Πολυκλινική Κυανούς Σταυρός (Πάφος) Λτδ ν. Sabah R Sadik, Αρ. Αγωγής 2120/2003, 3.5.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2120/2003 Μεταξύ: Πολυκλινική Κυανούς Σταυρός (Πάφος) Λτδ, από την Πάφο Ενάγοντες Και Sabah R. Sadik από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενου -------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.5.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Παπαχαραλάμπους για κ.κ. Χ και Τ. Γεωργιάδη Για τον εναγόμενο: κ. Καλαβάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διαχειρίζεται την κλινική Κυανούς Σταυρός, στην Πάφο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης της και πως γύρω στις 4.6.2002 - 8.6.2002 της έδωσε εντολή να φροντίσει για την δέουσα νοσηλεία της Ra Misinoma και ότι ανέλαβε να πληρώσει την αμοιβή, έξοδα και δαπάνες της ενάγουσας. Η ενάγουσα η οποία ισχυρίζεται ότι φρόντισε για την νοσηλεία της Misinoma αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ. 808.29 σεντ ως αμοιβή για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν (τις οποίες αναλύει σε έξοδα διαμονής, αμοιβή ιατρού και εργαστηριακά) και/ή σαν χρέος ή αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή δυνάμει αναγνωρισμένων λογαριασμών και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική, νόμιμους τόκους και έξοδα. Επανειλημμένα η ενάγουσα με επιστολές των δικηγόρων της ημερομηνίας 19.9.2002 και 3.12.2002 κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει την πιο πάνω οφειλή του αλλά αυτός μέχρι σήμερα αρνείται να το πράξει. Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπιση του αρνείται την ιδιότητα της ενάγουσας και ότι υπήρξε πελάτης της. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε της έδωσε εντολή να φροντίσει για τη νοσηλεία της Ra Misinoma ή οιουδήποτε άλλου προσώπου και ουδέποτε ανάλαβε να πληρώσει οιαδήποτε αμοιβή, έξοδα ή δαπάνες της. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: (α) Η Ra Misinoma είναι βοηθός της συζύγου του, η οποία πάσχει από σοβαρή αναπηρία. Η Misinoma είναι ενήλικη και ικανή να συμβάλλεται. (β) Η Ra Misinoma οδηγήθηκε κατά ή περί την 4.6.2002 σε κάποιο Δρ. Συμεού της Κλινικής Κυανούς Σταυρού από τον Δρ. C.J. Rayer μετά από περιστατικό άσθματος. (γ) Η Misinoma έπασχε από άσθμα και είχε περιστατικά όπως το πιο πάνω στο ιατρικό ιστορικό της. Για την πλήρη αποθεραπεία της Misinoma μετά από περιστατικό άσθματος χρειαζόταν χρονικό διάστημα ελάχιστων ωρών με την χορήγηση βροχοδιαλυτικών. (δ) Η πρέπουσα θεραπευτική αγωγή για την Misinoma ήταν να της χορηγηθεί η ενδεδειγμένη ποσότητα βροχοδιαλυτικών και να αφεθεί να μεταβεί στην οικία της για ξεκούραση. (ε) Παρά την επιθυμία της ασθενούς και παρά την υπόδειξη του εναγόμενου, ο οποίος είναι ιατρός η ενάγουσα κράτησε την Misinoma στην κλινική, χωρίς να χρειάζεται κάτι τέτοιο. (στ) Η Misinoma υπεβλήθη σε αχρείαστη και επικίνδυνη για την υγεία της θεραπευτική αγωγή. (ζ) Ο Δρ. Συμεού είδε την Misinoma κατά την εισαγωγή και λίγο πριν από την έξοδο της από την κλινική. Επιπρόσθετα, στην έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος, λέει ότι η ενάγουσα στην Ε/Α της δεν αναφέρει το χρόνο, τον τρόπο, τον τόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνήφθη η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία μεταξύ της και του ιδίου. Ο εναγόμενος αρνείται την παρ. 4 της Ε/Α, αρνείται ότι η ενάγουσα φρόντισε δεόντως και σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής για τη νοσηλεία της Misinoma, αρνείται ότι δικαιολογείτο η παραμονή της στην κλινική, αρνείται ότι έγιναν ή ότι χρειαζόταν να γίνουν εργαστηριακές εξετάσεις και/ή αναλύσεις, αρνείται ότι η ενάγουσα υπό τις περιστάσεις δικαιούται το ποσό που ισχυρίζεται και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ως αμοιβή ιατρού. Αρνείται ότι τα ποσά που εμφαίνονται στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης είναι η συμφωνηθείσα ή η εύλογη αμοιβή της ενάγουσας και λέγει ότι ουδέποτε συμφώνησε και ουδέποτε υπεσχέθη ότι θα κατάβαλλε τα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 4 της Ε/Α ή οποιαδήποτε άλλα ποσά. Παραδέχεται ότι έλαβε το φαξ με ημερ. 3.12.2002 από τους δικηγόρους της ενάγουσας με το οποίο καλείτο να πληρώσει την ισχυριζόμενη αμοιβή της. Επιπροσθέτως λέγει ότι ο Δρ. Συνεού τον κάλεσε τηλεφωνικώς να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.808.29 απειλώντας τον ότι αν δεν το πράξει θα φρόντιζε ώστε η κα Misinoma να απελαθεί από την Κύπρο. Ισχυρίζεται ότι πάντοτε καθιστούσε σαφές ότι δεν υπέκυπτε σε απειλές και δεν θα πλήρωνε για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Αρνείται, τέλος τις αξιώσεις της ενάγουσας υπό στοιχεία Α και Β για όλους τους πιο πάνω λόγους και ισχυρίζεται πως δεν αθέτησε καμία σύμβαση, ούτε υπέγραψε οποιαδήποτε τιμολόγια, ούτε αναγνώρισε λογαριασμούς ούτε υπήρξε οποιαδήποτε σχέση προσομοιάζουσα προς συμβατική μεταξύ αυτού και της ενάγουσας και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του. Παραδεκτά γεγονότα: Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και το όνομα της με ειδικό ψήφισμα έχει αλλάξει από τις 11.1.2005. Το νέο όνομα της το οποίο καταχωρήθηκε στο Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών είναι Ιατρικό Κέντρο Κυανούς Σταυρός Λιμιτεδ. Η Μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της ενάγουσας ενόρκως κατέθεσε, ο Κώστας Συμεού (Μ.Ε.1) και για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο εναγόμενος Sabah Sadik (Μ.Υ1). Τα τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής κατατέθηκαν τα πιο κάτω: 1. Τιμολόγιο με αριθμό 020611 Η ημερομηνίας 12.6.2002 (Τεκμήριο 1) 2. Τηλεμοιότυπο (Fax) ημερομηνίας 13.6.2002 (Τεκμήριο 2) 3. Επιστολή ημερομηνίας 19.9.2002 (Τεκμήριο 3) 4. Τηλεμοιότυπο (Fax) ημερομηνίας 3.12.2003 (Τεκμήριο 4) 5. Τηλεμοιότυπο (Fax) ημερομηνίας 23.12.2003 (Τεκμήριο 5) 6. Επιστολή ημερομηνίας 13.8.2002 (Τεκμήριο 6) 7.Πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος της ενάγουσας, του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 7). Τα όσα ο μάρτυρας της ενάγουσας καθώς ο εναγόμενος, έχει αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως ορθή τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων γίνεται κατωτέρω μνεία, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351) Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα ασχοληθώ με το ζήτημα που ηγέρθη από τον συνήγορο του εναγόμενου στην τελική του αγόρευση χωρίς αυτό να εγείρεται και στα δικόγραφα, ότι δηλαδή η ενάγουσα ως νομικό και όχι φυσικό, δεν έχει δικαίωμα να εγγραφεί ως ιατρός, να ασκεί το ιατρικό επάγγελμα και να απαιτεί αμοιβή, με αποτέλεσμα να μην έχει ούτε αγώγιμο δικαίωμα είσπραξης οφειλής για παροχή ιατρικών υπηρεσιών. Προσεγγίζοντας την πιο πάνω θέση του συνηγόρου του εναγόμενου, ο οποίος έκανε αναφορά και στον Περί Εγγραφής Ιατρών Νόμο Κεφάλαιο 250, προκύπτει η επίκληση παρανομίας. Δεν μπορώ όμως να συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου. Οι αναφορές στο δικόγραφο του εναγόμενου, στο οποίο θα πρέπει να επικεντρωθώ δεν εγείρουν θέμα παρανομίας. Αν προέκυπτε θέμα παρανομίας από την ίδια την έκθεση απαίτησης, θα ανάμενε κανείς τουλάχιστον να επισημαίνετο τούτο στην υπεράσπιση. Η υπεράσπιση όμως δεν απευθύνεται καθόλου σε τέτοιο θέμα παρά μόνο προβάλει την θέση ότι ο εναγόμενος ουδέποτε υπήρξε πελάτης της ενάγουσας, ουδέποτε έδωσε οδηγίες στην ενάγουσα να φροντίσει για την νοσηλεία της Ra Misinoma και ουδέποτε ανέλαβε να πληρώσει οποιαδήποτε αμοιβή έξοδα ή δαπάνες της ενάγουσας. Συνεπακόλουθα, τα ίδια τα δικόγραφα δεν μπορεί να λεχθεί ότι εγείρουν θέμα παρανομίας, ώστε να ικανοποιούνται οι κανόνες που ρυθμίζουν το πράγμα (Βλ. Δ.19 θ.13 των Διαδικαστικών Κανονισμών). Καταληκτικά και εφόσον, όπως πιο πάνω έχω αναφέρει το ζήτημα αυτό δεν εγείρεται στα δικόγραφα δεν θα προχωρήσω να το εξετάσω. Παραπέμπω σχετικά με το ζήτημα αυτό στην υπόθεση Αντιγόνη Χρίστου και S.D. CLINIC CO LTD
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 2039 , τα γεγονότα της οποίας πιστεύω ότι ομοιάζουν με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον Μ.Ε.1 και τον εναγόμενο (Μ.Υ1), οι οποίο κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και οι αντιδράσεις τους κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους. Ο M.E1 δεν μου έκανε ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Ο Μ.Ε.1 με ιδιαίτερα εμφαντικό αλλά κατά την άποψη μου γενικό και αόριστο τρόπο προσπαθούσε να τονίζει σε κάθε ευκαιρία αυτά τα οποία πίστευε ότι βοηθούσαν την υπόθεση της ενάγουσας. Δεν πρόκειται ακριβώς για περίπτωση αναξιόπιστου μάρτυρα αλλά ενός μάρτυρα που ήθελε να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως αυτός ήθελε και κατά τρόπο που θα ήταν βολικά για την υπόθεση της ενάγουσας. Αυτή την εντύπωση έδωσε στο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τον τρόπο, το ύφος που κατέθετε καθώς και τα λεχθέντα του. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη αναφέρω τα εξής Επανέλαβε πολλές φορές ο Μ.Ε.1 τόσο κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, σε μια προσπάθεια του να πείσει το δικαστήριο, αναφορικά με τις προβαλλόμενες θέσεις και εκδοχές της ενάγουσας, πως από τα λεχθέντα του εναγόμενου, στις συνομιλίες που είχαν, ήταν δεδομένο για τον ίδιο (εννοώντας τον εναγόμενο), ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει τα έξοδα της Misimoma και πως ο εναγόμενος διαφωνούσε μόνο με το ύψος του τιμολογίου. Ουδέποτε όμως, αν και ερωτήθηκε, ο Μ.Ε.1 ανάφερε στο δικαστήριο τι ήταν αυτά τα λεχθέντα του εναγόμενου, σύμφωνα με τα οποία φαινόταν ότι αναλάμβανε την υποχρέωση για την πληρωμή των εξόδων της Misinoma. Ερμήνευσε ο Μ.Ε.1, σε μια προσπάθεια του ακόμη να πείσει το δικαστήριο, ακόμη και την αντίδραση του εναγόμενου, την επόμενη ημέρα της εισαγωγής της Μisinoma στην κλινική και την δήλωση του να βγει από την κλινική ως ενδεικτική της ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους του της πληρωμής των εξόδων της. Συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1, υπό μορφή ερωτήματος ανάφερε «αν δεν ήταν δεδομένη η υποχρέωση του, γιατί αντίδρασε; γιατί επέμενε να βγει από την κλινική;». Στην αντεξέταση του τελικά ο Μ.Ε1, ερωτηθείς για το τι ήταν αυτό το οποίο ο εναγόμενος του είπε και εξήγαγε ότι αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει τα έξοδα απάντησε πως δεν θυμάται επί λέξει αλλά ενδεχομένως του είπε «η πληρωμή του τιμολογίου δεν είναι δική μου υποχρέωση ...» και τελικά παραδέχτηκε ότι ο εναγόμενος στις 11.8.2002 του είπε ότι δεν έχει καμία υποχρέωση να πληρώσει. Ο Μ.Ε.1 σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του αντιλαμβανόμενος την αντίφαση του αυτή, έσπευσε, ως διαφάνηκε να συμπληρώσει «αν μου είπε.». Η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου ήταν δηλωτική ευθύς εξαρχής, της διαφωνίας του για την εισαγωγή και παραμονή της Misinona στην κλινική, χωρίς να κρίνω αν αυτό ήταν δικαιολογημένο εκ μέρους του, και η οποία δεν συνάδει με τα όσα ο Μ.Ε.1 ανάφερε περί δηλωτικής της ανάληψης υποχρέωσης για την πληρωμή των εξόδων της. Υποστήριξε ο Μ.Ε1, ότι την 11.8.2002, η τηλεφωνική τους συζήτηση με τον εναγόμενο ήταν ολιγόλεπτη και αφορούσε διευκρινιστικά ζητήματα. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του, ανάφερε τα εξής: «ακολούθησε μια μικρή συνομιλία, βασικά διευκρινιστικού χαρακτήρα αν έλαβε το τιμολόγιο, κατά την διάρκεια της οποίας, ο ίδιος ήταν εμφανές ότι είχε αναλάβει την υποχρέωση για την πληρωμή του τιμολογίου, αλλά διαμαρτύρετο με έντονο τρόπο βασικά όσον αφορά την χρέωση των ιατρικών εξόδων - η συνομιλία ήταν ολιγόλεπτη. Διαμαρτύρετο για το ύψος του τιμολογίου και τις επιμέρους χρεώσεις αν έπρεπε ή όχι η οικιακή βοηθός να λάβει ιατρική περίθαλψη σε κλινική». Τελικά ο Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι κατά την συζήτηση τους αυτή ο εναγόμενος του είπε ότι δεν έχει ευθύνη για την πληρωμή του τιμολογίου. Ο Μ.Ε.1 ουδέποτε ανάφερε στην κυρίως εξέταση του, ως ήταν φυσικό κατά την άποψη μου, αν αυτό ανταποκρίνετο στην αλήθεια, ότι ο εναγόμενος κατά την συνομιλία τους αυτή στις 11.8.2002 τον ύβρισε, πράγμα το οποίο έκανε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει ως φάνηκε, τον τρόπο που απαίτησε την πληρωμή του τιμολογίου με τα όσα παραδέχτηκε ότι ανάφερε στον εναγόμενο περί καταγγελίας του στην αστυνομία και στο Immigration. Σχετικά με τα όσα ανάφερε ο Μ.Ε.1 και τα οποία αφορούν τις δηλώσεις του κ. Rayel και της κα Χαρίτου, οι οποίες έγιναν στις 4.6.2002, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν. 32
(1)/2004, εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει δήλωση που έγινε από άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή. Τα όσα ο Μ.Ε1 έχει αναφέρει και τα οποία σχετίζονται με τις δηλώσεις που έγιναν από τα πιο πάνω πρόσωπα, πρόκειται για εξ΄ακοής μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα η εξ΄ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες οι οποίες, αποκλείουν την δυνατότητα αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας. Και εξηγώ. Τόσο η γιατρός Χαρίτου όσο και ο Δρ Rayel ή έστω ένας από αυτούς δεν κλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσουν μαρτυρία. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση ενώπιον του δικαστηρίου και δεν έχει διαφανεί να έγινε εκ μέρους της ενάγουσας οποιαδήποτε προσπάθεια για να παρουσιάσει τα δύο πιο πάνω πρόσωπα στο δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση που να τείνει να δικαιολογήσει πιθανή αδυναμία της ενάγουσας να τους παρουσιάσει αλλά ούτε και υπήρξε επίκληση οποιασδήποτε τέτοιας αδυναμίας εκ μέρους της. Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και την εντύπωση που έχω αποκομίσει από τον Μ.Ε.1, ως αρχικά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, αναφέρω, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία και να είναι τούτο ασφαλές για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης καμία βαρύτητα δεν δίνω στην μαρτυρία του, σχετικά με τα όσα ανέφερε o M.E.1 πως του είπε ο κ. Χ¨ Νεοφύτου, τα οποία στον τελευταίο ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι είπε ο εναγόμενος. Επίσης πρόκειται για εξ΄ακοής μαρτυρία. Ο Μ.Ε.1 προς ενίσχυση του ισχυρισμού του επικαλέστηκε και το εφικτό της παρουσίας του κ. Χ¨Νεοφύτου ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία επί του συγκεκριμένου θέματος, η ενάγουσα όμως δεν κάλεσε τον κ. Χ¨Νεοφύτου για να καταθέσει ως μάρτυρας στην διαδικασία. Την ίδια τύχη έχουν και τα λεχθέντα του Μ.Ε.1 για τα όσα άκουσε περί αποκοπής μισθών της Misinoma για την πληρωμή του τιμολογίου. Στην προκειμένη περίπτωση ο μάρτυρας αόριστα ανέφερε ότι έτσι άκουσε. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 απορρίπτεται πλην του μέρους αυτής που αποτελεί κοινό έδαφος των δύο πλευρών δηλαδή ότι την 4.6.2002 η κα Misinona οδηγήθηκε μετά από περιστατικό ασθματικής κρίσης στην κλινική Κυανούς Σταυρός από τον Δρ. Rayel, όπου αφού εξετάστηκε από τον Μ.Ε.1 εισήχθη για νοσηλεία και παρέμεινε στην κλινική μέχρι την 8.6.
- Επίσης, ότι στις 5.6.2002 ο εναγόμενος επικοινώνησε με τον Μ.Ε.1 αναφορικά με την εισαγωγή της Misinoma ενώ ακολούθως η ενάγουσα απέστειλε το τιμολόγιο Τεκμήριο 1 στον εναγόμενο και ζητούσε την πληρωμή του και στις 11.8.2002 ο Μ.Ε.1 επικοινώνησε με τον εναγόμενο. Από την άλλη πλευρά, ο εναγόμενος μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατάθεσε ενώπιον μου με σαφήνεια και νηφαλιότητα και απαντούσε με απλό, φυσικό και ειλικρινή τρόπο σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του. Εχω με προσοχή διέλθει της μαρτυρίας του και δεν διαπίστωσα να έχει υποπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις κατά τρόπο που να κλονίσουν την μαρτυρία του. Θεωρώ όμως, ότι ο εναγόμενος υπήρξε υπερβολικός στις αναφορές του σχετικά με τον ιατρικό χειρισμό του περιστατικού ασθματικής κρίσης που η Ra Misinoma αντιμετώπισε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος δεν μπορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να έχει προσωπική γνώση και αντίληψη του ζητήματος αυτού, ενώ το γεγονός ότι ο ίδιος σε προηγούμενη περίπτωση παρείχε ιατρική βοήθεια στην Misinona, δεν διαφοροποιεί οτιδήποτε. Επίσης ο ισχυρισμός του εναγόμενου για την χορήγηση υπερβολικών φαρμάκων στην Misinoma τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την υγεία της υπήρξε μάλλον ατεκμηρίωτος. Τα πιο πάνω σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας του τον έκαναν να παρουσιάζεται υπερβολικός και απόλυτος. To μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με τα δύο πιο πάνω σημεία δεν γίνεται αποδεκτό. Δεν έχω κανένα όμως ενδοιασμό να δεχτώ την εκδοχή του εναγόμενου, ότι ο ίδιος στις 4.6.2002 δεν έδωσε σε κανένα οδηγίες να ενεργεί ή να μιλά εκ μέρος του και ότι πληροφορήθηκε το γεγονός της εισαγωγής και παραμονής της στην κλινική την επόμενη ημέρα καθώς επίσης ότι δεν είχε αναθέσει στον κ. Rayel κατά την απουσία του στο εξωτερικό να φροντίζει την Misinoma. Ο κ. Royel δεν κλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία επί του θέματος αυτού είτε από μέρους της ενάγουσας είτε από μέρους του εναγόμενου. Ο εναγόμενος όμως υπήρξε ιδιαίτερα σταθερός στην θέση του αυτή και ενόψει και της καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε, την αποδέχομαι ως αληθινή. H κρίση μου δεν εδράζεται φυσικά μόνο στην θετική εντύπωση που αποκόμισα από τον εναγόμενο αλλά και στην τοποθέτηση της εκδοχής του μέσα στο πλέγμα των γεγονότων που παρουσιάστηκαν στην υπόθεση. Δεν μπορώ όμως να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ΄ακοής μαρτυρία που ο εναγόμενος προσήγαγε και συγκριμένα στα όσα σχετίζονταν με την συνομιλία που η σύζυγος του είχε με την Misinoma την επόμενη της εισαγωγής της, όταν η σύζυγος του βρισκόταν στην Αγγλία, στην οποία (σύζυγος του) σύμφωνα με τον μάρτυρα, η Misinona, ανάφερε ότι αισθανόταν καλά και ήθελε να φύγει από την κλινική, γεγονός το οποίο υποστήριξε ο εναγόμενος ότι του ανέφερε η σύζυγος του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν κλήθηκε κανένα από τα πιο πάνω πρόσωπα (Ra Misinona και η σύζυγος του εναγόμενου) για να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου και δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για την μη παρουσία τους ενώπιον του δικαστηρίου ως μάρτυρες κατά τρόπο που το δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό ή εύλογο. Επίσης η πιο πάνω δήλωση περιλαμβάνει εξ΄ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού. Η εκδοχή του εναγόμενου ότι δεν ήταν αυτός ο εργοδότης της Ra Misinoma, αλλά η σύζυγος του δεν έχει αμφισβητηθεί, εφόσον αυτός δεν αντεξετάστηκε επί του προκειμένου. Συνεπακόλουθα αποτελεί εύρημα μου, ότι ο εναγόμενος δεν είχε προσλάβει ή αναθέσει ρητά στον κ. Rayel να τον αντιπροσωπεύσει σε οποιαδήποτε συναλλαγή με την ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο και επίσης ότι ο εναγόμενος δεν ήταν ο εργοδότης της Ra Misinoma, αλλά εργοδότης της ήταν η σύζυγος του. Ευρήματα Δικαστηρίου: Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα οποία έχουν αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία και διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεση, γίνονται αποδεκτά στο σύνολο τους. Η ενάγουσα είναι ιατρικό κέντρο και παρέχει ιδιωτικές ιατρικές υπηρεσίες. H Ra Misinoma κατάγεται από την Σρι - Λάνκα και κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο εργοδοτείτο από την σύζυγο του εναγόμενου. H Ra Misinoma στις 4.6.2002 λόγω περιστατικού ασθματικής κρίση μεταφέρθηκε περί ώρα 19:00 από τον Δρ. Rayel στην κλινική Κυανούς Σταυρός στην Πάφο, όπου εισήχθη για θεραπεία αφού εξετάστηκε από τον Μ.Ε
- Ο Μ.Ε1 ήταν ο θεράπων ιατρός της Ra Misinona. O εναγόμενος είναι ιατρός ψυχίατρος. Ο εναγόμενος, κατά τον χρόνο εισαγωγής της Misinona στην κλινική, απουσίαζε από την Κύπρο, βρισκόταν στην Αγγλία και δεν είχε δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες στον Δρ Royel να ενεργεί εκ μέρους του και για λογαριασμό του. Την επόμενη ημέρα της εισαγωγής της Misinoma στην κλινική, στις 5.6.2002, αφού ο εναγόμενος ενημερώθηκε αναφορικά με το πιο πάνω γεγονός, επικοινώνησε με τον Μ.Ε.1, θεράπων γιατρό της κ. Misinoma, εξέφρασε την διαφωνία του για την εισαγωγή της στην κλινική και του ζήτησε όπως της δώσει εξιτήριο. Μεταξύ Μ.Ε1 και εναγόμενου κατά την πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία υπήρξε διαφωνία και τελικά η Ra Misinoma εξήλθε από την κλινική στις 8.6.
- Στην συνομιλία του είχε ο Μ.Ε1 με τον εναγόμενο, στις 5.6.2002 δεν έγινε καμία συζήτηση για την πληρωμή των εξόδων της Misinoma είτε από μέρους του Μ.Ε1 είτε από τον εναγόμενο. Ακολούθως η ενάγουσα, εξέδωσε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1) με αριθμό 020611Η, το οποίο απέστειλε με φαξ, μαζί με επιστολή της, ημερομηνίας 13.6.2002, προς τον εναγόμενο, με την οποία (επιστολή της) ζητούσε την πληρωμή του τιμολογίου ύψους Λ.Κ. 808.29 σεντ ως έξοδα για την νοσηλεία της Misinoma. O εναγόμενος παρέλαβε το τιμολόγιο. Στις 11.8.2002, ο Μ.Ε.1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο και τότε ο εναγόμενος αρνήθηκε την πληρωμή του τιμολογίου, αναφέροντας στον Μ.Ε1 πως δεν ευθύνεται για την πληρωμή του, επίσης ο εναγόμενος, διαφώνησε και με το ύψος των χρεώσεων που αναφέρονται στο τιμολόγιο. Το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1), παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Αρχικά διαπιστώνω, ότι μέσα από την μαρτυρία που η ενάγουσα προσκόμισε, ο εναγόμενος δεν είχε καμία προσωπική, άμεση και απευθείας ανάμιξη είτε προ, είτε κατά τον χρόνο εισαγωγής της Misinoma στην κλινική, με την ίδια ενάγουσα, εφόσον ως είναι παραδεκτό με βάση την μαρτυρία, ο εναγόμενος στις 4.6.2002 απουσίαζε στο εξωτερικό και η επικοινωνία του με τον Μ.Ε.1 έγινε την επόμενη ημέρα της εισαγωγής της Misinoma στην κλινική. Ενοψει τούτων ο ισχυρισμός της ενάγουσας που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της (βλέπε παρ. 3 της Εκθεσης Απαίτησης), ότι ο εναγόμενος έδωσε εντολή στην ενάγουσα να φροντίσει για την δέουσα νοσηλεία της Ra Misinoma, από τον οποίο συνάγεται ότι ο ίδιος έδωσε τέτοια εντολή, δεν μπορεί να επιτύχει. Αν και δεν περιλαμβάνεται τέτοιος ισχυρισμός στο δικόγραφο της ενάγουσας, η ενάγουσα προσπάθησε να στηρίξει την αξίωση της στη δημιουργία σύμβασης δια αντιπροσώπου, υποστηρίζοντας με την μαρτυρία που προσκόμισε ότι ο κ. Rayel, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του εναγόμενου. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, κατά την εισαγωγή της Misimoma στην κλινική ο γιατρός Rayel του δήλωσε ότι τα έξοδα νοσηλείας της αναλαμβάνει ο εναγόμενος, εργοδότης της τον οποίο γνωρίζει καλά. Η πιο πάνω εκδοχή δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον η μαρτυρία του Μ.Ε1 επί του ζητήματος δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στο άρθρο 142 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Kεφ. 149, δίδεται ο ορισμός του αντιπροσώπου, ως ακολούθως: Αντιπρόσωπος είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Το άρθρο 146 του Κεφ. 149 ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή ενώ το άρθρο 147 στο οποίο δίδεται ο ορισμός της πιο πάνω πληρεξουσιότητας έχει ως ακολούθως: Η πληρεξουσιότητα θεωρείται ρητή, όταν παρέχεται προφορικά ή γραπτά. Η πληρεξουσιότητα θεωρείται σιωπηρή όταν αυτή συνάγεται από τα περιστατικά της υπόθεσης. ο,τιδήποτε το οποίο έχει λεχθεί ή γραφτεί ή η συνήθης πορεία των συναλλαγών, δύναται να θεωρηθούν ως περιστατικά της υπόθεσης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 22th ed. Para 11 «The relationship of principal and agent is created by an express contract between the parties, by the ratification of the agent's acts by the principal, by estoppel or by implication of law either from the circumstances of necessity». Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας πιο πάνω δεχτεί την εκδοχή του εναγόμενου, δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας δοθείσας από τον εναγόμενο προς τον Δρ Rayel, έτσι ώστε να ενεργήσει εκ μέρους του στις 4.6.2002 και η οποία να σχετίζεται και με την εισαγωγή της Ra Misinona στην κλινική της ενάγουσας. Πέραν τούτου ούτε από τα περιστατικά της υπόθεσης, την φύση και το είδος της συναλλαγής, δεν έχει αποδειχτεί η ύπαρξη σιωπηρής πληρεξουσιότητας. Ενώπιον του δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε ποια σχέση συνέδεε τον Δρ. Rayel και τον εναγόμενο πέραν του ότι ο Δρ. Rayel εργοδοτούσε τον γιό της Ra Misinoma και η σύζυγος του εναγόμενου την Ra Misinona αλλά ούτε και διαφάνηκε ο εναγόμενος να είχε οιανδήποτε υποχρέωση που να πήγαζε είτε από συμφωνία είτε από τον νόμο, σύμφωνα με την οποία αυτός να ήταν υπόχρεος να μεριμνά για την νοσηλεία και την κάλυψη των ιατρικών εξόδων της βοηθού της συζύγου του. Επίσης θα πρέπει να αναφέρω ότι έγινε παραδεκτό ότι η Ra Misinona ήταν ενήλικο πρόσωπο και μπορούσε να συναλλάσσεται. Υπήρξε η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή, απόρριψης της θέσης ότι ο Δρ Rayel ενεργούσε με εντολή του εναγόμενου, ότι η σχέση αντιπροσωπείας δημιουργήθηκε μετά από έγκριση των πράξεων του Δρ Rayel από τον εναγόμενο και αυτό συνάγεται από την μετέπειτα συμπεριφορά του εναγόμενου στην οποία έκανε αναφορά. Τα άρθρα 156 μέχρι και 160 του Κεφ. 149 προβλέπουν τα σχετικά με την έγκριση ή αποκήρυξη πράξης που τελέστηκε από κάποιο πρόσωπο για λογαριασμού άλλου προσώπου χωρίς την γνώση ή πληρεξουσιότητα του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η έγκριση μπορεί να είναι ρητή ή συνάγεται από την συμπεριφορά του προσώπου για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε. Η πράξη που εγκρίθηκε επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, ωσάν να ετελείτο δυνάμει πληρεξουσιότητας ενώ συγχρόνως εγκρίνει και ολόκληρη τη συναλλαγή της οποία η πράξη αυτή αποτελεί μέρος. Η έγκριση δεν δύναται να διενεργηθεί έγκυρα από πρόσωπο που έχει ουσιωδώς ατελή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Αναφορικά με την απόδειξη της επικύρωσης (ratification) στο Chitty on Contracts, 22th ed. Para 16 αναφέρεται: «Slight evidence of ratification is sufficient to bind the principal. Ratification will be implied from any act showing an intention to adopt the transaction, even silence or mere acquiescence, and if the agency is adopted at all, it will be held to have been adopted throughout». Σύμφωνα με το άρθρο 157 του Κεφ. 149 Η έγκριση δύναται να είναι ρητή ή να συνάγεται από τη συμπεριφορά του προσώπου για λογαριασμό του οποίου τελέστηκε η πράξη Στην προκειμένη περίπτωση η ύπαρξη έγκρισης (επικύρωσης) συνάγεται, υποστήριξε ο συνήγορος της ενάγουσας από τα πιο κάτω: Ότι ο Μ.Ε.1 είπε ότι ο εναγόμενος στις 4.6.2002 μετά την εισαγωγή της Misinoma στην κλινική επικοινώνησε με τον Δρ Royel για το θέμα. Το ενδιαφέρον του τείνει να αποδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού, ότι ο Δρ Royel δεν ενέργησε αυτόβουλα. Καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου για το ότι υπήρξε επικοινωνία την ίδια ημέρα με την εισαγωγή της Misinona μεταξύ Δρ. Rayel και του εναγόμενου, αντιθέτως σύμφωνα με την μαρτυρία του εναγόμενου την οποία αποδέχτηκα, ο εναγόμενος πληροφορήθηκε τα γεγονότα την επόμενη ημέρα της εισαγωγής της. Τα υπόλοιπα, τα οποία συνηγορούν προς την αποδοχή της πιο πάνω θέσης αφορούν, όπως υποστήριξε ο συνήγορος της ενάγουσας, το ενδιαφέρον που ο εναγόμενος υπέδειξε την επόμενη της εισαγωγής της Misinoma, με την επικοινωνία που είχε με τον Μ.Ε1, η αντίδραση του ότι δεν έπρεπε να νοσηλευτεί, η παραδοχή του εναγόμενου ότι κατά την επικοινωνία που είχε με τον Μ.Ε.1 ότι δεν του ανάφερε ότι δεν αναλαμβάνει την δαπάνη, την μη ύπαρξη αντίδρασης εκ μέρους του όταν παράλαβε τα Τεκμήρια 1, 2 και
- Πως δεν πρóβαλε τον ισχυρισμό ο εναγόμενος στις 11.8.2002 ότι ο Δρ. Rayel ενήργησε αυτόβουλα, επίσης ο εναγόμενος με την επιστολή του Τ.5 δεν πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είχε υποχρέωση να πληρώσει και με το Τεκμήριο 6 ο εναγόμενος στήριξε της κατηγορίες εναντίον του Μ.Ε.1 ανάμεσα σε άλλα στο ύψος του τιμολογίου. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος πριν την καταχώρηση της Ε/Υ του πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Δρ Rayel ενήργησε αυτόβουλα ή χωρίς την εντολή του, και επίσης η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι ο δικηγόρος κ. X¨Νεοφύτου πρότεινε την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 300 - Λ.Κ. 350 εκ μέρους του εναγόμενου για εξόφληση του λογαριασμού. Αναφορικά με το τελευταίο αυτό σημείο, έχω ήδη πιο πάνω καταλήξει στην μη αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε η ενάγουσα για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Η διαφωνία του εναγόμενου την επόμενη ημέρα της εισαγωγής της Misinona στην κλινική, για την εισαγωγή της, υπήρξε κοινό έδαφος, στην παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Ε1, παραδέχτηκε, ότι ο εναγόμενος αμφισβήτησε το γεγονός ότι η Misinona έπρεπε να μπει στην κλινική, και ενώ είπε o M.E1 πως η ασθματική κρίση είχε διαγνωστεί από δύο γιατρούς πριν από αυτόν, εννοώντας τον ίδιο, ο εναγόμενος επέμενε χωρίς να την δει λέγοντας «βγάλτε την από την κλινική», «στο στυλ», είπε ο μάρτυρας «σαν να ήταν ο θεράπων ιατρός της, αυτός, διαφωνούσε για το ότι η υπάλληλος του εισήχθηκε στην κλινική και εγώ του εξηγούσα». Η εμφανής διαφωνία του εναγόμενου για την εισαγωγή της Misinona την επόμενη της εισαγωγής στην κλινική, σχεδόν αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός κάθε άλλο παρά την έγκριση του αποδεικνύουν. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, τα γεγονότα που ακολούθησαν της εισαγωγής της Misinoma στην κλινική, είναι τέτοια, τα οποία δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη επικύρωσης των πράξεων και ενεργειών του Δρ Rayel από τον εναγόμενο. Οι οποίες ενέργειες του, με βάση την αποδεχτή μαρτυρία, ήταν ότι μετέφερε την Misinona στην κλινική. Από την άλλη η ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος ουδέποτε πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Δρ. Rayel ενεργούσε αυτόβουλα, ενώ η ίδια ούτε στο δικόγραφο της δεν περιλαμβάνει ισχυρισμό περί αντιπροσώπευσης του εναγόμενου από τον Δρ. Rayel, ούτε στις επιστολές της αλλά ούτε υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ότι προστάθηκε κάτι τέτοιο στον εναγόμενο σε προηγούμενο στάδιο. Η βασική διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία. Επίσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία στα πλαίσια της οποίας καθοριζόταν και συγκεκριμένο ποσό αμοιβής. Προχωρώντας όμως και σε περίπτωση που εγώ αποδεχόμουν ότι μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου υπήρξε συμφωνία ή δημιουργήθηκε συμβατική σχέση, με τον τρόπο που η ενάγουσα υποστήριξε, η αξίωση της ενάγουσας θα οδηγείτο αναπόφευκτα σε αποτυχία για ένα λόγο ακόμη. Όπως η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας είναι διατυπωμένη προκύπτει σαφώς ότι η απαίτηση της είναι για αμοιβή και γενικά για τα έξοδα νοσηλείας της Ra Misinona και δεν βασίζεται σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Συνεπακόλουθα η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την εύλογη της αμοιβή. Διάφορη είναι η στοιχειοθέτηση απαίτησης βασισμένης σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό και τα κριτήρια για την απόδειξη της (βλ. Bullen & Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, σελ. 187 - 190 και σε σχέση με την υπεράσπιση, σελ. 917.) Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, είναι εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε ευρήματα ούτε για το είδος των υπηρεσιών που η ενάγουσα πρόσφερε ούτε για το κόστος και την αξία των υπηρεσιών της αλλά ούτε και για τo ποσό της εύλογης αμοιβής της. Η ενάγουσα η οποία είχε το βάρος απόδειξης των πιο πάνω κατά τρόπο συγκεκριμένο απέτυχε και τις δύο αυτές τις υποχρεώσεις (βλ. Χρ. Μαρνέρος και Σια Λιμιτεδ ν. Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου
(2000)1 (Β) 743). Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του αρνείται ότι το ποσό, που η ενάγουσα αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της, είναι η συμφωνηθείσα αμοιβή και επίσης αρνείται ότι το ποσό αυτό είναι η εύλογη αμοιβή της. Η αξίωση της αυτή συγκεκριμενοποιείται στο Τεκμήριο 1 και ελλείψει ειδικής συμφωνίας το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι ποια είναι η εύλογη αμοιβή της για τις υπηρεσίες που η εναγόμενη πρόσφερε. Το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1) καμία αποδεικτική αξία δεν έχει καθότι αυτό δεν εξισώνεται ούτε με συμφωνία για την οφειλή αλλά ούτε και συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε αλλά σημείωση γι΄αυτή (βλ. Θ. Θεοδώρου ν. Χριστάκη Χ. Αντωνίου, Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1492). Τα όσα στο τεκμήριο 1 καταγράφονται δεν αποτελούν εφαυτών απόδειξη των γεγονότων. Ιχνος μαρτυρίας δεν προσήχθη ενώπιον μου, από μέρους της ενάγουσας που να καταδεικνύει με πιο τρόπο χρεώνονταν οι υπηρεσίες του είδους που προσφέρθηκαν στην Ra Misinoma από την κλινική. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ενισχύουν κατά την άποψη μου την εκδοχή του εναγόμενου, σωρευτικά ιδωμένα τα πιο κάτω: Το γεγονός, ως ανάφερε ο M.E1, ο εναγόμενος του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα το πρωί, από την Αγγλία όπου βρισκόταν, τον ρώτησε του και του εξήγησε τι συμβαίνει και γιατί είχε εισαχθεί η Misinoma στην κλινική, δείχνει ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε μέχρι εκείνη την στιγμή τους λόγους της εισαγωγής της Misinoma στην κλινική. Η κα Χαρίτου τηλεφώνησε στον Μ.Ε1, το απόγευμα της 4.6.2002, μετά την διάγνωση της και αφού του ανάφερε ότι πρόκειται για περιστατικό ασθματικής κρίσης το οποίο κατά την γνώμη της έπρεπε να εισαχθεί και επειδή η ίδια δεν αναλάμβανε περιστατικά νοσηλείας τον ρώτησε αν μπορεί να αναλάβει την εισαγωγή της Ra Misinoma στην κλινική. Ακολούθως ο Royel πήρε την Ra Misinoma στην κλινική. Τα πιο πάνω δείχνουν περισσότερο ότι το όλο ζήτημα χειρίστηκαν περισσότερο με δική τους πρωτοβουλία ο κ. Rayel, η κ. Χαρίτου και η Ra Misinoma. Επίσης στην αντεξέταση του ο Μ.Ε1, παραδέχτηκε, ότι ο εναγόμενος αμφισβήτησε το γεγονός ότι η Misinona έπρεπε να μπει στην κλινική και ενώ είπε o M.E1 πως η ασθματική κρίση είχε διαγνωστεί από δύο γιατρούς πριν από αυτόν ο εναγόμενος επέμενε χωρίς να την δει λέγοντας «βγάλτε την από την κλινική στο στυλ είπε ο μάρτυρας σαν να ήταν ο θεράπων ιατρός της», «αυτός», είπε ο Μ.Ε1, «διαφωνούσε για το ότι η υπάλληλος του εισήχθηκε στην κλινική και εγώ του εξηγούσα». Η πιο πάνω δηλώσεις του εναγόμενου και η εμφανής διαφωνία του την επόμενη της εισαγωγής της Misinona στην κλινική, σχεδόν αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός δείχνει περισσότερο με βάση τα γεγονότα, ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση των γεγονότων και δεν γνώριζε την δήλωση που ο Δρ. Rayel, προέβη, παρά τα πιο πάνω σημαίνουν την αποδοχή του για πληρωμή ως ο Μ.Ε1 προσπάθησε να ερμηνεύσει. Η επιλογή ιδιωτικής κλινικής ως ανάφερε ο Μ.Ε1 έγινε, από τον Δρ. Rayel και την ασθενή Ra Misinona, στις 4.6.2002 αφού τους έδωσε την εκλογή την ίδια ημέρα μεταξύ Νοσοκομείου και ιδιωτικής κλινικής. Προκύπτει έτσι ότι ο εναγόμενος δεν έδωσε οδηγίες για την μεταφορά της Ra Misinoma στην κλινική της ενάγουσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Ε.1, είναι Διευθυντής της ενάγουσας και ένας εκ των μετόχων της, έχει το ιατρείο του στην Πολυκλινική Κυανούς Σταυρός και παρέχει ιατρικές υπηρεσίες από το κτίριο της κλινικής. Ο Μ.Ε. 1 υπήρξε ο θεράπων ιατρός κάποιας Misinoma, η οποία νοσηλεύτηκε στην κλινική από τις 4.6.2002 μέχρι τις 8.6.2002 μετά από ασθματική κρίση. Την Misinoma πήρε στην κλινική κάποιο γιατρός Royel, ο οποίος προηγουμένως την είχε πάρει σε κάποια γιατρό Χαρίτου, και της χορήγησε θεραπεία. Υποστήριξε ο Μ.Ε1, ότι για την δαπάνη νοσηλείας της Misinoma, τόσο η γιατρός Χαρίτου όσο και ο γιατρός Rayel τον διαβεβαίωσαν ότι τα έξοδα της θα διευθετηθούν από τον εργοδότη της τον κύριο Sadik. Η Χαρίτου του ανάφερε ότι τα νοσήλεια της θα διευθετηθούν από τον εργοδότη της, τον κ. Satic, και φαντάζεται πως αυτό έγινε μετά από την συνομιλία που είχε η Χαρίτου με τον Rayel. Υποστήριξε ότι από τα λεχθέντα του Sadik, ο οποίος του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα, από την Αγγλία, πως ήταν δεδομένο ότι ο Sadik είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει τα ιατρικά της έξοδα αλλά διαφώνησε αν θα έπρεπε να εισαχθεί και για πόσες ημέρες και τον παρότρυνε να της δώσει εξιτήριο αφού κατά την γνώμη του ήταν καλά, τότε ο Μ.Ε1 του ανέφερε ότι η ιατρική ευθύνη του περιστατικού ήταν δική του και θα θεράπευε την ασθενή όπως ιατρικά έπρεπε και μόλις θα της έδινε εξιτήριο μόλις ήταν καλύτερα. Στον εναγόμενο η ενάγουσα απέστειλε τιμολόγιο (Τεκμήριο1) και στις 11.8.2002 ο Μ.Ε.1 του τηλεφώνησε, για να διευκρινίσει αν έλαβε το τιμολόγιο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα και σε αυτή τους την συνομιλία υπήρξε εμφανές ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση για την πληρωμή του τιμολογίου και πως ο εναγόμενος διαμαρτύρετο αναφορικά με το ύψος του τιμολογίου και τις επιμέρους χρεώσεις και αν θα έπρεπε ή όχι η οικιακή βοηθός να λάβει ιατρική περίθαλψη σε κλινική. Ακολούθως αναφορικά με τον τιμολόγιο του τηλεφώνησε ο κ. Χ¨Νεοφύτου δικηγόρος, και του είπε ότι τον επισκέφθηκε ο κ. Satic για το τιμολόγιο, ο οποίος παραπονείτο για το ύψος του τιμολογίου και του ζήτησε να του κάνουν έκπτωση. Η κλινική προτείνε έκπτωση 20% επί του τιμολογίου και ο κ. Χ¨Νεοφύτου του τηλεφώνησε και του είπε ότι η έκπτωση δεν γίνεται αποδεκτή ενώ κατά την γνώμη του κ. Satic το τιμολόγιο θα έπρεπε να ήταν Λ.Κ.300 με Λ.Κ.350 ποσό που ήταν διατεθειμένος να πληρώσει, τότε η κλινική για λόγους αρχής απέρριψε την πρόταση του. Μετά τα πιο πάνω δεν είχαν άλλη συνομιλία με τον κ. Χ¨Νεοφύτου ενώ η πληρωμή του τιμολογίου ζητήθηκε σε δύο περιπτώσεις με επιστολές του δικηγόρου της κλινικής. Ο εναγόμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς ανάφερε πως δύο ημέρες μετά την συνομιλία τους που έγινε στις 11.8.2002, ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στην οποία εμπεριέχονταν ψευδείς ανακρίβειες και πως με αυτή θεωρεί ως δεδομένη την υποχρέωση του να αναλάβει την πληρωμή του τιμολογίου. Συμφώνησε ότι η Ra Misinoma ήταν άνω των 18 ετών και πως μπορούσε να κάνει συμφωνία μόνη της. Με την Misisnoma δεν είχε κάνει συμφωνία γιατί δύο ιατροί συνάδελφοι του, η Χαρίτου και ο Rayel, τον ενημέρωσαν ότι το τιμολόγιο θα πληρωθεί από τον Satic τον εργοδότη της. Υποστήριξε και στην αντεξέταση του ότι από την μετέπειτα συνομιλία που είχε με την ίδιο ήταν δεδομένη η πληρωμή του τιμολογίου από αλλά αυτός διαμαρτύρετο για το ύψος του. Ο ίδιος δεν γνώριζε προηγουμένως τον Satic και ήταν η γιατρός Χαρίτου και ο γιατρός Rayel που του ανέφεραν ότι ήταν ο εργοδότης της Misinoma. Ξέροντας ότι η Misinoma ήταν από την Σρι - Λάνκα με μισθό Λ.Κ.150 επιβεβαίωσε κατ΄ επανάληψη ποιος θα αναλάμβανε τα έξοδα της και η γιατρός Χαρίτου του ανέφερε ότι τους έδωσε εκλογή ή στο Νοσοκομείο Πάφου ή σε ιδιωτική κλινική και η ασθενής και ο Rayel επέλεξαν την ιδιωτική κλινική, ενώ οι δύο του ανέφεραν καθαρά ότι το τιμολόγιο θα το πλήρωσε ο εργοδότης της ενώ αν του έλεγαν το αντίθετο ίσως τους έλεγε να πάνε στο νοσοκομείο και επανέλαβε πως σε συνομιλία με τον εναγόμενο ήταν δεδομένη η υποχρέωση του να πληρώσει αλλά διαμαρτύρετο για το ποσό. Υποστήριξε πως αν ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να πληρώσει, γιατί τότε έκανε διαπραγματεύσεις σε σχέση με το τιμολόγιο. Ερωτηθείς αν μίλησε με τον Satic είπε πως δεν είχε λόγο να μιλήσει. Του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα και δεν του ανέφερε οτιδήποτε, ποτέ δεν του ανέφερε ότι δεν πληρώνει το τιμολόγιο. Την επόμενη ημέρα ήταν η επαφή με τον Satic αλλά από τα λεχθέντα στην συνομιλία του ήταν παραδεκτή - δεδομένη η υποχρέωση του, αντέδρασε αλλά την δεδομένη στιγμή δεν πήγε ο νους του ότι αντέδρασε για τα έξοδα. Και είπε ο μάρτυρας αν δεν ήταν δεομένη η υποχρέωση του γιατί αντέδρασε γιατί του επέμενε να βγει από την κλινική. Ερωτηθείς τι του είπε από το οποίο εξήγαγε ότι η υποχρέωση του για πληρωμή ήταν δεδομένη ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται επί λέξει αλλά ενδεχομένως του είπε ότι η πληρωμή του τιμολογίου δεν είναι δική του υποχρέωση - αλλά αδιαμαρτύρετο για το ύψος του τιμολογίου......... Ο εναγόμενος Μ.Υ.1, ο οποίος είναι ψυχίατρος στο επάγγελμα υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή δεν υπήρξε πελάτης της ενάγουσας και δεν ανέθεσε στην ενάγουσα την νοσηλεία της και πως η Ra Misinoma εργοδοτείτο από την σύζυγο. Γνώριζε ότι η Misinoma είχε ασθματικές κρίσεις και την επόμενη ημέρα της μεταφοράς της στην κλινική Κυανούς Σταυρός πληροφορήθηκε ότι είχε πάθει ασθματική κρίση. Η Misinoma του ανάφερε ότι ήθελε να φύγει από την κλινική και ότι την κράτησαν εκεί παρά την θέληση της, τις έδωσαν υπερβολικά φάρμακα και όπως του είπε επίσης δεν μπήκε σε μηχάνημα για ακτινογραφίες. Την επόμενη ημέρα που η Misinoma μπήκε στην κλινική μίλησε με τον γιατρό Συμεού και του είπε ότι η Misinona δεν είναι ευχαριστημένη, ήθελε να φύγει να φύγει από την κλινική και ότι αισθανόταν καλά. Στην συνομιλία εκείνη δεν έγινε συζήτηση για την πληρωμή του ιατρού. Τον Αύγουστο ο γιατρός Συμεού του τηλεφώνησε και του είπε ότι πρέπει να πληρώσει το τον λογαριασμό διαφορετικά θα ειδοποιήσει την αστυνομία και θα καταγγείλει την Misinoma και ο ίδιος του είπε ότι δεν είναι ευθύνη του να πληρώσει το τιμολόγιο. Ο Μ.Ε.1, είναι Διευθυντής της ενάγουσας και ένας εκ των μετόχων της, επίσης έχει το ιατρείο του στην Πολυκλινική Κυανούς Σταυρός και παρέχει ιατρικές υπηρεσίες στο κτίριο της κλινικής. Ο Μ.Ε. 1 υπήρξε ο θεράπων ιατρός κάποιας Misinoma, η οποία νοσηλεύτηκε στην κλινική από τις 4.6.2002 μέχρι τις 8.6.
- Σύμφωνα με τον μάρτυρα στις 4.6.2002, ο γιατρός Royal είχε στείλει την Misinoma στην γιατρό Χαρίτου, η οποία της χορήγησε θεραπεία. Λόγω του ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας η κατάστασης της Misinoma είχε χειροτέρεψε, όπως διαπίστωσε ο γιατρός Royal και βρισκόταν σε ασθματική κρίση, ο Royal πήρε την Misinoma στην ιατρό Χαρίτου, η οποία αφού την εξέτασε, του τηλεφώνησε στον Μ.Ε1 και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να αναλάβει την εισαγωγή της ασθενούς στην κλινική Κυανούς Σταυρός. Ο Μ.Ε1 την ρώτησε για τι πρόκειται και του ανάφερε ότι πρόκειται για περιστατικό ασθματικής κρίσης το οποίο κατά την γνώμη της πρέπει να εισαχθεί, τότε της είπε να την στείλει την κλινική. Ο γιατρός Royel πήρε την Misinoma στην κλινική γύρω στις επτά το βράδυ. Υποστήριξε ο Μ.Ε1, ότι για την δαπάνη νοσηλείας της Misinoma, συζήτησε με την γιατρό Χαρίτου και τον διαβεβαίωσε ότι τα έξοδα της θα διευθετηθούν από τον εργοδότη της τον κύριο Sadik και ήταν τότε που του ανάφερε ότι επρόκειτο για την οικιακή βοηθό του κ. Sadik από την Σρι - Λάνκα. Επίσης όταν ο Royel όταν την έφερε στην κλινική μέχρι να διευθετηθεί η εισαγωγή της τον ξανά ρώτησε όσον αφορά την πληρωμή των εξόδων νοσηλείας της Misinoma και του είπε ότι αυτά θα καλυφθούν από τον εργοδότη της τον οποίο γνωρίζει καλά. O Sadik του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα το πρωί από την Αγγλία όπου βρισκόταν για να τον ρωτήσει τα περί της εισαγωγής της εργοδοτούμενης του, αφού ο Μ.Ε.1 του εξήγησε τι συμβαίνει και γιατί είχε εισαχθεί, από τα λεχθέντα στην συνομιλία τους ήταν δεδομένο για τον ίδιο ότι ο Sadik είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει τα ιατρικά έξοδα της εργοδοτούμενης του αλλά όμως κατά την συνομιλία τους διαφώνησε για το γεγονός αν θα έπρεπε να εισαχθεί και για πόσες ημέρες και τον παρότρυνε να της δώσει εξιτήριο αφού κατά την γνώμη του ήταν καλά, ο Μ.Ε1 του ανέφερε ότι η ιατρική ευθύνη του περιστατικού ήταν δική του και θα θεράπευε την ασθενή όπως ιατρικά έπρεπε και μόλις θα ήταν καλύτερα θα της έδινε εξιτήριο πράγμα το οποίο έγινε 4 ημέρες. Με τον εναγόμενο δεν είχε άλλη συνομιλία κατά την προαναφερθείσα περίοδο. Ερωτηθείς αν μετά την αποστολή του τιμολογίου επικοινώνησε με τον Sadik για την πληρωμή του, ο μάρτυρας ανάφερε ότι μετά την 11.8.2002 δεν είχαν λάβει καμία απάντηση είτε θετική είτε αρνητική. Στις 11.8.2002 τηλεφώνησε γιατί διερωτήθηκε αν το τιμολόγιο λήφθηκε από τον Sadik και ακολούθησε μια μικρή συνομιλία, βασικά διευκρινιστικού χαρακτήρα αν έλαβε το τιμολόγιο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους ήταν εμφανές ότι ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση για την πληρωμή του τιμολογίου αλλά διαμαρτύρετο με έντονο τρόπο αναφορικά με το ύψος του τιμολογίου και τις επιμέρους χρεώσεις και αν έπρεπε ή όχι η οικιακή βοηθός να λάβει ιατρική περίθαλψη σε κλινική. Υποστήριξε ότι ο εναγόμενος κατά την συνομιλία τους ουδέποτε αμφισβήτησε την πληρωμή του τιμολογίου το αντίθετο από τα λεχθέντα του ήταν δεδομένη για τον ίδιο η υποχρέωση να καλύψει τα ιατρικά έξοδα και βασικά διαμαρτύρετο όχι για τα ιατρικά έξοδα αλλά για το ύψος τους. Ακολούθως του τηλεφώνησε ο κ. Χ¨Νεοφύτου δικηγόρος, και του είπε ότι τον επισκέφθηκε ο κ. Satic για το τιμολόγιο, ο οποίος παραπονείτο για το ύψος του τιμολογίου και του ζήτησε να του κάνουν έκπτωση, να πληρώσει για να μην πάνε στο δικαστήριο και αφού μίλησε με των ..... Γιατρό της κλινικής του είπε ότι η κλινική κάνει έκπτωση 20%, οπόταν ο κ. Χ¨Νεοφύτου τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι η έκπτωση δεν γίνεται αποδεκτή και κατά την γνώμη του κ. Satic το τιμολόγιο θα έπρεπε να ήταν Λ.Κ.300 με Λ.Κ.350 ποσό που ήταν διατεθειμένος να πληρώσει και η κλινική για λόγους αρχής απέρριψε την πρόταση του. Μετά τα πιο πάνω δεν είχαν άλλη συνομιλία με τον κ. Χ¨Νεοφύτου και η πληρωμή ζητήθηκε σε δύο περιπτώσεις με επιστολή του δικηγόρου της κλινικής ενώ ο εναγόμενος δεν πλήρωσε κανένα ποσό. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς ανάφερε ότι η οφειλή είναι προς την κλινική και όχι προς τον ίδιο προσωπικά καθότι σε μια τέτοια περίπτωση η αγωγή θα ήταν από τον ίδιο. Με αναφορά στο τεκμήριο 2 στο οποίο κατονομάζεται το πρόσωπο του ως το πρόσωπο που πρέπει να γίνει η πληρωμή ο μάρτυρας απάντησε ότι, πολλές φορές οι ασθενής πληρώνουν τους γιατρούς αλλά τελικός αποδέκτης είναι η κλινική. Στην επιστολή ημερομηνίας 3.1.2003 (Tεκμήριο 4) η ενάγουσα απάντησε με την επιστολή της Τεκμήριο
- Δύο ημέρες μετά την συνομιλία τους ημερ. 11.8.2002 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στο οποίος εμπεριέχονταν ψευδείς ανακρίβειες, στην οποία επιστολή θεωρεί ως δεδομένη την υποχρέωση του να αναλάβει την πληρωμή του τιμολογίου αλλά με το περιεχόμενο της επιστολής αρνείται την πληρωμή του και διαμαρτύρετο. Συμφώνησε ότι η Ra Misinoma ήταν άνω των 18 ετών και πως μπορούσε να κάνει συμφωνία μόνη της. Δεν συμφώνησε με την Misinoma για την περίθαλψη της γιατί δύο ιατροί συνάδελφοι τον ενημέρωσαν ότι το τιμολόγιο θα πληρωθεί από τον Satic τον εργοδότη της και από μετέπειτα συνομιλία που είχε με την ίδιο ήταν δεδομένη η πληρωμή του τιμολογίου από τον ίδιο αλλά βασικά διαμαρτύρετο για το ύψος του. Με τον ιατρό Rayel όταν την πήρε στην κλινική διαβεβαίωσε ότι την πληρωμή θα την κάνει ο Satic ...... Στον ίδιο αναφέρθηκε από την Χαρίτου και τον Rayel ότι ο εργοδότης της Misinoma είναι ο Satic, ενώ προηγουμένως ούτε τους ήξερε. Ανέφερε πως ξέροντας ότι η Misinoma ήταν από την Σρι - Λάνκα με μισθό Λ.Κ.150 επιβεβαίωσε κατ΄ επανάληψη ποιος θα αναλάμβανε τα έξοδα της και η γιατρός Χαρίτου του ανέφερε ότι τους έδωσε εκλογή ή στο Νοσοκομείο Πάφου ή σε ιδιωτική κλινική και αυτοί επέλεξαν κλινική. Ερωτηθείς ποιοι διάλεξαν κλινική ο μάρτυρας ανάφερε η ίδια και ο Δρ. Rayel. Και οι δύο του ανέφεραν καθαρά ότι το τιμολόγιο θα το πλήρωσε ο εργοδότης της ενώ αν του έλεγαν το αντίθετο ίσως τους έλεγε να πάνε στο νοσοκομείο και σε συνομιλία με τον ίδιο ήταν δεδομένη η υποχρέωση του να πληρώσει αλλά διαμαρτύρετο για το ποσό. Υποστήριξε πως αν ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να πληρώσει, γιατί τότε έκανε διαπραγματεύσεις σε σχέση με το τιμολόγιο. Ερωτηθείς αν μίλησε με τον Satic είπε πως δεν είχε λόγο να μιλήσει. Του τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα και δεν του ανέφερε οτιδήποτε, ποτέ δεν του ανέφερε ότι δεν πληρώνει το τιμολόγιο. Την επόμενη ημέρα ήταν η επαφή με τον Satic αλλά από τα λεχθέντα στην συνομιλία του ήταν παραδεκτή - δεδομένη η υποχρέωση του, αντέδρασε αλλά την δεδομένη στιγμή δεν πήγε ο νους του ότι αντέδρασε για τα έξοδα. Και είπε ο μάρτυρας αν δεν ήταν δεομένη η υποχρέωση του γιατί αντέδρασε γιατί του επέμενε να βγει από την κλινική. Ερωτηθείς τι του είπε από το οποίο εξήγαγε ότι η υποχρέωση του για πληρωμή ήταν δεδομένη ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται επί λέξει αλλά ενδεχομένως του είπε ότι η πληρωμή του τιμολογίου δεν είναι δική του υποχρέωση - αλλά αδιαμαρτύρετο για το ύψος του τιμολογίου......... Ο εναγόμενος Μ.Υ.1, ο οποίος είναι ψυχίατρος στο επάγγελμα ως ανέφερε, υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή δεν υπήρξε πελάτης της ενάγουσας και η Ra Misinoma εργοδοτείτο από την σύζυγο του η οποία την φρόντιζε. Γνώριζε ότι η Misinoma είχε ασθματικές κρίσεις και την επόμενη ημέρα της μεταφοράς της στην κλινική Κυανούς Σταυρός πληροφορήθηκε ότι η Misinoma είχε ασθματική κρίση. Ο ίδιος δεν ανάθεσε στην ενάγουσα την νοσηλεία της . Η Misinoma του ανάφερε ότι ήθελε να φύγει από την κλινική και ότι την κράτησαν εκεί παρά την θέληση της, τις έδωσαν υπερβολικά φάρμακα και επίσης του είπε ότι δεν μπήκε σε μηχάνημα για ακτινογραφίες. Την επόμενη ημέρα που η Misinoma μπήκε στην κλινική μίλησε με τον γιατρό Συμερού και του είπε ότι η misinona δεν είναι ευχαριστημένη και ήθελε να φύγει και ότι αισθανόταν καλά. Στην συνομιλία εκείνη δεν έγινε συζήτηση για την πληρωμή του ιατρού. Τον Αύγουστο ο γιατρός Συμεού του τηλεφώνησε και του είπε ότι πρέπει να πληρώσει το τον λογαριασμό αλλοιώς θα ειδοποιήσει την αστυνομία και ότι θα καταγγείλει την Misinoma και ο ίδιος του είπε ότι δεν είναι ευθύνη του να πληρώσει το τιμολόγιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο