέτοια που δεν ήταν επιτρεπτό να εξέλθει από τη κλινική. Όταν την ξαναεπισκέφθηκε τη μεθεπόμενη μέρα, στις 6 δηλαδή του μήνα και παρά το ότι η κατάσταση της παρουσίασε βελτίωση, εξακολουθούσε να έχει πρόβλημα με την αναπνοή της και γι' αυτό εξακολουθούσε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Εξέφρασε την άποψη ότι η ασθενής έπρεπε να παραμείνει στη κλινική και να της χορηγηθεί η δόση των φαρμάκων που έλαβε. Αναφερόμενη στη χρέωση που αφορά τα έξοδα νοσηλείας και περίθαλψης της ασθενούς είπε ότι είναι ίδια με αυτή που χρεώνουν όλες οι κλινικές. Η γιατρός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με φυσικότητα, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς καμιά προσπάθεια να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διάδικους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της εκτός από το μέρος εκείνο που αφορά την ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής του τιμολογίου που εκδόθηκε από τη κλινική Κυανούς Σταυρός για την περίθαλψη της ασθενούς. Παρά τη καλή εντύπωση που σχημάτισα για τη μάρτυρα το μέρος αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί αφορά θέματα άσχετα από τα επίδικα στην παρούσα αγωγή. Η Μ.Υ. 1 Fleur Sadic και ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν μου έκαμαν καλή εντύπωση σαν μάρτυρες της αλήθειας και δεν με έπεισαν για την αλήθεια της εκδοχής τους. Η όλη στάση και συμπεριφορά τους, το ύφος και ο τρόπος που κατέθεσαν ήταν τέτοια που μου δημιούργησαν την εντύπωση ότι δεν ήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν την αλήθεια αλλά μόνο για να παρουσιάσουν μια κατασκευασμένη ιστορία έτσι ώστε να αποφύγουν τυχόν ευθύνη του Εναγομένου που προέκυπτε από την επίδικη επιστολή. Η Μ.Υ. 1 προσπάθησε να παρουσιάσει τον Ενάγοντα σαν ένα αλαζονικό άτομο ο οποίος της συμπεριφέρθηκε με πολύ απότομο τρόπο. Ανάφερε ότι ενώ ο Ενάγοντας της είπε ότι η Missinoma έχει υποστεί πολύ άσχημη ασθματική κρίση και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να παραμείνει στη κλινική για αρκετό καιρό, η ίδια η Missinoma με την οποία μίλησε στο τηλέφωνο αμέσως μετά της είπε ότι ήταν καλά, βαρέθηκε στη κλινική και ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι. Εκτός του ότι η θέση αυτή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα και της Μ.Ε. 4 που έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο, δεν αντικατοπτρίζεται στα όσα πραγματικά έγιναν αφού η πραγματική διάρκεια παραμονής της ασθενούς στη κλινική διήρκησε μόνο λίγες μέρες. Την άσχημη εικόνα που ήθελε να δώσει για τον Ενάγοντα προσπάθησε να την ενισχύσει λέγοντας ότι σύμφωνα με τα όσα ο σύζυγος της της ανάφερε, ο Ενάγοντας τον απείλησε ότι θα φρόντιζε για την απέλαση της Missinoma. Όχι μόνο ο Ενάγοντας αλλά και κάποιος αστυνομικός που της τηλεφώνησε αργότερα την ίδια μέρα την συμβούλευσε ότι θα πρέπει να τα «βρουν» με τον Ενάγοντα διαφορετικά την απείλησε ότι η ζωή της θα είναι πολύ δύσκολη. Μετά από αυτό η ίδια τηλεφώνησε στην αστυνομία Πάφου όπου ο άνθρωπος που της είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως απάντησε το τηλέφωνο. Όταν του είπε ότι αυτό που έκαμε, δηλαδή το τηλεφώνημα, δεν ήταν της αρμοδιότητας του αυτός της ζήτησε συγνώμη και στη συνέχεια της τηλεφώνησε ο «αρχηγός» του ΤΑΕ Πάφου ο οποίος και της απολογήθηκε. Όπως προανάφερα η μάρτυρας δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας της. Ο τρόπος και το ύφος που απαντούσε και η αμηχανία της που ήταν έκδηλη σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης της δεν μου αφήνουν καμιά απολύτως αμφιβολία ότι δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο τα αληθή γεγονότα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι χαρακτηριστικό της ταραχής που την διακατείχε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της ήταν ότι σε κάποιες στιγμές έτρεμε η φωνή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της. Ο Εναγόμενος μου έκαμε πολύ φτωχή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Παρά το ότι με αρκετή επιμονή και σταθερότητα μπορώ να πω, προέβαλε τη δική του εκδοχή καθόλου δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια των όσων ανάφερε. Δίδοντας την ένορκο μαρτυρία του απαντούσε με τρόπο υπεροπτικό, απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και καθυστερούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σκεπτόμενος την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Επέμενε ότι η οικιακή βοηθός της συζύγου του υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα σε αχρείαστη θεραπεία, ότι της δόθηκε υπερβολική χρήση φαρμάκων και ιδιαίτερα κορτιζόνης και ότι νοσηλεύθηκε στη κλινική χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο, βασιζόμενος αποκλειστικά σε άλλα προηγούμενα περιστατικά που της είχαν συμβεί. Ήταν απόλυτος για τα πιο πάνω παρόλο που δεν ήταν παρών την ώρα που η Missinoma υπέστη την ασθματική κρίση και δεν την εξέτασε. Καθόλου δεν φάνηκε να τον προβληματίζει η γνώμη και η άποψη της Δρ. Χαρίτου που πρώτη εξέτασε τη Missinoma και διαπίστωσε τη σοβαρότητα της κατάστασης της αλλά και του Ενάγοντα ο οποίος περιέθαλψε την ασθενή. Δεν μπορώ να δεχθώ τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο επέμενε στις πιο πάνω θέσεις του, αγνοώντας παντελώς με τρόπο μάλιστα εγωϊστικό και υπεροπτικό την άποψη των θεραπόντων γιατρών που είδαν και εξέτασαν την ασθενή την ώρα της ασθματικής κρίσης. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ ότι ο ίδιος, ευρισκόμενος χιλιάδες μίλια μακριά και χωρίς να δει την ασθενή, μπορούσε να έχει ορθότερη άποψη από τους γιατρούς που την εξέτασαν, άποψη μάλιστα την οποία προέβαλε με απόλυτη βεβαιότητα και χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη. Θέλησε να παρουσιάσει πιο ειδικό τον εαυτό του από τους γιατρούς αυτούς που ήταν ο ένας ειδικός παθολόγος και η άλλη γενική ιατρός αντίθετα από τον ίδιο ο οποίος ασκεί ψυχιατρική. Και αυτό γιατί ενημερώνεται όπως είπε από το «περιοδικό της ιατρικής της Βρεττανίας» και γιατί συχνά λαμβάνει μέρος σε σεμινάρια για το άσθμα. Παρά τα πιο πάνω δέχθηκε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν παρείχε θεραπεία για το άσθμα σε κανένα άλλο πρόσωπο εκτός από τη Missinoma. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν υπερβολικός όπως στην περίπτωση εκείνη που ισχυρίσθηκε ότι αναγκάσθηκε να χορηγήσει στη σύζυγο του αντικαταθλιπτική θεραπεία λόγω της αγχώδους κατάστασης στην οποία αυτή περιήλθε μετά από όλα όσα συνέβησαν. Στις πλείστες ερωτήσεις δεν απαντούσε ευθέως αλλά μετά από σκέψη και με γενικόλογο και αόριστο τρόπο εκτρέποντας την απάντηση προς άλλες κατευθύνσεις. Σε κάποιο σημείο η μαρτυρία του διαφέρει από τη μαρτυρία του Γ. Χ"Νεοφύτου, Μ.Ε. 3, ο οποίος ούτε καν αντεξετάσθηκε από την πλευρά του Εναγομένου. Συγκεκριμένα ενώ ο Γ. Χ"Νεοφύτου ανάφερε ότι ο λόγος που δεν ανάλαβε τη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν γιατί είχε προσωπική σχέση με κάποιον από τους συνεταίρους της κλινικής, με την οποία ο Εναγόμενος είχε διαφορά για μια χρέωση ο Εναγόμενος είπε ότι ο λόγος που δεν την ανέλαβε ήταν γιατί ήταν απασχολημένος και πιθανό να ήταν και μάρτυρας στην υπόθεση. Παρά το ότι επανειλημμένα δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τις χρεώσεις που γίνονται στη Κύπρο καθότι ασκεί την ιατρική στο εξωτερικό, με επιμονή και τρόπο πεισματώδη επέμενε ότι οι χρεώσεις που έγιναν από τη κλινική ήταν υπερβολικές βασιζόμενος μόνο στα όσα άλλος του ανάφερε. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε καταδείκνυαν ότι στόχος και πρόθεση του ήταν να πείσει για την ορθότητα των ισχυρισμών του και όχι για να πει την αλήθεια. Όταν απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χαμογελούσε ειρωνικά. Έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με τη νομολογία ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου, απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω εκτός μόνο από το σημείο στο οποίο δέχθηκε ότι απέστειλε την επίδικη επιστολή ημερ. 13.8.2002 το οποίο και αποδέχομαι. Όπως και στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε αναφορικά με τις δηλώσεις των Δρ. και κας Royer στην οποία δεν προσδίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ούτε στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήχθηκε και αφορά δηλώσεις του Δρ. Γ. Μικελλίδη θα προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Και αυτό γιατί εκτός του ότι το σύνολο σχεδόν της μαρτυρίας του Εναγομένου απορρίφθηκε σαν αναξιόπιστη, κανένας ιδιαίτερος λόγος δεν φαίνεται να συνέτρεχε για τη μη κλήτευση του προσώπου αυτό στο Δικαστήριο. Ο Μ.Υ. 3 Δρ. Χρίστος Θεοφανίδης κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με τρόπο σταθερό και αντικειμενικό που δείκνυε επαγγελματισμό και άνθρωπο φιλαλήθη. Ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν έδειχνε την επιθυμία του να καταθέσει την αλήθεια, χωρίς πρόθεση να αλλοιώσει τη μαρτυρία του προς όφελος του διαδίκου ο οποίος τον κάλεσε σαν μάρτυρα. Δέχθηκε ότι ο Ενάγοντας είναι γιατρός πολύ καλά γνωστός σε ολόκληρη τη Κύπρο και ότι αρμόδιος γιατρός για να αποφασίζει ποια είναι τα ενδεδειγμένα φάρμακα που πρέπει να λάβει κάποιος ασθενής είναι ο θεράπων ιατρός. Δεν δίστασε να δεχθεί ότι είναι όχι μόνο αδιανόητο αλλά και επικίνδυνο κάποιο τρίτο πρόσωπο, εννοώντας και πάλι γιατρό να αποφασίσει τη φαρμακευτική αγωγή που θα πρέπει να χορηγηθεί σε κάποιο ασθενή που δεν είναι δικός του και του οποίου προφανώς δεν γνωρίζει την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι τα φάρμακα που εμφαίνονται καταγραμμένα στο Τεκμήριο 3Β είναι οι ενδεδειγμένες ομάδες φαρμάκων για αντιμετώπιση περιπτώσεων άσθματος. Είπε ότι η ποσότητα που φαίνεται να χορηγήθηκε στην ασθενή θα ήταν υπερβολική για την αντιμετώπιση ενός απλού περιστατικού, όμως επειδή δεν ήξερε τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου περιστατικού, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσον αυτή ήταν η ενδεδειγμένη δοσολογία για τη θεραπεία της ασθενούς. Αναφερόμενος στις αναλύσεις που έγιναν σε αυτή είπε ότι είναι γενικές και συνήθεις αναλύσεις που γίνονται για κάθε περιστατικό που εισάγεται για περίθαλψη σε κλινική ή νοσοκομείο, ενώ πρόσθεσε περαιτέρω ότι στο Τεκμήριο 3Β δεν εμφαίνονται κάποιες άλλες εξειδικευμένες αναλύσεις σε σχέση με την ύπαρξη οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα στον οργανισμό οι οποίες είναι κατά την άποψη του απαραίτητες για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Τέλος βλέποντας το τιμολόγιο της κλινικής Τεκμήριο 3Β χαρακτήρισε τη χρέωση λογική. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του Μ.Υ. 3 ήταν τέτοια που με έπεισαν ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Κατά το στάδιο αυτό ο κ. Καλαβάς καθόλου δεν επιχειρηματολόγησε επί της προδικαστικής του ένστασης, γι' αυτό και θεωρείται ότι την εγκατέλειψε. Εν πάση περιπτώσει η γραπτή δυσφήμηση είναι από τα αστικά αδικήματα για τα οποία ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημίωση άσχετα με το αν έχει αποδείξει ή όχι πραγματική ζημιά. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 4.6.2002 η Ra Missinoma εισήχθη στη κλινική «Κυανούς Σταυρός» με οξεία ασθματική κρίση. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας της, η κράτηση της στη κλινική ήταν επιβεβλημένη. Παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι τις 8.6.2002 και της παρασχέθηκε η αναγκαία για αντιμετώπιση της κατάστασης της θεραπεία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη κλινική, η Missinoma ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία να εξέλθει και η χρέωση που έγινε ήταν λογική. Ο Εναγόμενος συνέταξε την επιστολή ημερομηνίας 13.8.2002 και την απέστειλε στον Υπουργό Υγείας, με κοινοποίηση στους Δρ. Μικελλίδη, στο Δρ. Royer, στον επικεφαλής του Τ.Α.Ε. Πάφου, στον Δρ. Βασιλείου Πρόεδρο του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου Κύπρου, στον Γ. Χ"Νεοφύτου και στην Πόπη Αθηνοδώρου Μάντη. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ορίζεται στα άρθρα 17 μέχρι 24 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Για να πετύχει μια αγωγή για δυσφήμιση ο Ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, ότι αναφέρεται στον Ενάγοντα και ότι έγινε η δημοσίευση. Το ερώτημα κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, δεν εξαρτάται από την πρόθεση του Εναγομένου αλλά αποτελεί θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τη φυσική ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν από ορθά και λογικά σκεπτόμενους ανθρώπους. Tο κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό και η έννοια και η σημασία ενός δημοσιεύματος κρίνονται ανάλογα με το χρόνο, τόπο και τις περιστάσεις που έγινε (βλ. Ρένος Σταυράκης v. Κίκη Κοντεάτη,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1957. Αρέστης Χαραλάμπους v. Γεωργίου Βασιλείου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1395). Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στην επίδικη επιστολή, καταλογίζεται στον Ενάγοντα μια ανάρμοστη και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά και "ετσιθελική" στάση που δεν αρμόζει σε ένα επιστήμονα. Μερικές χαρακτηριστικές λέξεις και φράσεις από τις οποίες προκύπτουν τα πιο πάνω στοιχεία είναι ".επέμενε να την εισάξει. παρά το προηγούμενο ιστορικό και τη ταχεία ανταπόκριση στη θεραπεία εξωτερικού ασθενή". ".επέμενε να τη κρατά. παρόλη της την επιθυμία να φύγει επειδή αισθανόταν πολύ καλά". Του αποδίδεται περαιτέρω αυταρχική και απειλητική συμπεριφορά η οποία προκύπτει από φράσεις όπως "είσαι υπεύθυνος και αν δεν πληρώσεις θα πιάσω την αστυνομία να απελάσει τη βοηθό αμέσως", "έκαμε εκφοβιστικό και απειλητικό τηλεφώνημα στον Δρ. C. J. Royer", ".από τον επανειλημμένο εκφοβισμό και ενόχληση του Δρ. Συμεού". Ρητά περαιτέρω καταγράφονται στην επιστολή «η πτωχή κλινική ικανότητα» και η «αντιδεοντολογική» συμπεριφορά (του Ενάγοντα) μέσω εκφοβισμού απειλών και προσβολών καθώς και «παραπλάνησης» της αστυνομίας. Έχοντας εξετάσει το σύνολο του περιεχομένου της επίδικης επιστολής (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. v. Ανδρέα Βασιλείου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 683 κρίνεται ότι αυτό όπως προκύπτει από τη φυσική του έννοια και με βάση τη λογική του μέσου λογικού ατόμου είναι δυσφημιστικό για το πρόσωπο του Ενάγοντα. Αναφορικά με το δεύτερο στοιχείο, κατά πόσο δηλαδή το δημοσίευμα αναφέρεται στον Ενάγοντα δεν εγείρεται τέτοιο θέμα αφού στη δημοσίευση γίνεται σε αυτόν ονομαστική αναφορά (βλ. "Αλήθεια" Λτδ v. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550). Σε σχέση με το τρίτο στοιχείο και σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου είναι αρκετό το δημοσίευμα να περιέλθει σε γνώση ενός τουλάχιστο προσώπου άλλου από αυτού που δυσφημείται. Σύμφωνα με το άρθρο 18
(2)του Νόμου η «αποστολή ανοικτής επιστολής ή ταχυδρομικού δελταρίου αποτελεί δημοσίευση». Σε μια τέτοια περίπτωση και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις», τεύχος Α, σ. 65, όταν μια επιστολή ταχυδρομείται, το βάρος απόδειξης για το αντίθετο μετατίθεται στον Εναγόμενο. Στην υπόθεση Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, αποφασίσθηκε ότι επιστολή που έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, τεκμαίρεται ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, την επιστολή παρέλαβαν ο Γ. Χ"Νεοφύτου, ο Δρ. Βασιλείου Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Κύπρου και ο Υπουργός Υγείας. Σε σχέση με τα υπόλοιπα πρόσωπα στα οποία αυτή κοινοποιήθηκε δεν δόθηκε καμία μαρτυρία κατά πόσο αυτή παραλήφθηκε ή όχι. Η μόνη σχετική επί του θέματος μαρτυρία είναι αυτή του Εναγομένου ο οποίος δέχθηκε ότι την απέστειλε χωρίς να διευκρινισθεί ο τρόπος της αποστολής της. Στην «Απόδειξη» του Γ.Π. Κακογιάννη στη σ. 50 §4-13 κάτω από το τίτλο «Τεκμήρια που εγείρονται από ορισμένα γεγονότα» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα τεκμήρια αυτά βασίζονται στη θεωρία ότι το τεκμαιρόμενο γεγονός υπάρχει ως φυσική συνέπεια των βασικών γεγονότων που έχουν ήδη αποδειχτεί με άμεση μαρτυρία. Τα τεκμήρια τούτα, από τη φύση τους κάποτε αποκαλούνται και σαν αποδεχτά συμπεράσματα. Επίσης, κάποτε συγχύζονται με τον όρο "εκ πρώτης όψεως" (PRIMA FACIE) υπόθεση. Όμως, τα τεκμήρια διαφέρουν απ' αυτά τα δύο γιατί στην περίπτωση των τεκμηρίων η απόδειξη των βασικών γεγονότων που γεννούν το τεκμήριο θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην αποδοχή του τεκμαιρόμενου γεγονότος αν δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, ενώ στην περίπτωση του συμπεράσματος το δικαστήριο είναι ελεύθερο να φτάσει ή να μη φτάσει στο συμπέρασμα έστω κι αν δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία». Με βάση τα πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι απέστειλε την επιστολή και ότι καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε για το αντίθετο, δέχομαι ότι η επιστολή παραλήφθηκε από όλα τα πρόσωπα στα οποία αυτή απευθύνθηκε και κοινοποιήθηκε. Ο Εναγόμενος προβάλλει με την υπεράσπιση του, την υπεράσπιση της αλήθειας (justification), για την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 19 (α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Για να πετύχει η υπεράσπιση αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο δημοσίευμα είναι αληθείς και το βάρος απόδειξης βαρύνει τον Εναγόμενο. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του Εναγομένου και της Μ.Υ. 1 απορρίφθηκαν σαν αναξιόπιστες ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την αλήθεια των όσων περιέχονται στην επίδικη επιστολή. Σαν αποτέλεσμα η αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας είναι αναπόφευκτη. Προβάλλεται περαιτέρω και η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου (fair comment), υπεράσπιση η οποία περιορίζεται σε έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση (βλ. Λάζαρος Μαύρος v. Θεοδώρου Στυλιανού και Χαραλάμπου Ταλιαδώρου,
(2002)1 (Γ) 1743, για την επιτυχή προβολή της υπεράσπισης αυτής, «. ο Εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και όχι έκθεση γεγονότος. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Τελικά, θα πρέπει να αποδείξει ότι το σχόλιο γίνεται επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, επί θέματος το οποίο ρητά ή εξυπακουόμενα έχει τεθεί ενώπιον του κοινού για κρίση ή άλλως ότι είναι θέμα για το οποίο το κοινό έχει έννομο ενδιαφέρον». Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Glafx Ltd v. Loisia
(1984)1 CLR 729, όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση για να πετύχει η υπεράσπιση αυτή, πρέπει ο Εναγόμενος να αποδείξει ότι τα γεγονότα είναι αληθή (βλ. Stefanou v. Hadjiefthymiou,
(1976)1CLR 225). Ο Εναγόμενος δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επιτυγχάνει, εφόσον βέβαια το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα ή έντιμα (Sutherland v. Stopes [1924] All E.R. Rep. 19, H.L.). Για την επιτυχία όμως της υπεράσπισης ο Εναγόμενος πρέπει περαιτέρω να αποδείξει ότι τα προβαλλόμενα αφορούν θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Σχετικά με το θέμα είναι τα όσα ανάφερε Ο Lord Denning M.R. στην απόφαση London Artists Ltd v. Littler [1969] 2 All E.R. 193. «There is no definition in the books as to what is a matter of public interest. All we are given is a list of examples, coupled with the statement that it is for the judge and not for the jury. I would not myself confine it within narrow limits. Whenever a matter is such as to affect people at large, so that they may be legitimately interested in, or concerned at, what is going on; or what may happen to them or to the others; then it is a matter of public interest on which everyone is entitled to make fair comment». Στην παρούσα υπόθεση η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να πετύχει γιατί τα όσα ο Εναγόμενος προβάλλει αποτελούν γεγονότα των οποίων δεν αποδείχθηκε η αλήθεια και δεν συνιστούν σχόλια για τα οποία υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Ο δυσφημούμενος δεν είναι δημόσιο πρόσωπο αλλά ιδιώτης γιατρός. Η τυχόν διαφορά που αυτός είχε με οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου και του Εναγομένου δεν αποτελεί θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος. Σχετικά με την επιτυχία της υπεράσπισης αυτής είναι και όσα αναφέρονται σε σχέση με την επιφύλαξη της καλής πίστης και τα οποία αναφέρονται πιο κάτω. Προβάλλεται περαιτέρω η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου γιατί όπως αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, η επιστολή στάληκε στην «αρμόδια αρχή» και κοινοποιήθηκε σε πρόσωπα που είχαν «εξουσία» να διερευνήσουν τα όσα καταγγέλλονταν, καθώς και σε δικηγόρους από τους οποίους ο Εναγόμενος «θα» ζητούσε να τον εκπροσωπήσουν σε «τυχόν» πειθαρχική ή άλλη διαδικασία εναντίον του Ενάγοντα. Οι περιπτώσεις εφαρμογής της υπεράσπισης του απόλυτου προνομίου, καθορίζονται ρητά στο άρθρο 20 του Νόμου και εδράζεται όπως αναφέρεται στη σ. 72 του συγγράμματος «Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις» σε λόγους δημόσιας πολιτικής. Στη σ. 73 του ίδιου συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «Απόλυτα προνομιούχα είναι και δημοσιεύματα που γίνονται σε δικαστικές διαδικασίες από δικαστές, δικηγόρους, μάρτυρες και διαδίκους. Το προνόμιο, σύμφωνα με Αγγλικές αποφάσεις, επεκτείνεται και σε σώματα που ασκούν δικαστικά καθήκοντα, όχι όμως και σε εκείνα που ασκούν διοικητικά καθήκοντα». Σχετική είναι και η υπόθεση Addis v. Crocker
(1960)2 All E.R. 629 όπου αποφασίσθηκε ότι δικαστικά καθήκοντα ασκεί και η πειθαρχική επιτροπή δικηγόρων και η διαδικασία που λαμβάνει χώρα σε αυτή καλύπτεται από απόλυτο προνόμιο. Σύμφωνα με τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 7η έκδοση, σ. 404, §403: «This absolute privilege extends also to advocates, litigants and witnesses. The privilege applies whenever there is an authorized inquiry which though not before a court of justice is before a tribunal which has similar attributes. The doctrine has never been extended further than to courts of justice and tribunals acting in a manner similar to that in which such courts act». Από τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνεται ότι οι περιπτώσεις εφαρμογής της υπεράσπισης του απόλυτου προνομίου, δεν βρίσκουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνθηκε η επιστολή δεν είχαν οποιαδήποτε «εξουσία» επί του Ενάγοντα κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην §20 (δ) του Νόμου ούτε συνιστούσαν όργανο ή σώμα το οποίο θα μπορούσε να κριθεί ότι ασκούσε δικαστικά καθήκοντα. Καμία πειθαρχική ή άλλη διαδικασία δεν βρισκόταν υπό εξέλιξη κατά το χρόνο αποστολής της επιστολής και η δημοσίευση δεν έγινε μέσα στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου ότι η αποστολή της επιστολής στον Μ.Ε. 3 καλύπτεται από απόλυτο προνόμιο γιατί αφορά σχέση δικηγόρου-πελάτη. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, σ. 1138, §21-72 αναφέρονται τα ακόλουθα για την επικοινωνία δικηγόρου-πελάτη: "Communications between solicitor and client with reference to matters upon which the client is seeking professional advice are, it seems, absolutely privileged provided the conversation be such as is fairly referable to the relationship of solicitor and client. The mere fact that the person speaking is a solicitor and the person to whom he speaks in his client affords no protection". Στο σύγγραμμα Gatley on Libel & Slander, 7η έκδοση, σ. 184, §428 αναφέρονται τα ακόλουθα: "An absolute privilege has been said to attach to communication passing between a solicitor and his client on the subject upon which the client has retained the solicitor, provided nothing is said which is outside what was relevant to that matter". Και αναφέρεται περαιτέρω: "In view of the protection given to the client by reason of the inadmissibility, unless he consents, of evidence of what passes between him and the solicitors absolute privilege would ensure mainly to the benefit of the solicitor". Στο ίδιο σύγγραμμα στη σ. 430 §429 αναφέρεται ότι: "The communication to secure this privilege must be such as, within a very wide and generous ambit of interpretation is fairly referable to the relationship of solicitor and client, but outside that boundary the mere fact that a person speaking is a solicitor and the person to whom he speaks is his client, affords no protection". Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury`s Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 24, σ. 51 §91 "The privilege attaches not merely the proceedings at the trial but to proceedings are essentially steps in judicial proceedings, including statements in pleadings and communications passing between a solicitor and his client on the subject on which the client has retained the solicitor and which are relevant to the matter". Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, απαιτείται όπως οι οποιεσδήποτε επικοινωνίες μεταξύ των δύο αυτών προσώπων να αφορούν ζήτημα επί θέματος για το οποίο ο πελάτης εξουσιοδότησε το δικηγόρο και το οποίο έχει σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Ε. 3 μαρτύρησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε σαν δικηγόρος του Εναγομένου για μια διαφορά που ο τελευταίος είχε όχι με τον Ενάγοντα αλλά με μια κλινική για κάποια χρέωση. Δεν διευκρινίσθηκε ποια ήταν η συγκεκριμένη διαφορά, με ποια κλινική ήταν και τι αφορούσε. Η γενική αναφορά του μάρτυρα δεν καταδεικνύει με ακρίβεια το θέμα για το οποίο υπήρχε σχέση δικηγόρου-πελάτη, έτσι ώστε να κριθεί αν το περιεχόμενο της επιστολής ήταν σχετικό με το ζήτημα για το οποίο ο δικηγόρος είχε εξουσιοδοτηθεί. Δεν έχει διαφανεί ότι η αποστολή της επίδικης επιστολής αφορούσε θέμα για το οποίο ο Εναγόμενος ανάθεσε την εκπροσώπηση του στο Μ.Ε. 3. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ούτε η υπεράσπιση αυτή βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Παραμένουν τώρα να εξετασθούν οι υπερασπίσεις του υπό επιφύλαξη προνομίου οι οποίες εγείρονται χωρίς να διευκρινίζονται οι περιπτώσεις του Νόμου τις οποίες ο Εναγόμενος επικαλείται. Σύμφωνα όμως με τον τρόπο διατύπωσης των ισχυρισμών όπως προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος προβάλλει όλες τις πιθανές υπερασπίσεις που ορίζονται στο άρθρο αυτό εκτός βέβαια την προβλεπόμενη από το άρθρο 21
(1)(ε). Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Κυριακίδης v. Γ. Αριστείδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 349, για να λειτουργήσει το προνόμιο που ορίζεται στο άρθρο 21
(1)(α) του Νόμου θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ του προσώπου που έκαμε τη δημοσίευση και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση αμοιβαιότητα συμφέροντος. Όπως αποφασίσθηκε δημοσίευση που γίνεται για την προστασία των συμφερόντων και των δικαιωμάτων του Εναγομένου πρέπει να γίνεται σε εκείνα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το ζήτημα. Και αυτό γιατί σκοπός είναι η αποτελεσματική προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών. Η αμοιβαιότητα αυτή ελλείπει στην παρούσα περίπτωση. Ούτε ο δημοσιεύσας είχε καθήκον να δημοσιεύσει την επίδικη επιστολή στα πρόσωπα που την απηύθυνε, ούτε και τα πρόσωπα αυτά είχαν οποιοδήποτε αντίστοιχο συμφέρον από τη λήψη του δημοσιεύματος. Ο Εναγόμενος δεν πέτυχε περαιτέρω να καταδείξει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον το οποίο έχρηζε προστασίας από τα πρόσωπα προς τα οποία απηύθυνε την επιστολή και τα οποία είχαν καθήκον να προστατεύσουν. Από όσα ο Εναγόμενος προέβαλε ο Ενάγοντας κατακράτησε και περιέθαλψε στη κλινική χωρίς τούτο να είναι αναγκαίο και παρά τη θέληση της τη «βοηθό» της συζύγου του. Η Missinoma ήταν το πρόσωπο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του "κατακρατήθηκε" στη κλινική χωρίς τη θέληση της και ήταν επίσης αυτή που υπέστη την «αχρείαστη» θεραπεία. Η οποιαδήποτε χρέωση που αφορούσε τη νοσηλεία της έγινε όπως εμφαίνεται και από το σχετικό τιμολόγιο που κατατέθηκε σαν Τεκμήριο 3Β από το Ιατρικό Κέντρο Πάφου "Κυανούς Σταυρός" και όχι από τον Ενάγοντα. Από τα παραπάνω δεν προκύπτει ότι ο Εναγόμενος είχε ο ίδιος προσωπικό συμφέρον το οποίο χρειαζόταν προστασία ούτε και σε κανένα σημείο ισχυρίσθηκε είτε με τα δικόγραφα του είτε με τη μαρτυρία που προσκόμισε ότι προχώρησε στην επίδικη δημοσίευση για να προστατεύσει τα συμφέροντα οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Σύμφωνα με τον Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμο 16/67 όπως έχει τροποποιηθεί, αρμόδιο όργανο το οποίο ασκεί πειθαρχικό έλεγχο στους γιατρούς είναι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου το πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο συστήνεται από το συμβούλιο του ιατρικού σώματος. Ήταν συνεπώς λογικό και εύλογο ο Εναγόμενος να αποστείλει την επίδικη επιστολή στον πρόεδρο του ιατρικού συλλόγου Κύπρου αφού ο ιατρικός σύλλογος είναι εκείνο το σώμα από το οποίο καταρτίζονται τα επί μέρους συμβούλια και ειδικότερα το συμβούλιο του ιατρικού σώματος και το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο αποτελεί το κατάλληλο σώμα για εξέταση παραπόνου εναντίον οποιουδήποτε γιατρού, κάτι που αξίζει να λεχθεί ότι και ο ίδιος ο Ενάγοντας δέχθηκε στη μαρτυρία του. Σαν αποτέλεσμα κρίνεται ότι ο πρόεδρος του ιατρικού συλλόγου Κύπρου ήταν πρόσωπο προς το οποίο καλώς απευθύνθηκε ο Εναγόμενος. Η αποστολή της επίδικης επιστολής στα άλλα πρόσωπα προς τα οποία αυτή απευθύνθηκε δεν θεμελιώνει την προβαλλόμενη αυτή υπεράσπιση. Ούτε ο Υπουργός Υγείας, ούτε ο Δρ. Μικελλίδης, ούτε ο Δρ. Royer, ούτε και ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Πάφου ούτε και οι δύο δικηγόροι θα μπορούσαν σε οποιαδήποτε περίπτωση να θεωρηθούν ότι είχαν οποιαδήποτε εξουσία έναντι του Ενάγοντα σε σχέση με τα προβαλλόμενα γεγονότα. Είναι νομοθετημένο ότι για να πετύχουν οι υπερασπίσεις του υπό επιφύλαξη προνομίου πρέπει η δημοσίευση να έγινε καλόπιστα και το βάρος απόδειξης ότι δεν έγινε με καλή πίστη βαρύνει τον Ενάγοντα. Το τι συνιστά κακή πίστη ορίζεται επακριβώς από το άρθρο 21
(2)του Νόμου. Είναι ότι το πρόσωπο που προέβη στη δημοσίευση (α) δεν πίστευε ότι η δημοσίευση ήταν αληθής ή (β) δεν κατέβαλε εύλογη φροντίδα να εξακριβώσει την αλήθεια της ή (γ) ενήργησε με σκοπό βλάβης σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου. Απαιτείται επίσης όπως η δημοσίευση να μην υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις Στην υπόθεση Δούντας v. "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α., Αγωγή Αρ. 9769/89, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 7.7.1997, στην οποία γίνεται αναφορά στη σ. 496 του συγγράμματος «Αστικά Αδικήματα», πιο πάνω λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι η κακοβουλία μπορεί να διαφανεί και από τη συμπεριφορά του Εναγομένου και ιδιαίτερα από άλλες μειωτικές δηλώσεις του Εναγομένου εις βάρος του Ενάγοντα καθώς και από την εμμονή του Εναγομένου στις κατηγορίες του. Τέτοια εμμονή μπορεί να διαφανεί είτε από αδικαιολόγητη προβολή της υπεράσπισης της αλήθειας (plea of justification) είτε από απουσία απολογίας ή επαρκούς απολογίας [Δέστε Mc Gregor of Camages, 14η έκδοση, σ. 949-952].» Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κρίνεται ότι ο Εναγόμενος δεν ενήργησε με καλή πίστη για τους ακόλουθους λόγους. Από την αρχή όταν ο Ενάγοντας τηλεφώνησε στον Εναγόμενο αυτός προέβαλε αρνητική στάση, επιμένοντας στις κατηγορίες εναντίον του χωρίς καμία διάθεση συζήτησης της υπόθεσης με τον Ενάγοντα με τον οποίο είναι συνάδελφοι, αφού και οι δύο είναι γιατροί, έστω και διαφορετικής ειδικότητας. Αντίθετα ήταν πολύ εχθρικός και επιθετικός απέναντι του και του μίλησε με ανείκιους χαρακτηρισμούς. Όπως και στην υπόθεση "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1863 έτσι και στην παρούσα, ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι τα γεγονότα στα οποία βασίσθηκε η δημοσίευση ήταν αληθή κατέρρευσαν κατά τη δίκη. Η υπεράσπιση της αλήθειας την οποία μέχρι τέλους προέβαλε απέτυχε και κανένας ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός. Από την αρχή μέχρι και την αποπεράτωση της ακροαματικής διαδικασίας επέμενε στην αλήθεια των ισχυρισμών του χωρίς ποτέ να καταβάλει έστω και την ελάχιστη προσπάθεια να διερευνήσει την πιθανότητα μήπως και τα όσα καταλόγισε στον Ενάγοντα δεν ήταν αληθή. Και τούτο ενώ δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, αφού μπορούσε για παράδειγμα να φροντίσει να συνομιλήσει με τη γιατρό Δρ. Χαρίτου για να διαπιστώσει την σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της ασθενούς όταν την εξέτασε και την αναγκαιότητα εισαγωγής της στη κλινική. Δεν προσπάθησε ακόμα να διακριβώσει το δικαιολογημένο ή όχι του ύψους της χρέωσης κάτι που θα μπορούσε και πάλι εύκολα να το πράξει συνομιλώντας λόγου χάρη με τον Δρ. Χρ. Θεοφανίδη, τον οποίο ο ίδιος κάλεσε σαν μάρτυρα στη διαδικασία και ο οποίος στη κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνο δεν στήριξε τη θέση του Εναγομένου για υπερβολική χρέωση αλλά αντίθετα με ειλικρίνεια τη χαρακτήρισε λογική ενώ αναφερόμενος στη θεραπεία που έγινε στην ασθενή την χαρακτήρισε ενδεδειγμένη στην περίπτωση οξείας ασθματικής κρίσης. Όπως στην υπόθεση "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Αλωνεύτη, πιο πάνω έτσι και στην παρούσα, ο Εναγόμενος δεν διερεύνησε την αλήθεια των ισχυρισμών του, γεγονός που καταδεικνύει την αδιαφορία του για το βάσιμο τους. Αντίθετα μέχρι τέλους επέμενε σε αυτούς αδιαφορώντας πλήρως για την πιθανότητα να ήταν λανθασμένος. Επέμενε κατά τρόπο απόλυτο στις θέσεις του ακόμα και μετά τη κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των Δρ. Χαρίτου και Δρ. Θεοφανίδη. Ακόμα και τότε αδιαφόρησε πλήρως και δεν ζήτησε έστω και την υστάτη να πληροφορηθεί την πραγματική κατάσταση της υγείας της Missinoma από την Δρ. Χαρίτου που ήταν σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο αφού αυτή και όχι ο ίδιος, την εξέτασε την ώρα της κρίσης και από τον Δρ. Χρ. Θεοφανίδη ο οποίος ξέρει τις χρεώσεις στη Κύπρο αντίθετα από τον ίδιο που παραδέχθηκε ότι δεν τις γνωρίζει αφού ασκεί το επάγγελμα του στο εξωτερικό. Η πιο πάνω στάση του Εναγομένου ο οποίος μέχρι τέλους επέμενε στους ισχυρισμούς του, ο οποίος δεν προβληματίσθηκε έστω και στον ελάχιστο βαθμό από τα λεγόμενα όχι μόνο του Ενάγοντα αλλά και δύο άλλων γιατρών από τους οποίους ο ένας κλητεύθηκε σαν δικός του μάρτυρας καθώς επίσης και η παράλειψη προσφοράς απολογίας καταδεικνύουν την έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους του. Αυτό το οποίο τώρα απομένει να εξετασθεί είναι το θέμα των αποζημιώσεων. Η γραπτή δυσφήμηση είναι αστικό αδίκημα, στο οποίο ο Ενάγοντας δικαιούται αποζημιώσεις άσχετα της ύπαρξης ή όχι πραγματικής ζημιάς. (Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Χαράλαμπου Λεωνίδα πιο πάνω, Halsbury`s, 2η έκδοση, τεύχος 20, σ. 507). Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. v. Στέλικου,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 949. «Το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου». Πολλοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά το καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων που θα επιδικασθούν. Τέτοιοι παράγοντες είναι σύμφωνα με τη νομολογία η θέση του Ενάγοντα στη κοινωνία, η σοβαρότητα της δυσφήμησης, ο τρόπος και η έκταση της, η στάση και συμπεριφορά του Εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας και η προσφορά απολογίας (βλ. Κώστας Μαυρίδης v. Ιωάννη Παπαδόπουλου 12064, ημερ. 13.2.2006 (βλ. (Cyprus) Ltd v. Times Newspaper Ltd and others
(1972)4 JSC 455, Δημοσιογραφική ΧΛΣ κ.α. Φιλίππου
(1989)1 Α.Α.Δ. 958, Cacoyiannis v. Kyrou and others
(1977)12 JSC 1883. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αυξητική τάση στην επιδίκαση αποζημιώσεων ανάλογη με την τάση που υπάρχει στην επιδίκαση αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες (βλ. "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Χαράλαμπου Λεωνίδα,
(1997)1 (Α) 550, Αλέκου Κωνσταντινίδη v. Τάσσου Παπαδόπουλου
(1969)1 Α.Α.Δ. 922. Και αυτό γιατί όπως στην υπόθεση Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι Λίμιτεδ v. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893 έχει αναφερθεί: «Το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου και ο τραυματισμός της φήμης και των αισθημάτων του». Χαρακτηριστικό απόσπασμα του τρόπου αντιμετώπισης τέτοιων υποθέσεων είναι και το απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Λάζαρου Μαύρου, πιο πάνω, «Δεν είναι αποδεκτό να κηλιδώνεται ελαφρά τη καρδιά η υπόληψη κάποιου και ο αδικοπραγών να μην αισθάνεται στο τέλος τις συνέπειες της πράξης του». Το ποσό των αποζημιώσεων πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο. Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Λουκή Λουκαίδη v. Εκδοτική Εταιρεία "Αλήθεια" Λτδ κ.α. Π.Ε. 10934 και 10935, 24.1.2003, δίκαια είναι η αποζημίωση που αποκαθιστά το θύμα της δημοσίευσης στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, μέσω του χρήματος. Πρέπει επίσης η αποζημίωση να είναι εύλογη, δηλαδή να βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στο κοινωνικό χώρο. Στην υπό κρίση υπόθεση για το καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, τους ακόλουθους παράγοντες. Τη φύση του δημοσιεύματος με το οποίο πλήττεται η φήμη του Ενάγοντα, ο οποίος είναι γιατρός που ασκεί το επάγγελμα, έχει πολύ καλή φήμη και είναι γνωστός στη Κύπρο, τη προβολή από τον Εναγόμενο όλων των πιθανών υπερασπίσεων, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης και την μέχρι τέλους προβολή της υπεράσπισης της αλήθειας η οποία κατέρρευσε κατά τη δίκη, την έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους του Εναγομένου, την έλλειψη προσφοράς απολογίας αλλά και την περιορισμένη έκταση της δημοσίευσης θεωρώ σαν δίκαιο ποσό αποζημίωσης αυτό των £3.500.00.- Εισηγείται τέλος ο Ενάγοντας ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του αυτή. Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στις υποθέσεις General Press Agency v. Christofides
(1981)1 CLR 190 και Savariades and others v. Georgiades and others
(1982)1 CLR 574, σκοπός των αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι η τιμωρία του αδικοπραγήσαντα αλλά η αποκατάσταση του Ενάγοντα και επαναφορά του στη θέση που θα βρισκόταν αν το αδίκημα δεν είχε διαπραχθεί. Τέτοιες τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικάζονται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η αδικοπραγία ήταν τέτοιας μορφής που να δικαιολογείται η τιμωρία του αδικοπραγήσαντα. Και στην υπό κρίση υπόθεση κρίνεται ότι δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων γι' αυτό και η αξίωση του Ενάγοντα για την επιδίκαση τους δεν μπορεί να πετύχει. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των £3.500.00.- πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο