Χάρη Παυλή ν. Φοίβος Αντωνίου Αυστραλού, Aρ. Αγωγής 162/2004, 27.3.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής 162/2004 Μεταξύ: Χάρη Παυλή, από την Πάφο Ενάγοντα Και Φοίβος Αντωνίου Αυστραλού, από την Πάφο Εναγόμενου -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21.12.2006 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.3.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο - αιτητή: κ. Αριστοτέλης Βρυωνίδης Για τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση: κ. Νικολάου για κ. Μιχ. Κυπριανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση της οποίας ο εναγόμενος επιδιώκει τον παραμερισμό, εκδόθηκε εναντίον του και στην απουσία του στις 2.5.2006, και αφορά Η το ποσό των Λ.Κ. 14.850 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 27.1.2004 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ως νομική βάση τις Δ.33, Δ.26, Δ.17 Θ.10 και Δ.48 Θ.1 - 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση, στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 17 λόγοι ένστασης. Υποστηρίζει ο ενάγοντας ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, πως δεν πληρούνται οι προυποθέσεις των Δ, Δ.33, Δ.26, Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση, ότι η αίτηση παραβιάζει θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα του ενάγοντα, πως πλήττεται ο σκοπός και η επιδίωξη για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και αυτή βρίσκεται εκτός των προνοιών της Δ.33 θ.5, πως υπήρξε ασυγχώρητη συμπεριφορά εκ μέρους του αιτητή και/ή των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν, επιδείχθηκε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστική διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντα, δεν είναι εύλογος ή σοβαρός ο λόγος απουσίας του συνηγόρου του ενάγοντα κατά την ημέρα της ακρόασης, επιδείχτηκε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια προς την δικαστική διαδικασία και συμπεριφορά μη ενδιαφέροντος για την προώθηση της υπόθεσης από την πλευρά του εναγόμενου και/ή των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν, δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επανανοιχθεί η υπόθεση, οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 2.5.2006 δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, ο εναγόμενος δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση, οι συνέπειες που θα επέλθουν στον ενάγοντα από τυχόν παραμερισμό της απόφαση δεν μπορούν αν αντισταθμιστούν με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί των όσων ο αιτητής και ο καθ' ου η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας τουλάχιστον και ειδικότερα της δικασίμου εκείνης της ημέρας που οδήγησε στην έκδοση της επιδιωκόμενης να ακυρωθεί απόφασης. Θεωρώ επίσης σκόπιμο να παραθέσω ολόκληρο το ιστορικό της υπόθεσης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 27.1.2004 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 29.1.
- Ο ενάγοντας την ίδια ημέρα με την καταχώρηση της αγωγής αποτάθηκε με μονομερή αίτηση του και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, το οποίο στις 5.3.2004 μετά από ακροαματική διαδικασία ακυρώθηκε. Ο εναγόμενος την 9.7.2004 καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή ενώ παρέλειψε να καταχωρήσει την έκθεση υπεράσπισης του και να εμφανιστεί σε αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 3.6.2004 οπόταν ο ενάγοντας στις 20.9.2004 πέτυχε την έκδοση απόφασης εναντίον του. Στις 15.11.2004 ο εναγόμενος αποτάθηκε με αίτηση του και πέτυχε τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 20.9.
- Στις 11.10.2005 ο εναγόμενος καταχώρησε την υπεράσπιση του και η υπόθεση μετά από αίτηση ορισμού του ενάγοντα ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά στις 28.11.
- Στις 28.11.2008 εμφανίστηκε ο κ. Κ. Σιαηλής εκ μέρους του δικηγόρου του εναγόμενου και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 2.5.
- Κατά την 2.5.2006 ημερομηνία ακρόασης της αγωγής, ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί και ο ενάγων πέτυχε στην απουσία του την έκδοση απόφασης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 21.12.2006 δηλαδή 7 μήνες και 19 ημέρες μετά την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής και έκδοσης της απόφασης. Το ζήτημα του χρόνου καταχώρησης της αίτησης σε συσχετισμό με τις πρόνοιες της Δ.33 θ.5 θα απασχολήσουν το δικαστήριο κατωτέρω. Καθίσταται εμφανές, εφόσον η απόφαση της οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός, εκδόθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής, πως το ζήτημα του παραμερισμού της διέπεται από την Διαταγή 33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι από τις διαταγές 17 και 26 τις οποίες ο αιτητής συμπεριλαμβάνει στην νομική βάση της αίτησης του. Η Δ.17 θ.10 και η Δ.26 θ. 14 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση εφόσον η μεν πρώτη καλύπτει τις περιπτώσεις όπου υπάρχει παράλειψη εμφάνισης στην διαδικασία και η δεύτερη τις περιπτώσει όπου υπάρχει παράλειψη καταχώρησης δικογράφων. Η πιο πάνω διαπίστωση απαντά και στον Δ. λόγο της ένστασης του ενάγοντα, ο οποίος κρίνεται ανεδαφικός εφόσον η Δ.33 περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης. Ως λόγος ένστασης προβάλλεται από τον ενάγοντα ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.33 θ.
- Η διαταγή 33 θ.5 προβλέπει τα ακόλουθα: «Οιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση» Προκύπτει από το πιο πάνω ξεκάθαρο λεκτικό της Δ.33 θ.5, έχοντας υπόψη και τον χρόνο ακρόασης της αγωγής, ότι η αίτηση του εναγόμενου είναι εκπρόθεσμη και εκτός των προνοιών της. Αν ακόμη και σε αυτό το στάδιο υποθέσω ότι πράγματι ο εναγόμενος έλαβε γνώση ως προς την έκδοση της επίδικης απόφασης στις 7.12.2006, αυτός δεν αποτάθηκε στο δικαστήριο για να του δώσει παράταση χρόνου για σκοπούς καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Παρά το ότι θεωρώ ότι ως εκπρόθεσμη η αίτηση του εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί έχοντας υπόψη την σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ.Θεμιστολής Σωλομού ν. Ιάκωβου Πέτρου Πολ. Εφεση 11723 ημερ. 15.6.2005) θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που έχουν καλά θεμελιωθεί και αφορούν αυτού του είδους τις αιτήσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές όμως που διέπουν την εφαρμογή της Δ.33 Θ.5 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.17 Θ.10 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Αρχίζοντας από το δεύτερο, κρίνω ότι οι οποίες δικαιολογίες δόθηκαν και αφορούν παραλείψεις των δικηγόρων, των γραμματέων και του δικηγορικού γραφείου επίδοσης του δικηγόρου του εναγόμενου δεν δύναται να οδηγήσουν σε ανατροπή της εκδοθείσας απόφασης για του λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω. Στις υποθέσεις Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πανω) λέχθηκε πως η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για τη ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης του και επίσης το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί κατά την ημερομηνία ακρόαση της αγωγής στις 2.5.2005 έγιναν προσπάθειες ανεύρεσης του συνηγόρου του εναγόμενου και προς τούτο έγιναν σχετικές ανακοινώσεις οπόταν στην μη ύπαρξη εμφάνισης στις 11:00 προχώρησε η διαδικασία στην απουσία του εναγόμενου και εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Με έκπληξη άκουσα τον συνήγορο του αιτητή, να αναφέρει ότι κατά την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής, θα μπορούσε η πλευρά του ενάγοντα ενόψει της κοντινής απόστασης του γραφείο του κ. Σιαηλή από το δικαστήριο (30 μέτρα), να τον ειδοποιήσουν για να εμφανιστεί στην υπόθεση. Τέτοια υποχρέωση ασφαλώς και δεν είχαν. Από την άλλη υποστήριξε ουσιαστικά πως αποτελεί ένα λυπηρό γεγονός ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα ότι στις 2.5.2004 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου, θεωρώντας κατά αυτό τον τρόπο ότι ο ενάγων ή ο δικηγόρος του είχαν μια τέτοια υποχρέωση και επί αυτού του σημείου απαντώ ότι καμία τέτοια υποχρέωση δεν είχαν. Αλλωστε ο ίδιος ο εναγόμενος ή ο δικηγόρος του δεν επικοινώνησε όπως φάνηκε σε καμία περίπτωση με τον αντίδικο συνάδελφο του, ή με το πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου για να ενδιαφερθούν για την πορεία της υπόθεσης, που τόσο ταλαιπωρούσε τον εναγόμενο και για την οποία μάλιστα έδειχνε όπως υποστήριξε αυξημένο ενδιαφέρον, παρόλα αυτά από την ημέρα καταχώρησης της υπεράσπισης του ουδέν φαίνεται να τον απασχόλησε παρά μόνο φάνηκε να ταράζετε όταν έλαβε ειδοποίηση αναφορικά με το ένταλμα κινητών που εκκρεμούσε εναντίον του. Με την ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως η αμέλεια και/ή η πλήρης αδιαφορία της συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε στο αρχικό στάδιο είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 20.9.2004, απόφαση η οποία μετά τον διορισμό του νέου δικηγόρου του και αφού έγιναν οι δέουσες δικονομικές διαδικασίες παραμερίστηκε με απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 21.4.2005 και δόθηκαν σχετικές οδηγίες για πληρωμή των εξόδων και την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης. Ενδεικτικό της αδιαφορίας που ο εναγόμενος γενικά υπέδειξε για την υπόθεση του είναι και ο χρόνος καταχώρησης της υπεράσπισης του μετά τον παραμερισμό της πρώτης απόφασης. Ενώ υποστηρίζει πως τα έξοδα της διαδικασίας είχαν καταβληθεί και παράλληλα είχε καταχωρηθεί η υπεράσπιση του, δεν έχει αντικρούσει με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό του ενάγοντα στην ένορκη του δήλωση ότι τα έξοδα πληρώθηκαν στις 19.7.2005, πράγμα που δείχνει ότι υπεράσπιση του που καταχωρήθηκε στις 11.10.2005 δεν μπορεί θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε παράλληλα με την πληρωμή των εξόδων αλλά σχεδόν 3 μήνες μετά από αυτή. Οι εντυπώσεις που ο εναγόμενος προσπαθεί να δημιουργήσει για το σχετικό με την υπόθεση ενδιαφέρον του δεν βρίσκουν έρεισμα την παρούσα περίπτωση όπου ολόκληρο το ιστορικό της υπόθεσης χαρακτηρίζεται από παραλείψεις, αμέλειες και καθυστερήσεις. Υποστηρίζει ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωση του, ότι έκτοτε (δηλαδή από την καταχώρηση της υπεράσπισης του), σύμφωνα με τον δικηγόρο του αναμένετο η καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπισης ή απευθείας αίτηση για ορισμό. Υποστηρίζει πως για πρώτη φορά, μετά δηλαδή από την καταχώρηση της υπεράσπισης του, στις 7.12.2006 ειδοποιήθηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του και ήταν τότε που αναστατώθηκε πάρα πολύ ενόψει της «προιστορίας» της υπόθεσης. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ως προς την ιδιαίτερη ανησυχία του για την υπόθεση του δεν με πείθει, αφού ο εφησυχασμός του μέχρι τις 7.
- 2006 δείχνει μάλλον πλήρη αδιαφορία. Πως είναι δυνατό ενόψει και των όσων προηγήθηκαν στην παρούσα υπόθεση, να αναμένει 14 μήνες χωρίς να ενδιαφερθεί για την υπόθεση του, έχοντας υπόψη ότι με την πάροδο του χρόνου για την καταχώρηση της απάντησης του ενάγοντα στην υπεράσπιση του τα δικόγραφα θεωρούντο κλειστά και ως εκ τούτου αφού παρήλθε και η προθεσμία του ενός μηνός που η Διαταγή 31 θ.2 προβλέπει θα μπορούσε ο ίδιος να αποταθεί για τον ορισμό της υπόθεσης του ή να ζητήσει την απόρριψη της λόγω παράλειψης προώθησης της. Το γεγονός ότι για 14 μήνες δεν έκανε οτιδήποτε για την υπόθεση του και ανάμενε τις εξελίξεις δεν με έχει πείσει η εκδοχή που προσπαθεί να παρουσιάσει ότι είχε πάντοτε και έδειχνε αμείωτο ενδιαφέρον για την υπόθεση του. Το όλο ζήτημα σύμφωνα με τον εναγόμενο, εντοπίζεται στο πως η μη εμφάνιση τόσο του ιδίου όσο και του συνηγόρου του στις 2.5.2006 οφειλόταν καθαρά σε λάθος του δικηγορικού γραφείου του κ. Σιαηλή, ο οποίος εκ παραδρομής δεν είχε ενημερώσει το γραφείο του κ. Βρυωνίδη για την εν λόγω ημερομηνία. Να σημειωθεί ότι σε ότι αφορά την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για οδηγίες, και την γνώση του δικηγόρου του εναγόμενου και συνεπακόλουθα του ιδίου του εναγόμενου παραμένει ένα κενό εφόσον από τις παρ. 15 και 16 της ενόρκου δηλώσεως δεν αφήνει να νοηθεί ξεκάθαρα ότι δεν είχαν ενημερωθεί από τον κ. Σιαηλή ή το γραφείο του που ήταν το γραφείο επιδόσεως του κ. Βρυωνίδη ως προς την ημερομηνία αυτή, το ίδιο κενό παραμένει και από την ένορκη δήλωση του κ.Σιαηλή ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε ενημέρωση για την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής δηλαδή για τις 2.5.
- (το γεγονός ότι η 2.5.2005 ήταν η πρώτη ημέρα μετά τις διακοπές του Πάσχα που άνοιξαν τα δικαστηρίου ουδεμία σημασία έχει) αλλά καμία αναφορά δεν κάνει για την ημερομηνία 28.11.
- Ο κ. Σιαηλής, με την ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την αίτηση του εναγόμενου, παρά το ότι εμφανίστηκε στις 28.11.2005 και έλαβε την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση μετατοπίζει αόριστα την υποχρέωση ενημέρωσης του κ. Βρυωνίδη στο γραφείο του, χωρίς να αναφέρει σε ποιον από το γραφείο του έδωσε τις σχετικές οδηγίες να ενημερώσει τον κ. Βρυωνίδη, έχοντας υπόψη ότι σχετικά με την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση γνώριζε μόνο ο ίδιος. Επίσης με βάση την πιο πάνω διαπίστωση, ως προς το κενό που αφορά την γνώσης της ημερομηνίας 28.11.2005 από τον συνήγορο του εναγόμενου, τίθεται και το ερώτημα ποιος τελικά δεν ενημέρωσε το γραφείο του κ. Βρυωνίδη αναφορικά με την ημερομηνία 28.11.2005 εφόσον σύμφωνα με την αίτηση ορισμού φαίνεται να έλαβαν γνώση τα μέρη; Ενώ παράλληλα δημιουργείται και το ερώτημα αν ενημερώθηκε τελικά ο κ. Βρυωνίδης για την ημερομηνία 28.11.2005 γιατί δεν ενδιαφέρθηκε μετά τις 28.11.2005 ο κ. Βρυωνίδης να πληροφορηθεί τι έγινε με την υπόθεση; Από την υπόθεση Grand Metropolitan Co v. Evans (C.A)
(1992)1 W.L.R. 1191, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ρουβανιάς, συνάγεται ως γενικός κανόνας ότι υπάρχει ταύτιση συμφέροντος μεταξύ του διαδίκου και του δικηγόρου του, ως εκ τούτου οι ενέργειες των συνηγόρων του εναγόμενου στην προκειμένη περίπτωση ταυτίζονται με αυτές του ίδιου του εναγόμενου και δεν δύναται να υποστηριχθεί όπως άλλωστε υποστηρίχθηκε ότι η ευθύνη του ιδίου του εναγόμενου και στις δύο περιπτώσεις είναι μηδενική. Αυτό προκύπτει από το πιο κάτω απόσπασμα όπως λέχθηκε στην Ρουβανιάς: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια η παράλειψη του δικηγόρου του για να πετύχει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημα τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομής της δικαιοσύνης και συνεπακόλουθα το κύρος μας. Μας ενισχύουν σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Από την υπόθεση The Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports May 15 1992: ¨The Court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded¨ Βλέπε επίσης Πολιτική Εφεση 9626 Μιχαηλίδης ν. Χρίστου ημερ. 25.11.1997 και Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064 Κληρίδης ν. Σταυρίδη ημερ. 21.10.97 Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Εχοντας υπόψη το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μουγής ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996), 1 ΑΑΔ 997 (βλέπε σελ.1004), βρίσκει έρεισμα και μπορεί να υιοθετηθεί αυτούσιο. «Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και όλης της διαγωγής του εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντίδικου για εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους έθετε σε χλευασμό.» Εν συνεχεία εξετάζοντας το θέμα της προβολής υπεράσπισης, σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπισης, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα να Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Εφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996. «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Εχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, εξετάζοντας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου παρατηρώ ότι προβάλλονται γεγονότα τα οποία αφορούν την ανάκληση της εντολής που έδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα για την πώληση του ακινήτου του και ισχυρισμοί ότι ο αγοραστής που τελικά αγόρασε το ακίνητο του δεν του ανάφερε (στον εναγόμενο) ότι το ενδιαφέρον του για το κτήμα έγινε μέσω κτηματομεσίτη. Επίσης ο εναγόμενος, γεγονός το οποίο ο ενάγοντας δεν αρνείται στην ένορκη του δήλωση, αλλά μάλλον το αποδέχεται, ισχυρίζεται ότι κατά την μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ονόματι των αγοραστών, ο διευθυντής τους αρνήθηκε και δήλωσε πως δεν υπήρξε ανάμιξη κτηματομεσίτη στην πώληση του ακινήτου. Κρίνεται συνεπώς ότι ο εναγόμενος αιτητής έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση τονίζοντας και πάλι ότι τα πιο πάνω εξακολουθούν να αποτελούν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, χωρίς να εξετάζεται αν είναι πράγματι αληθείς καθότι αυτό θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας έξω από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της (βλ. Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd πιο πάνω). Παρά την πιο πάνω διαπίστωση κρίνω ότι το ιστορικό της υπόθεσης και εν γένει η πορεία της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η διαγωγή του εναγόμενου υπό τις περιστάσεις είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκου του οπόταν η κρινόμενη περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας για τους λόγους που έχω πιο πάνω εκθέσει και ειδικότερα λόγω της καταφρονητικής στάσης του αιτητή προς τους Θεσμούς, όπως πιο πάνω από τα γεγονότα διαφαίνεται, ότι υπήρξε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους έχω αναφέρει και επεξηγήσει την παρούσα απόφαση έχω καταλήξει ότι η αίτηση του εναγόμενου - αιτητή δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο