← Κύπρος

EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Πανάρη κ.α., Αρ. Αγωγής 3993/02, 12.3.2007

EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Πανάρη κ.α., Αρ. Αγωγής 3993/02, 12.3.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3993/02 Μεταξύ: EΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και

  1. Ανδρέα Πανάρη, Θερμοπυλών 15, Γεροσκήπου, Πάφος
  2. Κυριάκου Παντελή, Αγία Μαρινούδα, Γεροσκήπου, Πάφος
  3. Αννας Ανδρέου Πέτρου, Θερμοπυλών 15, Γεροσκήπου, Πάφος Εναγομένων 12.3.2007 Για ενάγοντες: κος Α. Κακογιάννης με την κα Χρ. Χ"Γεωργίου Για εναγόμενους 1 και 3: κος Α. Χουβαρτάς A Π Ο Φ Α Σ Η Οι παραχωρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχουμένου λογαριασμού και δανείου προς τον εναγόμενο 1, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 έδωσαν το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με την οποία διεκδικείται είσπραξη οφειλομένου ποσού. Στις 30.1.2004 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του εναγομένου
  4. Οι εναγόμενοι 1 και 3 με την σε πολλά σημεία αντικρουόμενη υπεράσπιση αρχικά, ενώ αρνούνται την ύπαρξη των συμφωνιών, προβάλλουν στη συνέχεια τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα τερματισμού των παραχωρηθεισών διευκολύνσεων. Αρνούνται στη συνέχεια την έκταση των ισχυριζόμενων εγγυήσεων. Σε κάποιο στάδιο της υπεράσπισης παραδέχονται ότι κάποιο ποσό οφειλόταν, αλλά αυτό, κατόπιν συνεννόησης, εξοφλήθηκε αφού οι ενάγοντες είσπραξαν ποσό £60.000 που ήταν κατατεθειμένο προς όφελος των εναγομένων. Ανταπαιτητικώς δε επιδιώκουν, πέραν από την έκδοση απόφασης ότι ουδένα ποσό οφείλουν, επιστροφή του ποσού των £60,
  5. Μέσα από την αντεξέταση των 11 μαρτύρων που έχουν καταθέσει για τους ενάγοντες, οι ερωτήσεις της υπεράσπισης έχουν εστιαστεί τελικώς στο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 σε συνεννόηση με υπεύθυνο της τράπεζας, εισέπραξαν οι ενάγοντες ένα χρηματικό ποσό, το οποίο ήταν, όπως είναι αποδεκτό κατατεθειμένο προς όφελος των εναγομένων 1 και 3, με τη μορφή γραμματίων. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν η πλήρης εξόφληση και απαλλαγή των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
  6. Αυτό εξάγεται και από την ίδια τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 και τη σειρά των ερωτήσεων που του έχουν υποβληθεί. Στο δεύτερο σημείο στο οποίο επικεντρώθηκε η όλη επιχειρηματολογία έχει σχέση με την ύπαρξη του οργανισμού των εναγόντων και τέλος το τρίτο θέμα για το οποίο έγινε ευρεία αντεξέταση ήταν η παραλαβή ή όχι των επιστολών που έστειλαν, κατά τον ισχυρισμό τους, οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους σε σχέση με αυτούς τους λογαριασμούς. Επειδή όμως υπάρχει η δικογραφημένη θέση ως προς την ανυπαρξία ή όχι, την έκταση ή όχι, των σχετικών συμφωνιών θα παραθέσω και τη μαρτυρία που κατατέθηκε σε σχέση με τα θέματα αυτά. Ο Νικόλαος Ζινιέρης (Μ.Ε.3), λειτουργός στην εταιρεία των εναγόντων είχε όπως είπε άμεση σχέση και χειριζόταν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και 3 από το 1988 μέχρι το
  7. Στις 22.4.1988 υπέγραψε εκ μέρους της τράπεζας τη συμφωνία λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμ.4). Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στην παρουσία του. Ως μάρτυρας των υπογραφών, υπέγραψε η Λεόνη Ζήνωνος (Μ.Υ.7) επίσης υπάλληλος της τράπεζας. Ο εναγόμενος 1 υπέγραψε επίσης στην παρουσία της, όπως είπε. Την υπογραφή της συμφωνίας από τον εναγόμενο 1 στην παρουσία της επιβεβαίωσε και η άλλη μάρτυς των υπογραφών Ελλάδα Καμπανελλά (Μ.Ε.8). Το ίδιο έγινε όπως επιβεβαίωσαν και οι τρεις μάρτυρες με τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 22.4.1988 (Τεκμ.5). Η εναγόμενη 3 υπέγραψε στην παρουσία τους. Και η Λ. Ζήνωνος και η Ε. Καμπανελλά επιβεβαίωσαν ότι γνωρίζουν τους δύο εναγόμενους προσωπικώς ως πελάτες της τράπεζας. Στις 15.3.1991 υπογράφτηκε συνέχισε ο Ν. Ζινιέρης έγγραφο εγγύησης, που εκτελέστηκε από την εναγόμενη 3 ημερ. 15.3.1991 για το ποσό των £6,000 πλέον τόκους, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη 3 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 (Τεκμ.6) Η Ελσα Ιωάννου (Μ.Ε.9) είπε ότι το (Τεκμ.6) υπογράφτηκε στην παρουσία της από την εναγόμενη 3 και η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών. Στις 23.11.1992 ο εναγόμενος 1 υπέγραψε, όπως είπε ο Ν. Ζινιέρης ένα έγγραφο με τίτλο γενικό δικαίωμα επισχέσεως (Τεκμ.8). Η Ε. Ιωάννου επιβεβαίωσε την υπογραφή γιατί, όπως είπε, ο εναγόμενος 1 ήταν γνωστός της και υπέγραψε στην παρουσία της. Στη συνέχεια ο Ν. Ζινιέρης αναφέρθηκε στη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε η εναγόμενη 3 προς όφελος του εναγόμενου 1 ημερ. 15.2.1993 (Τεκμ.7). Η υπογραφή της εναγόμενης 3 επιβεβαιώθηκε ότι έγινε στην παρουσία της από τη Ε. Ιωάννου, μάρτυρα υπογραφής στο έγγραφο. Στις 4.3.1996 η εναγόμενη 3 υπέγραψε, όπως είπε, ο Ν. Ζινιέρης ένα γενικό δικαίωμα επισχέσεως για κάλυψη των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 ημερ. 4.3.1996 (Τεκμ.10). Το ίδιο έγγραφο, γενικό δικαίωμα επισχέσεως, επιβεβαιώθηκε ότι υπέγραψε η εναγόμενη 3 και από την Ε. Ιωάννου, που υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής της εναγόμενης
  8. Στις 31.5.1996 η εναγόμενη 3 υπέγραψε και έτερο έγγραφο γενικό δικαίωμα επισχέσεως ημερ. 31.5.1996 (Τεκμ.9). Στις 15.10.1996, ο εναγόμενος 1, υπέγραψε, όπως είπε ο Ανδρέας Παπαδόπουλος (Μ.Ε.10) επιστολή με την οποία του γνωστοποιούνται οι τραπεζικές διευκολύνσεις (Τεκμ.23). Την ίδια ημερομηνία 15.10.1996, υπογράφτηκε είπε ο Ν. Ζινιέρης συμφωνία δανείου με τον εναγόμενο 1, για ποσό £15,000, πληρωτέο το δάνειο με μηνιαίες πληρωμές (Τεκμ.2). Την ίδια ημερομηνία υπέγραψε εγγύηση η εναγόμενη 3 για όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 μέχρι του ποσού των £60,000 πλέον 8,5% τόκο (Τεκμ. 3). Ως μάρτυρας των υπογραφών, των δύο εναγομένων κατέθεσε η Μαρία Γεωργιάδου (Μ.Ε.6). Οι υπογραφές τέθηκαν στην παρουσία της, όπως είπε. Ο λογαριασμός του εναγόμενου 1 άρχισε είπε ο Ν. Ζινιέρης, να παρουσιάζει προβλήματα από το
  9. Οι καταστάσεις λογαριασμού που περιγράφονται στα Τεκμ.30 και 31 αποστέλλοντο κάθε μήνα στη διεύθυνση του εναγόμενου
  10. Είχε παράλληλα πάρα πολλές επαφές και έστειλε επιστολές προς τον εναγόμενο 1 για σκοπούς εξεύρεσης λύσης των προβλημάτων. Για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 κατατέθηκαν προς όφελος των εναγόντων υποθήκες, όπως ανέφερε ο Αντώνης Δημητρίου (Μ.Ε.1) Διευθυντής του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών στην Πάφο. Στις 13.3.1991 κατατέθηκε η έγγραφος υποθήκη για ποσό £6.000 Υ.419/91 (Τεκμ.19). Στις 15.2.1993 κατατέθηκε έγγραφο υποθήκης για ποσό £8.000 Υ.260/93 (Τεκμ.20). Στις 15.10.1996 κατατέθηκε η έγγραφος υποθήκη για ποσό £19.000 Υ.2076/96 (Τεκμ.21). Και τέλος στις 18.12.1997 κατατέθηκε ακόμη μια υποθήκη με αρ. Υ.2581/97 για ποσό £4.000 (Τεκμ.22). Επειδή συνέχισε ο Ν. Ζινιέρης, ο λογαριασμός του εναγομένου 1 εξακολουθούσε να παρουσιάζει στασιμότητα και πρόβλημα, μετά από δικές του οδηγίες έγινε χρήση των δικαιωμάτων των εναγόντων που πηγάζουν από το γενικό δικαίωμα επίσχεσης (Τεκμ.8). Συγκεκριμένα συνέχισε, στις 28.2.2001 προχώρησαν σε κλείσιμο τριών γραμματίων εμπρόθεσμης κατάθεσης του εναγόμενου 1 (Τεκμ.33, 34 και Τεκμ.35). Με τη ρευστοποίηση των γραμματίων, το συνολικό ποσό των £18,240.69 σεντ κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου
  11. Αντίγραφα των πιστώσεων αυτών στάλησαν, όπως είπε, στη διεύθυνση του εναγόμενου 1 ταχυδρομικώς. (Τεκμ.33Α, 34Α και 35Α). Στις 21.2.2002 οι ενάγοντες και πάλιν με δικές του οδηγίες προχώρησαν σε χρήση των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από το γενικό δικαίωμα επίσχεσης που υπέγραψε η εναγόμενη 3 ημερ. 4.3.1996 και 31.5.1996 (Τεκμ.9 και 10), (Τεκμ. 35, 36, 37 και 38). Με τη ρευστοποίηση των γραμματίων το συνολικό ποσό των £34,374.68 σεντ κατατέθηκε στο λογαριασμό του Εναγόμενου
  12. Αντίγραφο των πιστώσεων αυτών στάληκαν όπως είπε στη διεύθυνση της εναγόμενης 3 ταχυδρομικώς. (Τεκμ. 36Α, 37Α, 38Α). Σε εισήγηση της υπεράσπισης ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου 1 και του ιδίου ότι με την ανάληψη των ποσών που περιγράφονται στα πιο πάνω γραμμάτια οι εναγόμενοι θα είχαν απαλλαγή από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε μια τέτοια συμφωνία γιατί εν πάση περιπτώσει τα ποσά αυτά, όπως είπε, ήταν πολύ μικρότερα από το συνολικό χρέος του εναγόμενου. Ο Δημήτρης Ευαγόρου, Μ.Ε.4, ως Ανώτερος Λειτουργός της τράπεζας των εναγόντων, είπε ότι μεταξύ 1996 και 2002 ήταν Λειτουργός Δανειοδοτήσεων στο κεντρικό κατάστημα της εταιρείας των εναγόντων στην Πάφο και είχε μεταξύ άλλων την εποπτεία των λογαριασμών του εναγόμενου
  13. Επειδή ο λογαριασμός παρουσίαζε πρόβλημα στάληκαν, όπως είπε, διάφορες επιστολές, μεταξύ των οποίων η επιστολή 9.10.2001 (Τεκμ.17 και 18) προς τους εναγόμενους 1 και
  14. Οι επιστολές αυτές είχαν επιστρέψει ως αζήτητες και οι οδηγίες του ήταν να σταλούν οι επιστολές με το κανονικό ταχυδρομείο. Ο Α. Δημητρίου ως υπεύθυνος της Ανάκτησης Χρεών στο υποκατάστημα της Πάφου είπε ότι μετά την επιστροφή διαφόρων επιστολών το 2002 και συγκεκριμένα στις 6.6.2002 είχαν αποσταλεί επιστολές προς τους εναγόμενους 1 και 3 όπως τα (Τεκμ.13 και 14). Για σκοπούς ενίσχυσης της θέσης του ο μάρτυρας κατάθεσε και τα αντίγραφα των συστημένων επιστολών, τα οποία έχουν επιστραφεί ως αζήτητα (Τεκμ.25Α και 25Β). Οι οδηγίες που δόθησαν ήταν να σταλούν οι επιστολές στη συνέχεια με κανονικό ταχυδρομείο, πράγμα το οποίο έγινε είπε ο μάρτυρας, και οι επιστολές αυτές δεν έχουν επιστραφεί. Μετά την απουσία οποιασδήποτε ανταπόκρισης στάληκε, είπε στη συνέχεια και δεύτερη σειρά επιστολών (Τεκμ.15 και 16) ημερ. 19.10.
  15. Οι επιστολές αυτές έχουν επιστραφεί ως αζήτητες δυνάμει των (Τεκμ. 15Α και 16Α). Η τακτική που ακολουθήθηκε είπε ο μάρτυρας ήταν να επανασταλούν οι επιστολές για κανονικό ταχυδρομείο. Στο σημείο αυτό παρεμβάλω τη μαρτυρία του Ανδρέα Θεοδώρου (Μ.Ε.5) ταχυδρομικού υπαλλήλου στο Ταχυδρομείο Πάφου, ο οποίος είπε ότι το (Τεκμ.15Α) ταχυδρομήθηκε στις 11.10.2002 ως συστημένη επιστολή. Στις 14.10.2002 το Ταχυδρομείο Γεροσκήπου άφησε ειδοποιητήριο προς τον παραλήπτη της επιστολής. Στις 30.10.2002 στάληκε και δεύτερη υπενθύμιση και αφού είχαν παρέλθει 15 ημέρες χωρίς να παραληφθεί η επιστολή, εφαρμόζοντας τους κανονισμούς με βάση το Τεκμ.40, η επιστολή επεστράφηκε. Η ίδια διαδικασία εφαρμόστηκε και με το Τεκμ.16Α. Παρόμοια διαδικασία ακολουθήθηκε, όπως είπε ο μάρτυρας, και στις επιστολές Τεκμ.24Α, Β και 25 Α, Β). Ο Δ. Ευαγόρου είπε ότι συνέχισε να έχει επαφές με τον εναγόμενο 1 σε σχέση με τους λογαριασμούς του στην τράπεζα και στις 6.12.2002 ο εναγόμενος του παρέδωσε χειρόγραφη επιστολή, με την οποία εισηγείται την ενοποίηση των υφισταμένων λογαριασμών και πρόταση αποπληρωμής των υπολοίπων μηνιαίως (Τεκμ.39). Ο Παντελής Χαραλάμπους (Μ.Ε.2) διευθυντής του κέντρου διεκπεραίωσης τραπεζικών εργασιών, είπεν ότι ο ίδιος, στηριζόμενος στο ηλεκτρονικό τραπεζικό βιβλίο της τράπεζας, έχει ετοιμάσει τους ανακατασκευασμένους λογαριασμούς που περιγράφονται στο (Τεκμ.11). Οι λογαριασμοί αυτοί διαφοροποιούνται από τους προηγούμενους λογαριασμούς που στάλησαν αναλυτικά στα (Τεκμ.30 και 31), γιατί δεν υπάρχουν και αφαιρέθηκαν οποιεσδήποτε επιπρόσθετες χρεώσεις, όπως ανατοκισμοί, έξοδα μελετών, μικροχρεώσεις και άλλα. Το δε υπόλοιπο κατέληξε είναι αυτό το οποίο παρουσιάζεται στους λογαριασμούς. Το οφειλόμενο, είπε στη συνέχεια ο Α. Δημητρίου και διεκδικούμενο, είναι, αυτό που βασίζεται στους ανακατασκευασμένους λογαριασμούς σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό £69.861.68 σεντ με τόκο 9% επί του ποσού των £64.611,13 με τόκο 1.11.2002 και για το δάνειο το ποσό των £17.171,11 σεντ με τόκο 9% επί του ποσού των £11.770,76 από 1.11.
  16. Ο Α. Δημητρίου κατέθεσε το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας Hellenic Bank Ltd ημερ. 29.5.1974 (Τεκμ.1). Αντίγραφο της απόφασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης 1.6.2005 για την μετονομασία της εταιρείας σε Hellenic Bank Public Company Limited (Τεκμ.27) και το πιστοποιητικό του Εφόρου για την αλλαγή του ονόματος, όπως η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ημερ. 6.6.2005 (Τεκμ.26). Τέλος ο μάρτυρας κατέθεσε βεβαίωση της τράπεζας ότι ο ίδιος είναι διευθυντής εξουσιοδοτημένος να εμφανίζεται στο Δικαστήριο ημερ. 7.12.2005 (Τεκμ.29). Ως τελευταίος μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ο Παναγιώτης Θεοχάρους (Μ.Ε.11), ιδιωτικός επιδότης. Γνωρίζει, όπως είπε, τον εναγόμενο 1 στον οποίο επέδωσε την παρούσα αγωγή για τον εαυτό του και για την, όπως την είχε αποκαλέσει ο εναγόμενος 1, σύζυγο του εναγόμενη 3, στην οδό Θερμοπυλών 15 στη Γεροσκήπου, Πάφος. Κατέθεσε προς τούτο και ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 16.1.2003 (Τεκμ.41). Για σκοπούς υποστήριξης της υπόθεσης τους κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος
  17. Ο Ανδρέας Πανάρης είπε ότι η εναγόμενη 3 είναι φιλενάδα του αλλά δεν μένει μαζί του, έχουν κάποια σχέση, πλην όμως ουδέποτε έδωσε την εντύπωση ότι οι δύο είναι παντρεμένοι. Σε ερώτηση αν χρωστά £81.000 στην τράπεζα ο εναγόμενος 1 είπεν ότι χρωστούσε, πήγε στο Ζινιέρη, του είπε ότι θα πιάσουν τα γραμμάτια και θα ξοφλήσουν. Τα πήραν είπε χαρακτηριστικά, υπέγραψε, απόδειξη όμως δεν πήρε, ο Ζινιέρης του είπεν ξοφλήσαμε και έφυγε. Σε ερώτηση γιατί υπέγραψε το (Τεκμ.39), δηλαδή την επιστολή 6.12.2002, ο μάρτυρας είπε ότι το έκαμε μετά που του είπε ο Σάββας ο τραπεζίτης, για να έχει πιθανότητα να του δώσουν δάνειο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν υπήρξαν ούτε υπάρχουν, συνεπώς δεν μπορούν να διεκδικούν δικαστικά και να προωθούν την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων. Αν το Δικαστήριο συνέχισε, δεχτεί ότι οι ενάγοντες υπάρχουν, αυτοί έχουν παραβεί τις συμφωνίες εγγύησης, υπήρξαν αμελείς δίδοντας παρατάσεις και διαφοροποιώντας τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού και της εγγύησης, σε βαθμό που απαλλάτει την εναγόμενη
  18. Ένα άλλο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της απαίτησης, είπε ο κ. Χουβαρτάς, είναι η απουσία τεκμηρίωσης παραλαβής των επιστολή από την εναγόμενη 3, όπως επίσης και της αγωγής. Οι εναγόμενοι κατέληξε έχουν απαλλαγεί μετά την παραλαβή από τους ενάγοντες το ποσό των γραμματίων που ήταν κατατεθειμένα σε πίστη των εναγομένων. Η επίδοση είναι καλή, αντιπρότεινε, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, κάμνοντας αναφορά στην ένορκη δήλωση και στην επίδοση που έγινε από τον ιδιώτη επιδότη. Δεν έγινε, όπως είπε, καμιά διαδικασία ακύρωσης της επίδοσης. Η λειτουργία και η υπόσταση των εναγόντων ως τράπεζα έχει αποδειχθεί, είπε ο κ. Κακογιάννης. Η άρνηση του εναγόμενου 1 να δώσει οποιαδήποτε απάντηση τεκμηριώνει την ύπαρξη των συμφωνιών που επιβεβαιώνει και η επιστολή του ημε. 6.12.
  19. Οι ενάγοντες, συνέχισε, απέδειξαν την ύπαρξη των συμφωνιών. Αφού δε είπε οι δε επιστολές στάληκαν ταχυδρομικώς και δεν επιστράφηκαν τότε τεκμαίρεται ότι έχουν παραληφθεί. Οι συμφωνίες που υπέγραψαν οι εναγόμενοι σαφώς δίδουν την εξουσία στους ενάγοντες να ενεργήσουν όπως ενήργησαν, κατέληξε επί του προκειμένου ο συνήγορος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα κατηγοροποιήσω τη μαρτυρία αξιολογώντας τους σε ομάδες γιατί έτσι θα είναι πιο εύκολο να γίνει κατανοητή η αξιολόγηση. Η Μαρία Γεωργιάδη, Λεονή Ζήνωνος, Ελλάδα Καμπανελλά και Λίζα Ιωάννου κατέθεσαν για τον περιορισμένο ρόλο που είχαν, να παρίστανται και να υπογράφουν ως μάρτυρες των υπογραφών των συμβαλλομένων. Η μαρτυρία τους πέραν από πειστική, έμεινε και αναντίλεκτη και ως τέτοια την αποδέχομαι. Ο Ανδρέας Παπαδόπουλος, επίσης κατέθεσε ως μάρτυρας του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 14.10.1996 μια επιστολή για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων. Η μαρτυρία του επίσης έμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Ο Παντελής Χαραλάμπους κατέθεσε αντίγραφα των λογαριασμών του εναγόμενου 1, όπως έχουν παραχθεί από το τραπεζικό βιβλίο, η μαρτυρία του οποίου γίνεται αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε ποσώς από τους εναγόμενους, αυτό το σκέλος της μαρτυρίας. Οι πιο πάνω ήταν η πρώτη δέσμη από τους υπαλλήλους των εναγόντων οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Ανδρέας Θεοδώρου, ταχυδρομικός υπάλληλος, κατέθεσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, τη διαδικασία που εφαρμόζεται και εφαρμόστηκε τη συγκεκριμένη περίοδο, σε σχέση με τις επιστολές που έδωσαν οι ενάγοντες στο Ταχυδρομείο για να παραδοθούν στους εναγόμενους. Η μαρτυρία του έμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Ο άλλος μάρτυρας εκτός των υπαλλήλων των εναγόντων ήταν ο Παναγιώτης Θεοχάρους, ιδιωτικός επιδότης. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι ο μάρτυρας είπεν την αλήθεια, ως προς το τι έγινε, όταν έδωσε στον εναγόμενο 1 την αγωγή και για την εναγόμενη
  20. Εν πάση περιπτώσει η απουσία οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου για παραμερισμό της επίδοσης δίδει τη δική του διάσταση επί του θέματος. Τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού την αποδέχομαι. Η άλλη ομάδα υπαλλήλων των εναγόντων με περισσότερη εμπλοκή στην υπόθεση ήταν οι Δημήτρης Ευαγόρου, Νικόλαος Ζινιέρης και Αντώνης Δημητρίου. Ο Δ. Ευαγόρου, ως εμπλεκόμενος επόπτης για τον λογαριασμό του εναγόμενου 1 έδωσε με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του συγκεκριμένου λογαριασμού και τη διαδικασία που ακολούθησαν οι ενάγοντες, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Η επιστολή 6.12.2002 ενισχύει τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Ο πιο άμεσα αναμεμειγμένος την επίμαχη περίοδο λειτουργός των εναγόντων ήταν ο Νικόλαος Ζινιέρης. Από την εποχή της έναρξης της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγόμενου 1 και μετέπειτα με την παραχώρηση του δανείου. Ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην ανάληψη των μετρητών από τον λογαριασμό των εναγομένων, βρίσκω ότι έλεγε την αλήθεια. Η φυσικότητα με την οποία κατέθετε, οδηγούν προς αυτό το συμπέρασμα. Η έκπληξη του μάρτυρα στον ισχυρισμό για συμφωνία εξόφλησης, ήταν εμφανής απόδειξη της ειλικρίνειας του. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι. Εν πάση περιπτώσει δεν τέθηκε στον μάρτυρα πότε έγινε αυτή η διευθέτηση, όταν η ανάληψη των χρημάτων του εναγόμενου 1 έγινε στις 28.2.2001 και της εναγόμενης 3 ένα χρόνο μετά, δηλαδή στις 21.2.
  21. Ο τελευταίος μάρτυρας των εναγόντων που θα αξιολογηθεί είναι ο Αντώνης Δημητρίου, Λειτουργός Ανάκτησης Χρεών. Ο μάρτυρας αυτός έτυχε ευρείας αντεξέτασης, αλλά τελικώς η εμπλοκή του ήταν πολύ μικρή, μικρότερη απότι αρχικώς είχε διαφανεί. Ο μάρτυρας ανέλαβε την παρούσα υπόθεση το
  22. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, ιδιαίτερα ως προς τη διαδικασία αποστολής επιστολών, που επιβεβαιώθηκε, χωρίς αντίκρυση και από τον ταχυδρομικό λειτουργό. Ηταν ο μάρτυρας, πιστεύω ειλικρινής, σε θέματα που δεν γνώριζε και άλλωστε ήταν φυσικό, αφού δεν είχε εμπλοκή και παρέπεμπε στους αρμόδιους λειτουργούς των εναγόντων, κάτι το οποίο ενισχύει την αντίληψη μου για τη θετικότητα της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τον εναγόμενο
  23. Πέραν από τη γενική του άρνηση να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων, μου έδωσε την εντύπωση ότι εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με σαφή πρόθεση να μην πει την αλήθεια. Για οποιοδήποτε θέμα του υποβάλλοντο ερωτήσεις έλεγε δεν απαντώ. Ως προς το θέμα της συμφωνίας με τον Ν. Ζινιέρη, μίλησε γενικά χωρίς οποιαδήποτε λεπτομέρεια. Του είπε, όπως ανέφερε να πιάσει τα γραμμάτια και να εξοφλήσουν. Πότε έγινε αυτή η συμφωνία, ποία γραμμάτια και να εξοφληθεί τι, είναι μερικά από τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα και δεν έχει δώσει οποιαδήποτε ένδειξη για σκοπούς αντίκρυσης τους ο εναγόμενος
  24. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει η μαρτυρία, που δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι το ποσό των γραμματίων του εναγόμενου 1 είχαν αναληφθεί το 2001 και της εναγόμενης 3 το
  25. Πως μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο εναγόμενος 1 ότι η εναγόμενη 3 είναι απλώς μια φιλενάδα του με την οποία δεν διαμένουν μαζί και δεν μιλούν για την υπόθεση. Πως είναι δυνατό να αποδέχεται την ανάληψη των χρημάτων ενός τρίτου προσώπου και μάλιστα η τελευταία να χάνει το ποσό των £34.774,38 σεντ χωρίς να έχει έστω τη συγκατάθεση της. Ακόμα και η εισήγηση του συνήγορου των εναγομένων προς τον Α. Δημητρίου για το θέμα, δεν προσδιόριζε πότε έγινε αυτή η συμφωνία. Περαιτέρω, η προβολή συνδρομής του εναγόμενου 1, που ήταν εισήγηση προς τον Ν. Ζινιέρη, δεν επιβεβαιώθηκε από τον εναγόμενο 1 πότε, πως και κάτω από ποίες συνθήκες έγινε. Είναι δυνατόν κάποιος να συμφωνήσει να απωλέσει πέραν των £50.000 και να μην έχει εξασφαλίσει μια γραπτή βεβαίωση εξόφλησης. Είναι σαφές ότι η εκδοχή αυτή αποτελεί δεύτερη σκέψη του εναγόμενου
  26. Η ύπαρξη της χειρόγραφης επιστολής του ημερ. 6.12.2002, οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα όταν από το περιεχόμενο της επιστολής, κάθε άλλο παρά μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για εξόφληση των όποιων χρεών ιδιαίτερα όταν έγινε η επιστολή τουλάχιστον 10 μήνες μετά την ισχυριζόμενη εξόφληση, όταν τα γραμμάτια της εναγόμενης 3 είχαν ρευστοποιηθεί τον Φεβρουάριο του
  27. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας προς το Δικαστήριο, σε σχέση με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 6.12.2002, τείνει προς αυτή την κατεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει και το σημαντικότερο για το συγκεκριμένο θέμα είναι ότι η εκδοχή αυτή που πρόβαλε ο εναγόμενος 1, δεν τέθηκε στους άμεσα εμπλεκόμενους την εποχή εκείνη, με το λογαριασμό του εναγόμενου 1, δηλαδή τους Δ. Ευαγόρου και Ν. Ζινιέρη. Ακόμα, και για τα γεγονότα που έχουν σχέση με την επίδοση της αγωγής, ο εναγόμενος 1 δεν ήταν διατεθειμένος να πει την πραγματικότητα. Η ανυπαρξία διαδικασίας παραμερισμού της επίδοσης της αγωγής ιδιαίτερα προς την εναγόμενη 3, τείνει προς υιοθέτηση της άποψης ότι η προβολή αυτής της εκδοχής αποτελεί δεύτερη σκέψη και προσπάθεια του εναγόμενου να αποστασιοποιηθεί. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω τον εναγόμενο 1 ανειλικρινή και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Συνακόλουθα βρίσκω ότι η συνεργασία εναγόντων και εναγομένου 1 άρχισε στις 22.4.1988, με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας (Τεκμ.4). Την ιδία ημερομηνία η εναγόμενη 3 υπέγραψε εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 μέχρι του ποσού των £1.000,00 πλέον τόκους (Τεκμ.5). Στις 13.3.1991, η εναγόμενη 3 υπέγραψε νέα εγγύηση για κάλυψη των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, μέχρι ποσού £6.000,00 πλέον τόκους (Τεκμ.6). Την ιδία ημέρα η εναγόμενη 3 αποδέχτηκε την κατάθεση υποθήκης προς όφελος των εναγόντων, (Υ419/91) (Τεκμ.19). Για περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, η εναγόμενη 3 υπέγραψε στις 15.2.1993 νέα εγγύηση, μέχρι ποσού £8.000,00 πλέον τόκους (Τεκμ.7). Ταυτόχρονα την ιδία ημερομηνία αποδέχτηκε κατάθεση υποθήκης επί της περιουσίας της για το ισόποσο (Υ260/93 Τεκμ.20). Στις 14.10.1996, οι ενάγοντες κοινοποιούν στον εναγόμενο 1, επιστολή παροχής νέων διευκολύνσεων περιλαμβανομένου νέου δανείου. Στην ιδία επιστολή περιλαμβάνοντο και οι ζητηθείσες από τους ενάγοντες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. Την επιστολή υπέγραψε αποδεχόμενος ο εναγόμενος 1 (Τεκμ.23). Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω επιστολής-δέσμευσης, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 15.10.1996 τη συμφωνία δανείου ύψους £15000,00 πλέον τόκους (Τεκμ.2). Η εναγόμενη 3 υπέγραψε για όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, εγγύηση ύψους £60.000,00 πλέον τόκους (Τεκμ.3). Την ιδία ημέρα δηλαδή 15.10.1996, η εναγόμενη 3, υπέγραψε συμφωνία κατάθεσης υποθήκης σε βάρος της ακίνητης της περιουσίας, για ποσό £19.000,00 πλέον τόκους (Υ2076, Τεκμ.21). Στη συνέχεια η εναγόμενη 3 υπέγραψε στις 18.12.1997 προς όφελος των εναγόντων και τέταρτη υποθήκη για σκοπούς προσφοράς εγγύησης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, ύψους £4.000,00 (Υ2581/97, Τεκμ.22). Παράλληλα με τα πιο πάνω οι εναγόμενοι 1 και 3 υπέγραψαν προς όφελος των εναγόντων τρία έγγραφα, με τα οποία παραχωρούσαν γενικό δικαίωμα επίσχεσης (23.11.1992 Τεκμ.8, 4.3.1996 Τεκμ.10 και 31.5.1996 Τεκμ.9). Ο λογαριασμός του εναγόμενου 1, παρουσίαζε πρόβλημα και στις 16.3.2000 οι ενάγοντες έστειλαν προειδοποιητική επιστολή (Τεκμ.24) θέτοντας χρονοδιάγραμμα στον εναγόμενο
  28. Ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε και οι ενάγοντες με επιστολή ημερ. 9.10.2001, (Τεκμ.17 και 18) τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού αξιώνοντας πληρωμή. Ακολούθησαν και μεταγενέστερες επιστολές, με τις οποίες οι ενάγοντες γνωστοποιούσαν στους εναγόμενους 1 και 3 την πρόθεση τους για λήψη δικαστικών μέτρων σε περίπτωση μη εξόφλησης. Επιστολή 6.6.2002 (Τεκμ.13 και 14) και επιστολή 10.10.2002 (Τεκμ. 15 και 16). Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 28.2.2001, οι ενάγοντες ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του δικαιώματος επίσχεσης που υπέγραψε στις 23.11.1992 ο εναγόμενος 1 (Τεκμ.8) ρευστοποίησαν υφιστάμενα γραμμάτια και με το ποσό των £18.240,69 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός του εναγόμενου 1 (Τεκμ.33, 34 και 35). Την ιδία διαδικασία ρευστοποίησης των γραμματίων της εναγόμενης 3 εφάρμοσαν οι ενάγοντες με βάση τις πρόνοιες των εγγράφων ημερ. 4.3.1996 και 31.5.1996 (Τεκμ.10 και 9). Με το συνολικό ποσό των £34.374,68 πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός του εναγόμενου
  29. Με γνώμονα το περιεχόμενο των ανακατασκευασμένων λογαριασμών (Τεκμ.11) βρίσκω ότι το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν στις 31.10.
  30. α) για τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 514-01-410085-01 £69.861,68 πλέον τόκους και β) για το λογαριασμό του δανείου με αριθμό 514-31-419985-03 £17.161,11 πλέον τόκους Τα ποσά αυτά εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτα. Το πρώτιστο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η ισχυριζόμενη ανυπαρξία των εναγόντων. Ένα δεδομένο που έχει τη δική του διάσταση είναι η απουσία λήψης από τους εναγόμενους οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου για απόρριψη της αγωγής, αφού όπως ήταν ο ισχυρισμός τους, δεν υφίσταντο, ως οντότητα, οι ενάγοντες. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η Ελληνική Τράπεζα δεν είναι το όνομα που υπάρχει κατατεθειμένο στον Εφορο Εταιρειών. Για την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων, έχω ήδη αποφασίσει στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης που ανέγνωσα προγενέστερα. Εν πάση περιπτώσει η ύπαρξη μιας νομικής οντότητας κρίνεται από τις ενέργειες των διαδίκων. Η όλη δραστηριότητα του εναγόμενου 1, με το να δέχεται επιστολές όπως τα (Τεκμ. 15 και 24) που αναγράφεται στο τίτλο "Hellenic" έχουν τη διάσταση τους. Το σημαντικότερο όμως κατά την άποψη μου είναι η παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων στον εναγόμενο 1 από το
  31. Επιστέγασμα η επιστολή - δέσμευση για τη μελλοντική λειτουργία της σχέσης των διαδίκων που αναγράφεται στην επιστολή ημερ. 14.11.1996 (Τεκμ.23). Πέραν από το ότι χρησιμοποιείται ο τίτλος "Ηellenic" ο ίδιος ο εναγόμενος 1, αναγνωρίζει τη λήψη των υφιστάμενων διευκολύνσεων, τις εγγυήσεις, τη δέσμευση καταθέσεων και την υπογράφει. Ο εναγόμενος 1, έδωσε συγκατάθεση όπως είπε, για λήψη των εμπρόθεσμων καταθέσεων. Εστω και αν δεν έχω δεχθεί την όλη προβαλλόμενη εκδοχή, προς ποίους απευθυνόταν η παροχή δυνατότητας ανάληψης των χρημάτων του. Επίσης ο ίδιος με επιστολή 6.12.2002 απευθύνεται στον τραπεζικό οργανισμό που αναγνωρίζει ότι οφείλει χρήματα. Είναι συνεπώς έκδηλο ότι οι ενάγοντες απέδειξαν ότι λειτουργούσαν και λειτουργούν ως τραπεζικός οργανισμός. (Βλ. KNG Autoparts v. Ιωάννου

(1996), .Α.Α.Δ 689). Το δεύτερο θέμα είναι αν και κατά πόσον οι εναγόμενοι έλαβαν ή όχι τις επιστολές που τους απέστειλαν οι ενάγοντες. Δόθηκε έμφαση από τον συνήγορο των τελευταίων στο στάδιο της ακρόασης η μη παραλαβή των συστημένων επιστολών. Η διαδικασία που ακολούθησαν οι ενάγοντες και αναλύθηκε από τους Δ. Ευαγόρου και Αν. Δημητρίου δεν αμφισβητήθηκε, ότι δηλαδή μετά την επιστροφή ως αζήτητων των επιστολών, προχωρούσαν οι ενάγοντες σε ταχυδρόμηση τους με κανονικό ταχυδρομείο. Η προσπάθεια επίδοσης των επιστολών με τη μέθοδο του «συστημένου», επιβεβαιώθηκε χωρίς αντίκρυση από τον Α. Θεοδώρου, ταχυδρομικό υπάλληλο. Εν πάση όμως περιπτώσει, η δέσμευση των εναγόντων με βάση τις συμφωνίες τρεχούμενου δανείου και εγγυήσεων ήταν η αποστολή επιστολής μέσω του συνήθους ταχυδρομείου. Η αποστολή βεβαιώθηκε. Η μη επιστροφή των επιστολών που στάληκαν με τον σύνηθες ταχυδρομικό τρόπο, τεκμηριώθηκε. Η υποχρέωση των εναγόντων, και πάλιν με βάση τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ήταν η αποστολή γνωστοποιήσεων και επιστολών στη δοθείσα ή τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων 1 και 3 (άρθρο 13 Τεκμ.4 και άρθρο 20 Τεκμ.5). Η διεύθυνση που βρέθηκε ο εναγόμενος 1 και του επιδόθηκε η αγωγή, ήταν η Θερμοπυλών 15 Γεροσκήπου. Η αποδεχθείσα μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη Παναγιώτη Θεοχάρους επιβεβαιεί ότι οι επιστολές είχαν σταλεί στη σωστή διεύθυνση. Από τη στιγμή που στάληκαν ταχυδρομικώς και δεν επιστράφηκαν τεκμαίρεται ότι έχουν ληφθεί από τον παραλήπτη. Συνεπώς βρίσκω ότι ο τερματισμός των διευκολύνσεων που έγινε από τους ενάγοντες με τις επιστολές ημερ. 9.10.2001, όπως και οι επόμενες 6.6.2002 και 10.10.2002 έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Ενεργοποιείται δηλαδή το τεκμήριο του άρθρου 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1, (βλ. Βαβατσινιώτης ν. White Knight Πολ. Εφ. 12104, ημερ. 26.9.2006). Συνακόλουθα βρίσκω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων 1 και 3 και εκδίδεται: α) Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 και της εναγομένης 3, κεχωρισμένως και αλληλεγγύως για το ποσό των £69.861,68 πλέον τόκο προς 9% από 1.11.2002 επί ποσού £64.611,13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και β) Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 1 και της εναγομένης 3, κεχωρισμένως και αλληλεγγύως για το ποσό των £17.770,76 πλέον τόκο προς 9% από 1.11.2002 επί ποσού £11.161,11 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Με γνώμονα τη θετική κατάληξη της απαίτησης η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπόθεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 3. (Υπ.) .......... Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.