Γεώργιου Κούρουζου κ.α. ν. White Knight Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 218/02, 9 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 218/02 Μεταξύ:
- Γεώργιου Κούρουζου, από την Πάφο
- Γεώργιου Στενιώτη, από την Πάφο Εναγόντων και White Knight Holdings Ltd, από την Λευκωσία Εναγομένης ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ στις 20.2.2006 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 7.2.2006 Μεταξύ: Γεώργιου Κούρουζου, από την Πάφο Ενάγοντα και White Knight Holdings Ltd, από την Λευκωσία Εναγομένης -------------------------- Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2007 Εμφανίσεις: Δια Ενάγοντα: κ. Τ. Γεωργιάδης με κ. Κυριακίδη Δια Εναγόμενη εταιρεία: κ. Φ. Πελίδης (Για να ακούσει απόφαση η κα Δημητρίου) Ενάγων: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων διεδικεί ποσό £52.000 το οποίο έχει καταβάλει στην εναγόμενη εταιρεία (εν τοις εφεξής η εναγομένη) γι' αγορά μετοχών της, οι οποίες δεν εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σύμφωνα με όσα η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης του διαλαμβάνει, ο ενάγων αγόρασε από την εναγόμενη 1.000.000 μετοχές της, συνολικής αξίας £500.000, ποσό το οποίο κατέβαλε με επιταγή του, ημερ. 27.12.1999 και εξαργυρώθηκε από την εναγόμενη στις 14.1.
- Η αγορά των μετοχών, έγινε μετά από παραστάσεις και υποσχέσεις της εναγόμενης, ότι οι μετοχές της θα εισήγοντο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Για την αγορά των μετοχών αυτών ενεργούσε προσωπικά και/ή σαν καταπιστευματοδόχος τρίτων προσώπων, τα οποία συμμετείχαν σ' αυτήν, γεγονός το οποίο η εναγόμενη εγνώριζε. Οι τελευταίοι, ανέλαβαν υποχρέωση έναντι του, να του επιστρέψουν το ανωτέρω ποσό με τόκο 6% από 14.1.2000 στην περίπτωση κατά την οποία, οι τίτλοι της δεν εισαχθούν στο Χ.Α.Κ εντός έξι μηνών από τις 14.1.
- Οι τίτλοι δεν εισήχθησαν στο Χ.Α.Κ. και με επιστολή του ημερομηνίας 30.11.2000, κάλεσε την εναγόμενη να επιστρέψει το πληρωθέν ποσό. Μεταγενέστερα, του επιστράφηκε μέρος των χρημάτων που ο ίδιος κατέβαλε αφού πωλήθηκαν με τη βοήθεια της εναγόμενης και/ή αντιπροσώπων της, μέρος των μετοχών που ο ίδιος κατείχε, αλλά παραμένουν ιδιοκτησίας του 104.000 μετοχές αξίας £52.000, το οποίο ποσό είναι αυτό που διεκδικείται. Η εναγόμενη, πέραν της άρνησης για ύπαρξη νομικού ερείσματος που να δικαιολογεί την υποχρέωση επιστροφής οιουδήποτε ποσού στον ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι το Χ.Α.Κ. έδιδε κατά καιρούς παρατάσεις σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)του Ν. 42
(1)/00 αναφορικά με την επιστροφή εισπραχθέντων, από την εναγόμενη, χρημάτων και συνεπώς ακόμη και να έχει αγώγιμο δικαίωμα ο ενάγων, η καταχώρηση της αγωγής είναι πρόωρη. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως προέβη σε μόνο δύο εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών ήτοι: «την 31/12/99 οι Εναγόμενοι προέβησαν σε αύξηση του ονομαστικού τους κεφαλαίου και εις την έκδοση και παραχώρηση 150.000.000 μετοχών εις:-
(1)Theonautica Enterprises Limited 55.000.000,
(2)Sellamico Trade Limited 55.000.000,
(3)Sharelink Financial Services Limited 40.000.000. και την 16/6/00 οι Εναγόμενοι 1 προέβησαν σε έκδοση και παραχώρηση 66.666.667 μετοχών εις:-
(1)Theonautica Enterprises Limited 20.833.333,
(2)Sellamico Trade Limited 20.833.334
(3)Sharelink Financial Services Limited 25.000.000." Οι ανωτέρω εταιρείες, μεταβίβασαν μέρος των μετοχών τους σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντα. Η ίδια, ούτε πώλησε μετοχές στον ενάγοντα ούτε προέβη σε οποιαδήποτε παράσταση ή συμφωνία μαζί του αλλά και δεν εισέπραξε το ποσό των £500.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Προβάλλεται περαιτέρω η υπεράσπιση ότι ο ενάγων, ένεκα των μεταβιβάσεων των μετοχών σε τρίτα πρόσωπα στις οποίες προέβη, κωλύεται να αιτείται επιστροφή των χρημάτων και/ή να ζητά ακύρωση της επίδικης συμφωνίας και συναλλαγής. Αρνούνται ότι έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τον ενάγοντα για απαίτηση επιστροφής χρημάτων και αρνούνται ότι υπέχουν τέτοια υποχρέωση. Προβάλλονται, τέλος, διαζευκτικά υπερασπίσεις για αντισυνταγματικότητα των επίδικων άρθρων και αντίθεσης τους με το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, θέματα τα οποία εξετάζονται κατωτέρω. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, καταχωρήθηκε αριθμός παραδεκτών γεγονότων και εκ συμφώνου Τεκμήρια. Καταδεικνύεται από αυτά ότι: «
- Η Εναγόμενη συστάθηκε σαν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών στις 12.7.
- Η αρχική της ονομασία ήταν Χ.Α. Παπαέλληνα Επενδύσεις Λτδ.
- Στις 15/11/99 η Sharelink Financial Services (η SFS) απόκτησε 9999 μετοχές και η S.F.S Custodian & Trust Services Ltd 1 μετοχή στο κεφάλαιο της εναγομένης που ήταν 10000 μετοχές. Την 8/11/99 η Εναγομένη μετονομάστηκε σε White Knight Investments Limited (η WKI). Την 19/7/00 η Εναγόμενη μετονομάστηκε σε White Knight Holdings Ltd (η WKH). Την 18/11/04 η εναγόμενη μετονομάστηκε σε White Knight Holdings Public Company Limited.
- Στις 31/12/99 έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και παραχώρηση μετοχών από την WKI στις εταιρείες SFS, Sellamico Trade Limited (η Sellamico) και Theonautica Enterprises Limited (η Theonautica) η οποία και καταχωρήθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη & Έφορο (ο ΕΠΕ) μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται.
- Στις 16/6/00 έγινε παραχώρηση μετοχών από την WKH στις εταιρείες SFS, Sellamico και Theonautica η οποία και καταχωρήθηκε στον ΕΠΕ μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται.
- Οι πιο πάνω αναφερόμενες εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών ήταν οι μοναδικές στις οποίες προέβηκε η WKH μέχρι 31/12/
- Η WKH μετατράπηκε από ιδιωτική σε δημόσια εταιρεία στις 16/6/
- Η WKH στις 21/6/00 καταχώρησε αίτηση στο Χ.Α.Κ. για εισαγωγή των τίτλων της σε αυτό.
- Στις 21/6/00 η WKH καταχώρησε στο ΕΠΕ πληροφοριακή Έκθεση.
- Από 13/4/06 οι μετοχές της WKH εισήχθησαν στο ΧΑΚ.» Καταθέτοντας ο ενάγων στο Δικαστήριο, παρουσίασε τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε μετοχές της εναγομένης, ως κάτωθι: Αρχές Δεκεμβρίου '99 επισκέφθηκε το γραφείο του κ. Ν. Νεοφύτου (ΜΕ3) Διευθυντή της Sharelink Financial Services Ltd, με τον οποίο τον συνέδεε φιλία από τον καιρό που ήσαν συμφοιτητές όταν σπούδαζε στην Αμερική, για επίλυση κάποιου θέματος με μετοχές της εταιρείας «Κύκνος». Τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία του θα «έβαζε» στο Χ.Α.Κ. μία πολύ καλή εταιρεία η οποία θα απέφερε πολλά κέρδη, την White Knight Holdings Ltd και ότι σε πολύ λίγα άτομα θα προσφέρονταν μετοχές. Θα προσφέρονταν συγκεκριμένα πακέτα του ενός εκατομμυρίου μετοχών αξίας £500.
- Ζήτησε λίγο καιρό να διευθετήσει συλλογή του ποσού αυτού και αφού μάζεψε από 19 άλλα άτομα, συγγενείς και φίλους, το ποσό των £500.000, επισκέφθηκε και πάλι τον Νεοφύτου στις 27.12.1999 και του παρέδωσε επιταγή του ιδίας ημερομηνίας, της Τράπεζας Κύπρου για το εν λόγω ποσό επ' ονόματι της εναγόμενης εταιρείας. Διαπίστωσε ότι το ποσό αυτό εξαργυρώθηκε στις 14.1.2000 από την εναγόμενη. Ο Νεοφύτου τον διαβεβαίωσε και πάλι, ότι επρόκειτο για πολύ καλή επένδυση, ότι η εταιρεία θα εισήγετο στο Χ.Α.Κ. σε έξι μήνες, άλλως θα του επιστρέφετο το ποσό με τόκο 6%. Του παρέδωσε σαν δώρο και ένα σκάκι που έγραφε πάνω White Knight Holdings Ltd για να του θυμίζει το όνομα της εταιρείας που θα τον βοηθούσε να κερδίσει. Η μεταβίβαση των τίτλων επ' ονόματι του, έγινε περί τον Αύγουστο του 2000 και αμέσως, «έσπασε» τον τίτλο στις μετοχές που αναλογούσαν στα 19 τρίτα πρόσωπα που του είχαν δώσει χρήματα. Η εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης στο Χ.Α.Κ. έγινε Μάρτιο - Απρίλιο του
- Ο ίδιος διαπιστώνοντας ότι περνούσε ο καιρός και η εταιρεία δεν εισήγετο στο Χ.Α.Κ., απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 30.11.2006, προς την εναγόμενη απαιτώντας επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε. Η επιστολή εστάλη με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο και με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 7). Η απάντηση της εναγόμενης στο αίτημα του, ήταν ότι συνεδρίασαν και αποφάσισαν να μην επιστρέψουν λεφτά πίσω. Μετά το διαχωρισμό των μετοχών που έκανε στα 19 άτομα, παρέμειναν επ' ονόματι του 200.000 μετοχές. Ο Νεοφύτου (ΜΕ3) τον οποίο πίεζε για το θέμα και πιθανόν να ένιωθε άσχημα, τον βοήθησε τόσο αυτόν όσο και τον Αγαθαγγέλου (ένας εκ των 19) και τους βρήκε αγοραστή, τον κ. Ασπρομάλλη για 136.000 μετοχές και 54.000 μετοχές αντίστοιχα, στον οποίο και πώλησε (Τεκμήριο 28). Σήμερα κατέχει ακόμη 104.000 μετοχές για τις οποίες διεκδικεί το ποσό των £52.
- Η εκδοχή της εναγόμενης, προσφέρθηκε από τον κ. Κώστα Κίρκο, εγκεκριμένο λογιστή και διοικητικό σύμβουλο της εναγόμενης εταιρείας, από 5.11.1999 μέχρι 9.9.
- Ανέφερε ότι, ήταν υπεύθυνος τήρησης του μητρώου μετόχων της εναγόμενης, από τον Δεκέμβριο του 1999 μέχρι τις 14.11.
- Μετά την ημερομηνία αυτή, το μητρώο μετόχων της εναγομένης, μηχανογραφήθηκε και την ευθύνη τήρησης του ανέλαβε η εταιρεία SFS Custodian & Trust Services Limited. Υπό την ιδιότητα του υπευθύνου τήρησης του μητρώου μετόχων της εναγόμενης, του αποστέλλονταν από τις εταιρείες ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και την Sharelink Securities Limited, οι οποίες είχαν αναλάβει να διαθέτουν μετοχές που κατείχαν οι Sellamico Trade Limited (η Sellamico) και η Theonautica Enterprises Limited (η Theonautica) στην εναγόμενη, λίστες με τα ονόματα των προσώπων που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν μετοχές της εναγόμενης, μαζί με επιταγές των εν λόγω προσώπων. Αμέσως μετά την παραλαβή των εν λόγω επιταγών, φρόντιζε για την κατάθεση τους. Αφού έπαιρνε σχετικές οδηγίες από την SFS, η οποία ήταν η μητρική εταιρεία των Sellamico και Theonautica, στα πρόσωπα που ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν μετοχές της εναγόμενης καθώς επίσης και για την αποστολή στα πρόσωπα αυτά του πιστοποιητικού ιδιοκτησίας των μετοχών που αγόραζαν. Στις 5.11.1999 η SFS Limited αγόρασε σχεδόν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης (πλην μίας μετοχής που κατείχε η SFS Custodian & Trust Services Ltd). Στις 14.11.1999 το Διοικητικό Συμβούλιο της SFS και της ενάγομενης αποφάσισαν όπως η εναγόμενη μετεξελιχθεί σε εταιρεία συμμετοχών, που θα δραστηριοποιείται σε διάφορους τομείς όπως:
(1)Την αγορά συμμετοχών σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς.
(2)Την αγορά επιλεγμένων χρηματιστηριακών αξιών με σκοπό την εξασφάλιση σημαντικού στρατηγικού ποσοστού.
(3)Τη συμμετοχή σε εταιρείες ακινήτων ή / και διαχείρισης ακινήτων.
(4)Την επένδυση οποιωνδήποτε αποθεμάτων της εναγομένης σε χρηματιστηριακούς τίτλους. Μετά από απόφαση της SFS η οποία ήταν ο κύριος μέτοχος και ανάδοχος της εναγόμενης, η εναγόμενη επέλεξε να αντλήσει κεφάλαια για την επίτευξη των πιο πάνω σκοπών με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης, η οποία μέθοδος, είναι ένας από τους σύγχρονους τρόπους άντλησης μεγάλων κεφαλαίων. Η μορφή που ακολούθησε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν οι μετοχές να εκδίδονται σε εταιρείες οχήματα του ανάδοχου (της SFS δηλαδή. Τα οχήματα ήταν η Sellamico και η Theonautica). Ο ανάδοχος είτε πληρώνει είτε εγγυάται τις μετοχές. Με αυτό τον τρόπο η εταιρεία εξασφαλίζει τους πόρους της χωρίς να ασχοληθεί με την εξεύρεση κεφαλαίων και με το έργο αυτό επιφορτίζεται ο ανάδοχος έναντι κάποιας αμοιβής, την οποία και έλαβε η SFS σε αυτή την περίπτωση. Προς υλοποίηση των ρηθέντων σκοπών, η εναγόμενη προέβηκε σε δύο εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις 31.12.1999 και στις 16.6.2000, στις εταιρείες Theonautica Enterprises Limited, Sellamico Trade Limited και Sharelink Financial Services Limited, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Υπεράσπισης του. Ακολούθως, οι εταιρείες Theonautica, Sellamico και SFS μεταβίβασαν μέρος των μετοχών τους σε τρίτους. Από την ημερομηνία εξαγοράς της εναγόμενης από την SFS και της άντλησης σημαντικών νέων κεφαλαίων, η εναγόμενη έχει προβεί σε εξαγορές μεγάλου αριθμού εταιρειών και σημαντικές επενδύσεις τόσο σε χρηματιστηριακές αξίες όσο και σε γη και ακίνητη ιδιοκτησία, πλοία και συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Μέτοχοι της Sellamico και της Theonautica από 31.12.1999 μέχρι σήμερα, είναι οι εταιρείες Chanteclair Professional Services Limited και Chanteclair Management Limited. Οι εταιρείες αυτές, κρατούσαν και συνεχίζουν να κρατούν τις μετοχές της Sellamico και της Theonautica ως εμπιστευματοδόχοι της SFS, δυνάμει σχετικών εγγράφων εμπιστεύματος. Οι μέτοχοι της εναγόμενης, από 31.12.1999 μέχρι και τις 21.6.2000 ήταν οι 4 εταιρείες που ανέφερε πιο πριν. Στις 21.6.2000 οι εταιρείες Theonautica και Sellamico μεταβίβασαν μετοχές σε τρίτους και ο αριθμός των μετόχων της εναγομένης, έφθασε στους
- Από το μητρώο της εναγομένης, φαίνεται ότι ο ενάγων αγόρασε στις 21.6.2000 από την Sellamico 1.000.000 μετοχές της εναγόμενης. Η εναγόμενη είχε καταθέσει στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου πρόσκληση για εγγραφή και ενημερωτική δελτίο στις 21.6.
- Σύμφωνα με την πληροφοριακή έκθεση - σελίδα 7 - η εναγόμενη θα εξέδιδε αριθμό νέων μετοχών (επιπρόσθετα από τις μετοχές που είχαν εκδοθεί στις SFS, Theonautica και Sellamico) που θα διαπραγματευόταν στο Χ.Α.Κ. και θα παραχωρούνταν σε ενδιαφερόμενους που θα υπέβαλλαν αίτηση. Όπως φαίνεται και από την πληροφοριακή έκθεση, πρόθεση της εναγόμενης ήταν να εκδώσει μετοχές προς το κοινό εάν και εφόσον εγκρίνετο το ενημερωτικό δελτίο από το Χ.Α.Κ. Η αναφορά επομένως στην πληροφοριακή έκθεση σε έκδοση μετοχών προς το κοινό αφορούσε μετοχές που θα εκδίδονταν σε πρόσωπα που θα υπέβαλαν αίτηση μετά την έγκριση του ενημερωτικού δελτίου και δεν αφορούσε τις μετοχές που είχαν ήδη εκδοθεί στις εταιρείες SFS, Theonautica και Sellamico. Δεδομένης της υπερβολικής καθυστέρησης του Χ.Α.Κ. στην εξέταση του ενημερωτικού δελτίου της εναγόμενης, χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη της εναγόμενης, οι συνθήκες της αγοράς εν τω μεταξύ άλλαξαν σημαντικά. Τα διαθέσιμα κεφάλαια για αγορά μετοχών από νέες εκδόσεις μειώθηκαν σημαντικά, με αποτέλεσμα να εξαλειφθεί το ενδιαφέρον των επενδυτών για την αγορά μετοχών σε δημόσια έκδοση (ΙΡΟ). Λόγω της πτώσης του δείκτη του Χ.Α.Κ. μεγάλος αριθμός μετοχών διαπραγματευόταν κάτω από την ονομαστική τους αξία και κάτω από την εσωτερική τους αξία μέχρι και 50%. Ως εκ τούτου, στις 16.1.2003 σε έκτακτη γενική συνέλευση αποφασίσθηκε να μην προχωρήσει η εναγόμενη σε δημόσια έκδοση (ΙΡΟ) και να συνεχίσει τις προσπάθειες εισαγωγής των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. αλλά με απλή εισαγωγή των υφιστάμενων μετοχών της (listing). Ως εκ τούτου, δεν έλαβαν καμία αίτηση για συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης από το κοινό και φυσικά ενόψει της απόφασης που προανέφερε ούτε επρόκειτο να λάβουν, παρά την εισδοχή των τίτλων της εναγομένης στο Χ.Α.Κ. στις 13.4.
- Η εξέταση της αίτησης της εναγόμενης από το Χ.Α.Κ. και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για έγκριση του ενημερωτικού δελτίου και εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. έχει ολοκληρωθεί και από τις 13.4.2006 οι τίτλοι της εναγόμενης, έχουν εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. Λόγω της καθυστέρησης στην εξέταση και έγκριση της αίτησης της εναγομένης, στις 11.4.2001 έκανε αίτηση προς το Χ.Α.Κ. για να της δοθεί παράταση στην επιστροφή χρημάτων, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 3
(3)του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2000, Ν.42
(1)/2000, παρόλο που η θέση της είναι ότι δεν έχει παραχωρήσει ή πωλήσει ή διαθέσει μετοχές της σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν από τις 3 και δεν έχει εισπράξει χρήματα από τρίτους για δικό της λογαριασμό ούτε ότι έχει υποχρέωση να επιστρέψει χρήματα για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην Υπεράσπιση της. Το Χ.Α.Κ. αφού εξέτασε την αίτηση της εναγομένης, της έδωσε παράταση χρόνου για επιστροφή χρημάτων από τις 19.4.2001 μέχρι και τις 19.6.
- Ακολούθως, παραχώρησε νέες παρατάσεις μέχρι και 30.9.
- Ήταν η θέση του ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα και ότι αν κάποιος ήθελε να αγοράσει μετοχές, έπρεπε να τις πάρει από τους υφιστάμενους μετόχους, ότι η εναγόμενη δεν εξουσιοδότησε ποτέ οποιοδήποτε πρόσωπο να αποδέχεται αιτήσεις για μετοχές που επρόκειτο να εκδοθούν ή εκδόθηκαν από την εναγόμενη. Η SFS η οποία ήταν ο κύριος μέτοχος και ανάδοχος της εναγόμενης, είχε αναθέσει στην ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και στην Sharelink Securities Limited τη διάθεση των μετοχών της Theonautica και της Sellamico. Σχετική είναι η ανακοίνωση της SFS ημερομηνίας 17.1.
- Η επιταγή που εξέδωσε ο ενάγοντας στο όνομα της White Knight Investments Ltd (το προηγούμενο όνομα της εναγόμενης) παραδόθηκε από την ΑΑΑ United Stockbrokers Limited μαζί με λίστα των προσώπων που ενδιαφέρονταν να αποκτήσουν μετοχές της εναγομένης. Στη λίστα αυτή, βρισκόταν και το όνομα του ενάγοντα. Δεδομένου ότι η επιταγή ήταν στο όνομα της εναγομένης, κατατέθηκε για λογαριασμό της Sellamico σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης και το ποσό των £1.000.000 πιστώθηκε στο λογαριασμό της Sellamico, η οποία όπως και οι άλλες εταιρείες - μέτοχοι διατηρούσαν μερίδα - λογαριασμό με την εναγόμενη. Ο τίτλος των μετοχών της εναγομένης στο όνομα του ενάγοντα, εκδόθηκε στις 21.6.2000 και στάληκε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του. Εξήγησε ότι ο κ. Νεόφυτος Νεοφύτου (ΜΕ3) ήταν εκτελεστικός διευθυντής της ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε σχέση με την εναγομένη. Η ΑΑΑ United Stockbrokers Limited είναι θυγατρική της SFS και ο ρόλος της στη διάθεση μετοχών της εναγομένης, ήταν αυτός που περιέγραψε πιο πάνω. Ουδέποτε η εναγόμενη συμφώνησε με τον ενάγοντα να του επιστρέψει το ποσό που πλήρωσε πλέον τόκο 6% το χρόνο, από 14.1.2000 σε περίπτωση που σε έξι μήνες από τις 14.1.2000 δεν εισαχθούν στο Χ.Α.Κ. Η ενάγομενη, ουδέποτε έλαβε την επιστολή αυτή (Τεκμήριο 6). Το τηλεομοιότυπο με αριθμό 02375347, ανήκει στην SFS και όχι στην εναγομένη. Η εναγομένη έδωσε στον ενάγοντα πληροφοριακή έκθεση πριν να γίνει μέτοχος της εναγόμενης καθότι η εναγομένη δεν είσπραξε από τον ενάγοντα και δεν του έκδωσε και παραχώρησε μετοχές. Από τις δύο εκδόσεις και παραχωρήσεις μετοχών στις οποίες προέβηκε η εναγομένη, εισέπραξε το ποσό των £108.343.333,50 και έκδωσε 216.686,667 μετοχές στις εταιρείες Sharelink Financial Services Limited, Theonautica Enterprises Limited, Sellamico Trade Limited. Συνεπώς, το συνολικό ποσό των £108.343.333,50 που είχε εισπραχθεί από την εναγομένη, έχει μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης. Τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τις δύο εκδόσεις κεφαλαίου, επενδύθηκαν για το λόγο που εισπράχθηκαν και τα επένδυσαν όπως έπρεπε να πράξουν. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα, ότι τα έτη 2000 και 2001 επίσης δεν είχε διαθέσιμα κέρδη κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης. Αναφορά έκανε επίσης ο μάρτυς στον περί Εταιρειών Νόμο και το δικαίωμα μίας εταιρείας να αγοράζει δικές της μετοχές. Ανέφερε, τέλος, ότι πραγματοποιήθηκαν γενικές συνελεύσεις μετόχων και σε όλες, η απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας ήταν ενάντια στη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης και συνεπώς, στην εξαγορά μετοχών και επιστροφή οιουδήποτε ποσού. Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο τούτο, να παρατεθεί η νομική πτυχή και ο Νόμος υπό τον οποίον τα γεγονότα, όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, υπάγονται. Ακολουθεί βεβαίως η εξέταση και εξακρίβωση της εφαρμογής ή όχι, του Νόμου. Στην κρινόμενη περίπτωση, εφαρμογής επί των γεγονότων της υπόθεσης, τυγχάνει το άρθρο 58 Α
(3)β του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και άρθρο 3
(3), όπως τροποποιήθηκε με το Ν.42/00. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι σε περίπτωση που κάποιος κατέβαλε οιονδήποτε ποσό σε εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών, δικαιούται, μετά πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή αυτού εάν δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί αλλά δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε, με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Το αγώγιμο δικαίωμα επομένως γεννάται μετά την πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή στο Χ.Α.Κ., που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η 21.6.2000 (Πολ. Έφεση 11802, ημερομηνίας 26.5.05, INVESTYLIA LTD v. LIVADHIOTIS BROS INVESTMENTS LTD). Το συγκεκριμένο άρθρο 58 Α
(3)(β), όπως ανωτέρω ελέχθη, εισήχθη με τον τροποποιητικό περί Χ.Α.Κ. Νόμο 42
(1)/00, ημερομηνίας 7/4/00. Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο και άρθρο δημιουργείται αυτοτελές ανεξάρτητο δικαίωμα (Investylia, ανωτέρω). Αυτού του είδους οι απαιτήσεις και αξιώσεις εξετάσθηκαν στη Harvest Capital Management Ltd v. Γ. Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 και Investylia (ανωτέρω), όπου με αναφορά στα σχετικά άρθρα του Νόμου επικυρώθηκαν τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά που πληρώθηκαν για αγορά μετοχών υπό ένταξη στο Χ.Α.Κ. εταιρειών, οι οποίες εν τέλει δεν εισήχθηκαν. Ο περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμος του 1993, ως έχει τροποποιηθεί, θεσπίστηκε με σκοπό την ανάπτυξη της αγοράς αξιών, καθώς επίσης τον έλεγχο και τη ρύθμιση των συναλλαγών για κινητές αξίες. Ανάμεσα στους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου είναι η καταστολή των δόλιων και ανάρμοστων μεθόδων χρηματιστηριακής συναλλαγής και η παροχή της δέουσας προστασίας σε επενδυτές και στο κοινό γενικά. Ο Νόμος 42
(1)/00 τροποποίησε τον αρχικό Νόμο προσθέτοντας σειρά άρθρων μεταξύ των οποίων και τα άρθρα 58Α 3 (β) και 3
(3)επί των οποίων βασίζονται τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Σκοπός του πιο πάνω Νόμου ήταν να απαγορεύσει στις εταιρείες να προσφέρουν προς πώληση μετοχές με την προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο εκτός αν πληρώσουν κάποιες προϋποθέσεις που προνοούνται στο Νόμο. Βέβαια ο Νόμος αυτός τροποποιήθηκε στις 16/2/01 από το Νόμο 9
(1)/01 ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε το άρθρο 58 Α, με νέο άρθρο. Όμως ο ρηθείς Νόμος 9
(1)/01 με ρητή διάταξή του δια του άρθρου 58 Γ διατήρησε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν με τις σχετικές διατάξεις του τροποποιητικού αρ. 4 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, δηλαδή του Ν. 42
(1)/00. Το νέο αυτό άρθρο ρητά προβλέπει ότι: "58 Γ. Για δικαιώματα ή υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου οι σχετικές του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) αρ. 4 Νόμου του 2000 ως αυτές να μην είχαν καταργηθεί." Ο ενάγων έχει καταβάλει το αντίτιμο της αξίας των μετοχών στις 27.12.1999, πριν τη θέσπιση του Τροποποιητικού Νόμου. Η καταβολή του ποσού αυτού γενόμενη πριν τις 7/4/00, εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου αυτού και η επιστροφή του ρυθμίζεται από το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/00. Ανάλυση αυτού έγινε στην προσφυγή 603/01, ημερομηνίας 31/5/02, Δημήτρη Α. Χριστοδουλίδη κ. ά. v. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, όπου με λεπτομέρεια πραγματεύεται το θέμα ο Δικαστής Κωνσταντινίδης αναφέροντας ότι: "O Νόμος θέσπισε καταρχάς το άρθρο 58 Α με περιεχόμενο τους όρους, μεταξύ άλλων, της είσπραξης χρηματικών ποσών με αντικείμενο την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής τίτλων στο Χ.Α.Κ. Αυτά τα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 58 Α
(3)(β), είναι δυνατό να διεκδικηθούν από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή που τα κατέβαλε μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χ.Α.Κ. ή νωρίτερα, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Αυτό, εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή, ενώ του δόθηκαν, αυτοί δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο για οποιοδήποτε λόγο. Οπότε ο εκδότης των τίτλων, η εταιρεία ή το πρόσωπο που τα εισέπραξε, οφείλει να τα επιστρέψει, με τόκο, εντός δέκα ημερών. Το άρθρο 3 του Νόμου ρυθμίζει όμοιας φύσης ζητήματα αλλά σε σχέση με ποσά που είχαν ήδη εισπραχθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Επιβάλλει την ίδια υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αλλά, σ΄ αυτή την περίπτωση, ίσως επειδή δεν ήταν γνωστή η υποχρέωση επιστροφής κατά την είσπραξή τους παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία παροχής λογικής παράτασης, νοουμένου ότι συντρέχουν όσα ρητά προσδιορίζονται στη σχετική επιφύλαξη." Πέραν των παραδεκτών γεγονότων τα οποία καταγράφονται σαν ευρήματα του Δικαστηρίου, υπάρχουν κάποια άλλα γεγονότα - δεδομένα που προκύπτουν από αδιαμφισβήτητη - αναντίλεκτη μαρτυρία. Παρά την έντονη αντεξέταση της οποίας έτυχε ο ενάγων και την αμφισβήτηση της απευθείας πώλησης μετοχών από την εναγόμενη σ' αυτόν ή τη γενόμενη παράσταση για εισαγωγή των τίτλων στο Χ.Α.Κ., όμως δεν έχουν αμφισβητηθεί τα κάτωθι: Ότι περί το τέλος του 1999 - και είναι αποδεκτή η θέση του ενάγοντα ότι ήταν στις 27.12.1999 - αγόρασε, συμφώνησε να αγοράσει 1.000.000 μετοχές της εναγομένης, αξίας £500.
- Ότι κατέβαλε το ποσό αυτό με επιταγή του, εκδοθείσα επ' ονόματι της εναγομένης. Το ποσό αυτό των £500.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης και εξαργυρώθηκε. Στο σημείο τούτο, θα πρέπει να σημειωθεί η αμφισβήτηση από το συνήγορο της εναγομένης, της ύπαρξης της αναφερόμενης στην Έκθεση Απαίτησης επιταγής του ενάγοντα με την οποία κατέβαλε το ποσό των £500.
- Όμως: κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, μετά το πέρας της μαρτυρίας του ενάγοντα, έγινε η εξής δήλωση από τον κ. Πελίδη «Η επιταγή ποσού £500.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης και εξαργυρώθηκε». Σίγουρα η δήλωση έγινε για επιταγή - σχέση έχουσα με τα επίδικα θέματα - άλλως δεν υπήρχε αποχρών λόγος να γίνει τέτοια δήλωση. Εξάλλου, η μαρτυρία του ενάγοντα είναι αποδεκτή στο σύνολο της. Παρά την έντονη αντεξέταση, η οποία επέφερε ένταση και εξάρσεις σε σημείο επέμβασης του Δικαστηρίου, όμως κρίνεται πως η συμπεριφορά του μάρτυρα δεν είχε αιτία την αναλήθεια ούτε ήταν ένδειξη αναξιοπιστίας. Ήταν απότοκη της πικρίας και των ενοχών που ένιωθε, αφού αφενός πίστευε ότι παρασύρθηκε στην αγορά των μετοχών και αφετέρου, παρέσυρε μαζί του άλλα 19 άτομα καταβάλλοντας συνολικά το υπερβολικό ποσό των £500.
- Από την άλλη, ο Μ.Υ.1 κ. Κίρκος, παρά τη στρωτή και μελετημένη μαρτυρία του, κρίνεται πως εμφανώς προσπαθούσε να ερμηνεύσει και παρουσιάσει τα γεγονότα όπως ο ίδιος πίστευε ότι εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της εταιρείας της οποίας είναι διευθυντής. Μιλούσε με σιγουριά, βεβαιότητα για τις απόψεις και ήταν απόλυτος στις θέσεις του με κάποια υπεροψία και υποτίμηση των ενεργειών του ενάγοντα και των λοιπών μαρτύρων. Πέραν τούτου όμως, τα πλείστα στοιχεία που παρουσίασε όπως για τις εκδόσεις μετοχικού κεφαλαίου, τις παραχωρήσεις μετοχών, την κατάθεση πληροφοριακής έκθεσης, είναι ορθά και επιβεβαιώνονται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Η ερμηνεία τους, ανήκει στο Δικαστήριο. Θα συζητηθούν δε μέρη της μαρτυρίας τους κατωτέρω. Συνεπώς, επανερχόμενο το Δικαστήριο, στο θέμα της επιταγής, κρίνεται ότι ο ενάγων κατέβαλε δι' επιταγής του ημερ. 27.12.1999 το ποσό των £500.
- Η επιταγή ούσα επ' ονόματι της εναγομένης κατατέθη στο λογαριασμό της και εξαργυρώθηκε. Η ακριβής ημερομηνία εξαργύρωσης της επιταγής δεν εξακριβώθηκε αφού δεν εδόθη σχετική περί τούτου μαρτυρία. Σίγουρα όμως, όπως προκύπτει αφενός από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι την έδωσε στις 27.12.1999 στον Μ.Ε.3 ο οποίος καταθέτει ότι την παρέδωσε στο λογιστήριο της εναγομένης - κάτι που δεν αμφισβητήθηκε - και αφετέρου η παραδοχή του κ. Κίρκου ότι παραλάμβανε τις επιταγές που του απέστελλε η ΑΑΑ United Stockbrokers Limited, σαφέστατα προκύπτει και συνάγεται ότι κατατέθηκε και εξαργυρώθηκε (όπως δηλώθηκε) λίγες μέρες μετά. Παρεμφερές με το θέμα τούτο, είναι και το άλλο εγειρόμενο από την Υπεράσπιση, ότι η εναγομένη η ίδια δεν πώλησε στον ενάγοντα μετοχές αλλά ο τελευταίος τις απέκτησε από την εταρεία Sellamico Trade Limited μία εκ των μετόχων της. Χρήσιμης αναφοράς είναι στο σημείο αυτό, η μαρτυρία του κ. Νεοφύτου (ΜΕ3) διευθυντής της ΑΑΑ United Stockbrokers Limited. Επιβεβαιώνει την επίσκεψη του ενάγοντα στο γραφείο του και την πώληση σε αυτόν, τέλος του 1999, του ενός εκατομμυρίου μετοχών της εναγομένης. Δεν του αναφέρει τίποτα για την Sellamico, παρά μόνο ότι οι μετοχές της εναγομένης θα διατεθούν σε περιορισμένο αριθμό ατόμων. Ο Νεοφύτου είναι διευθυντής της ΑΑΑ United Stockbrokers Limited η οποία είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και η οποία είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τη διάθεση των μετοχών της εναγομένης. Η προσπάθεια του κ. Κίρκου να πείσει ότι ο κ. Νεοφύτου καμία σχέση είχε, δεν πείθει. Αφού: Με ανακοίνωση της ημερομηνίας 17.1.2000 η Sharelink Financial Services Limited, διευθυντής έκδοσης της εναγομένης, ανακοινώνει το εξής: «Ο χρηματιστηριακός οργανισμός Share Link Financial Services Ltd, ανακοινώνει ότι εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για τη διάθεση των μετοχών της «Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ» και "White Knight Investments Ltd" είναι οι χρηματιστηριακές εταιρείες ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και Sharelink Securities Limited» (Τεκμήριο 38). Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 38 φέρει ημερομηνία 17.1.
- Όμως, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του κ. Νεοφύτου (ΜΕ3), δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά την ημερομηνία πώλησης των μετοχών στον ενάγοντα και παραλαβή του ποσού των £500.000 αυτός είχε εξουσιοδότηση ή εντολή. Εξάλλου, ο κ. Κίρκος ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι δεχόταν και παραλάμβανε λίστες ενδιαφερομένων ατόμων και ποσά χρημάτων που του απέστελλε η ΑΑΑ United Stockbrokers Limited. Θα ήταν πολύ παράδοξο και θα αποτελούσε σχήμα οξύμωρο, να δικαιούται μεν να εισπράττει χρήματα ο κ. Νεοφύτου αλλά η πράξη - ενέργεια για πώληση μετοχών, να μην δεσμεύει την εναγόμενη εταιρεία. Πέραν τούτου, ήταν αυτή η πράξη που οδήγησε στην έκδοση των τίτλων της εναγομένης επ' ονόματι του ενάγοντα. Η διαδικασία στο γραφείο του κ. Νεοφύτου, έλαβε χώραν στις 27.12.
- Την ημερομηνία αυτή η Sellamico δεν ήταν κάτοχος μετοχών της εναγομένης. Αυτό έγινε την 31.12.1999, αφού έγινε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης. Επομένως, δεν θα μπορούσε καν να πωλήσει μετοχές των οποίων δεν ήταν ιδιοκτήτρια. Δεν θα μπορούσε να γίνει η ισχυριζόμενη πώληση από υφιστάμενο μέτοχο. Όταν στις 27.12.1999 ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των £500.000 για αγορά 1.000.000 μετοχών, το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης αριθμούσε μόνον 10.000 μετοχές. Επομένως, πώς έγινε αποδεκτή η επιταγή του ενάγοντα, αν δεν υπήρχε η δεδηλωμένη βούληση της εταιρείας για αύξηση και διάθεση του μετοχικού κεφαλαίου; Το γεγονός πως ο ενάγων κατέβαλε το ρηθέν ποσό και η όλη διαδικασία έγινε πριν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, αυτό δεν αλλάζει τα γεγονότα αφού κάποιος ενδιαφερόμενος αγοραστής μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 58 Α
(1)να αγοράσει τίτλους υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας. Στις υποθέσεις δε Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη Πολιτική Έφεση 68/05 ημερομηνίας 19.7.2006 και Ταμάσιος (ανωτέρω) η συμφωνία αγοράς μετοχών και η καταβολή του αντίτιμου, έλαβεν χώρα πριν τη σχετική έκδοση των μετοχών και την κατάθεση της πληροφοριακής έκθεσης στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Κρίθηκε περαιτέρω ότι ουσιώδης χρόνος δεν είναι η μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του επενδυτή, αλλά η ημερομηνία καταβολής των χρημάτων και αποδοχής τους από την εταιρεία (βλ. Ταμάσιος, ανωτέρω). Το γεγονός ότι η εναγόμενη επέλεξε για σκοπούς δικούς της και απόκτηση χρημάτων να διοχετεύσει όλο το μετοχικό κεφάλαιο στις τρεις προαναφερθείσες εταιρείες και στη συνέχεια εκείνες να μεταβιβάσουν μετοχές στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αντί να το κάνει απευθείας η ίδια, αυτό δεν τη βοηθά να ξεφύγει απ' το σκοπό του νόμου που ήταν η προστασία του επενδυτή. Αποτελούσε ένα εύσχημο και έξυπνο τρόπο αποποίησης ευθυνών και υποχρεώσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως ναι μεν αναφέρει στη μαρτυρία του ο κ. Κίρκος τη διαδικασία κατάθεσης της επιταγής σε λογαριασμό της Sellamico αλλά (α) αυτό το γεγονός δεν αποδείχθηκε με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν της αναφοράς του κ. Κίρκου. Αντίθετα, υπάρχει η αποδοχή - δήλωση ότι η επιταγή εξαργυρώθηκε από την εναγομένη και (β) δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης για είσπραξη των χρημάτων από την Sellamico. Υπάρχει μόνο γενική άρνηση είσπραξης του ποσού από την εναγόμενη. Σχολιάζοντας στο τέλος της αγόρευσης του ο κ. Πελίδης την απόφαση Anaptixis (ανωτέρω) πρότεινε ότι αυτή δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, αφού εκεί η εταιρεία είχε η ίδια προβεί σε απευθείας πώληση μετοχών προς τον επενδυτή. Δεν είχε γίνει αγορά μετοχών από υφιστάμενο μέτοχο. Έχοντας υπόψη το ανωτέρω εύρημα, κρίνεται ότι η εισήγηση δεν ευσταθεί. Κρίνεται συνεπώς, ότι η εναγόμενη πώλησε στον ενάγοντα μετοχές της. Προβάλλεται από την Έκθεση Υπεράσπισης ότι η εναγομένη δεν έχει προβεί σε παραστάσεις προς τον ενάγοντα για την εισαγωγή της στο Χ.Α.Κ. Ο κ. Πελίδης επιχειρηματολογώντας υπέδειξε ότι οι όποιες παραστάσεις έγιναν, αυτές προήλθαν από τον κ. Νεοφύτου. Ο οποίος ουδέποτε υπήρξε διευθυντής της εναγομένης. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι θέσεις του ενάγοντα, για ό,σα ο κ. Νεοφύτου του ανέπτυξε ώστε να τον πείσει. Ο ίδιος ο ΜΕ3 δέχθηκε ότι είπε στον ενάγοντα ότι αυτή η εταιρεία είναι καλύτερη από την εταιρεία «Κύκνος Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ» της οποίας είχε αγοράσει μετοχές ο ενάγων. Η σχέση του ΜΕ3 με την εναγομένη, έχει ανωτέρω περιγραφεί και κριθείσα δεσμεύουσα αυτήν. Ο ενάγων έχει με ενάργεια περιγράψει το λόγο που τον ώθησε στην αγορά των μετοχών. Ήταν οι φρενήρεις ρυθμοί και το παραλήρημα που επικρατούσε το 1999 για αγορά μετοχών εταιρειών που επρόκειτο να εισαχθούν στο Χρηματιστήριο. Όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος, δεν τον ενδιέφερε πότε θα ελάμβανε το κέρδος, αλλά πόσα λεφτά θα κέρδιζε. Αυτά, συνδυασμένα με τις παραστάσεις του κ. Νεοφύτου, τον έπεισαν να προβεί στην αγορά των μετοχών. Η εναγόμενη παρελάμβανε λίστες προσώπων που ενδιαφέροντο να αγοράσουν μετοχές, παρελάμβανε τις επιταγές τους, έγινε δημόσια εταιρεία και θα υπέβαλλε αίτηση, όπως και υπέβαλε, για εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Κ. Αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως όλα αυτά συνέτειναν ουσιωδώς στην υποβολή της πρότασης. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Anaptixis Group Ltd (ανωτέρω), κατά την εξέταση του ιδίου θέματος: «Με δεδομένη τη διαπίστωση ότι η πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία και για το σκοπό αυτό θα υπέβαλλε αίτηση στο Χρηματιστήριο, είναι ορθό το συμπέρασμα ότι η προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο Χρηματιστήριο ουσιωδώς συνέτεινε στην υποβολή της πρότασης για αγορά των μετοχών από τον εφεσίβλητο. Ορθά έχει κριθεί ότι αυτή ακριβώς η προοπτική συνιστά περίπτωση εμπίπτουσα στις πρόνοιες του άρθρου 58 του Νόμου. Το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη «παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο Χ.Α.Κ.». Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α - γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο Χ.Α.Κ. είτε άλλως πως». ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΧΡΗΜΑΤΩΝ Προϋπόθεση της επιστροφής χρημάτων είναι η απαίτηση προς επιστροφή τους. Ο ενάγων αναφέρει ότι συνέταξε και απέστειλε την επιστολή (Τεκμήριο 6) τόσο με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο όσο και με τηλεομοιότυπο. Η εναγόμενη, αρνείται και αμφισβητεί σφοδρώς την αποστολή και λήψη τέτοιας απαίτησης. Χρήσιμη είναι στο σημείο τούτο, η παράθεση της μαρτυρίας του κ. Ανδρέα Θεοδώρου (Μ.Ε.2) υπευθύνου Τομέα Διαλογής στο Επαρχιακό Ταχυδρομείο Πάφου. Αφού κατέθεσε σαν Τεκμήριο 30 το έντυπο ταχυδρομείου CN07 (κόκκινη κάρτα), εξήγησε ότι αυτή συνοδεύει συστημένη επιστολή που παραδίδεται με απόδειξη παραλαβής της. Η οποία επιστρέφεται στον αποστολέα με υπογραφή του παραλήπτη. Στο Τεκμήριο 30, υπάρχει στο όνομα του «Παραλήπτη» που είναι η εναγομένη, μία υπογραφή και ημερομηνία παραλαβής, η 6η Δεκεμβρίου 2000. Δεν ήταν βέβαια σε θέση να πει ο μάρτυς ποιο άτομο παρέλαβε και υπέγραψε στη θέση του «Παραλήπτη» ή αν ήταν εξουσιοδοτημένο άτομο για την παραλαβή. Αυτή η μαρτυρία αποτέλεσε έρεισμα για την επιχειρηματολογία του κ. Πελίδη ο οποίος τόνισε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιον παραδόθηκε η επιστολή. Δέχθηκε ότι η επιστολή στάληκε με τηλεομοιότυπο στις 30.11.2000 το οποίο όμως ανήκε στην εταιρεία SFS. Πρόβαλε δε περαιτέρω εισήγηση, ότι η επιστολή δεν αποτελεί έγκυρη απαίτηση επιστροφής χρημάτων διότι αξιώνει επιστροφή ποσού £500.000 ενώ η πραγματική αξίωση του ενάγοντα, είναι πολύ μικρότερη. Ο κ. Γεωργιάδης, υποδεικνύει ότι η επιστολή παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Υποδεικνύει επίσης ότι η άρνηση του κ. Κίρκου για παραλαβή της επιστολής και η αναφορά του πως το φαξ ανήκε στην Sharelink είναι μία υπεκφυγή ενδεικτική της προσπάθειας να μην αναλάβει η εναγόμενη τις ευθύνες της, αφού η Sharelink ήταν μητρική και ανάδοχη της εταιρείας. Η επιστολή (Τεκμήριο 6) στάληκε στη διεύθυνση Θεοτόκη αρ. 6 στη Λευκωσία, η οποία είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της (Τεκμήριο 33) και δεν έχει υπάρξει αμφισβήτηση περί τούτου. Από την κάρτα του Ταχυδρομείου (Τεκμήριο 30), φαίνεται ότι αυτή παραλήφθηκε. Το γεγονός ότι η επιστολή εστάλη στη διεύθυνση του παραλήπτη και όχι μόνο δεν επεστράφη πίσω στον αποστολέα αλλά παραλήφθηκε από κάποιο πρόσωπο, θεωρείται και αποδεικνύεται παραληφθείσα. O περί Ερμηνείας Νόμος Κεφ. 1 δια του άρθρου 2, δίδοντας τον ορισμό της επίδοσης με Ταχυδρομείο, επεξηγεί πως «όταν Νόμος επιτρέπει ή απαιτεί όπως έγγραφο επιδοθεί ταχυδρομικώς, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται η έκφραση «επίδοση» ή η έκφραση «δοθεί» ή «αποσταλεί» ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η επίδοση θα λογίζεται ότι γίνεται με την κανονική αποστολή, προπληρωμή και ταχυδρόμηση επιστολής που περιέχει το έγγραφο και εκτός αν αποδεικνύεται το αντίθετο, ότι επιτεύχθηκε κατά το χρόνο κατά τον οποίο η επιστολή θα παραδινόταν με τη συνηθισμένη πορεία του ταχυδρομείου» (δέστε και Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.α.
(2003)1 (B) Α.Α.Δ. 670). Πέραν τούτου όμως: Στο Τεκμήριο 40 το οποίο περιλαμβάνει ειδοποιήσεις έκτακτων συνελεύσεων της εναγομένης σε εκείνη, η οποία θα ελάμβανε χώρα στις 6.12.2002 και θα επιλαμβανόταν το θέμα επιστροφής χρημάτων, περιλαμβάνεται και το όνομα του ενάγοντα στον κατάλογο των προσώπων τα οποία απαίτησαν επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλαν για απόκτηση μετοχών της εταιρείας. Αναγράφεται δε σαν αριθμός μετοχών του, οι 104.000 αξίας £52.000 και σαν επιστρεπτέο ποσό, αφού υπολογιστούν τόκοι ύψους £11.538, το συνολικό ποσό των £63.638. Επομένως, δεν μπορεί η εναγόμενη και ο κ. Κίρκος να προβάλλουν μη γνώση της απαίτησης του ενάγοντα και μη πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής, από τη στιγμή που τα Τεκμήρια τους διαψεύδουν. Ούτε ο ισχυρισμός περί μη έγκυρης απαίτησης μπορεί να ευσταθήσει. Ο Νόμος δεν απαιτεί ούτε εξειδικεύει ιδιαίτερο τύπο που πρέπει να έχει ή περιβληθεί η σχετική απαίτηση. Το γεγονός ότι ο ενάγων ζήτησε επιστροφή ποσού £500.000, το εξήγησε με σαφήνεια. Ήταν το ποσό που κατέβαλε, οι τίτλοι του έχουν αποσταλεί τον Αύγουστο και δεν μπορούσε να γνωρίζει αν στην εναγόμενη είχαν ήδη εγγραφεί τα υπόλοιπα άτομα σαν μέτοχοι, στους οποίους είχε διανέμει το ένα εκατομμύριο μετοχές. Εξάλλου, από το προαναφερθέν Τεκμήριο 40 δεν φαίνεται να υπήρξε σύγχυση ή παρανόηση για την αξίωση του ενάγοντα. ΠΑΡΑΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ Χ.Α.Κ. Είναι η θέση της Υπεράσπισης και επιχειρηματολογία του κ. Πελίδη, ότι οι δοθείσες παρατάσεις από το Χ.Α.Κ. καθιστούν πρόωρη την αγωγή του ενάγοντα, αφού κατεχωρήθη στις 18.1.2002 ενώ ήταν σε ισχύ παράταση που είχε εξασφαλίσει η εναγόμενη. Αντίθετη άποψη εκφράζει ο κ. Γεωργιάδης, ο οποίος τονίζει πως το γεγονός ότι η εναγόμενη αιτήθηκε παράταση για επιστροφή χρημάτων βασιζόμενη στον ίδιο Νόμο που την υποχρεώνει να πληρώσει, καταδεικνύει ότι αποδέχεται την υποχρέωση αυτή. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Το γεγονός της υποβολής αίτησης παράτασης, δεν εξυπακούει αποδοχή υποχρέωσης. Εξηγήθηκε από τον κ. Κίρκο ότι αυτή υποβλήθηκε, παρά τη μη αποδοχή ευθύνης, για την περίπτωση που επενδυτής θα ζητούσε χρήματα που κατέβαλε και το Δικαστήριο θα είχε αντίθετη με αυτούς άποψη επί του θέματος. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι με τις δοθείσες παρατάσεις, διδόταν δυνατότητα παράτασης στο χρόνο επιστροφής των εισπραχθέντων ποσών και όχι στο χρόνο έγερσης του δικαιώματος του αγοραστή να ζητήσει και να πάρει πίσω τα χρήματα του. Το εν λόγω θέμα, πραγματεύεται η υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου (ανωτέρω) όπου στη σελ. 1689 επ. αυτής, αναφέρεται: «Το σχετικό άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποιητικού) (Αρ.4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σ' αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων: Νοείται ότι εφόσον το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι δεόντως και επαρκώς στοιχειοθετημένη και τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς κανονισμούς και ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για μη έγκριση της αίτησης και ότι η καθυστέρηση για έγκριση δεν οφείλεται στον αιτητή, δύναται να παρέχει λογική παράταση χρόνου στον αιτητή όσον αφορά την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Σύμφωνη με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την ερμηνεία που έδωσε το άρθρο 3
(3), είναι και η απόφαση του Κωνσταντινίδη, Δ., στην υπόθεση Χριστοδουλίδης κ.ά. ν. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, Προσφυγή 603/01, ημερ. 31.5.02, στην οποία γίνεται μία ανάλυση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου με την ακόλουθη κατάληξη: «Με την πάροδο των τριών μηνών, υπό τους όρους του άρθρου 3
(3)γεννάται δικαίωμα του ενδιαφερομένου αγοραστή και αντίστοιχη υποχρέωση για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν. Αυτή η προθεσμία των τριών μηνών δεν παρατείνεται και έχουμε δει πώς στην περίπτωση της βασικής διάταξης του άρθρου 58 Α, η υποχρέωση επιστροφής επιβάλλεται χωρίς άλλα. Αρκεί η μη εισαγωγή ή η μη έκδοση των τίτλων στους τρεις μήνες, για οποιοδήποτε λόγο. Χωρίς δηλαδή αναζητήσεις σε σχέση με την αιτία ή την ευθύνη για αυτήν. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)θεσπίζει τη δυνατότητα λογικής παράτασης μόνο σε σχέση με «την επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών». Βεβαίως, περιλαμβάνεται στους όρους της επιφύλαξης και το ότι «δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως ουσιώδες εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης», εννοείται για εισαγωγή των τίτλων και θα ήταν λογικό να θεωρηθεί πώς η διαφαινόμενη δυνατότητα εισαγωγής των τίτλων, η οποία και θα αναιρούσε εν τέλει και την υποχρέωση επιστροφής των ποσών, προσδιορίζεται ως συναφής παράμετρος. Αυτό, όμως, κατά το μέγιστο. Δεν παρέχει εν λευκώ εξουσία ουσιαστικά για αλλοίωση, κατά εξουδετέρωση του Νόμου, της προθεσμίας των τριών μηνών με την πάροδο της οποίας, εφόσον για οποιοδήποτε λόγο δεν εισάχθηκαν οι τίτλοι το Χρηματιστήριο, γεννάται η υποχρέωση επιστροφής των ποσών. Αυτή η υποχρέωση επέρχεται εντός δέκα ημερών από την αξίωση τους και η έννοια του «λογικού» της παράτασης αναφορικά με την επιστροφή των χρημάτων, ελέγχεται κατά περιεχόμενο από τις πρόνοιες της βασικής διάταξης του άρθρου 3
(3)ως προς τις προθεσμίες. Επομένως, βρίσκεται εκτός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης ή χορήγηση παράτασης που επάγεται αναμονή και, βεβαίως, παγοποίηση των δικαιωμάτων που ήδη τελειώθηκαν για όσο προβλέπεται ότι θα χρειαστεί για την έγκριση της αίτησης εισαγωγής στο Χρηματιστήριο. Δεν αναιρεί η επιφύλαξη τη βασική πρόνοια ως προς τις προθεσμίες και δεν μπορεί να είναι λογική η παράταση που υπερβαίνει ακόμα και την προθεσμία των τριών μηνών από την πάροδο της οποίας εξαρτάται η γέννηση του δικαιώματος. Εάν ήθελε ο Νόμος άλλη λύση, θα αναφερόταν σε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας των τριών μηνών, έστω με την εξάρτηση της περιόδου της παράτασης από την προβλεπόμενη ημερομηνία εισαγωγής των τίτλων. Αν εισήγαγε δε ο Νόμος τέτοια εξάρτηση δεν θα είχε και θέση η απαίτηση να είναι «λογική» η παράταση.» Έχοντας υπόψη και υιοθετώντας τα πιο πάνω ως ορθά, καταλήγουμε πως η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου, καθώς και η ερμηνεία που δόθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 3
(3)ήταν ορθή. Έτσι, οποιαδήποτε παράταση δόθηκε αφορούσε το χρόνο επιστροφής των χρημάτων και η κατά τη δοθείσα παράταση εισδοχή των μετοχών της εταιρείας στο Χρηματιστήριο δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση του δικαιώματος του εφεσίβλητου - ενάγοντα να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του.» ΚΩΛΥΜΑ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΝΑ ΑΞΙΩΝΕΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΛΕ Η υπεράσπιση αυτή της εναγομένης, εδράζεται στο γεγονός της μεταβίβασης μετοχών από τον ενάγοντα σε τρίτα πρόσωπα όπως παρουσιάζεται στα Τεκμήρια 9, 11 μέχρι και 28 και στην αγορά μετοχών που περιγράφεται στο Τεκμήριο
- Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται και/ή απώλεσε το δικαίωμα να απαιτεί χρήματα και/ή κωλύεται να ζητά ακύρωση της επίδικης συμφωνίας. Προβάλλεται περαιτέρω η θέση ότι η επιστολή του ενάγοντα ημερ. 30.11.2000 δεν συνιστά έγκυρη απαίτηση επιστροφής χρημάτων, θέση η οποία σχολιάσθηκε ανωτέρω. Υποδεικνύει ο κ. Πελίδης ότι όπως στην περίπτωση ατόμου στο οποίο εταιρεία παραχωρεί μετοχές με ψευδείς παραστάσεις και έχει ως εκ τούτου δικαίωμα για ακύρωση της συμφωνίας πώλησης, το άτομο αυτό χάνει το δικαίωμα για ακύρωση εάν συμπεριληφθεί σαν μέτοχος. Παρέπεμψε δε προς ενίσχυση της θέσης του, στο σύγγραμμα Palmer's Company Law 21st ed. σελ.
- Κατέληξε εισηγούμενος ότι το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 3
(3)το οποίο δίνει το δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο αγοραστή να ακυρώσει τη συμφωνία με το να ζητήσει εγγράφως επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε. Στο σημείο αυτό, χρήζουν εξέτασης οι ενέργειες του ενάγοντα. Πράγματι, ο τελευταίος προέβη σε μεταβιβάσεις μετοχών επ' ονόματι των ατόμων που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 9 και 11 -
- Τα άτομα αυτά, όπως εξήγησε, είναι εκείνα τα οποία έδωσαν σ' αυτόν τα χρήματα για την αγορά των μετοχών ώστε να συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό των Λ.Κ.500.000 και γι' αυτό διένειμε σ' αυτούς την αναλογία των μετοχών. Παρά το ότι τα έγγραφα παρουσιάζονται να είναι πωλήσεις, όμως είναι αποδεκτή η μαρτυρία και εξήγηση που έδωσε για αυτές, ο ενάγων. Ακόμη όμως και να διαφανεί ότι δεν εδικαιούτο να κατέχει μετοχές ως εμπιστευματοδόχος, όπως υποδεικνύει ο κ. Πελίδης και να ήταν πωλήσεις, και πάλι δεν διαφοροποιείται η κατάσταση ούτε στερείται του δικαιώματος του να διεκδικήσει επιστροφή χρημάτων, για το λόγο που κατωτέρω εξηγείται. Σε πώληση μετοχών, προέβη στις 7.5.2001 στον Δ. Ασπρομάλλη (Τεκμήριο 28), μετά από προσπάθειες του Νεοφύτου (ΜΕ3) ο οποίος εξήυρε τον αγοραστή. Αυτή η πώληση έγινε αφού ο ενάγων είχε ζητήσει με το Τεκμήριο 6 τα χρήματα που κατέβαλε και μέχρι τότε δεν του επιστράφηκε κανένα ποσό. Είναι και πάλι αποδεκτή η μαρτυρία ότι, ότι ενώ φαίνεται ότι πώλησε ο ίδιος 150.000 μετοχές, όμως οι 54.000 ανήκαν στον Γ. Αγαθαγγέλου και οι 96.000 στον ίδιο, γι' αυτό μετά συντάχθηκε το Τεκμήριο 29 στο οποίο παρουσιάζεται να αγόρασε τις 54.000 του Αγαθαγγέλου. Τα έγγραφα αυτά, τα συνέταξε ο ΜΕ3 και ο ενάγων τα αποδέχθηκε αφού αυτόν τον ενδιέφερε η πώληση και η απαλλαγή του από αριθμό μετοχών, ώστε να μειώσει τη ζημιά του. Κρίνεται πως η ενέργεια αυτή δεν του αποστερεί το δικαίωμα να απαιτήσει επιστροφή μικρότερου αριθμού χρημάτων απ' εκείνο που κατέβαλε. Η απαίτηση αυτή δεν βασίζεται και ούτε έχει έρεισμα τον περί Εταιρειών Νόμο. Το δικαίωμα αυτό, του το παραχωρεί ο σχετικός Νόμος του οποίου σκοπός ήταν η προστασία του επενδυτή και στο καταληκτικό μέρος του υπάρχει η πρόνοια ότι «εφαρμόζεται άνευ βλάβης ή επηρεασμού των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου». Ούτε ο σχετικός Νόμος εξαρτά την εφαρμογή του από το ύψος του ποσού το οποίο επιλέγει να αξιώσει ο αγοραστής. ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Έτερο θέμα της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι ότι οι σχετικές πρόνοιες του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου, έρχονται σε αντίθεση με το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο και/ή τη Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου 77/91/ΕΕC της 13ης Δεκεμβρίου
- Αναπτύσσοντας τη θέση αυτή ο κ. Πελίδης, ανέφερε ότι ο Ν.35(III)/03 επεκύρωσε τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία και υπερισχύουν κάθε αντίθετης Νομοθετικής ή Κανονιστικής Διάταξης. Αφού επιχειρηματολόγησε για την ισχύ των Νόμων και οδηγιών που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Ένωση, εισηγήθηκε ότι η Δεύτερη Οδηγία (77/91/ΕΕC) του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976, έχει έμμεσα εφαρμογή αφού στοχεύει στην προστασία των συμφερόντων των εταιρειών και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις που δίδονται ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της. Η Οδηγία στοχεύει στη μη μείωση του κεφαλαίου εταιρείας και την απόκτηση μετοχών από την ίδια, χωρίς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, γι' αυτό είναι η καταληκτική θέση του κ. Πελίδη ότι υπάρχει σύγκρουση του Νόμου με την όλη φιλοσοφία της Οδηγίας. Υπέδειξε περαιτέρω, ότι ο Ν.135
(1)/00 ήταν Εναρμονιστικός με την ανωτέρω Οδηγία και εισήγαγε τα άρθρα 57 Α - 57 Στ όπου ρυθμίζει εξαντλητικά το θέμα του πότε μία εταιρεία μπορεί να αγοράσει τις δικές της μετοχές. Η αντίθετη άποψη του κ. Γεωργιάδη εκφράζεται ως εξής: «Οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες αποτελούν πηγή δευτερογενούς νομοθεσίας (secondary Legislation) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι οδηγίες είναι δεσμευτικές ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνεται στις αρχές τους κράτος μέλους η επιλογή του τύπου και των μεθόδων (βλ. άρθρο 189 της Συνθήκης της Ρώμης του 1957 που εγκαθίδρυσε την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα). Με άλλα λόγια οι οδηγίες δεν είναι κατά κανόνα άμεσα εφαρμοστές (directly applicable). Τούτου λεχθέντος σύμφωνα με την υπόθεση 9/70 Grand v. Finanzmant Traustein
(1970)ECR 825,
(1971)CMLR 1, με ανάλογη διατύπωση, μία Οδηγία μπορεί να καταστεί άμεσα αποτελεσματική (directly effective). Κάτι παραπλήσιο αποφασίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Micovic v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1012/05, ημερ. 18/11/2005, όπου λέχθηκε πως οι Οδηγίες δεν έχουν κάποια μορφή αποτελεσματικότητας ακόμη πριν να ενσωματωθούν στο ημεδαπό δίκαιο με εναρμονιστικό Νόμο και έτσι οι υφιστάμενες Νομοθεσίες θα πρέπει να ερμηνεύονται μέσα στο πνεύμα της διατύπωσης και του σκοπού των Οδηγιών. Αυτά βέβαια μετά την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1.5.2004. Τα πλείστα σχετικά με την υπόθεση άρθρα, ενσωματώθηκαν στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 με τον τροποποιητικό Νόμο 135
(1)2000. Η οδηγία μαζί με άλλες ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 με τον Εναρμονιστικό Νομο 70
(1)/2003 που τέθηκε σε ισχύ στις 11.7.2003. Ως προκύπτει από το προαναφερθέν γεγονός κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 2000 που δημιουργήθηκε και το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα, η εν λόγω οδηγία (πλην του μέρους που περιλήφθηκε στον Ν.135
(1)/00) δεν ήταν μέρος του ημεδαπού Δικαίου για να τυγχάνει εφαρμογής, ούτε και η χώρα μας τότε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας των τότε ισχυόντων Νόμων υπό το πνεύμα της συγκεκριμένης Οδηγίας. Αποτελεί αρχή του Δικαίου μας ότι ο εφαρμοστέος Νόμος είναι αυτός που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην προκειμένη περίπτωση το έτος 2000.». Το θέμα πραγματεύεται η υπόθεση ANAPTIXIS GROUP LTD v. Νίκου Μιχαηλίδη (ανωτέρω), το σχετικό απόσπασμα της οποίας υιοθετήθηκε και στην Investylia Ltd ν. Σωτήρη Ταπούρη Πολιτική Έφεση 12160 ημερ. 15.12.2006, «Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο 70
(1)/03 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.» Το ίδιο ισχύει στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία η διαφορά προέκυψε πολύ πριν την εφαρμογή του σχετικού Νόμου, που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο ημεδαπό Δίκαιο. Ας σημειωθεί ότι παρά την ύπαρξη της Οδηγίας, όμως ψηφίσθηκε ο Ν.42
(1)/00 και τέθηκε σε ισχύ, θέλοντας να προστατεύσει τους χιλιάδες επενδυτές και ουσιαστικά αποζημιώσει για τις ζημιές που υπέστησαν επενδύοντας σε εταιρείες που δεν εισήχθηκαν στο Χρηματιστήριο. Στην ίδια ανωτέρω απόφαση, αποφασίστηκε ότι ο Ν. 135
(1)/00 δεν εφαρμόζεται και δεν είναι σχετικός για επίλυση της διαφοράς. «Προβάλλεται ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι η εφεσείουσα μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα κάνοντας χρήση των προνοιών του νόμου 135
(1)/2000 χωρίς να τηρηθούν προηγουμένως οι προϋποθέσεις των άρθρων 57 (Α) - 57 (Στ). Θεωρούμε ότι αχρείαστα απασχόλησε το πρωτόδικο δικαστήριο το θέμα του τρόπου επιστροφής των χρημάτων στη βάση της μιας ή της άλλης νομοθετικής διάταξης. Η επίδικη διαφορά περιοριζόταν στο κατά πόσο η εφεσείουσα είχε νομική υποχρέωση έναντι του εφεσίβλητου για επιστροφή των χρημάτων που εισέπραξε δυνάμει του άρθρου 58 Α
(3)(β). Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις και η εφεσείουσα έχει εκ του νόμου υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων, θεωρούμε πως οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση του πρωτόδικου δικαστηρίου με το θέμα ήταν περιττή. Στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που αφορά αστικό χρέος το οποίο, δυνάμει αποφάσεως, μετατρέπεται σε εξ αποφάσεως χρέος, το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και δεν εξετάζει τρόπους ή μηχανισμός που αφορούν στη συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη με το διατακτικό της απόφασης. Πρόκειται για θέμα που αφορά αποκλειστικά τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, εδώ την εφεσείουσα, η οποία είναι υποχρεωμένη να βρει τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση αφήνοντας κατά μέρος ανυπόστατους ισχυρισμούς για σύγκρουση νόμων και τη δήθεν ύπαρξη νομικών κωλυμάτων.» ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ Προβάλλεται η θέση ότι η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές δεν μπορεί να εφαρμοστεί μετά που οι μετοχές έχουν εκδοθεί και τα χρήματα που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής πλήρωσε, έχουν μετατραπεί σε εκδομένο κεφάλαιο. Μετά την έκδοση τους, οι μετοχές δεν μπορούν να επιστραφούν αφού αυτό θα σήμαινε να τις αγοράσεις πίσω η εταιρεία και να καταστεί η ίδια μέτοχος, κάτι που απαγορεύει ο περί Εταιρειών Νόμος, εκτός όπως ρητά προβλέπεται από τα άρθρα 57 Α - 57 (Στ) που εισήχθηκαν με τον τροποποιητικό Ν.135
(1)/00. Ανέφερε περαιτέρω ο κ. Πελίδης ότι η αγορά από την εταιρεία των μετοχών της όπως προβλέπει ο Ν.42
(1)/00 προσκρούει ρητά στις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την εξαγορά μετοχών και τη μείωση κεφαλαίου χωρίς τη διαδικασία που προβλέπεται από το Κεφ. 113 και την άδεια του Δικαστηρίου. Τόνισε ότι το Κεφ. 113 δίνει εξουσία στο Δικαστήριο και δεν είναι δυνατόν ο Ν.42
(1)/00 να αφαιρεί αυτή την εξουσία από το Δικαστήριο. Υπέδειξε ότι από τη στιγμή που επιφυλάσσονται οι πρόνοιες του Κεφ. 113 σε περίπτωση σύγκρουσης των προνοιών του με το Ν.42
(1)/00 θα υπερισχύσουν οι πρόνοιες του πρώτου Νόμου. Παρέπεμψε δε σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τις θέσεις που με πολλή λεπτομέρεια και σε έκταση ανέπτυξε ο κ. Πελίδης, όχι μόνο γι' αυτό αλλά για όλα τα θέματα. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορούν με την ίδια λεπτομέρεια να καταγραφούν χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν μελετηθεί με προσοχή. Ο κ. Γεωργιάδης απ' την αντίπερα όχθη, υποδεικνύει πως ο Νομοθέτης είχε σαφώς υπόψη του τις πρόνοιες του περί εταιρειών Νόμου όταν ψήφισε τον επίδικο. Είναι η θέση του ότι καμία σύγκρουση των δύο Νόμων δεν υπάρχει και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του το ιστορικό, το γενικό πνεύμα και τους ευρύτερους σκοπούς που επιχειρεί να εξυπηρετήσει ο Ν.42
(1)/00. Με παραπομπή σε συγγράμματα (Palmer's Company Law Vol.1 24η έκδ. σελ. 519 και Gower and Davies' Principles Of Modern Company Law 7th ed. σελ. 245-246) υπέδειξε ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η μείωση κεφαλαίου από μέρους εταιρειών, χωρίς την επικύρωση του Δικαστηρίου. Κατέληξε αναφέροντας ότι «εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι πως δεν αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η απόκτηση μετοχών από την ίδια την εταιρεία, ούτε και χρειάζεται πάντοτε η επικύρωση του Δικαστηρίου για όποια απόκτηση μετοχών, συνιστά ή δύναται να εκληφθεί, ως μείωση κεφαλαίου. Συνεπώς ακόμη και αν η επιστροφή χρημάτων σε επενδυτή μετά την έκδοση σχετικών τίτλων με βάση το άρθρο 58 Α
(3)(β) του Ν.42
(1)/2000, οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζονται οπωσδήποτε οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113». Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι οι συνελεύσεις των μετόχων της εναγομένης, αρνήθηκαν την επιστροφή χρημάτων στους επενδυτές, καταψηφίζοντας σχετικά προς τούτο, ψηφίσματα. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η απόκτηση μετοχών από την ίδια την εταιρεία, συνιστά έμμεση μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου που επηρεάζει τα συμφέροντα των μετόχων αλλά και των πιστωτών της (βλ. Trevor another v. Whitworth and others (1886 - 1889) All E.R. Rep.469). Όμως: Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Η γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης καταψηφίζουσα την πρόταση για επιστροφή των χρημάτων στον ενάγοντα, ουσιαστικά επέλεξε τη μη εκπλήρωση της απορρέουσας από το Νόμο υποχρέωσης της εταιρείας (βλ. ANAPTIXIS GROUP LTD v. Νίκου Μιχαηλίδη, ανωτέρω). Στην ανωτέρω υπόθεση, έχουν εγερθεί τα ίδια με τα εξεταζόμενα θέματα περί εξαγοράς των μετοχών της εταιρείας, περί μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου και προβαλλόταν όπως εδώ, ο περαιτέρω λόγος της μη πραγματοποίησης κερδών. Περαιτέρω θα πρέπει να υπογραμμιστεί, ότι η επιστροφή χρημάτων στους δικαιούχους δεν συνιστά μορφή συμβιβασμού ή διακανονισμού υποχρεώσεων της εταιρείας προς τα μέλη ή πιστωτές αλλά ο Νόμος επιβάλλει υποχρέωση για την επιστροφή των χρημάτων ή του καταβληθέντος ανταλλάγματος στους επενδυτές άνευ όρων (βλ. Χ'Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) Α.Α.Δ. 203 και Investylia v. Ταμπουρή ανωτέρω). Πέραν των όσων ανωτέρω εξετάσθηκαν, η μη πραγματοποίηση κερδών είναι επίσης μη καθοριστικός παράγων για την εκπλήρωση της υποχρέωσης επιστροφής χρημάτων. Όμως: Παρά τα ό,σα ο κ. Κίρκος κατέθεσε για την έλλειψη κερδών, αυτό διαψεύδεται από το Τεκμήριο 36, την Ετήσια Έκθεση του
- Σ' αυτήν, με ομιλία του εκτελεστικού Προέδρου, καταγράφεται και περιγράφεται η εξής οικονομική κατάσταση: «Ο ισολογισμός κατά την 31 Δεκεμβρίου 2000 αντικατοπτρίζει τις πργματικές δυνατότητες του Ομίλου μας ως μία σημαντική δύναμη στον κόσμο των Επιχειρηματικών Συμμετοχών της Κύπρου. Το σύνολο των περιουσιακών μας στοιχείων ανήλθε στα £131.062.235 σε σχέση με £81.078.824 που ήταν το 1999, ενώ τα ίδια κεφάλαιά μας ανήλθαν σε £105.298.877 σε σχέση με £78.436.
- Κατά την 31 Δεκεμβρίου 2000 η Καθαρά Εσωτερική Αξία ανά μετοχή, αφαιρώντας και όλες τις προαναφερθείσες μη πραγματοποιηθείσες ζημιές από επενδύσεις σε μετοχές, ήταν 48.6 σεντ ανά μετοχή.» ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Προβάλλεται η πρόσκρουση του επίδικου Νόμου με τα άρθρα 23, 26, 25, 28 και 33 του Συντάγματος. Κατά την αγόρευση του κ. Πελίδη, η προταθείσα αντισυνταγματικότητα επικεντρώθηκε και εντοπίσθηκε στο άρθρο 25 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την ελεύθερη άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, εμπορίου ή επικερδούς εργασίας. Αφού γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της νομολογίας και παραπομπή σε συγγράμματα, τονίζεται ιδιαίτερα η απόφαση Lapertas Fisheries v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7279/9.7.2002 με την υπόδειξη ότι υιοθετήθηκε η προσέγγιση της Ελληνικής Νομολογίας πάνω στο ότι συνιστά παραβίαση του δικαιώματος άσκησης επικερδούς εργασίας. Παραλληλίζεται αυτό το δικαίωμα με το δικαίωμα οικονομικής ελευθερίας που κατοχυρώνεται από το Ελληνικό Σύνταγμα. Τόνισε ότι το Δικαστήριο στην Lapertas, ανωτέρω, επεσήμανε ότι σε περίπτωση καταδολίευσης επενδυτών ή ακόμη σε περίπτωση που εξασφαλίστηκαν από την εταιρεία τα χρήματα του επενδυτή με ψευδείς παραστάσεις, υπάρχουν θεραπείες στην Κυπριακή έννομη τάξη που μπορούν να προστατεύσουν τους επενδυτές χωρίς να επιβάλλεται η ποινικοποίηση της παράλειψης υποβολής αίτησης για εισδοχή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Εισηγήθηκε ότι η υιοθέτηση του μέτρου αυτού, ευνοεί επιλεκτικά μερίδα επενδυτών ενώ πλήττει τα συμφέροντα των λοιπών που δεν αξίωσαν επιστροφή των χρημάτων τους και των αθώων τρίτων, οι οποίοι συνήψαν εμπορικές σχέσεις με την εναγόμενη. Συνεπώς, είναι η εισήγηση ότι δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον αλλά ούτε και η ισότητα μεταξύ των πολιτών - μετόχων με συνέπεια, να καταστρατηγείται και το άρθρο 28 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο δεν θα επαναλάβει τις αρχές επί των οποίων θα πρέπει να στηρίζεται για κρίση περί συνταγματικότητας του Νόμου. To άρθρο 25 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή απασχόλησης σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο και επικερδή εργασία. Το άρθρο 25 προστατεύει μόνο εναντίον άμεσης και όχι έμμεσης επέμβασης. Ο περιορισμός του δικαιώματος που διασφαλίζεται από το άρθρο 25
(1)μπορεί να συντελεσθεί μόνο για τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 25
(2). Στη Lapertas (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε ο κ. Πελίδης, το Εφετείο εξέτασε τη συνταγματικότητα του άρθρου 3
(1)και
(2)του Ν. 42
(1)/00 σε σχέση με το άρθρο 25 του Συντάγματος, το οποίο επέβαλλε στην εταιρεία υποχρέωση υποβολής δεόντως στοιχειοθετημένης και τεκμηριωμένης αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο εντός 2 μηνών ή σε άλλη ημερομηνία, όχι όμως αργότερα των οκτώ
(8)μηνών από την ημερομηνία έναρξης του Νόμου, για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο. Το Εφετείο έκρινε ότι το πιο πάνω επίμαχο άρθρο είναι αντισυνταγματικό καθότι: "Στερεί από τους Εφεσείοντες τη δυνατότητα να εγείρουν με τον τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι προωθεί τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας και των μελών της .. Ποινικοποιεί και μάλιστα με ποινή φυλάκισης .. την ελευθερία των Εφεσειόντων να ρυθμίζουν τις οικονομικές τους σχέσεις και την ελεύθερη οικονομική λειτουργία της επιχείρησής τους ώστε να μπορεί να εργάζεται επικερδώς." Στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόφαση Lapertas (ανωτέρω) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Αυτό που εδώ ζητά ο ενάγων δεν είναι να επέμβει στον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων της εταιρείας αλλά επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε στην εναγόμενη για την αγορά των μετοχών, με την προοπτική ότι αυτές θα εισάγοντο στο Χρηματιστήριο, δικαίωμα το οποίο έχει έμμεσα, αν όχι άμεσα, αναγνωρισθεί από το Εφετείο στην ίδια υπόθεση Lapertas. Στη σελίδα 18 της απόφασης αναγράφονται τα πιο κάτω: "Οι παραπονούμενοι επενδυτές έχουν συμβληθεί ελεύθερα και οικειοθελώς με τους Εφεσείοντες. Η Κυπριακή έννομη τάξη περιέχει πρόνοιες προστατευτικές των δικαιωμάτων των επενδυτών. Για την τυχόν παραβίαση των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από τη σχέση που έχουν δημιουργήσει με τους Εφεσείοντες, μπορούν να προστρέξουν στις θεραπείες που προσφέρονται από το Αστικό Δίκαιο." Σαφής όμως και ξεκάθαρη απάντηση περί των πραγματευομένων θεμάτων δίδεται στις αποφάσεις Investylia και Ταμάσιου, όπου η δεύτερη υιοθετήθηκε από την πρώτη, κρίνοντας συνταγματικές τις πρόνοιες του άρθρου 58 Α 3 (β) και 3
(3)του Ν. 42
(1)/00. Λέχθηκε στη σελίδα 7 της Investylia: "Το θέμα που μας απασχόλησε στην παρούσα έφεση καλύπτεται πλήρως από την απόφαση του εφετείου στην Πολιτική Έφεση 11192 Ηarvest Capital Management Ltd v. Γεώργιου Ταμάσιου, ημερ. 26.11.2003, όπου συζητήθηκαν σε έκταση οι πρόνοιες του άρθρου 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000, που στην ουσία είναι πανομοιότυπες με το επίμαχο άρθρο 58 (Α) 3 (β). Το Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω υπόθεση ότι οι πρόνοιες του σχετικού άρθρου είναι συνταγματικές. Το ίδιο, φρονούμε πως ισχύει και για τις πρόνοιες του άρθρου 58 (Α) 3 (β). Να παραθέσουμε πιο κάτω ορισμένα κρίσιμα αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση. Κρίνουμε πως και στην παρούσα περίπτωση, το τι έχει γίνει με την επίδικη νομοθεσία είναι η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ συμβαλλομένων αποκλείοντας έτσι εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 23 (του Συντάγματος). Έστω και αν εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να λεχθεί, αν είχε εφαρμογή το άρθρο αυτό, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(3)τέθηκαν για προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, όπως επιτρέπεται από την παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου του συντάγματος." Βέβαια εκεί κρινόταν η συνταγματικότητα των ρηθέντων άρθρων με αναφορά στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Το όλο όμως πνεύμα και γλώσσα των αποφάσεων αυτών οδηγεί στο αποτέλεσμα ότι τα ρηθέντα άρθρα δεν προσκρούουν σε συνταγματική διάταξη. Άξιον αναφοράς, που δίνει άμεση απάντηση στο θέμα αντισυνταγματικότητας σε σχέση με τα άρθρα 25 και 28 του Συντάγματος, είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, το οποίο υιοθετήθηκε στις Investylia και Ταμάσιος: "Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί και στη Chimonides (πιο πάνω), είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του κοινού και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που κατά την άποψή μας θα είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωσή μας, όπου και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας στην ενώπιόν μας προφορική αγόρευσή του αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα και τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με την εισδοχή εταιρειών στο ΧΑΚ κατά την ουσιώδη περίοδο. Εν πάση όμως περιπτώσει, στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Home Building and Loan Association v. John H. Blaisdell
(1933)290 U.S. 398, στη σελ. 434 λέχθηκε, σε μετάφραση: "Η Πολιτεία επίσης εξακολουθεί να έχει εξουσία να διασφαλίζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού της. Δεν έχει σημασία αν νομοθεσία κατάλληλη που εξυπηρετεί το σκοπό αυτό έχει το αποτέλεσμα τροποποίησης ή κατάργησης συμβάσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ, Stephanides v. Binford, 287 U.S. 251, 276"" Η συνταγματικότητα του Νόμου σε σχέση με τα άρθρα 25 και 28 όπως και των άρθρων 23 και 26, εξετάστηκε στην πρόσφατη απόφαση Investylia Ltd ν. Ταμπουρή (ανωτέρω) και εκρίθη ότι αυτά δεν παραβιάζονται. Τούτου δοθέντος αλλά και όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, κρίνεται ότι ο Νόμος δεν παραβιάζει τις αναφερθείσες Συνταγματικές Διατάξεις. Ούτε προσκρούει στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεδομένης της ανάγκης και των λόγων για τους οποίους αυτός ψηφίσθηκε. Έχει προταθεί από τον κ. Πελίδη, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα διότι ο ενάγων κατά παράβαση του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, δεν προέβη σε τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, παρά το ότι γνώριζε για την αλλαγή αυτή. Η απάντηση του κ. Γεωργιάδη είναι πως η αλλαγή ονόματος εταιρείας, δεν αποτελεί κώλυμα στη συνέχιση της διαδικασίας και το άρθρο 19
(4)δεν υποχρεώνει σε τέτοια αλλαγή. Η αλλαγή του ονόματος της εναγομένης επήλθε, όπως παρουσιάζεται στα παραδεκτά γεγονότα, στις 18.11.2004. Στις 20.2.2006 μετά από σχετικό διάταγμα τροποποίησης καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης και το Μάρτιο καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Δεν εγέρθηκε τέτοιο θέμα και δεν περιλήφθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης παρόμοιος ισχυρισμός, αν και η αλλαγή στο όνομα της εναγόμενης, επήλθε δύο χρόνια πριν. Η δικογραφία είναι αυτή που συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, τα οποία αυτά και μόνο οφείλει το Δικαστήριο να επιληφθεί και επιλύσει. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Lioufis & Co Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1 (A) Α.Α.Δ 773 (δεύτερη απόφαση) η ύπαρξη των εναγόντων (και εναγομένων) δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω δικογράφων, σκοπός των οποίων είναι ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Η αντιδικία προϋποθέτει ύπαρξη του νομικού προσώπου και το μέσο για αμφισβήτηση της οντότητας τους, είναι η αίτηση για διαγραφή. Περαιτέρω, το άρθρο 19
(4)του Κεφ. 113, προσφέρει δυνατότητα αλλαγής και τροποποίησης σε περίπτωση αλλαγής ονόματος. Δεν επιβάλλει υποχρέωση. «Το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Οι διατάξεις του είναι σαφείς. Δεν χρειάζεται ειδικός θεσμός για να προνοήσει τον τρόπο που διατυπώνεται το νέο όνομα της εταιρείας. Η ειδοποίηση που έδωσε η εφεσείουσα στο Πρωτοκολλητείο και στους εφεσίβλητους, έγινε για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής αλλαγής.» (Πολιτική Έφεση 240/05 ημερ. 18.12.2006 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Α. Θεολόγου κ.ά.) Συνακόλουθα, έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι ο ενάγων δικαιούται στην επιστροφή του χρηματικού ποσού που αξιώνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης εταιρείας για ποσό £52.000 με τόκο 6% ετησίως από 21.6.2000 μέχρι 18.1.2002 ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και νόμιμος τόκος από 19.1.2002 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ο ενάγων με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, υποχρεούται να επιστρέψει τους τίτλους μετοχών στην εναγόμενη. (Υπ.)................ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο