← Κύπρος

Ιωάννης Ερωτοκρίτου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Olena Dzhambaz ν. Rexter Brian, Αρ. Αγωγής: 1648/04, 30.3.2007

Ιωάννης Ερωτοκρίτου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Olena Dzhambaz ν. Rexter Brian, Αρ. Αγωγής: 1648/04, 30.3.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1648/04 Μεταξύ: Ιωάννης Ερωτοκρίτου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Olena Dzhambaz τέως από την Ουκρανία Ενάγοντα και Rexter Brian Εναγομένου και Ανδρέα Πέτσα Τριτοδιαδίκου ------------------------------------- Ημερομηνία: 30.3.2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Ερωτοκρίτου με κ. Α. Πολυδώρου (κ. Α. Πολυδώρου για να ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Δημητριάδης (κ. Ζαννούπας για να ακούσει απόφαση) Για τον Τριτοδιάδικο: κ. Τ. Χριστοφόρου (κ. Π. Μιχαηλίδης για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο διαχειριστής της περιουσίας της Olena Dzhambaz τέως από την Ουκρανία αξιώνει προς όφελος της περιουσίας και των γονέων της οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ήταν εξαρτώμενα από αυτή πρόσωπα αποζημιώσεις λόγω του θανάτου της που προκλήθηκε από τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 18.6.2003. Μοναδικό θέμα που παρέμεινε προς εκδίκαση ήταν κατά πόσον η αποβιώσασα πριν το θάνατο της εργαζόταν κερδίζοντας σταθερό εισόδημα και εάν υπήρχε σχέση εξάρτησης των γονέων της από αυτή. Και τούτο γιατί από την αρχή της διαδικασίας δηλώθηκε σαν παραδεκτό γεγονός ότι η αποβιώσασα δεν έφερε καμία ευθύνη για το δυστύχημα ενώ στη συνέχεια ο καταμερισμός της ευθύνης συμφωνήθηκε μεταξύ Εναγομένου και Τριτοδιαδίκου και καθορίσθηκε στο 50% για τον κάθε ένα. Συμφωνήθηκε επίσης και δηλώθηκε σαν παραδεκτό το ύψος των εξόδων της διαχείρισης το οποίο καθορίσθηκε στις £1.150.00.- συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. όπως και το ύψος των εξόδων κηδείας που καθορίσθηκε στις £1.850.00.- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η Ελπινίκη Κρητιώτου, ο Valeriy Dzhambaz, η Olena Dzhambaz και η Natalia Papakitse ενώ η πλευρά του Εναγομένου και του Τριτοδιαδίκου δεν παρουσίασαν καμία μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί στηρίζοντας με επιχειρήματα τις αντίστοιχες θέσεις. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης η οποία κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ΄ ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου

(1983)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Knoreva,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ, 454, Theomaria Estates v. Mason Samuel κ.α.,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 256 και έχοντας υπόψη όλη τη δοθείσα μαρτυρία όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Η Μ.Ε.1 Ελπινίκη Κρητιώτου μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης της απαντούσε με σαφήνεια και σταθερότητα χωρίς να διστάζει, να σκέφτεται και να υπολογίζει τις απαντήσεις που έπρεπε να δώσει. Αρνήθηκε ότι εργοδοτούσε την αποβιώσασα και ισχυρίσθηκε ότι όταν αυτή επισκεπτόταν το εστιατόριο το οποίο διατηρούν μαζί με τον σύζυγο της για να δει μια φίλη της που εργαζόταν εκεί, η αποβιώσασα τους βοηθούσε όταν υπήρχε δουλειά και γι' αυτό της έδινε τα φιλοδωρήματα τα οποία δεν ήταν σταθερά. Αντίθετους επί του θέματος ισχυρισμούς προέβαλαν οι Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 που υποστήριξαν ότι η αποβιώσασα εργαζόταν κανονικά στο εστιατόριο της Μ.Ε.
  1. Οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε. 3 επέμεναν ότι η κόρη τους κέρδιζε από την εργασία της ποσό £60.00.- εβδομαδιαία και παράλληλα φοιτούσε τα πρωϊνά σε σχολή κομμωτικής. Τα χρήματα που κέρδιζε τα παρέδιδε στη μητέρα της και η τελευταία έδιδε στη θυγατέρα της όταν και όσα χρειαζόταν. Οι γονείς της Olena (Μ.Ε. 2 και Μ.Ε. 3) δεν με έπεισαν ότι ήταν ειλικρινείς όταν έλεγαν ότι η κόρη τους εργαζόταν. Αντίθετα σχημάτισα την άποψη ότι δεν είπαν την αλήθεια για το πιο πάνω θέμα. Η προσπάθεια τους να παρουσιάσουν την οικονομική κατάσταση της οικογένειας με τον τρόπο που ο καθένας έκρινε ότι εξυπηρετούσε την υπόθεση και η γενικότερη στάση και συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν τέτοιες που καταδείκνυαν μια επιτηδευμένη επί του θέματος προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων ανάφεραν. Εκτός του ότι η μαρτυρία τους στο σημείο αυτό είναι διαμετρικά αντίθετη με αυτή της Μ.Ε. 1 την οποία η πλευρά του Ενάγοντα κάλεσε σαν μάρτυρα στο Δικαστήριο και της οποίας η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, επιπρόσθετα το ύφος και ο τρόπος που απαντούσαν σε συσχετισμό με κάποιες αντιφάσεις που περιέχονται στο σύνολο της μαρτυρίας τους δεν με έπεισαν για την αλήθεια του πιο πάνω ισχυρισμού τους. Παρά το ότι ισχυρίσθηκαν ότι η αποβιώσασα κάθε εβδομάδα όταν πληρωνόταν παρέδιδε στη μητέρα της όλο το ποσό των χρημάτων που κέρδιζε από την εργασία της, δεν ανάφεραν ότι από το ποσό που η μητέρα είχε υπό τη φύλαξη της, έδιδε στη θυγατέρα της το ποσό των διδάκτρων. Και αυτό σε αντίθεση με άλλα ποσά που όπως ισχυρίσθηκαν της έδιδαν όταν χρειαζόταν. Προέβαλαν τη θέση ότι από τα χρήματα της αποβιωσάσης πλήρωναν το ενοίκιο και τη διατροφή τους. Ο ισχυρισμός τους αυτός σε συσχετισμό με τους λοιπούς ισχυρισμούς που προέβαλαν για το ύψος του ποσού που η αποβιώσασα κέρδιζε και ήταν όπως είπαν £60.00.- εβδομαδιαία και το ύψος των διδάκτρων που ήταν £170.00.- μηνιαία, δημιουργούν το ερώτημα ποιο ικανοποιητικό υπόλοιπο τελικά απέμενε από το κερδαινόμενο κατά τους ισχυρισμούς τους εισόδημα μετά την πληρωμή των διδάκτρων, έτσι ώστε να μπορούν να το χρησιμοποιούν είτε για πληρωμή ενοικίου είτε για διατροφή. Ενώ ο Μ.Ε. 2 ανάφερε ότι από τα χρήματα που κέρδιζε η αποβιώσασα «κάποτε» πλήρωνε για το ενοίκιο του διαμερίσματος, για τη διατροφή ή άλλες τους ανάγκες, η Μ.Ε. 3 είπε ότι επειδή την περίοδο εκείνη η ίδια δεν εργαζόταν, με τα χρήματα αυτά πλήρωναν το ενοίκιο του διαμερίσματος και τη διατροφή τους. Ενώ ο Μ.Ε. 2 ανάφερε ότι σαν οικογένεια αποταμίευαν £300.00.- μηνιαία, η Μ.Ε.3 αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Όταν της επισημάνθηκε η διαφορετική θέση που έδωσε στο σημείο αυτό ο Μ.Ε. 2, προσπάθησε να προσαρμόσει τη δική της απάντηση στη δική του λέγοντας ότι όσα χρήματα κατάφερναν να αποταμιεύσουν τα ξόδευαν στη συνέχεια όταν δεν είχαν δουλειά. Ενώ ο Μ.Ε. 2 ανάφερε ότι η Μ.Ε. 3 εργαζόταν αν και όχι συνέχεια, η ίδια προσπάθησε να δώσει διαφορετική εικόνα για το θέμα λέγοντας ότι τον περισσότερο χρόνο δεν εργαζόταν γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ενώ ο Μ.Ε.2 είπε ότι σήμερα η σύζυγος του, Μ.Ε. 3, εργάζεται τρεις μέρες της εβδομάδας, η ίδια ανάφερε ότι εργάζεται μόνο δύο ενώ στη συνέχεια διαφοροποιώντας και πάλι την απάντηση της είπε ότι δεν εργάζεται καθόλου. Αξίζει επίσης περαιτέρω να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε. 2 παρουσιάσθηκε να έχει επιλεκτική μνήμη σε σχέση με το ποσό που έδιδε στη κόρη του όταν αυτή χρειαζόταν χρήματα, ενώ η Μ.Ε. 3 δεν απαντούσε με σταθερότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, στοιχεία που και αυτά σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω κλονίζουν την αξιοπιστία τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία, απορρίπτω τη μαρτυρία τους εκτός του ότι από το δυστύχημα η θυγατέρα τους Olena Dzhambaz που ήταν το μοναδικό τους παιδί, τραυματίσθηκε και έχασε τη ζωή της και ότι πριν το θάνατο της φοιτούσε σε σχολή κομμωτικής. Περαιτέρω από τη μαρτυρία του Μ.Ε. 2 αποδέχομαι ότι κάθε μήνα εξοικονομούσαν ποσό £300.00, ότι έδιδε χρήματα στην αποβιώσασα όταν αυτή χρειαζόταν και ότι ο ίδιος της αγόρασε τα εργαλεία που χρειαζόταν για τη φοίτηση της στη σχολή κομμωτικής. Σαν Μ.Ε. 4 κατάθεσε τέλος η Natalia Papakitse η οποία υποστήριξε ότι η αποβιώσασα εργαζόταν μαζί της στο εστιατόριο που διατηρεί η Μ.Ε. 1 για περίοδο τεσσάρων μηνών. Αυτή δεν μου έκαμε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Καθυστερούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, προφανώς σκεπτόμενη την απάντηση που έπρεπε να δώσει και συνέχεια απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Πιεζόμενη σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης από τον συνήγορο του Εναγομένου ο οποίος και της υπέβαλε ότι καθοδηγήθηκε από τους γονείς της αποβιωσάσης να πει ότι εργαζόταν μαζί με την κόρη τους, ήταν έκδηλα αμήχανη και ταραγμένη, στοιχεία βέβαια που δεν εμφαίνονται από τα στυγνά πρακτικά. Δεν μπόρεσε περαιτέρω να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί η αποβιώσασα δεν βρισκόταν στη δουλειά της την ώρα του δυστυχήματος. Γενικότερα το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε μου δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια αλλά μόνο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα στην υπόθεση του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της. Σε σχέση με το χρόνο που έγινε το δυστύχημα θα πρέπει να αναφερθεί ότι στα δικόγραφα αναφέρονται τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Ενώ στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα σαν ημερομηνία που επεσυνέβη αναφέρεται η 18.6.2003, στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται η 18.6.
  2. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του παραδεχόμενος ότι το δυστύχημα έλαβε χώρα αναφέρει σαν ημερομηνία επέλευσης του την 18.1.
  3. Παρά τα πιο πάνω ενόψει του περιεχομένου του πιστοποιητικού θανάτου που κατατέθηκε σαν Τεκμήριο 1, στο οποίο καταγράφεται σαν ημερομηνία θανάτου η 19.6.2003, του ότι δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η επέλευση του δυστυχήματος και η πρόκληση του θανάτου της Olena Dzhambaz από αυτό, αποδέχομαι ότι αυτό επεσυνέβη στις 18.6.2003 με εμπλεκόμενα τα αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής ΗΧΚ 261 και ΕΧΧ 716 και οδηγούς τον Εναγόμενο και τον Τριτοδιάδικο αντίστοιχα. Από το δυστύχημα η αποβιώσασα η οποία επέβαινε στο αυτοκίνητο του Τριτοδιαδίκου τραυματίσθηκε και απεβίωσε στις 19.6.
  4. Στην υπόθεση Θεοφάνης Καζάκου v. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α. 2000
(1)Α.Α.Δ. 1626 στην οποία έγινε εκτεταμένη ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα των αποζημιώσεων λόγω θανάτου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 34
(2)(α) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189, (όπως έχει τροποποιηθεί) με τον Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών (Τροποποιητικό), Νόμο αρ. 157/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος, (που δεν συμπεριλαμβάνουν οποιεσδήποτε παραδειγματικές αποζημιώσεις ούτε και οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μετά το θάνατό του). Το άρθρο επιτρέπει την καταχώρηση αγωγής εκ μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος για την είσπραξη αποζημιώσεων για απώλειες που είχαν δημιουργηθεί πριν από το θάνατο, εξαιρουμένων αποζημιώσεων για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement). Οι αποζημιώσεις που είναι κατά κανόνα περιορισμένες, συμπεριλαμβάνουν ζημιές που έχουν προκληθεί στο όχημα του αποθανόντος, απώλεια ημερομισθίων για την περίοδο μεταξύ του δυστυχήματος και του θανάτου και έξοδα κηδείας. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος της περιουσίας το οποίο κατανέμεται στους κληρονόμους σύμφωνα με τις οδηγίες της διαθήκης ή σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε περίπτωση που ο αποθανών δεν είχε αφήσει διαθήκη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί με τον Περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο, αρ. 156/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων το σύζυγο ή τη σύζυγό του, οποιοδήποτε γονιό ή άλλο ανιόντα, οποιοδήποτε τέκνο ή άλλο κατιόντα και οποιοδήποτε πρόσωπο που ήταν αδελφός, αδελφή, θείος ή θεία του αποβιώσαντος. Το άρθρο το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα των εξαρτωμένων είναι το άρθρο 58
(15)του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: «Στην αγωγή δύναται να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, άλλες από τις αποζημιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους αντίστοιχα, και αφού αφαιρεθούν οποιαδήποτε έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο, οποιοδήποτε ποσό που εισπράχθηκε άλλως παρά ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας θα καταμερίζεται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου». Στην υπό εξέταση υπόθεση ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 58
(15)του Νόμου. Για την επιτυχία της αξίωσης του αυτής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η αποβιώσασα εργαζόταν και είχε εισοδήματα καθώς και την ύπαρξη σχέσης εξάρτησης των γονέων από τη θυγατέρα τους. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην Θεοφάνης Γ. Καζάκου v. Ι. Δωρέττας Αβραμίδου κ.α. πιο πάνω, «Δεν υπάρχει νομική ερμηνεία του όρου "εξαρτώμενος". Ο όρος εξυπακούει κάποια εξάρτηση. Στο "Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας " του Γ. Μπαμπινιώτη, σελ. 631, η λέξη "Εξαρτώμαι" ερμηνεύεται ως "στηρίζομαι (σε κάποιον/κάτι):- για πράγματα που δεν μπορώ να επιβάλω μόνος μου / οικονομικά από τους γονείς μας». Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι πριν το θάνατο της η Olena Dzhambaz δεν εργαζόταν. Περιστασιακά μόνο βοηθούσε στο εστιατόριο που η Ελπινίκη Κρητιώτου διατηρεί, εισπράττοντας τα φιλοδωρήματα, το ύψος των οποίων δεν αποδείχθηκε με τη βεβαιότητα και αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία (βλ. Ηρακλέους v. Ταχύπλοου Σκάφους Νίκο
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239), αφού η μόνη αποδεκτή επί του θέματος μαρτυρία της Μ.Ε.1 ήταν πολύ αόριστη και ασαφής. Ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει ούτε ότι η αποβιώσασα εργαζόταν και κέρδιζε ένα σταθερό εισόδημα ούτε ότι οι γονείς της στηρίζονταν με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτήν και στα εισοδήματα της. Όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν τα πιο πάνω, αλλά αντίθετα ο Μ.Ε. 2 δέχθηκε ότι ο ίδιος βοηθούσε οικονομικά τη κόρη του όταν αυτή χρειαζόταν χρήματα για να αγοράσει κάτι, όπως στην περίπτωση που της αγόρασε τα εργαλεία που χρειαζόταν για τη φοίτηση της στη σχολή κομμωτικής. Ανάφερε περαιτέρω ο Μ.Ε. 2, ότι κάθε μήνα εξοικονομούσαν περί τις £300.00.- Από τη στιγμή που δέχθηκε ότι τα χρήματα που κέρδιζαν όχι μόνο τους αρκούσαν για τα καθημερινά τους έξοδα αλλά ήταν και σε θέση και εξοικονομούσαν το όχι ευκαταφρόνητο αυτό χρηματικό ποσό, προκύπτει ότι καμία οικονομική εξάρτηση δεν ήταν δυνατό να έχουν από οποιοδήποτε πρόσωπο και ειδικότερα από την αποβιώσασα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνεται ότι η αξίωση αυτή του Ενάγοντα δεν είναι δυνατό να πετύχει. Η αξίωση που προβάλλεται για αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 57Α του Νόμου, δεν έχει προωθηθεί, γι' αυτό και θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Με βάση τις νομολογημένες αρχές που διέπουν το ζήτημα και τα γεγονότα που έχουν γίνει παραδεκτά επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των £10.000.00.- για απώλεια οικείου (bereavement) και ποσό £3.000.00.- για έξοδα κηδείας και διαχείρισης όπως αυτά συμφωνήθηκαν από τους συνηγόρους. Εκείνο που παραμένει να εξετασθεί είναι το θέμα του τόκου ο οποίος θα πρέπει να επιδικασθεί ζήτημα το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 58Α του Νόμου τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού εξετάσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Φοινικαρίδη κ.ά. v. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 478 και Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014 όπου αναφέρθηκε ότι σκοπός του Νόμου είναι να δώσει εξουσία στο Δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης, πιο πάνω αποφασίσθηκε ότι η επιδίκαση τόκου με βάση το άρθρο 58Α του Κεφ. 148, διέπεται από τις αρχές της Αγγλικής νομολογίας όπου γίνεται διαχωρισμός μεταξύ διαφόρων κατηγοριών αποζημίωσης. Βοηθητική για το θέμα αποζημιώσεων λόγω θανάτου είναι και η Αγγλική υπόθεση Jefford v. Gee
(1970)1 ALL E.R. 1202, στην οποία αναφέρονται διάφορα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και εκφράζεται η άποψη ότι τόκος θα πρέπει να επιδικάζεται σε ολόκληρο το ποσό από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο. Η υπόθεση αυτή εφαρμόσθηκε στη μεταγενέστερη Spittle & others v. Bunney
(1983)3 All E.R. 1031, όπου όμως το Εφετείο αφαίρεσε τόκους για δύο χρόνια γιατί οι Ενάγοντες αδικαιολόγητα καθυστέρησαν στην προώθηση της υπόθεσης τους. Στην παρούσα υπόθεση και όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας διαφαίνεται ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 23.6.04, ένα δηλαδή χρόνο μετά το δυστύχημα που επεσυνέβη στις 18.6.03. Η παρέλευση ενός έτους από το δυστύχημα και το θάνατο της Olena μέχρι και τη καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Δεν θα έπρεπε να αναμένεται από τους τραγικούς γονείς να σπεύσουν να καταχωρήσουν αμέσως αγωγή για είσπραξη αποζημιώσεων για το θάνατο της μονάκριβης τους θυγατέρας. Από την άλλη όμως δεν θα ήταν δίκαιο, ο Εναγόμενος και ο Τριτοδιάδικος να επιβαρυνθούν τόκο από τη γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος, λαμβανομένης υπόψη και της κάποιας καθυστέρησης που υπήρξε στη καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Miller Roza Maria v. Ute Detek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091). Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι κατάλληλος χρόνος για να ξεκινά ο τόκος θα ήταν η ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Λόγω όμως του ότι αυτή δεν προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας κρίνεται δίκαιο όπως ο τόκος που θα επιδικασθεί ξεκινά από τις 27.7.2004 ημερομηνία που καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου και η οποία σίγουρα ακολούθησε της επίδοσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(15)του Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί το Δικαστήριο θα πρέπει να προβαίνει σε καταμερισμό του ποσού των αποζημιώσεων στους δικαιούχους σε τέτοια μερίδια όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μοναδικοί κληρονόμοι της αποβιωσάσης είναι οι δύο γονείς της, τα επιδικασθέντα ποσά καταμερίζονται εξίσου σε αυτούς. Να τηρηθεί επίσης η αναλογία μεταξύ των εξαρτωμένων και της περιουσίας. Με βάση όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των £13.000.00.- πλέον τόκους προς 8% από 27.7.2004 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Τριτοδιαδίκου για το ποσό των £6.500.00.- πλέον τόκους προς 8% από 27.7.2004 μέχρι τελικής εξόφλησης. Ο Τριτοδιάδικος διατάζεται επίσης να καταβάλει στον Εναγόμενο το ½ των εξόδων του Ενάγοντα. Αναφορικά με τα έξοδα μεταξύ Εναγομένου και Τριτοδιαδίκου και λαμβανομένης υπόψη της μεταξύ τους συμφωνίας για καταμερισμό της ευθύνης δεν εκδίδεται καμία διαταγή. (Υπ.) .............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.