Ιωάννη Βασιλείου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 675/07, 19 Απριλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 675/07 Μεταξύ: Ιωάννη Βασιλείου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 91, 8021 Άγιος Παύλος Πάφος Ενάγοντος και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Λάκης Γεωργίου Εργολάβος Οικοδόμος Κατασκευές Λτδ, Σουλίου 2, Μέγαρο Λιασίδου, Διαμ. 101, 8027 Πάφος Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 19 Απριλίου 2007 Αίτηση ημερ. 20.3.2007 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 20.3.2007 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Λιασίδου για κ. Ευσταθίου (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Κουκούνη) Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση: κα Κόκκινου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση ο ενάγοντας πέτυχε την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο διετάττοντο οι εναγόμενοι και/ή οι εκπρόσωποι και/ή οι υπαλλήλοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες και/ή οι εργάτες αυτών να «σταματήσουν τις παράνομες πράξεις κατεδάφισης των πέντε κατοικιών οι οποίες βρίσκονται εντός του τεμαχίου με αρ 244, αρ. εγγραφής 2/219, Φ/Σχ 45/590603, Τμήμα 3 στην ενορία Αγίου Παύλου, στην Πάφο, ιδιοκτησίας του ενάγοντα, μέχρι πλήρους αποπερατώσεως και/ή εκδικάσεως και/ή την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, αυτός είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ. 244 στο οποίο υπάρχουν πέντε κατοικίες. Επισυνάπτεται σχετικό Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο 1 και Χωρομετρικό Σχέδιο ως Τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεμάχιο υπάρχουν πέντε διαμερίσματα - κατοικίες εκ των οποίων οι τέσσερεις ενοικιάζονταν μέχρι πρόσφατα και η μία κατοικείται από τον ίδιο και τον υιό του. Αναφορικά με το μέρος του προαναφερόμενου ακινήτου στο οποίο υπάρχουν οι πέντε κατοικίες δημοσιεύθηκε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.11.2006 και αντίγραφο της γνωστοποίησης επιδόθηκε στον αιτητή με επιστολή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ημερομηνίας 22.11.2006 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3). Στις 6.12.2006 ο ενάγοντας απέστειλε, μέσω των δικηγόρων του, ένσταση προς τον Έπαρχο Πάφου κατά της σκοπούμενης απαλλοτρίωσης (Τεκμήριο 4). Τον Ιανουάριο του 2007 ο Ενάγοντας αναφέρει ότι έλαβε γνώση μέσω συγγενικού του προσώπου και μετά από έρευνα στην ιστοσελίδα της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας στο διαδίκτυο περί της ύπαρξης διατάγματος επιτάξεως του πιο πάνω ακίνητου. Περί τις 2.2.2007 ο αιτητής ενημερώθηκε από υπαλλήλους των εναγομένων ότι στις 5.2.2007 θα εισέρχονταν εντός του ακινήτου του με στόχο την κατεδάφιση των πέντε κατοικιών που υπάρχουν σε αυτό. Την ίδια ημέρα απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή προς τον Έπαρχο Πάφο με κοινοποίηση προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου (Τεκμήριο 5). Ο Έπαρχος Πάφου απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 8.2.2007 (Τεκμήριο 6). Στις 16.3.2007 υπάλληλοι των εναγομένων παράνομα αποσύνδεσαν και απομάκρυναν τους ηλιακούς θερμοσίφωνες από τις ταράτσες των πέντε κατοικιών και τον πληροφόρησαν ότι θα αρχίσει η κατεδάφιση τους τη Δευτέρα 19.3.
- Στις 19.3.2007 παρευρέθησαν στο ακίνητο μέλη της αστυνομικής διεύθυνσης και οι εναγόμενοι δεν προέβησαν στη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Σύμφωνα με τον ομνύοντα οι ενέργειες των εναγομένων είναι πράξεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην έννοια της επίταξης ως μέτρου προσωρινού, αφού με την κατεδάφιση θα επέλθουν μόνιμα καταστρεπτικά αποτελέσματα κατά τρόπο που αναιρεί αυτό τούτο το διοικητικό μέτρο της επίταξης και το μετατρέπει σε πράξη απαλλοτρίωσης. Μία από τις κατοικίες κατοικείται από τον ίδιο τον αιτητή και τον υιό του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απολαμβάνει και να χρησιμοποιεί την ιδιοκτησία του και σε περίπτωση κατεδάφισης τους, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Επίσης σε περίπτωση κατεδάφισης τους σε αυτό το στάδιο χωρίς την τελική απόφαση και απαλλοτρίωση του ακινήτου και των κατοικιών θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά και νόμιμα δικαιώματα του. Περαιτέρω ο ομνύον αναφέρει πως δεν του έχει καταβληθεί κανένα ποσό αποζημίωσης για την επίταξη σύμφωνα με το Νόμο και το Σύνταγμα. Η επίταξη, αναφέρει, είναι μέτρο εξαιρετικό και προσωρινό σε αντίθεση με την αναγκαστική απαλλοτρίωση η οποία αποτελεί μόνιμο μέτρο στέρησης της ιδιοκτησίας και εάν οι εναγόμενοι συνεχίζουν την παράνομη και αυθαίρετη επέμβαση τους επί των ρηθέντων οικιών και την παράνομη κατεδάφιση τους θα είναι μέτρο μόνιμο και μη επαναστρέψιμο, κάτι το οποίο δεν εμπίπτει στα όρια και στους σκοπούς της επίταξης σύμφωνα με το Νόμο και το Σύνταγμα. Η διαδικασία της κατεδάφισης πρέπει να σταματήσει μέχρι τελικής αποφάσεως αναφορικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου και των κατοικιών. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (καθ' ου η αίτηση 1) καταχώρησε ένσταση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής, υπό τις περιστάσεις δεν νομιμοποιείται σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και/ή τους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πώς να καταχωρήσει τη παρούσα αίτηση.
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής, χρησιμοποίησε λανθασμένη διαδικασία και/ή ένδικο μέσο για προώθηση της παρούσας αίτησης.
- Η αίτηση, είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήριχτη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως.
- Η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη, και/ή κακόπιστη, και/ή αχρείαστη και/ή σκανδαλώδης, καθ' ότι η καταχώρηση της έγινε «εκ του πονηρού» και αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών Θεσμών και/ή της Δικαστικής διαδικασίας, αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και σκοπό έχει να δημιουργήσει αχρείαστα έξοδα και/ή σπατάλη του δικαστικού χρόνου.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αδικαιολόγητη και σκοπόν έχει να εκτροχιάσει την διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει για υλοποίηση των σκοπών δημόσιας ωφέλειας και ειδικώτερα για την ανέγερση νέου Δημοτικού Σχολείου στην Ενορία Αγ. Παύλου στη Πάφο. Η εν λόγω διαδικασία, καλύπτεται από τη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αρ. Δ.Π.1106, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17/11/2006 και το Διάταγμα Επίταξης με αρ. Δ.Π.1114, που επίσης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17/11/
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, και/ή κακόπιστη και σκοπό έχει να προκαλέσει πολυπλοκότητα και καθυστέρηση στη διαδικασία.
- Η αίτηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία και/ή είναι αχρείαστη και/ή στοχεύει στη καθυστέρηση της διαδικασίας εκτέλεσης του έργου.
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και/ή διαγωγής και/ή εγγράφων και/ή κακοπιστίας στη προώθηση της παρούσας αίτησης.
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, για την έκδοση και παραμονή σε ισχύ του αιτούμενου διατάγματος. Συγκεκριμένα, από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή, που επισυνάπτεται και συνοδεύει την αίτησή του, δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και επείγον χαρακτήρας.
- Εάν ήθελε εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα και/ή οι άλλες αιτούμενες θεραπείες, θα προκληθούν δυσβάστακτα οικονομικά βάρη και/ή ζημιές στον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση αρ. 1, που θα αναγκαστεί να παραβεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις και/ή να καταβάλει ποινικές ρήτρες. Σε αντίθετη περίπτωση, (που δεν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα) τα νόμιμα δικαιώματα του Αιτητή, δεν θίγονται κατά ανεπανόρθωτο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούν να αποζημιωθούν και/ή αποτιμηθούν με έξοδα και/ή άλλως πως.
- Το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του αιτήματος του Ενάγοντα - Αιτητή, αλλά να απορρίψει την Αίτηση ως νομικά και πραγματικά αδικαιολόγητης και αβάσιμης, με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παττίχη, πολιτικού μηχανικού, προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ο αιτητής σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι συνιδιοκτήτης κατά τα 5/6 μερίδια του τεμαχίου με αρ. 244 το οποίο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας σαν ισόγειος κατοικία και περιβόλι. Περαιτέρω στο επίδικο τεμάχιο υπάρχουν υποστατικά τα οποία δεν είναι εγγεγραμμένα και/ή δεν αναφέρονται στην εγγραφή. Ο τίτλος ιδιοκτησίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α και το Χωρομετρικό Σχέδιο ως Τεκμήριο Β. Στις 17.11.2006 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης η οποία αφορούσε και μέρος του επίδικου τεμαχίου με αρ. 244 η οποία ήταν αναγκαία για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την ανέγερση νέου δημοτικού σχολείου στην ενορία Αγίου Παύλου (Τεκμήριο Γ). Την ίδια ημερομηνία δηλαδή στις 17.11.2006 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το διάταγμα επίταξης με το οποίο η ακίνητη ιδιοκτησία μεταξύ της οποίας και μέρος του επίδικου τεμαχίου επιτάχθηκε για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας δηλαδή για την ανέγερση του νέου δημοτικού σχολείου στην ενορία Αγίου Παύλου στην Πάφου και ο εναγόμενος 1 καθ' ου η αίτηση ανέλαβε τοιουτοτρόπως την κατοχή της επίδικης περιουσίας (Τεκμήριο Δ). Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση πως στο επίδικο τεμάχιο υπάρχει οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται σαν κατοικία από τον ενάγοντα και την οικογένεια του η οποία δεν επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση και το διάταγμα επίταξης. Περαιτέρω, στο επίδικο τεμάχιο υπάρχουν μη εγγεγραμμένα υποστατικά τα οποία τροποποιήθηκαν παράνομα από τον ιδιοκτήτη και μετατράπηκαν σε διαμερίσματα τα οποία ενοικιάζονταν σε αλλοδαπούς μέχρι την ημερομηνία έναρξης των εργασιών για ανέγερση του νέου δημοτικού σχολείου. Επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο Ε αντίγραφο σχετικής φωτογραφίας. Μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, ο ενάγοντας μετακόμισε σε ένα από τα παράνομα υποστατικά και ισχυριζόμενος ότι αυτό αποτελεί την κατοικία του, αρνείται να το εγκαταλείψει. Η ακίνητη περιουσία που επελέγη για την ανέγερση του νέου δημοτικού σχολείου Αγίου Παύλου, είναι κατάλληλη για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης και επίσης συμπεριλαμβάνεται στο τοπικό σχέδιο Πάφου. Εντός δε των προσεχών ημερών, αναφέρει ο ομνύων, αναμένεται η δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και θα γίνουν οι σχετικές προσφορές αποζημίωσης στους δικαιούχους - ιδιοκτήτες. Σύμφωνα δε με το άρθρο 146 του Συντάγματος, οι διοικητικές πράξεις μπορούν να προσβληθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός 75 ημερών. Ο ενάγοντας, δεν προσέβαλε την υπό αναφορά διοικητική πράξη εντός της νενομισμένης προθεσμίας και επομένως δεν νομιμοποιείται να προβάλλει τους ισχυρισμούς που αναφέρει στην αίτηση του. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες έχω εξετάσει. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48Θ.1,2 και 8
(3), στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο 32, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Άρθρο 43, στις Αρχές της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προτού εξετάσω την ουσία της αίτησης επικεντρώνω τη προσοχή μου στο θέμα της έγκαιρης και πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, υποχρέωση που φέρει κάποιος που προσφεύγει στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση. Η εξασφάλιση από ένα διάδικο ex parte διατάγματος αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία που επηρεάζουν την υπόθεση του, ώστε να μην προσέλθη στο Δικαστήριο με την πλήρη εκείνη διαφάνεια και καθαρότητα που απαιτείται ιδιαίτερα σε ex parte διαδικασίες και που πρέπει να ενθαρρύνεται στο μέγιστο βαθμό, καθορίζει και τη τύχη της υπόθεσης (βλ. Λατομείο Παναγιώτου & Υιοι Λτδ κά ν. Westside Engineering Public Ltd Πολ. Έφ. 383/2005 ημερ. 23.2.2007). Στην παρούσα υπόθεση ενώ γίνεται αναφορά στο διάταγμα επίταξης, καμία αναφορά δεν γίνεται ως προς τις λεπτομέρειες του διατάγματος, όπως η ημερομηνία έκδοσης, έκταση και σκοπός έκδοσης του τα οποία θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη από την αρχή. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να οδηγήσει στο τερματισμό εξέτασης της αίτησης σε αυτό το στάδιο. Παρά ταύτα, θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διάταγμα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αγωγής ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί: Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο ενάγοντας αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις και διατάγματα ότι η πρόθεση των εναγομένων 1 να προβούν στη κατεδάφιση των πέντε κατοικιών εντός του τεμαχίου αρ. 244 αρ. εγγραφής 2/219, Φ/Σχ. 45/590603, Τμήμα 3 στην ενορία Αγ. Παύλου στην Πάφο είναι πράξη παράνομη, αυθαίρετη και που παραβιάζει τα συνταγματικά του δικαιώματα και εάν πραγματοποιηθεί συνιστά παράνομη επέμβαση στην περιουσία του, ότι η προτιθέμενη κατεδάφιση δεν εμπίπτει στα όρια τα οποία καλύπτει το διάταγμα επιτάξεως που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δεν είναι μέτρο προσωρινό και ως εκ τούτου συνιστά πράξη παράνομης επέμβασης στην ιδιοκτησία του και διάταμα που να απαγορεύει στους εναγομένους να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη κατεδάφισης των πέντε κατοικιών χωρίς προηγουμένως να προηγηθεί πλήρης εύλογη και δίκαια αποζημίωσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23
(8)του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω αξιώνονται αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου στις 17.11.2006 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με αριθμό Κ.Δ.Π.1106 με την οποία γνωστοποιείτο ότι ακίνητη ιδιοκτησία μεταξύ της οποίας και μέρος του επίδικου τεμαχίου με αριθμό 244 του Φ.Σχ. 45/590603 ήταν αναγκαία για την ανέγερση νέου Δημοτικού Σχολείου στην ενορία Αγίου Παύλου στην Πάφο. Την ίδια ημερομηνία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με βάση το άρθρο 4 του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμο (Νόμοι 21/1962, 50/1966, 61/1975, 43/1986, 108/1991, 85
(1)/1992, 76
(1)/1996 και 81
(1)/1998) το Διάταγμα Επίταξης με αριθμό Κ.Δ.Π. 1114 με το οποίο η ίδια ακίνητη ιδιοκτησία επιτάχθηκε για την ανέγερση του νέου Δημοτικού Σχολείου στην ενορία Αγίου Παύλου στην Πάφο. Η αξίωση βασίζεται σε παράνομη επέμβαση επί της περιουσίας του ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Έχοντας υπόψη την ύπαρξη του διατάγματος επίταξης που ανέφερα πιο πάνω, για να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή θα πρέπει να αποδειχθεί πως οι εναγόμενοι 1 ενήργησαν εκτός των ορίων του διατάγματος επίταξης. Ορισμός της Επίταξη στο περί Επιτάξεως της Ιδιοκτησίας Νόμο είναι: "«επίταξις» σημαίνει την αναγκαστικήν κτήσιν κατοχής επί ιδιοκτησίας, ή την πράξιν δι΄ης απαιτείται όπως ιδιοκτησία τεθή εις την διάθεσιν της επιτασσούσης αρχής δυνάμει του παρόντος Νόμου." Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ιδίου Νόμου όταν καθίστατι αναγκαία η επίταξις ιδιοκτησίας δια σκοπόν δημοσίας ωφελείας, η επιτάσσουσα αρχή δύναται διά διατάγματος το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να διατάξει την επίταξη της. Όταν εκδίδεται διάταγμα επίταξης δυνάμει του άρθρου 4 η επιτάσσουσα αρχή μπορεί να λάβει κατοχή της ιδιοκτησίας και να την χρησιμοποιεί κατά τέτοιο τρόπο όπως ήθελε κρίνει σκόπιμο (άρθρο 6). Η επιταχθείσα περιουσία μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για το σκοπό για τον οποίο επετάχθη (άρθρο 7
(1)). Στην υπόθεση Αθηνούλα Ταμάσιου ν. Της Δημοκρατίας της Κύπρου διά του Υπουργού Εσωτερικών
(1991)3 Α.Α.Δ. 1188, στην οποία με παρέπεμψε η κα Λιασίδου, αναφέρεται στη σελίδα 1196: «Η επίταξη είναι εξαιρετικό και προσωρινό μέτρο. Είναι προσωρινή στέρηση της κατοχής, χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση είναι μόνιμο μέτρο στέρησης της ιδιοκτησίας, για τους σκοπούς που αναφέρονται στο σύνταγμα και με τη διαδικασία που προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία. Ο περιορισμός της διάρκειας της επίταξης σε τρία χρόνια δεν αποκλείει την επίτευξη σκοπού δημόσιας ωφέλειας με πολύ μεγαλύτερη διάρκεια ακόμα και μόνιμη. Έναρξη διαδικασίας για απαλλοτρίωση, συνήθως, ακολουθεί ή προηγείται της επίταξης, που είναι μέτρο προσωρινό. Όταν η διαδικακία της απαλλοτρίωσης και μεταβίβασης της ιδιοκτησίας δεν συμπληρωθεί, είναι όμως αναγκαίο να αρχίσει η εκτέλεση έργου δημόσιας ωφέλειας, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, ιδιοκτησία μπορεί νόμιμα να επιταχθεί για έναρξη του έργου. Εάν η απαλλοτρίωση δεν τελεσφορήσει, τόσο η παράγραφος 8 του άρθρου 23 του συντάγματος, όσο και το άρθρο 8 του Νόμου, προβλέπουν για αποζημίωση ιδιοκτησίας για οτιδήποτε έγινε στη διάρκεια της επίταξης με βάση το διάταγμα της επίταξης, συμπεριλαμβανομένης και της επαναφοράς της περιουσίας στην αρχική της κατάσταση (status quo).» Στην υπόθεση Κώστας Παπάς ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, Αναθ. Έφ. 3423, ημερ. 21.11.2006, που με παρέπεμψε η κα Λιασίδου, όπου κατεδαφίστηκε επιταχθείσα οικία με βάση διάταγμα επίταξης και καταχωρήθηκε προσφυγή εναντίον αυτής της κατεδάφισης το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτόδικη δικαιοδοσία του απέρριψε την προσφυγή γιατί η προσβληθείσα πράξη της κατεδάφισης της οικίας δεν είναι εκτελεστή διοικητική απόφαση αλλά πράξη πραγμάτωσης του σκοπού της διοικητικής απόφασης με την οποία επιτάχθηκε. Σημειώνω ότι με βάση τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, το διάταγμα επίταξης δεν προσεβλήθη και εξακολουθούσε να ευρίσκεται σε ισχύ. Η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απόφασης απορρίφθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση της αναθεωρητικής έφεσης αποφάσισε πως: «...η κατεδάφιση της κατοικίας της εφεσείουσας δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη. Το κατά πόσο η κατεδάφιση ενέπιπτε στα όρια τα οποία κάλυπτε η επίταξη, όπως θεωρήθηκε πρωτόδικα, δεν χρειάζεται να τον εξετάσουμε αφού και σε περίπτωση αρνητικής απάντησης δεν θα είχαμε παρά μόνο πράξη παράνομης επέμβασης στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι του δημοσίου, οπότε θεραπεία θα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Στην παρούσα περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι πράξεις κατεδάφισης τις οποίες ξεκίνησε ο Εναγόμενος 1 εμπίπτουν στα όρια τα οποία καλύπτει η επίταξη. Σύμφωνα με τον αιτητή οι πράξεις κατεδάφισης στις οποίες προβαίνουν οι εναγόμενοι δεν εμπίπτουν στα όρια τα οποία καλύπτει το διάταγμα επιτάξεως και περαιτέρω πως οι πράξεις αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια της επίταξης ως μέτρου προσωρινού, αφού με τη κατεδάφιση θα επέλθουν μόνιμα καταστρεπτικά αποτελέσματα κατά τρόπο που αναιρεί το διοικητικό μέτρο της επιτάξεως και το μετατρέπει σε πράξη απαλλοτρίωσης. Η επίταξη αποτελεί μέτρο προσωρινό, όπως αναφέρεται και στις αποφάσεις που παρέθεσα πιο πάνω. Όταν όμως είναι αναγκαίο να αρχίσει η εκτέλεση έργου δημόσιας ωφέλειας η ιδιοκτησία μπορεί νόμιμα να επιταχθεί για έναρξη του έργου και αν η απαλλοτρίωση δεν τελεσφορήσει τότε δυνάμει της παραγράφου 8 του άρθρου 23 του συντάγματος και του άρθρου 8 του Νόμου προβλέπεται αποζημίωση του ιδιοκτήτη για οτιδήποτε έγινε στην διάρκεια της επίταξης με βάση το διάταγμα της επίταξης συμπεριλαμβανομένης και της επαναφοράς της περιουσίας στην αρχική της κατάσταση. Στην παρούσα περίπτωση η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης καθώς και το διάταγμα επίταξης αφορούν σε μέρος του τεμαχίου 244 και ειδικότερα σε κτίρια τα οποία δεν αναφέρονται στην εγγραφή και που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 τροποποιήθηκαν παράνομα από τον ιδιοκτήτη και μετατράπηκαν σε διαμερίσματα. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή. Θα πρέπει να σημειώσω ότι οι αναφορές της κας Λιασίδου στο στάδιο των αγορεύσεων ότι έχει επισυναφθεί λανθασμένος τίτλος εγγραφής του ακινήτου, καθώς και οι αναφορές της σε άλλα γεγονότα τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto SPA
(2000)1 ΑΑΔ 447 σελ. 453, οι αγορεύσεις δεν είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας. Το γεγονός ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και η περιουσία δεν έχει εγγραφεί στο όνομα της απαλλοτριούσας αρχής δεν καθιστά παράνομη την έναρξη εργασιών για τους σκοπούς της απαλλοτρίωσης δηλαδή για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας που στην παρούσα περίπτωση είναι η ανέγερση ενός δημοτικού σχολείου με βάση το διάταγμα επίταξης. Παρά το ότι στην αίτηση αναφέρεται πως η επέμβαση εντός των 5 κατοικιών και η προτιθέμενη κατεδάφιση τους δεν εμπίπτει στα όρια τα οποία καλύπτει το διάταγμα επιτάξεως πως εξακολουθεί να εκκρεμεί προς εξέταση η ένσταση του αιτητή στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, ουσιαστικά αυτό που αμφισβητείται είναι η δυνατότητα του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 να προβεί σε πράξεις κατεδάφισης περιουσίας η οποία έχει επιταχθεί και δεν φαίνεται να επεκτείνεται σε ισχυρισμό ότι ξεκίνησε η κατεδάφιση ακίνητης περιουσίας η οποία δεν περιλαμβάνεται στο διάταγμα επίταξης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται πως το μέρος του ακινήτου στο οποίο αφορά η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης είναι αυτό στο οποίο υπάρχουν οι 5 κατοικίες. Το διάταγμα επίταξης αφορά την ίδια περιουσία και σημειώνω πως ο σκοπός της απαλλοτρίωσης και της επίταξης είναι η ανέγερση σχολείου. Επίσης στην ένσταση καθίσταται σαφές ότι μόνο οι 5 κατοικίες θα κατεδαφιστούν, οι οποίες παρενθετικά αναφέρω πώς δεν αναφέρονται στον τίτλο εγγραφής, και όχι μία άλλη κατοικία η οποία βρίσκεται επί του ιδίου τεμαχίου και στην οποία κατοικεί η οικογένεια του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας είχε το βάρος να καταδείξει ότι το διάταγμα επίταξης δεν επεκτείνεται στις 5 κατοικίες έτσι ώστε επέμβαση σ΄ αυτές να αποτελεί παράνομη επέμβαση επί του ακινήτου του, κάτι που δεν έχει επιτύχει. Για να υπάρχει καλή βάση αγωγής και πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει να καταδειχθεί ότι οι πράξεις κατεδάφισης επεκτείνονταν πέρα των ορίων του διατάγματος επίταξης. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει έστω και στο χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για αυτές τις υποθέσεις. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής όπως ανάφερα πιο πάνω. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση τις πρόνοιες του Νόμου και του Συντάγματος. Σε περίπτωση δε κατά την οποία δεν τελεσφορήσει η απαλλοτρίωση τότε ο Αιτητής έχει δικαίωμα σε αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος και του άρθρου 8 του Νόμου και επίσης μπορεί να διεκδικήσει την επαναφορά του ακινήτου στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν (status quo). Συνακόλουθα δεν έχει καταδειχθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 20.3.2007 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εαγομένου 1 - καθ΄ ου η αίτηση 1 και εναντίον του ενάγοντα αιτητή και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .................. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο