ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΧΑΤΖΗΝΕΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2297/02, 2 Απριλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2297/02 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΔΗΜΟΣ ΧΑΤΖΗΝΕΟΚΛΕΟΥΣ
- ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΜΩΝΟΣ
- ΚΥΠΡΟΣ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗΣ
- ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.12.2003 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγουσα και
- ΔΗΜΟΣ ΧΑΤΖΗΝΕΟΚΛΕΟΥΣ από Πάφο
- ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ από Πάφο
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΜΩΝΟΣ από Έμπα
- ΚΥΠΡΟΣ ΚΟΥΡΟΥΣΙΗΣ από Κ. Πάφο
- ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ από Αργάκα
- ΜΙΧΑΛΗΣ Χ''ΛΟΥΚΑΣ από την Πάφο Εναγομένων -------------------------- Ημερομηνία: 2 Απριλίου 2007 Δια Ενάγοντες: κ. Π. Ευθυμίου με κ. Τ. Συμιλλίδη Δια Εναγόμενους 1 και 3: κ. Λ. Διομήδου για κ. Κ. Καλλή Δια Εναγόμενο 4: κ. Κορακίδης Δια Εναγόμενους 5 και 6: κα Περγαντή --------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, βάση έχει τη σύμβαση ενοικιαγοράς ημερ. 3.1.
- Δυνάμει αυτής, ο εναγόμενος 1 συμφώνησε να ενοικιάσει, με δικαίωμα αγοράς, τα μηχανήματα - οχήματα υπ' αρ. εγγραφής DAD351, CAZ967 και CAZ966 αντί του τιμήματος των £110.000, πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς δια ποσό £29.227,24σ. Το τίμημα θα ήταν πληρωτέο διά 60 δόσεων εκ ποσού £2.320,45 εκάστη, αρχής γενομένης από 24.2.
- Οι εναγόμενοι 2 - 4 εγγυήθηκαν αυθημερόν, βάσει του ιδίου εγγράφου τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1, οι δε εναγόμενοι 5 και 6, παρείχαν εγγύηση με ξεχωριστά έγγραφα ημερ. 4.1.
- Να σημειωθεί ότι σε κάποιο στάδιο, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2, απεσύρθη. Λόγω παράλειψης του εναγόμενου 1 να πληρώσει οιανδήποτε δόση, η σύμβαση τερματίστηκε στις 25.6.
- Κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικείται ποσό £11.602,25σ δηλαδή πέντε καθυστερημένες δόσεις, ποσό £127.624,99 σαν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και τόκος. Αξιώνεται επίσης, έκδοση διαταγμάτων για επιστροφή των επίδικων αντικειμένων και πώλησης τους σε δημόσιο πλειστηριασμό, για κάλυψη μέρους ή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Όλοι οι εναγόμενοι προβάλλουν σαν κύριο λόγο της υπεράσπισης τους, την εικονικότητα του επίδικου συμβολαίου. Ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία ενοικιαγοράς, καταρτίσθηκε με πρόθεση και σκοπό από πλευράς εναγόντων να δανείσουν τον εναγόμενο 1, το ποσό της χρηματοδότησης με τόκο παράνομο και μη εισπράξιμο. Ότι τα επιβληθέντα δικαιώματα ενοικιαγοράς αποτελούν στην πραγματικότητα κεφαλαιοποιημένους τόκους. Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός, ότι οι φερόμενοι στη σύμβαση ενοικιαγοράς ως έμποροι, εταιρεία C & A Simonos Ltd ουδέποτε πώλησαν τα ισχυριζόμενα αντικείμενα στους ενάγοντες. Προσέτι, ο εναγόμενος 4 προβάλλει σαν υπεράσπιση του πως παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες και εναγόμενο 1 και υπέγραψε εν λευκώ τη σύμβαση, σαν εγγυητής. Την ίδια υπεράσπιση προβάλλουν και οι εναγόμενοι 5 και 6, για την εν λευκώ υπογραφή των εγγράφων εγγύησης, δηλώνοντας ότι πίστευαν πως η εγγύηση τους, εδίδετο για την Westside Enterprises Ltd και/ή την C & A Simonos Ltd για σκοπούς χρηματοδότησης των εταιρειών αυτών, για την αγορά μηχανημάτων. Επειδή η υπεράσπιση της εικονικότητας είναι ιδιαίτερα σημαντική, θα εξετασθεί πρώτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις αρχικές ενστάσεις, δεν έχει αμφισβητηθεί το ποσό του συμβολαίου, το οφειλόμενο υπόλοιπο και γενικά, τα αξιούμενα ποσά. Γι' αυτό, ενέχει σημασία να αποκαλυφθεί αν η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι όντως τέτοια όπως παρουσιάζεται ή αν αποτελεί συγκεκαλυμμένο δάνειο. Την εκδοχή των εναγόντων, πρόσφερε στο Δικαστήριο ο κ. Σάββας Δουκανάρης (Μ.Ε.1), Διευθυντής τους στην Πάφο και επίσης υπεύθυνος στο Τμήμα Παρακολούθησης λογαριασμών και συμβολαίων και στη διαχείριση επισφαλών λογαριασμών. Κατέθεσε πως τον Ιανουάριο του 2002 οι εναγόμενοι προσήλθαν στο κατάστημα των εναγόντων στην Πάφο και ζήτησαν χρηματοδότηση ύψους £110.
- Ο λόγος που ζήτησαν χρηματοδότηση, είναι γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα. Τους εξήγησε ότι οι ενάγοντες είναι Οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές και ότι δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να χρηματοδοτήσουν περιουσία τους με την μορφή ενοικιαγοράς, με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά των αντικειμένων που εμφαίνονται στη συμφωνία πώλησης (Τεκμήριο 2), ιδιοκτησία της εταιρείας C & A Simonos Ltd τα οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, χρησιμοποιούσε και ήτο κάτοχος, τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από τον εναγόμενο
- Τους υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα αντικείμενα και με την εμπειρία που έχει από πολλές χρηματοδοτήσεις και από προηγούμενα τιμολόγια παρομοίων ειδών, ετοίμασαν τη συμφωνία πώλησης χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων ημερ. 3.1.2002 (Τεκμήριο 5) την οποία οι εναγόμενοι διάβασαν και επιβεβαίωσαν ως ορθή, τους επιβεβαίωσαν δε ακόμη και τους διαβεβαίωσαν ότι ο πωλητής είναι απόλυτος ιδιοκτήτης των αντικειμένων. Ο εναγόμενος 1, με την υπογραφή του στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, βεβαίωσε ότι παρέλαβε τα αντικείμενα και ότι είναι της αρεσκείας τους και προχώρησαν στον καταρτισμό της ενοικιαγοράς. Με γραπτή εντολή του δικαιούχου του ποσού της χρηματοδότησης, δηλαδή της C & A Simonos Ltd η οποία εξουσιοδοτούσε τους ενάγοντες να πάρουν το εν λόγω ποσό και σε αντάλλαγμα του, τους μεταβίβασαν μετοχές ίσης τότε αξίας. Ισχυρίζεται ότι καμία παρατυπία και/ή παρανομία για τόκους δεν υπάρχει, γιατί τα δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν είναι τόκοι και γιατί το ποσό που χρεώθηκαν είναι κάτω από το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό επιτοκίου που είναι 9%, ήτοι είναι 5.25% μόνο, άρα δεν υπάρχει οιαδήποτε παρανομία. Ότι οι εναγόμενοι 2 - 6 έχουν υπογράψει στο συμβόλαιο (Τεκμήριο 2) καθώς και τα Τεκμήρια 3 και 4 συμφωνία αποζημίωσης και/ή κάλυψης η οποία δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση και δεν εξαρτάται καθόλου από τυχόν εγκυρότητα της συμφωνίας, Τεκμήριο
- Ότι καμία παρανομία δεν υπάρχει στη συμφωνία, Τεκμήριο 2, ούτε υπήρξε θέμα εικονικότητας. Είπε επίσης στην κυρίως εξέταση του, ότι ο εναγόμενος 1, σίγουρα πήρε από την τράπεζα £110.000 τις οποίες είχε ανάγκη και χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυς ανέφερε και δέχθηκε πως οι ενάγοντες κατείχαν 280.000 μετοχές της εταιρείας Westside Enterprises Ltd, οι οποίες τους μεταβιβάστηκαν από κάποιο Δημήτρη Δημητρίου. Ζητήθηκε από τον Χαράλαμπο Σίμωνος, Διευθυντή της Westside Enterprises Ltd, να υπολογίσει την αξία των μετοχών αυτών, τους τις αξιολόγησε στις £110.000 και η Westside Enterprises Ltd ζήτησε να τις αγοράσει πίσω. Επειδή φαίνεται πήραν συμβουλή από το δικηγόρο τους, του είπαν ότι δεν μπορούσαν να αγορασθούν οι μετοχές από την ίδια την εταιρεία και ότι επιθυμούσε να τις αγοράσει προσωπικά ο κ. Δήμος Χ'Νεοκλέους. Γι' αυτό, οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στο ρηθέν άτομο. Ανέφερε εν τέλει, μετά από ερωτήσεις και υποβολές, ότι ο ίδιος πρότεινε τη σύμβαση ενοικιαγοράς σαν λύση για εξεύρεση χρημάτων, τα εξής: «Όταν εξέφρασαν την επιθυμία να αγοράσουν τις μετοχές, έπρεπε να εξασφαλίσουν και το ποσό. Και ένας τρόπος, μία εταιρεία ή κάποιος άλλος να εξασφαλίσει ένα ποσό είτε είναι δάνειο είτε ενοικιαγορά, χρηματοδοτούνται τα ίδια τα αντικείμενα». Εξήγησε βέβαια πως τα χρηματοδοτηθέντα αντικείμενα, πρέπει να είναι ισάξια του ποσού της χρηματοδότησης και ότι στην κρινόμενη περίπτωση, ανταποκρίνοντο σ' αυτή την απαίτηση. Ο κ. Δήμος Χ'Νεοκλέους (Μ.Υ.1) είναι ο εμφανιζόμενος ενοικιαγοραστής στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Ήταν τον επίδικο χρόνο Διευθυντής, όπως και οι υπόλοιποι εναγόμενοι, των εταιρειών Westside Enterprises Ltd και C & A Simonos Ltd, η οποία ανήκε κατά 100% στην πρώτη. Ο ίδιος ήταν Διευθυντής του Τμήματος Πωλήσεων και υπό την ιδιότητα του αυτή, είχε συνεχείς και συχνές επαφές με το Τμήμα Χρηματοδοτήσεων της Λαϊκής Τράπεζας για χρηματοδότηση πελατών του, που αγόραζαν μηχανήματα. Έχει σπουδάσει μηχανολογία, γι' αυτό ασχολείτο με το Τμήμα Μηχανημάτων και είναι σε θέση να γνωρίζει τις τιμές τους. Σε μία επίσκεψη του στη Λαϊκή Τράπεζα, στο τέλος του 2001, ενημερώθηκε από τον κ. Δουκανάρη, ότι η Λαϊκή Τράπεζα ήταν ιδιοκτήτρια 280.000 μετοχών της Westside Enterprises Ltd τις οποίες έλαβαν από τον κ. Δημητρίου και ότι επιθυμούσαν να τις πωλήσουν. Του ανέφερε επίσης ο κ. Δουκανάρης, ότι θα μπορούσε να διευθετήσει χρηματοδότηση προς την Westside Enterprises Ltd να αγοράσει τις μετοχές και σαν αντάλλαγμα, να διευθετήσουν λογαριασμό Stocking Finance. Ενημέρωσε την εταιρεία του για αυτή την πρόταση και επισκέφθηκε και πάλι τους ενάγοντες με τον Χαράλαμπο Σίμωνος (Μ.Υ.2) για συζήτηση της πιθανής υλοποίησης της πρότασης, την οποία ζήτησε να του δοθεί γραπτώς και του δόθηκε. Επειδή υπήρχε νομικό κώλυμα στην αγορά των μετοχών της Westside Enterprises Ltd από την ίδια την εταιρεία, ο κ. Δουκανάρης πρότεινε να γίνει το έγγραφο ενοικιαγοράς επ' ονόματι του ιδίου (Εναγόμενου 1) με την εγγύηση των λοιπών διευθυντών και δέσμευση των μετοχών στο όνομα του πρωτοφειλέτη. Τους ζήτησε επίσης να παρουσιάσουν 2 - 3 τίτλους εγγραφής μηχανημάτων, τα οποία να παρουσιασθούν σαν ενοικιαγορά. Αυτό και έγινε. Παρουσίασαν τρεις τίτλους εγγραφής ισάριθμων μηχανημάτων ήτοι ενός εκσκαφέα και δύο tamper. Η αξία του εκσκαφέα ήταν £25.000 ενώ των άλλων δύο μαζί, γύρω στις £10.
- Το ένα μάλιστα μηχάνημα, έχει διαγραφεί από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων γι' αυτό και δεν μεταβιβάσθηκε επ' ονόματι των εναγόντων. Αυτά τα γεγονότα και αξίες, τις ανέφερε στον κ. Δουκανάρη, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι είναι τυπικά, αφού αυτό που γίνεται είναι για χρηματοδότηση της εταιρείας. Γι' αυτό, ούτε είδαν ούτε και εκτίμησαν τα μηχανήματα. Σε ερώτηση τι απέγινε το προϊόν της χρηματοδότησης, απάντησε ότι εκδόθηκε επιταγή στην εταιρεία C & A Simonos Ltd και «πήγε» σε άλλο λογαριασμό της Λαϊκής και εξοφλήθηκαν οι 280.000 μετοχές της εταιρείας Westside Enterprises Ltd. Οι μετοχές αυτές, γράφτηκαν στο όνομα του μάρτυρα αλλά με δέσμευση τους για υποχρεώσεις της Westside Enterprises Ltd που πήγαζαν από το λογαριασμό του Stocking Finance. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ο κ. Δουκανάρης τον διαβεβαίωσε ότι αυτά έγιναν με μοναδικό σκοπό την εγγραφή των μετοχών, αφού ο ίδιος το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν μπορούσε να εξοφλήσει το δάνειο ούτε να πληρώνει ποσό £2.300 μηνιαίως. Δήλωσε επίσης, ότι ούτε έλαβε τα μηχανήματα στην κατοχή του, ούτε τα χρησιμοποίησε. Εξήγησε πως η εταιρεία Westside Enterprises Ltd επιθυμούσε την αγορά μετοχών, επειδή συνοδευόταν από πρόταση των εναγόντων για Stocking Finance που ήταν πολύ δελεαστική πρόταση, αφού κανονικά το Stocking Finance παραχωρείται σε εμπόρους αυτοκινήτων και όχι εμπόρους βαρέων μηχανημάτων. Γι' αυτό, με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, η Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε στην εταιρεία Westside Enterprises Ltd, Stocking Finance ύψους £170.
- Την ίδια εκδοχή παρουσίασε και ο κ. Χαράλαμπος Σίμωνος (Μ.Υ.2) ο οποίος καθόρισε την αξία των μηχανημάτων σε αυτή των £25.000 για τον εκσκαφέα και £2.000 και £8.000 για τα άλλα δύο αντίστοιχα, τονίζοντας ότι εισήχθηκαν μεταχειρισμένα, αρχές του έτους
- Υπογράμμισε ότι είναι απόφοιτος του Α.Τ.Ι., του Τμήματος Μηχανολογίας, ασχολείται με τα μηχανήματα αυτά για τριάντα χρόνια και έχει πολύ καλή γνώση και πείρα των θεμάτων αυτών. Αγορεύοντας ο κ. Ευθυμίου, υπεστήριξε πως από τα καταδειχθέντα Τεκμήρια και δοθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι η επίδικη συμφωνία είναι μία καθόλα έγκυρη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ότι η συμφωνία δεν προσκρούει στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου και πως ο τρόπος απόκτησης των αντικειμένων, δεν είναι ουσιώδες θέμα. Αντίθετη είναι βέβαια η άποψη των συνηγόρων των εναγομένων, οι οποίοι υποδεικνύουν ότι αυτό που πραγματικά έγινε ήταν δανειοδότηση για αγορά των μετοχών. Ο κ. Διομήδους, με παραπομπή στη δοθείσα μαρτυρία, χαρακτήρισε αναξιόπιστο τον μάρτυρα των εναγόντων και ειλικρινείς και αξιόπιστους τους εναγόμενους 1 και
- Τα ίδια σχόλια προήλθαν και από τον κ. Κορακίδη και κα Περγαντή, οι οποίοι πέραν της επιχειρηματολογίας τους για το εικονικό της σύμβασης, υπεστήριξαν (α) ο μεν κ. Κορακίδης ότι η εγγύηση που υπεγράφη στις 4.1.2002 δεν είναι έγκυρη διότι δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Υπέδειξε επίσης, ότι έγιναν ψευδείς παραστάσεις προς τον πελάτη του (εναγόμενο 4) για την υπογραφή της συμφωνίας. (β) Η δε κα Περγαντή υπεστήριξε ότι σε σχέση με τους δικούς της πελάτες, ισχύει το non est factum και ανάλυσε τις αρχές που το στηρίζουν. Σειρά αποφάσεων έχει ασχοληθεί και πραγματευθεί το θέμα των συμβάσεων ενοικιαγοράς, με ανάλυση των επί μέρους ζητημάτων. Είναι ορθή η παρατήρηση του κ. Ευθυμίου ότι δεν είναι ουσιώδους σημασίας ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες. Αυτό υποδεικνύει η νομολογία (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432). Λέχθηκε περαιτέρω στην ανωτέρω υπόθεση ότι δεν αποκλείεται σε μία σύμβαση, το ενοικιαγορασθέν αντικείμενο «να ανήκε αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή». Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Eastern Distributors v. Goldring
(1957)2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να πωλήσει στον χρηματοδοτικό οργανισμό ένα αντικείμενο, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Η απολήγουσα σύμβαση είναι ισχυρή νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι πλασματική. Όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης ενοικιαγοράς. Όπου όμως σύμβαση ενοικιαγοράς έχει σαν αντικείμενο ανύπαρκτη συναλλαγή και ουσιαστικά είναι συγκεκαλυμμένο δάνειο, με τη γνώση και συνδρομή του χρηματοδοτικού οργανισμού, η συμφωνία καθίσταται άκυρη (βλ. ΛαΪκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ. σελ. Στην κρινόμενη περίπτωση η σύμβαση ενοικιαγοράς όπως απεικονίζεται στο Τεκμήριο 2, παρουσιάζεται σαν τέτοια. Σύμβαση ενοικιαγοράς. Μία τριμερής συμφωνία, σύμφωνα με την οποία ο έμπορος C & A Simonos Ltd πωλεί στους ενάγοντες τα επίδικα αντικείμενα - μηχανήματα και αυτοί με τη σειρά τους, τα διαθέτουν με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς στον εναγόμενο 1, έναντι ποσού £110.
- Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Οι εναγόμενοι απαντούν αρνητικά. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαβάσει πέρα και πίσω από τις λέξεις και να διακρίνει και αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντας την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψη της. Ήταν ειλικρινείς οι εναγόμενοι 1 και 3 όταν είπαν πως η πρόταση για χρηματοδότηση προήλθε από τους ενάγοντες μέσω του κ. Δουκανάρη (Μ.Ε.1) για να αγοράσουν ουσιαστικά τις 280.000 μετοχές τις Westside Enterprises Ltd που κατείχε η ενάγουσα. Ο κ. Δουκανάρης προσπάθησε να πείσει ότι οι εναγόμενοι είναι εκείνοι που πρώτοι πρότειναν την αγορά των μετοχών. Όμως η μετέπειτα εξέλιξη της μαρτυρίας του, κατέδειξε το αντίθετο, αφού είχε περιπέσει σε αντιφάσεις και διαφορετική εξιστόρηση και παρουσίαση των γεγονότων στην αντεξέταση απ' ότι στην κυρίως εξέταση. Ανέφερε στην κυρίως εξέταση, ότι οι εναγόμενοι προσήλθαν στο γραφείο του τον Ιανουάριο του 2002 και ζήτησαν χρηματοδότηση. Διεφάνη και δέχθηκε στην αντεξέταση, ότι συναντήσεις είχε μόνο με τους εναγόμενους 1 και
- Διεφάνη ότι οι μετοχές μεταβιβάσθηκαν επ' ονόματι του εναγόμενου 1 μόνο και όχι επ' ονόματι των εναγομένων. Δέχθηκε ότι δεν υπέβαλε και δεν χρειαζόταν να υποβάλει ερωτήσεις για τα μηχανήματα, γιατί η πρακτική που ακολουθείται είναι να αναφέρεται ο αριθμός εγγραφής του αντικειμένου και η αξία του. Σε αντίθεση με ό,τι κατέθεσε στην κυρίως εξέταση, για υποβολή ερωτήσεων σχετικές με την αξία και είδος των αντικειμένων. Ανέφερε αρχικά αντεξεταζόμενος ότι το πακέτο των μετοχών με εντολή της C & A Simonos Ltd ενεγράφη επ' ονόματι της, αφού κατατέθηκε το ποσό των £110.
- Και επίσης απάντησε θετικά σε σχετική ερώτηση και απορία, αν η C & A Simonos Ltd ήθελε να αγοράσει τις μετοχές από την Τράπεζα πωλώντας τα μηχανήματα. Για να δεχθεί αργότερα, ότι οι μετοχές ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και ότι ο εναγόμενος 1 πήρε το ποσό των £110.000 και το χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς. Μερικές εξάλλου δηλώσεις του κ. Δουκανάρη είναι αποκαλυπτικές των προθέσεων των μερών. Ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν χρηματοδότηση ύψους £110.000 γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα και ότι ο ίδιος πρότεινε τη μέθοδο της χρηματοδότησης των αντικειμένων. Όπως ανωτέρω ελέχθη, παρά το ότι δεν είναι μεμπτό να χρηματοδοτούνται αντικείμενα ακόμη και από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη τους με σκοπό να πάρει χρήματα, κάποια περαιτέρω γεγονότα και συμπτώσεις πείθουν για την αλήθεια της θέσης των εναγομένων και αποδεικνύουν ότι δεν ήταν γνήσια χρηματοδότηση των αντικειμένων. Παρουσιάζονται τρία μηχανήματα να πωλούνται από την C & A Simonos Ltd στην Τράπεζα και να τα αγοράζει ο εναγόμενος
- Για ποιο λόγο όμως ο διευθυντής της εταιρείας C & A Simonos Ltd να αγοράσει τα μηχανήματα αυτά, τα οποία παρέμειναν και μετά τη χρηματοδότηση στην κατοχή της η οποία και τα χρησιμοποιούσε; Όπως ο ίδιος ο Μ.Ε.1 εξήγησε, η χρηματοδότηση γίνεται για ισάξιας τιμής μηχανήματα, με το χρηματοδοτηθέν ποσό. Ο ίδιος αρκέστηκε στους αριθμούς εγγραφής για να υπολογίσει την αξία τους, η οποία συμπτωματικά ήταν η ίδια με την αξία των μετοχών δηλαδή £110.000 ενώ οι κ.κ. Σίμωνος και Χ'Νεοκλέους, οι οποίοι γνωρίζουν εκ πείρας, ειδικότητας και μόρφωσης από μηχανήματα, την τιμούν γύρω στις £50.
- Πολύ χαμηλότερη της δηλωθείσας αξίας και του ποσού της χρηματοδότησης. Το ότι οι ενάγοντες δεν ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν τα αντικείμενα, προκύπτει από το αναντίλεκτο γεγονός, ότι ενεγράφησαν ιδιοκτήτες μόνο για τα δύο εξ αυτών, αφού η εγγραφή του τρίτου έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Παρά το ότι πέρασαν πέντε χρόνια από την ημερομηνία της σύμβασης, δεν προσπάθησαν ώστε να εγγραφεί και το τρίτο επ' ονόματι τους. Γιατί αυτό που τους ενδιέφερε, ήταν η πώληση των μετοχών έναντι ποσού £110.000, το οποίο εξασφάλισαν με την ενεχυρίαση τους. Ενώ έμπορος των μηχανημάτων και δικαιούχος επομένως της αξίας τους - ποσού χρηματοδότησης - είναι η C & A Simonos Ltd, οι μετοχές εγγράφονται επ' ονόματι του εναγόμενου
- Αυτός που ενώ έπρεπε να οφείλει, απέκτησε όφελος. Εξ αυτού συνάγεται και πάλι η αλήθεια των ισχυρισμών των εναγομένων. Ότι επειδή η Westside Enterprises Ltd δεν μπορούσε να αγοράσει τις δικές της μετοχές, αυτές ενεγράφησαν στο όνομα του εναγόμενου 1, ενός εκ των διευθυντών της και διευθυντή συνάμα της εταιρείας C & A Simonos Ltd. Γι' αυτό, δεν ενδιέφερε το γεγονός πως ενώ η C & A Simonos Ltd «πώλησε» τα μηχανήματα και εδικαιούτο στην είσπραξη του ποσού, αυτό κατατέθηκε στους ενάγοντες οι οποίοι ενέγραψαν τις μετοχές στο όνομα του εναγόμενου
- Με βάση όλα τα ανωτέρω γεγονότα, προκύπτει ότι η εμφανιζόμενη στο Τεκμήριο 2 σύμβαση ενοικιαγοράς, δεν είναι γνήσια αλλά αποτελεί συγκεκαλυμμένο δάνειο. Η εικονικότητα της αυτή, την καθιστά άκυρη. Παρά την ανωτέρω κατάληξη, θα πρέπει να εξετασθούν και οι εγειρόμενες από τους εναγόμενους 4, 5 και 6, επιπρόσθετες υπερασπίσεις. Οι εναγόμενοι 5 και 6, επικαλούνται την εφαρμογή της αρχής του non est factum, αφού υπέγραψαν εν λευκώ, ενώ ευρίσκοντο στο Δικαστήριο, τη σχετική σύμβαση εγγύησης (Τεκμήρια 3 και 4). Το έγγραφο τους το παρουσίασε υπάλληλος της εταιρείας Westside Enterprises Ltd και υπέγραψαν πιστεύοντας ότι επρόκειτο για διευκολύνσεις προς την εταιρεία. Αυτό, τους το διαβεβαίωσε αφενός ο κ. Δήμος Χ'Νεοκλέους (εναγόμενος 1), ο οποίος ήταν μαζί τους στο Δικαστήριο και αφετέρου τηλεφωνικώς, ο κ. Σάββας Δουκανάρης (Μ.Ε.1) με τον οποίο ο εναγόμενος 6 επικοινώνησε. Η μαρτυρία του ανωτέρου εναγόμενου, κρίνεται αληθής. Ήσαν μεν διευθυντές της Westside Enterprises Ltd, αλλά η διαχείριση και διεύθυνση των υποθέσεων της, αφήνετο στους εναγόμενους 1 και
- Κρίνεται ότι ο εναγόμενος 1, τους διαβεβαίωσε ότι υπέγραφαν εγγύηση για διευκολύνσεις της εταιρείας τους. Κρίνεται περαιτέρω, ότι η δήλωση του εναγόμενου 1 δεν ήταν ψευδής αφού, παρά το ότι εμφαίνεται ο ίδιος σαν μισθωτής, όμως όπως ανωτέρω εκρίθη, σε άλλα οφέλη επέβλεπε η σύμβαση ενοικιαγοράς. Η οποία παράσταση έγινε από τον εναγόμενο 1 στους λοιπούς εναγόμενους, ακόμη και να θεωρηθεί ψευδής ή παραπλανητική, το γεγονός αυτό δεν επιδρά στις σχέσεις και σύμβαση μεταξύ των εναγομένων και ενάγουσας Τράπεζας. Η πίεση, δόλος και ψευδής παράσταση, θα πρέπει να προέλθει από την Τράπεζα (βλ. Κωνσταντίνας Σιάτη ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1598 και Coudounaris v. Coudounaris
(1980)1 C.L.R. 581, 588). Ο γενικός κανόνας non est factum είναι πως ο καθένας θεωρείται πως έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στο διάδικο που επικαλείται αυτή την Υπεράσπιση. Στην υπόθεση Μακρή ν. Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, στην οποία επίσης η υπεράσπιση περιείχε ισχυρισμό δόλου, έγινε επίκληση του κανόνα αυτού με υιοθέτηση της Saunders (Executrix of the estate of Rosa Maud Gallie (deceased) v. Anglia Building Society (Lormerly Northampton Town and Country Building Society)
(1970)3 All E.R. 961 και το εξής απόσπασμα από τη σελ. 963: "So there must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him, and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that the singed in reliance on someone he trusted. But, particularly when he was led to believe that the document which he signed was not one which affected his legal rights, there may be cases where this plea can properly be applied in favor of a man of full capacity." Στην υπόθεση United Dominions Trust v. Western
(1976)2 W.L.R. 64, ότι το Δικαστήριο αφού επικαλέσθηκε την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, παρέπεμψε στο εξής απόσπασμα: ".a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Οποιοσδήποτε υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του, και η υπεράσπιση του non est factum, δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί αυτός να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε συμφωνία (βλ. Γιαννάκης Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ.1522, Τσολάκη Τουτζικιάν κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1240). Κρίνεται επομένως, ότι δεν μπορεί να ισχύσει η συγκεκριμένη υπεράσπιση για τους εναγόμενους 5 και 6. Ο κ. Κορακίδης αγορεύοντας για τον εναγόμενο 4, εξήγησε ότι δεν επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum αλλά την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων. Η έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου 4, ίδια ούσα με αυτή των εναγομένων 5 και 6, ομιλεί για υπογραφή εν λευκώ εγγράφων και παραπέμπει στην υπεράσπιση του non est factum. Εξάλλου και η μαρτυρία του εναγόμενου 4, εκεί κατέτεινε. Ότι ενώ ήταν στο Δικαστήριο του παρουσίασαν το έγγραφο ενοικιαγοράς ασυμπλήρωτο, το οποίο υπέγραψε κατόπιν των παραστάσεων που και οι εναγόμενοι 5 και 6 κατέθεσαν ότι είχαν. Χρήσιμης αναφοράς και πάλιν, είναι η απόφαση United Dominions Trust v. Western (ανωτέρω) η οποία ανέτρεψε τις υποθέσεις Branwhite v. Worcester Works Finance
(1968)3 All E.R. 104, Campbell Discount Co. Ltd v. Gall
(1961)2 All E.R. 104, όπου υπό γεγονότα δόλου και απάτης η αγωγή των χρηματοδοτικών οργανισμών απορρίφθηκε, γιατί ποτέ δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ του Οργανισμού και του ενοικιαστή. Εξάλλου θα πρέπει να επισημανθεί ότι συμφωνία γενομένη κατόπιν πίεσης ή ψευδούς παράστασης, είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους που την επικαλείται. Και ο εναγόμενος 4, ουδέποτε μέχρι την κατάθεση του στο Δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση της συμφωνίας αυτής, παρά το ότι, όπως κατέθεσε αντεξεταζόμενος, από το 2003 περιήλθε σε γνώση του η πραγματική συναλλαγή και ότι εγγυήθηκε τον Δήμο Χ'Νεοκλέους και όχι την εταιρεία Westside Enterprises Ltd. Οι λοιποί εγειρόμενοι λόγοι ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας, δεν δικογραφούνται και έτσι δεν μπορούν να εξετασθούν. Για εξέταση παραμένει το ύψος του οφειλόμενου ποσού και των αποζημιώσεων το οποίο οι ενάγοντες θα εδικαιούντο σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης τους, αν το εύρημα του Δικαστηρίου περί εικονικότητας ευρεθεί λανθασμένο. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και το Τεκμήριο 2 και την κατάθεση του πρωτοφειλέτη - εναγόμενου 1, ο οποίος παραδέχθηκε ότι κανένα ποσό πλήρωσε έναντι του οφειλόμενου, συνάγεται και αποδεικνύεται ότι ολόκληρο είναι εισέτι οφειλόμενο. Το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το ύψος αυτού που δικαιούνται οι ενάγοντες. Διεκδικούν ποσό Λ.Κ.11.602,25 το οποίο αντιστοιχεί σε πέντε καθυστερημένες δόσεις και το οποίο αποδεικνύεται. Το ποσό των Λ.Κ. 127.624,99 διεκδικείται σαν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας αφού κατέστη πληρωτέο μετά τον γενόμενο τερματισμό (Τεκμήριο 7). Το μέτρο των αποζημιώσεων στις ενοικιαγορές, έχει συζητηθεί στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246, το ακόλουθο απόσπασμα της οποίας διαγράφει τη ζημιά που υφίστανται οι ενάγοντες: «Η παράλειψη καταβολής των προβλεπομένων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ' εαυτής, έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιες της. Επί τούτου, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσης του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απολεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων. ........................................................................ Στις Overstone Ltd v. Shipway
(1962)1 W.L.R. 117 και Yeoman Credit Ltd v. McLean
(1962)1 W.L.R. 131, διευκρινίζεται ότι, στον καθορισμό της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η αξία των αντικειμένων καθορίζεται με αναφορά στο χρόνο που επέρχεται η ζημία, ως αποτέλεσμα της κατακράτησης ή της οικειοποίησης. Έτσι ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων ενοικιαγοράς, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων.» Στην υπόθεση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 50, εκφράσθηκε η αρχή η οποία υιοθετήθηκε και από την Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 854, πως το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων πρέπει να δοθεί μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο όφελος, από το γεγονός ότι η τράπεζα λαμβάνει την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημιά νωρίτερα απ' ότι κανονικά θα την έπαιρνε. Η ζημιά καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς. Ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους αυτού είναι η αφαίρεση από το ποσό των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται στις μετά τον τερματισμό οφειλόμενες δόσεις. Στην κρινόμενη περίπτωση, τα δικαιώματα ενοικιαγοράς καθορίσθηκαν στο ποσό των £28.948,24, ενώ οι οφειλόμενες μετά τον τερματισμό δόσεις ήσαν 55 δόσεις Επομένως, ποσό £26.635,86 που αντιστοιχεί σ' αυτές, πρέπει να αφαιρεθεί από την αξίωση του ποσού των αποζημιώσεων. Οι ενάγοντες αξιούν επιδίκαση τόκου ύψους 11.5% επί παντός ποσού. Σύμφωνα όμως με τις ανωτέρω αποφάσεις, το ποσοστό επιτοκίου που δικαιούται επί του ποσού των αποζημιώσεων είναι το νόμιμο, όπως καθορίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμου. Διαφοροποίηση επιτοκίου, γίνεται για το ποσό των καθυστερημένων δόσεων. Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται ότι «Ο εναγόμενος θα υποχρεούται στην πληρωμή τόκου προς 11.5% και/ή το μέγιστο επιτρεπόμενο επιτόκιο για ενοικιαγορές επί των καθυστερημένων δόσεων από την ημέρα που θα καθίσταται πληρωτέα μέχρι τέλειας εξόφλησης.» Η δοθείσα μαρτυρία και Τεκμήρια, δεν υποστηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό. Στο Τεκμήριο 2, υπό τον όρο 2 (γ) προνοείται ότι: «Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιουδήποτε μισθώματος/δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Συμφωνείται ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι 5 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας του Ομίλου Λαϊκής, όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους τόκους υπερημερίας για καθυστερήσεις πέραν των δύο μηνών θα χρεώνεται επιπρόσθετο ποσοστό 1%.» Επομένως, δεν προνοείτο ρητά επιτόκιο 11.5% αλλά αυτό συσχετίζετο με το ισχύον βασικό επιτόκιο. Το οποίο, ούτε με την Έκθεση Απαίτησης καθορίσθηκε ούτε με τη μαρτυρία. Με δεδομένο ότι η οποιαδήποτε αξίωση πρέπει να στηρίζεται σε γεγονότα και ότι καμία μαρτυρία δεν μπορεί να αξιολογηθεί αν δεν στηρίζεται στις έγγραφες προτάσεις (βλ. Αριστοδήμου ν. Χαράλαμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 (Β) A.A.Δ. 1156, κρίνεται ότι το επιτόκιο το οποίο οι ενάγοντες δικαιούνται επί των καθυστερημένων δόσεων, είναι 6%. Οι ενάγοντες θα εδικαιούντο επίσης στην έκδοση διαταγμάτων για παράδοση των επίδικων αντικειμένων και πώληση τους σε δημόσιο πλειστηριασμό. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω εκτεθέντα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, η έκδοση διατάγματος κηρύσσατος άκυρη τη σύμβαση ενοικιαγοράς, όπως επιζητείται στις ανταπαιτήσεις, θα είναι εκ του περισσού. Γι' αυτό, οι ανταπαιτήσεις απορρίπτονται, χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο