Δήμητρας Γεωργίου Κύρου ν. Νεόφυτος Μακαρίου, Αρ. Αγωγής 841/2006, 8.3.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟY ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 841/2006 Δήμητρας Γεωργίου Κύρου, από την Πάφο Ενάγουσα Και Νεόφυτος Μακαρίου, από τον Μαζωτό Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 28.6.2006 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.3.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Κορακίδης Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση: καμία εμφάνιση Εναγόμενος - Καθ΄ου η αίτηση: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει στις 8.3.2006 την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και ζητά: Α) Δήλωση του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος κατέχει παράνομα το υποστατικό που βρίσκεται εντός του κτήματος με αριθμό εγγραφής 34679, τεμάχιο 624 του Φ/Σχ 51/0301103 το οποίο βρίσκεται στην ενορία Αγίου Παύλου στον Δήμο Πάφου της Επαρχίας Πάφου Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος να παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του. Γ) Λ.Κ.5,000 μέχρι 1.3.2006 ως αποζημιώσεις. Δ) Λ.Κ. 500 μηνιαίως από 1.3.2006 μέχρι παράδοσης της ελεύθερης κατοχής του υποστατικού ως ενδιάμεσα οφέλη. Ε) Γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στ) Νόμιμο Τόκο Ζ) Εξοδα. Ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της ότι είναι η νόμιμη και εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό εγγραφής 34679, εντός του οποίου υπάρχει υποστατικό το οποίο κατέχει και χρησιμοποιεί ο εναγόμενος ως αποθήκη ή/και ως κατοικία. Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι θείος της ενάγουσας, ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος το οποίο κατά το 1995 μεταβίβασε στην μητέρα της η οποία αργότερα το μεταβίβασε σε αυτήν. Ο εναγόμενος αν και έπαυσε να είναι ιδιοκτήτης του κτήματος από το 1995 παραλείπει από τότε να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού που βρίσκεται εντός αυτού. Η ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 28.6.2004 η οποία παραλήφθηκε από τον εναγόμενο την 13.4.2005, τερμάτισε οποιαδήποτε άδεια χρήσης θα μπορούσε να επικαλεστεί ο εναγόμενος για το πιο πάνω υποστατικό, και τον κάλεσε να το εγκαταλείψει. Ο εναγόμενος αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω επιστολή της ενάγουσας και με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 21.4.2005 ισχυρίστηκε αναληθώς ότι κατά την μεταβίβαση του πιο πάνω κτήματος στην μητέρα της ενάγουσας υπήρξε ρητή προφορική και/ή εξυπακουόμενη συμφωνία να το κατέχει ο εναγόμενος εφ΄όρου ζωής. Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι η ενοικιαστική αξία του υποστατικού που κατέχει ο εναγόμενος παράνομα είναι Λ.Κ.500 μηνιαίως. Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και η ενάγουσα στις 28.6.2006 καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον του με την χορήγηση των θεραπειών Α μέχρι - Ζ της έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της ενάγουσας, στην οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά και θετικά τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην ένορκη της δήλωση και πως πιστεύει και πληροφορείται από τους δικηγόρους της ότι δικαιούται σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου, διότι αυτός αναμφίβολα δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προς επιβεβαίωση της αιτίας της αγωγής της και προς εκπλήρωση των προυποθέσεων για την χορήγηση συνοπτικής απόφασης η ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση επαναλαμβάνει ως γεγονότα τους προβαλλόμενους στην έκθεση απαίτησης, ισχυρισμούς της. Στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήρια επισυνάπτει, πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Α), Επιστολή ημερομηνίας 28.6.2004 (Τεκμήριο Β) και επιστολή ημερομηνίας 21.4.2005 του δικηγόρου του εναγόμενου (Τεκμήριο Γ). Η ένσταση: Ο καθ΄ου η αίτηση στις 29.11.2006 καταχώρησε γραπτή ένσταση, στην οποία διατυπώνονται οι πιο κάτω λόγοι ένστασης:
- Η ενάγουσα - αιτήτρια σκοπίμως ή/και εντέχνως αποκρύπτει τα πραγματικά γεγονότα τα οποία γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει με πρόθεση να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ώστε να επιτύχει απόφαση εναντίον του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να υποβάλει υπεράσπιση.
- Ο καθ΄ου η αίτηση έχει πολύ καλή υπεράσπιση η οποία αποδεικνύεται μέσω εγγράφων - δηλώσεων τα οποία επισυνάπτονται. 3.Η αιτήτρια αποκρύπτει το πραγματικό γεγονός ότι η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι της μητέρας της έγινε από τον καθ΄ου η αίτηση, αδελφό της, δυνάμει δωρεάς ή/και έναντι ευτελούς αντιπαροχής. 4.Η αιτήτρια αποκρύπτει την συμφωνία η οποία ήταν ρητή ή/και εξυπακουόμενη ότι η παραχώρηση - μεταβίβαση του ακινήτου υπό τις ως άνω συνθήκες, έγινε υπό την αυστηρή προυπόθεση ο ηλικίας 70 ετών αδελφός της μητέρας της αιτήτριας θα κατείχε το ακίνητο εφ΄όρου ζωής.
- Η αιτήτρια αποκρύπτει το πραγματικό γεγονός ότι εντός του μεταβιβασθέντος ακινήτου, υπάρχει αποθήκη την οποία ενοικιάζει αυτή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αντί του ποσού των Λ.Κ.500 περίπου.
- Η αιτήτρια αποκρύπτει το πραγματικό γεγονός ότι ο καθ΄ου η αίτηση χρησιμοποιεί ως κατοικία 3 δωμάτια από τα 8 της ευρισκόμενης παλιάς οικίας (πέραν των 50 ετών) η οποία είναι κτισμένη με ευτελή υλικά (τσίγκους). Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση, με την οποία δηλώνει πως διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας καθ΄ότι αυτή δεν άπτεται της πραγματικότητας στα ουσιώδη σημεία.
- Ότι η ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι της αδελφής του δυνάμει δωρεάς ή/και ευτελούς αντιπαροχής και τούτο επιβεβαιώνεται στην στη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου ημερ. 31.7.1995 και στο πιστοποιητικό έρευνας.
- Εντός του ακινήτου υπάρχουν υποστατικά τα οποία ανεγέρθηκαν προ 50 ετών και αποτελούνται από 8 κυρίως δωμάτια, τρία εκ των οποίων, χρησιμοποιούσε ανέκαθεν και μέχρι σήμερα τόσο ως κατοικία του όταν βρίσκεται στην Πάφο, όσο και ως αποθήκη.
- Παρά το ότι υπήρξε ρητή συμφωνία μεταξύ τους να καρπούται εφ΄όρου ζωής όλα τα υποστατικά, συμπεριλαμβανομένης και της αποθήκης, έχει καλή τη πίστη παραχωρήσει την αποθήκη στην αδελφή του και στην αιτήτρια, την οποία ενοικιάζουν και καρπούνται το ενοίκιο εκ £ 500 περίπου. Περαιτέρω παραχώρησε όλα τα δωμάτια πλην των 3 στην αδελφή του και στην αιτήτρια τα οποία χρησιμοποιούν ανελλιπώς τοποθετώντας πλήρη οικιακό εξοπλισμό.
- Η αιτήτρια εκμεταλλεύτηκε την μεταβίβαση του ακινήτου δυνάμει δωρεάς από την μητέρα της, παραγνωρίζοντας ή/και σκοπίμως αποκρύπτοντας την συμφωνία ότι θα παραμείνει τουλάχιστον στα 3 δωμάτια εφ΄όρου ζωής, παρ΄ότι στην όλη συμφωνία η αιτήτρια ήταν παρούσα.
- Παρά το ότι γνώριζε ότι η δυνατότητα κάρπωσης από αυτόν του ακινήτου μπορούσε να εγγραφεί στον τίτλο, είχε παρακληθεί από την αδελφή του να μην επιμένει στον όρο αυτό καθότι είχε πρόθεση να μεταβιβάσει στην θυγατέρα της, όπως και έγινε, και πιθανόν να είχε προβλήματα με τον σύζυγο της.
- Πιστεύει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση και το Δικαστήριο θα πρέπει να του δώσει το συνταγματικό του δικαίωμα να υποβάλει την υπεράσπιση του, να παρουσιάσει μαρτυρία και περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήρια επισυνάπτει, δήλωση μεταβίβασης ακινήτου ημερ. 31.7.1995 (Τεκμήριο Α), Πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο Β) και ιατρικές βεβαίωσεις και πιστοποιητικά (Τεκμήριο Γ). Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία γιατί κανένας διάδικος δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλώσαντα αντίδικο του, και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων που εκπροσωπούσαν. Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει αναφορά κατωτέρω και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει συνοπτική αποφαση χωρίς να λάβει χώρα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action) και είναι φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από την διαταγή 18 είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδικασία, η οποία παρακάμπτει τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Δικονομικούς Κανονισμούς αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων. Η Δ.18 μπορεί να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, νοουμένου βέβαια, ότι είναι σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας διαλαμβάνει ως εξής: «Οπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Κανονισμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δωθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διαταγής, υπάρχουν τρεις προυποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης συνοπτικής απόφασης, τις οποίες ο ενάγων έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι τηρούνται (βλ. Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417) και αυτό προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να τεθεί, εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις προυποθέσεις της Δ.18 (βλ. Σπύρος Σταυρινίδης ν Geskoslovenske Obchondi Banka A.S
(1972)1 AAΔ 130). Οι προυποθέσεις αυτές, είναι οι ακόλουθες: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) Ο ενάγοντας να συνοδεύει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση δική του ή άλλου προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, να επαληθεύει την βάση της αγωγής και να δηλώνει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχει υπεράσπιση. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνυπάρχουν οι τρεις προυποθέσεις που τίθενται από την Δ.18, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος για να εμποδίσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Κύπρος Κυπριανίδης ν. Συμεών Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 ΑΑΔ 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Χ¨Νέστορως
(1989)1 (Ε) 2004). Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης και γενικά οι θεμελιακές αρχές που προκύπτουν μέσα από την νομολογία, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Οπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση». Επίσης, τονίζεται στην ίδια υπόθεση, ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α ν. Γιάννη Π. Μακεδώνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 έγινε εκτενής αναφορά σε αποφάσεις που διέπουν αυτό το θέμα και αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: « Εχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999, 1st ed. P.174 para 14.9.99).» Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Είναι σαφές και συνάγεται από την νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων, για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Επίσης η νομολογία καθιστά σαφές πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, και ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον ρόλο του Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί περαιτέρω με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, και αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι τρεις προυποθέσεις της Δ.18 θ.
- Παρά το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους της ένστασης, του οποίους πιο πάνω έχω εκθέσει, λόγος που να αφορά ή να σχετίζεται με την τήρηση των τριών προυποθέσων, που θέτει η Δ.18 Κ.1, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν οι προυποθέσεις αυτές πληρούνται, δηλαδή άσχετα από την ύπαρξη τέτοιου λόγου ένστασης, εφόσον η τήρηση τους σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ενώ από την άλλη, η μη ικανοποίηση τους στερεί το δικαστήριο από την ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνεται κατ΄αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προυποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ενάγουσας - αιτήτριας, η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε δια δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 10.4.
- Περαιτέρω και ειδικότερα ως προς την (γ) προυπόθεση παρόλο που η ενάγουσα - ενόρκως δηλούσα στην αίτηση, είναι κατάλληλο πρόσωπο να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα της και να δηλώσει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, προβάλλονται κάποιοι προβληματισμοί ως προς το κατά πόσο είναι σε θέση να επαληθεύσει και το ακριβές ποσό που δικαιούται. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, συνοψίζεται η προσέγγιση της νομολογίας σε ό,τι αφορά την επάρκεια η πληρότητα της ένορκης δήλωση την οποία συνδέει με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο θ. 1 της Δ.48 φαίνεται ότι θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην σελ. 793 στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό παράγοντα διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Με δεδομένο, ότι η ενάγουσα, στην προκειμένη περίπτωση, είναι σε θέση να ορκιστεί, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το έπραξε με τρόπο θετικό ως προς τα γεγονότα, και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, ώστε να ικανοποιείται και η τρίτη προυπόθεση της Δ.18 θ.1(α). Στο τελευταίο αυτό σημείο το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στην συνέχεια καθότι θεωρεί ότι μέσα από την απάντηση που θα δοθεί θα κριθεί και η ουσία της αίτησης. Μελετώντας και εξετάζοντας την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, την φύση της αξίωσης της, σε συνάρτηση με τα όσα στην ένορκη της δήλωση της αναφέρει, βρίσκω πως με τρόπο θετικό μπορεί να επιβεβαιώσει τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν, πλην όμως βρίσκω ότι δεν μπορεί με τρόπο θετικό τρόπο να επιβεβαιώσει την ενοικιαστική αξία του επίδικου υποστατικού και η οποία σχετίζεται άμεσα με το ποσό που απαιτεί με τις αξιώσεις της υπό στοιχεία Γ και Δ της έκθεσης απαίτησης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης της ότι η ενοικιαστική αξία του υποστατικού, το οποίο κατέχει ο εναγόμενος παράνομα, είναι £500 μηνιαίως. Τα ίδια επαναλαμβάνει και στην ένορκη της δήλωση. Ο συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας, ισχυρίστηκε αφού αρχικά σχολίασε τα γεγονότα και την προβαλλόμενη θέση του εναγόμενου σε σχέση με αυτά, πως ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση και η ενάγουσα δικαιούται σε συνοπτική απόφαση ως η Ε/Α. Αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του υποστατικού, υποστήριξε πως ότι αυτό αποτελεί παραδεκτό γεγονός, εφόσον ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση δεν αρνείται την ενοικιαστική του αξία. Σχολιάζοντας τα όσα έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο της ενάγουσας, αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του υποστατικού, εξετάζοντας παράλληλα και την ένορκη δήλωση του εναγόμενου, διαπιστώνω πως, παρά το ότι δεν γίνεται ρητή άρνηση ως προς την ενοικιαστική αξία του υποστατικού, στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του, ο εναγόμενος δηλώνει πως διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας καθ΄ότι αυτή δεν άπτεται της πραγματικότητας στα ουσιώδη σημεία. Από την μια, με βάση τα πιο πάνω, συνάγεται πως δεν υπάρχει ρητή παραδοχή για την ενοικιαστική αξία του υποστατικού, από την άλλη όμως θεωρώ πως, η όποια θέση του εναγόμενου αναφορικά με το ζήτημα αυτό δεν αναιρεί ή μειώνει την ουσιαστική υποχρέωση της ενάγουσας προς το Δικαστήριο να προσφέρει θετική μαρτυρία ως προς την ενοικιαστική αξία του υποστατικού έχοντας υπόψη σε αυτό το σημείο και τις αξιώσεις που ζητά και σχετίζονται με αυτή. Είναι η άποψη μου πως η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας θα αντέστρεφε και την υποχρέωση που η ενάγουσα έχει με βάση την Δ.18 θ. 1, δηλαδή την υποχρέωση της για την θετική επιβεβαίωση και του ποσού που απαιτεί και που θα στοιχειοθετούσε τις σχετιζόμενες με το ζήτημα αυτό αξιώσεις της. Ο θ. 2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Η μαρτυρία της ενάγουσα όμως ως προς το ζήτημα της ενοικιαστικής αξίας του υποστατικού, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί από το δικαστήριο ως η πλέον κατάλληλη μαρτυρία εφόσον από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της δεν φαίνεται να υπάρχει η ικανότητα της να ορκιστεί θετικά επί του συγκεκριμένου ζητήματος, Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι ελλείπουν στοιχεία και ικανοποιητική μαρτυρία, η οποία θα καθορίσει πλήρως τα επίδικα θέματα που απασχολούν το Δικαστήριο πριν την τελική του κρίση και τα οποία δεν έχουν τεθεί με ικανοποιητικό τρόπο ενώπιον έτσι ώστε να πληρούνται όλες οι προυποθέσεις της Δ.18 θ.1 και να μετακινηθεί το βάρος απόδειξης στους ώμους του εναγόμενου. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Ο εναγόμενος να καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης του μέσα σε 15 από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα πληρωθούν όμως μετά την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο