← Κύπρος

ΧΡΥΣΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σπύρου Νικόλας, Aρ. Αγωγής 1633/2006, 17.4.2007

ΧΡΥΣΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σπύρου Νικόλας, Aρ. Αγωγής 1633/2006, 17.4.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής 1633/2006 Μεταξύ: ΧΡΥΣΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και Σπύρου Νικόλας Εναγόμενου -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 4.12.2006 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.4.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο - αιτητή: κ. Τ. Πούλλος ( για να ακούσει απόφαση κ. Η. Ευθυμίου) Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Χ. Αναστασίου (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Μιχαήλ) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απόφαση, της οποίας ο εναγόμενος επιδιώκει τον παραμερισμό εκδόθηκε εναντίον του και στην απουσία του, στις 11.10.2006 και αφορά Η το ποσό των Λ.Κ. 14.660 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 23.5.2006 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα. Η υπό κρίση αίτηση έχει ως νομική βάση τις Δ.17 Θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.48 Θ.1,2,3 και 9(
  2. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του εναγόμενου - αιτητή. Περαιτέρω ο εναγόμενος, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερομηνίας 16.3.2007. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση, στην αίτηση στην οποία περιλαμβάνονται συνολικά 12 λόγοι ένστασης. Προβάλλουν οι ενάγοντες ως λόγους ένστασης ότι, η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήριχτη και/ή άνευ αντικειμένου, και/ή ασύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς, ότι τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην ένορκη δήλωση και/ή η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι επαρκής και/ή ικανοποιητική και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αδικαιολόγητη και/ή ατεκμηρίωτη, πως ο εναγόμενος δεν δικαιολογεί και/ή δεν δικαιολογεί επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης του, δεν προβάλλει οποιαδήποτε ικανοποιητική και/ή νομικά αποδεκτή εξήγηση για την αμέλεια και/ή παράλειψη του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή έγκαιρα και να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού το συντομότερο δυνατό από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ο αιτητής με την ένορκη του δήλωση δεν αποκαλύπτει καμία και/ή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων, ότι από την ένορκη του δήλωση ημερ. 4.12.2006 διαφαίνεται πλήρως η αδιαφορία του για τους δικαστικούς κανονισμούς, πως η καταχώρηση της αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της ορθής και έκρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, η αίτηση είναι κακόπιστη, αχρείαστη, αδικαιολόγητη, σκανδαλώδης και σκοπό έχει να καθυστερήσει και/ή παρεμποδίσει και/ή αποτρέψει την νόμιμη αποζημίωση των εναγόντων, πως εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή τα νόμιμα και συνταγματικά δικαιώματα τους θα θιγούν σοβαρά και/ή ανεπανόρθωτα και το δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του εναγόμενου αλλά να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εναντίον του. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Λελλεπή, διευθυντή τους. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί των όσων ο αιτητής και οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Αναφορικά με τον ένατο λόγο της ένστασης των εναγόντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός δεν υποστηρίχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου και κατ΄ ακολουθία θεωρώ ότι αυτός εγκαταλείφθηκε. Παρά ταύτα με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη κατάχρησης στην δικαστική διαδικασία. Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκει η παρούσα αίτηση πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας της υπόθεσης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.5.2006 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 15.6.2006. Παρά το ότι ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αναφέρει, ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σύμφωνα με έρευνα που έγινε στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Πάφου την 15.6.2006 στην σύζυγο του και συγκάτοικο του Δώρα Σπύρου, δεν αμφισβητεί ότι έλαβε γνώση της αγωγής κατά την επίδοση της. Ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση και οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 7.9.2006 πέτυχαν στις 11.10.2006 την έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον του εναγόμενου. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 4.12.2006. Καθίσταται εμφανές, εφόσον η απόφαση της οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός εκδόθηκε λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση πως το ζήτημα του παραμερισμού της διέπεται από την Διαταγή 17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι από την διαταγή 26 θ.14, την οποία ο αιτητής συμπεριλαμβάνει στην νομική βάση της αίτησης του. Η Δ.26 θ. 14 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, καθότι αυτή καλύπτει τις περιπτώσεις όπου υπάρχει παράλειψη καταχώρησης δικογράφων. Η πιο πάνω διαπίστωση δίδει την απάντηση στον πρώτο λόγο της ένστασης των εναγόντων, ο οποίος κρίνεται ανεδαφικός εφόσον με βάση το αίτημα η νομική βάση της αίτησης είναι ορθή. Στην διαταγή 17 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπονται μεταξύ άλλων τα σχετικά με την παράλειψη εμφάνισης σε κλητήριο ένταλμα. Στην ίδια Διαταγή Δ.17 θ. 10 προβλέπονται τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους, που ήθελαν φανεί δίκαιοι». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam

(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Στο θέμα της προβολής υπεράσπισης, σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Εφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996 λέχθηκε πως: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας». Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Εχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, όπως πιο πάνω εξηγήθηκε, έχω με ιδιαίτερη προσοχή εξετάσει τόσο την ένορκη δήλωση του εναγόμενου, η οποία συνοδεύει την αίτηση του, καθώς και την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 16.3.2007 και καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του καθότι αυτός δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της. Περισσότερο μάλλον το στοιχείο αυτό αποδυναμώνεται από την προβολή δύο διαφορετικών ισχυρισμών από μέρους του εναγόμενου. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς έχει πληρώσει μέχρι σήμερα, τοις μετρητοίς, στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 18.978.00 σεντ για την εξόφληση του ποσού της επίδικης επιταγής. Το ποσό που έχει πληρωθεί στους ενάγοντες υπερβαίνει αυτό της επίδικης επιταγής διότι στους ενάγοντες έχει πληρώσει με χρήματα τοις μετρητοίς και άλλες επιταγές τις οποίες του επέστρεψαν και το συνολικό ποσό τους δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο. Μαζί με την πληρωμή των χρημάτων ο διευθυντής των εναγόντων κ. Λελλεπής του υπόγραφε σε έγγραφο το οποίο ετοίμασε μαζί με την σύζυγο του, ότι παραλάμβανε τα χρήματα. Στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος, προς ενίσχυση του πιο πάνω ισχυρισμού του κάνει αναφορά σε 2 Τεκμήρια, ως τεκμήριο 2 αναφέρεται σε έγγραφο το οποίο ετοίμασε με την σύζυγο του, το οποίο ο κ. Λελλεπής υπέγραφε σχετικά με την παραλαβή των χρημάτων και ως Τεκμήριο 3 αναφέρεται σε φωτοαντίγραφα των επιταγών που του επιστράφηκαν και τις οποίες πλήρωσε τοις μετρητοίς. Τα πιο πάνω επισυναπτόμενα στην ένορκη του ως «Τεκμήρια» δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, και αυτά θα πρέπει να αγνοηθούν, δια τον λόγο ότι αυτά δεν έχουν σημειωθεί ως τεκμήρια και μονογραφεί από τον υπάλληλο ενώπιον του οποίου έγινε ο όρκος ως η σχετική διαταγή προνοεί (βλ. Δ.39 θ.21). Συνεπακόλουθα ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης δεν έχει δεόντως ικανοποιηθεί. Προχωρώντας όμως, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των εγγράφων που επισυνάπτονται με την ένορκη του δήλωση, και σε περίπτωση που λάμβανα αυτά υπόψη μου, τα έγγραφα αυτά δεν να ενισχύουν καθ΄οινδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό του εναγόμενου για εξόφληση, εφόσον αν υπολογιστούν τα ποσά που αναφέρονται στο έγγραφο, στο οποίο ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι φαίνονται οι πληρωμές, το ποσό δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 5454 ενώ οι επιταγές τις οποίες αναφέρει ότι πλήρωσε τις μετρητοίς έχουν συνολικό ποσό Λ.Κ. 14049, το συνολικό ποσό των οποίων ισχυρίζεται όμως πως δεν ότι περιλαμβάνεται στο επίδικο. Ισχυρίζεται από την μια ότι στους ενάγοντες πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 18.978 που σημαίνει, πως αν σε αυτό συμπεριλαμβάνεται το ποσό της επίδικη επιταγής, ότι πλήρωσε στους ενάγοντες πέραν του ποσού της επίδικης επιταγής και το ποσό των Λ.Κ.
  1. Ο εναγόμενος όμως ισχυρίζεται ότι πλήρωσε και τις επιταγές που αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως «τεκμήρια» στην ένορκη του δήλωση. Το συνολικό ποσό όλων των πιο πάνω επιταγών είναι Λ.Κ. 14049 και αναφέρει ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο επίδικο κατά τρόπο που αυτό φαίνεται πως οι πληρωμή των επιταγών αυτών είναι άσχετη με τον ισχυρισμό του για εξόφληση του ποσού της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πρώτη επιταγή, στην οποία ο ίδιος φαίνεται ως ο εκδότης της, και ισχυρίζεται ότι την εξέδωσε προς τους ενάγοντες, έχει ως δικαιούχο κάποια Ελένη Χαραλάμπους, η οποία φαίνεται ότι καμία σχέση δεν έχει με τους διάδικους και ο εναγόμενος δεν εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό. Με βάση τα πιο πάνω, αν ίσχυαν τα όσα ο εναγόμενος υποστηρίζει, θα ήταν λογικό να ισχυριστεί ότι πλήρωσε στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 33.027.- και όχι το ποσό των Λ.Κ. 18.978.- Επίσης το ποσό στο έγγραφο το οποίο επικαλείται, και στο οποίο ισχυρίζεται ότι φαίνονται οι πληρωμές που έκανε στον Λελεπή, δεν συμφωνεί με το ποσό το οποίο ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στους ενάγοντες εκ Λ.Κ. 18.978.- εφόσον σε αυτό φαίνονται πληρωμές ύψους μόνο Λ.Κ.
  2. Περαιτέρω με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται κάτι εντελώς διαφορετικό, το οποίο σχετίζεται με τον σκοπό της έκδοσης της επίδικης επιταγής κατά τρόπο που διαφοροποιεί και τον αρχικό ισχυρισμό του περί εξόφλησης της, ως ανωτέρω. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε, με σκοπό, όπως του είπε ο κ. Λελλεπής, να την καταθέσει, για να μπορέσει να πάρει τις παλιές επιταγές με την υπόσχεση ότι αμέσως μετά θα του επέστρεψε και την επίδικη επιταγή. Υποστηρίζει ακολούθως ότι με την επιστροφή των παλαιών επιταγών, η οποία έγινε μετά την έκδοση της επίδικης πληρώθηκε το ποσό των παλαιών επιταγών αλλά ο κ. Λελεπής αρνήθηκε να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή. Η πιο πάνω προφανής σύγχυση αλλά και αντιφατικότητα την οποία παρουσιάζουν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου καμία πειστικότητα δεν δίδουν ως προς την ύπαρξη εκ μέρους του καλόπιστης υπεράσπισης. Συνεπώς κρίνεται ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει καλή υπεράσπιση. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, η αίτηση του εναγόμενου δεν δύναται να επιτύχει. Εν συνεχεία, θα προχωρήσω όμως, να εξετάσω και το ζήτημα της δικαιολογίας που παρουσιάζει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στην διαδικασία. Στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση του ο εναγόμενος, δίδει τις εξηγήσεις εκείνες που κατά την άποψη του, δικαιολογούν την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα της επίδοσης, της αγωγής έλαβε κατόπιν ιατρικής συμβουλής ιώδιο για θεραπεία του θυρεοειδούς του αδένα, το οποίο περιέχει ραδιενέργεια και θα έπρεπε για κάποιο χρονικό διάστημα να παραμείνει μακριά από οιονδήποτε άτομο, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης και δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί τα άλλα προβλήματα που είχε μεταξύ των οποίων και τα οικονομικά της οικογένειας του. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να παραλείψει να επισκεφθεί έγκαιρα τον Δικηγόρο του στην Πάφο για να του δώσει οδηγίες για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Με την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.3.2007, ο εναγόμενος, παρουσιάζει το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (Τεκμήριο 1), στο οποίο κάνει αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του. Ως προκύπτει από το λεκτικό της ενόρκου δηλώσεως του που συνοδεύει την αίτηση του, ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα της επίδοσης της αγωγής είχε λάβει ήδη το ιώδιο το οποίο τον εμπόδιζε να έρθει σε επαφή με άλλα πρόσωπα. Το ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο παρουσιάζει ως τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική του ένορκο δήλωση, έρχεται όμως να διαψεύσει τα πιο πάνω, όπως επισήμανε και ο συνήγορος των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση. Συγκεκριμένα η επίδοση της αγωγής, ως προκύπτει από τον φάκελο της αγωγής, έγινε τις 15.6.2006 ενώ η χορήγηση του ιωδίου, σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό θα εγένετο στις 3.7.2006 δηλαδή 17 ημέρες μετά την επίδοση της αγωγής. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνω πως ο μοναδικός λόγος που προβάλλει ο εναγόμενος για την παράλειψη του να εμφανιστεί έγκαιρα στην διαδικασία δεν μπορεί γίνει δεκτός και η καθυστέρηση του εναγόμενου να εμφανιστεί κρίνεται ως μη δικαιολογημένη. Πιστεύω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από αυτά της υπόθεσης Ελσα Λουκαίδου και Ανδρέα Γερολέμενου Πολιτική Εφεση 10334 ημερομηνίας 15.3.2000, την οποία ο συνήγορος του εναγόμενου επικαλέστηκε. Στην υπόθεση εκείνη η εναγόμενη δικαιολόγησε την παράλειψη της να εμφανιστεί στην διαδικασία γιατί κατά τον επίδικο χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, ο γιος της αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τα οποία συνέτειναν να διαφύγει της προσοχής της η αγωγή και να λησμονήσει να επικοινωνήσει έγκαιρα με τον δικηγόρο της, πράγμα το οποίο έπραξε περί το τέλος του ιδίου μήνα που εκδόθηκε η απόφαση και μόλις περιήλθε στη γνώση της. Κρίθηκε κατ΄ έφεση, ότι η εφεσείουσα, η οποία με βάση το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, είχε αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση, κάτι που δεν ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση, έδωσε εξηγήσεις για την παράλειψη της να εμφανιστεί στη διαδικασία και για την μικρή καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης της και δεν διαπιστώθηκε ότι η εφεσείουσα επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως πιο πάνω έχει διαπιστωθεί ο ισχυρισμός του εναγόμενος ως προς τον λόγο της καθυστέρησης του δεν έγινε δεκτός εφόσον αυτός με βάση τα στοιχεία, τα οποία ο ίδιος έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου, δεν μπορούν να την δικαιολογήσουν. Από την άλλη ο εναγόμενος και ενώ γνώριζε από τις 15.6.2006, άλλωστε δεν επικαλείται ο ίδιος κάτι διαφορετικό, ότι εκκρεμούσε η αγωγή αυτή εναντίον του, μέχρι την 11.10.2006 που εκδόθηκε η επίδικη απόφαση εναντίον δεν έπραξε οτιδήποτε. Το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 52 ημέρες μετά την έκδοση της απόφασης δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση του εναγόμενου, εφόσον αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι η αδράνεια και απραξία του σε σχέση για την υπόθεση του αρχίζει από ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, δηλαδή για χρονικό περίπου στους 6 μηνών. Από την άλλη όμως, ο εναγόμενος, ο οποίος κατά την γνώμη μου, ήταν και ο μόνος που ήταν σε θέση να γνωρίζει το χρονικό διάστημα που διαρκούσε η θεραπεία που έλαβε, στις ένορκες δηλώσεις του δεν αναφέρει οτιδήποτε για το χρονικό αυτό διάστημα αφήνοντας το ζήτημα αόριστο και γενικό και ως προς το χρονικό διάστημα που αυτός εμποδίζετο να πράξει κάτι σε σχέση με την υπόθεση του. Στις υποθέσεις Mine & Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (πιο πανω) λέχθηκε πως η χωρίς όμως ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης του και επίσης το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με την Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 2004, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι τέτοιας φύσης ή τόσο αδικαιολόγητη ώστε να συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας Εχοντας υπόψη το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και σε περίπτωση που ο εναγόμενος είχε πείσει το δικαστήριο πως είχε εκ πρώτη όψεως υπεράσπιση και πάλι δεν ασκούσα την διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του. Θεωρώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Μουγής ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1996), 1 ΑΑΔ 997 (βλέπε σελ.1004), βρίσκει έρεισμα και μπορεί να υιοθετηθεί αυτούσιο στην προκειμένη περίπτωση. «Θεωρούμε ότι η διαγωγή του εφεσείοντα, λεπτομέρειες της οποίας φαίνονται πιο πάνω, αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Επανάνοιγμα της υπόθεσης λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αιτήσεως και όλης της διαγωγής του εφεσείοντα, θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Περαιτέρω θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα του αντίδικου για εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών της απονομής της δικαιοσύνης και θα τους έθετε σε χλευασμό». Συνεπακόλουθα με όσα πιο πάνω έχω αναφέρει και επεξηγήσει την παρούσα απόφαση έχω καταλήξει ότι η αίτηση του εναγόμενου - αιτητή δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.