Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Παρασκευής Στυλιανού, Αρ. Αγωγής 21/2006 και 22/2006, 10.5.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 21/2006 και 22/2006 Αρ.Αγωγής 21/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόντων - αιτητών Και Παρασκευής Στυλιανού από το Προδρόμι Εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση -------------------- Αρ.Αγωγής 22/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόντων - αιτητών Και Παρασκευής Στυλιανού από το Προδρόμι Εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση -------------------- Συνενωμένες αιτήσεις έρευνας ημερομηνίας 4.10.2006 και 16.10.2006 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.5.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Χαπάρη για κ. Ομήρου (για να ακούσει απόφαση κ. Φούρναρη) Για την καθ΄ης η αίτηση: κ. Ν. Τσιαπαλής (για να ακούσει απόφαση κ. Νικολάου) Εναγόμενη - καθ΄ης η αίτηση: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Το δικαστήριο αυτεπάγγελτα δυνάμει του άρθρου 88
(1)
(2)του Ν. 134
(1)/99 έκδωσε διάταγμα συνένωσης των αιτήσεων έρευνας που εκκρεμούσαν εναντίον της εναγόμενης στις δύο πιο άνω αγωγές. Στην αγωγή 21/2006 οι ενάγοντες έλαβαν απόφαση υπέρ τους και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ. 4,834.96 σεντ πλέον τόκους και έξοδα και στην αγωγή 22/2006 απόφαση για το ποσό των Λ.Κ. 3,087.58 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Με τις αιτήσεις τους οι ενάγοντες, οι οποίες στηρίζονται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 μέρος VIII και IX όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 134
(1)/99 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.2,3,8 και 9 ζητούν την διεξαγωγή έρευνας και εξέταση της εναγόμενης αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και/ή οποιεσδήποτε δωρεές, παραδόσεις ή μεταβιβάσεις, επιβαρύνσεις ή διακινήσεις ή απόκρυψη οποιοδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους του. Περαιτέρω οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της και τα έξοδα με δόσεις και διάταγμα αποκοπής απολαβών. Σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις, η εναγόμενη τίποτε δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της. Η εναγόμενη προβάλει ως λόγους ένστασης την ανεπάρκεια οικονομικών πόρων και αντικειμενική αδυναμία πληρωμής. Στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις της, το περιεχόμενο το οποίων είναι ίδιο και στις δύο περιπτώσεις, αναφέρει: Ότι είναι παντρεμένη με δύο παιδιά. Η κόρη της είναι φοιτήτρια στο εξωτερικό. Ο σύζυγος της είναι πτωχεύσας και εργάζεται σαν σερβιτόρος με εισόδημα Λ.Κ.500 μηνιαίως το οποίο αποτελεί τον μοναδικό πόρο συντήρησης και διατροφής της οικογένειας της. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτει ως τεκμήριο (τεκμήριο Α). Η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας εξ αιτίας των οποίων αδυνατεί να εργαστεί και ως εκ τούτου ούτε έχει ούτε μπορεί να έχει οποιοδήποτε εισόδημα. Αντίθετα χρειάζεται βοήθεια και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με κόστος περί της Λ.Κ.40 μηνιαίως. Ιατρική βεβαίωση και βεβαίωση κόστους φαρμάκων επισυνάπτει ως τεκμήρια Β και Γ. Για τις σπουδές της κόρης της απαιτούνται μόνο για τα δίδακτρα περί της Λ.Κ.3,000 ετήσια επιπλέον χρειάζεται περί τις Λ.Κ.300 τον μήνα για τη στέγαση, διατροφή και συντήρηση της. Οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης της οικογένειας της υπερβαίνουν τις Λ.Κ.600 τον μήνα και λόγω των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν συχνά τους βοηθά το οικείο τους περιβάλλον, αρκετές φορές στερούνται ακόμη και τα απολύτως αναγκαία για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου ζωής. Μοναδική της περιουσία είναι το σπίτι που απόκτησαν με τον σύζυγος της και το οποίο είναι υποθηκευμένο έναντι οικιστικού δανείου ύψους Λ.Κ.40,000 και η μηνιαία δόση αποπληρωμής είναι Λ.Κ.328, λόγω αδυναμίας πληρωμής εξ όσων πληροφορείται έχει γίνει αίτηση για εκποίηση της υποθήκης. Ισχυρίζεται πως με βάση τα πιο πάνω αδυνατεί να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της και πιστεύει ότι δεν πρέπει να εκδοθεί διάταγμα εναντίον της. Κατά την ακρόαση της αίτησης η καθ΄ης η αίτηση, η οποία είναι ηλικίας 45 ετών, αναφέρθηκε στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει από το 1975 και υποστήριξε ότι τώρα δεν μπορεί να εργαστεί, ενώ για το χρονικό διάστημα που είναι καλά, είτε αυτό είναι για μία βδομάδα είτε για ένα μήνα δεν την εργοδοτεί κανείς γιατί η περιοχή που μένει είναι μικρή και όλοι γνωρίζουν το πρόβλημα της. Για τα έξοδα της κόρης της τα οποία όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ανέρχονται σε Λ.Κ.6,600 τον χρόνο έχει βοήθεια από την οικογένεια τη δική της και του συζύγου της και επίσης ο γιος της ο οποίος εργάζεται βοηθά όσο μπορεί. Δεν καπνίζει, δεν έχει κινητό τηλέφωνο, ούτε στο σπίτι υπάρχει σταθερό τηλέφωνο, έχει αυτοκίνητο και τον μήνα πληρώνει Λ.Κ. 15 με Λ.Κ. 20 βενζίνη, ρεύμα πληρώνουν περίπου Λ.Κ.70 κάθε δύο μήνες και Λ.Κ.5 με Λ.Κ.6 για νερό. Οι κοινωνική τους ζωή περιορίζεται στο να πηγαίνουν σε γάμους και αυτό από υποχρέωση λόγω του ότι έχουν και οι ίδιοι τους παιδιά. Σε ρούχα δεν ξοδεύει καθόλου χρήματα ενώ υποστήριξε ότι έχει ρούχα από το 1995 και δεν αγόρασε άλλα. Ερωτηθείς από τον συνήγορο των αιτητών για κάποια καταστήματα αν τα γνωρίζει και αν αγόρασε από αυτά ανάφερε ότι ξόδεψε χρήματα σε αυτά με την βοήθεια των δικών της, αλλά δεν ήταν όμως δικά της αυτά που αγόρασε αλλά της κόρης της. Το ποσό του στεγαστικού δανείου δεν το πληρώνουν γιατί δεν μπορούν ενώ δεν αποτάθηκε στην τράπεζα για να γίνει διευθέτηση για πιο χαμηλή δόση καθότι για Λ.Κ.20 δεν θα δεχτούν. Δεν έχει κανένα άλλο διάταγμα εναντίον της. Ο γιος της είναι ηλικίας 25 ετών και διαμένει μαζί τους, τα έξοδα διατροφής του επωμίζεται ο ίδιος, συνεισφέρει στο σπίτι και την βοηθά κάποτε λίγο στο ψώνισμα. Το μόνο ακίνητο που έχει είναι το σπίτι της, το οποίο είναι υποθηκευμένο. Η τελευταία φορά που εργάστηκε ήταν πριν από 10 χρόνια ως καμαριέρα. Η τελευταία φορά που επισκέφθηκε τον γιατρό της ήταν πέρσι τον Σεπτέμβριο. Το ποσό της απόφασης χρησιμοποιήθηκε για την αγορά προσωπικών πραγμάτων, ρούχα δικά της και των παιδίων της ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Τα άρθρα 82 - 87 του Κεφ. 6 διέπουν την εξέταση αιτήσεων όπως και η παρούσα. Επί του θέματος η Νομολογία είναι πλούσια, την οποία στον βαθμό που αυτή δεν έχει επηρεαστεί από τους Ν. 134
(1)/99 και 138
(1)/2006, θεωρώ δεσμευτική. Το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους αιτήσεις, έχει καθήκον να εξισορροπήσει την ανάγκη εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του χρεώστη. Στην υπόθεση Εθνική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)AAΔ.1 (Β) σελ. 1034, στην σελ. 1038 αναφέρθηκαν τα εξής: « Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που άπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από τον νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταστούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτες δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου» (βλ επίσης Παγωνίστα Χριστάκη Παναγιώτου ν. Μάρως Μιχαήλ
(1998)1 ΑΑΔ σελ 422). Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους εξαρτάται άμεσα από τα εισοδήματα του καθ΄ου η αίτηση σε συνάρτηση με το ποσό που είναι απαραίτητο για τις βασικές ανάγκες και τη συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του. Οι οικογενειακές ανάγκες εξετάζονται από το Δικαστήριο ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περιόδου. Δεν εκδίδεται διάταγμα αν αυτό θα επηρεάσει τις ικανότητες του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του (Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R 669, Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Θεοχάρης Χαραλαμπίδης
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 556). Στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 Α.Α.Δ σελ. 689 διασαφηνίζεται ο χαρακτήρας της διαδικασίας και γίνεται συνοπτική παρουσίαση των ευρύτερων κριτηρίων με βάση των οποίων προσδιορίζεται η περιοδική (συνήθως μηνιαία δόση) για την αποπληρωμή δικαστικού χρέους. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «. έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώνει με δόσεις το χρέος του. Η οικονομική ευχέρεια για την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με δόσεις κατά των προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν την στέγαση, τη διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας του καθώς και την μόρφωση των παιδιών του και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη» Στην ίδια απόφαση στις σελ. 689 - 670 συνεχίζει ... « αφού διαπιστωθεί μετά από συνεκτίμηση των πόρων και των αναγκών του χρεώστη, ότι ο χρεώστης είναι σε θέση να αποπληρώνει το χρέος του με δόσεις ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου» Αναφορικά με το ζήτημα της μόρφωσης των παιδιών του χρεώστη στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Μαρία Κωνσταντίνου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: Βλέπουμε λοιπόν ότι η μόρφωση ενός παιδιού αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όμως αυτό δε σημαίνει αυτόματα ότι υπολογίζεται οποιαδήποτε δαπάνη για μόρφωση, ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα ή χρησιμότητα της, μόνο και μόνο επειδή το αποφάσισε ο γονέας. Η δαπάνη υπολογίζεται ως έξοδο διαβίωσης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Και δεν θεωρούμε ότι η κρινόμενη, που αφορά τη διδαχή αγγλικών σε παιδί μόλις 9 ετών, είναι μια τέτοια περίπτωση. Επίσης ως παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη, χωρίς αυτοί να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, για τον καθορισμό του τρόπου αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους συγκεκριμένου χρεώστη (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Τριχίνας
(1976)J.S.C. 411) είναι ενδεικτικά οι πιο κάτω:
- Τα εισοδήματα του εξ' αποφάσεως χρεώστη
- Οι βασικές ανάγκες του εξ αποφάσεως χρεώστη και των μελών της οικογένειας του.
- Άλλες υποχρεώσεις του χρεώστη προς τρίτα πρόσωπα.
- Το ύψος του χρέους και ο χρόνος κατά τον οποίο θα πρέπει να πληρωθεί διά μηνιαίων δόσεων. Η προφορική κατάθεση της καθ΄ης η αίτηση ήταν η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια θα πρέπει αν το δικαστήριο την κρίνει αξιόπιστη να βασιστεί σε αυτή, χωρίς να αποκλείεται από του να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα στην βάση των γεγονότων όπως έχουν καταδειχθεί προς ικανοποίηση του (βλ. Petsas ν. Demetriadou
(1971)1 A.A.Δ 187 στην σελ. 188) Παρακολούθησα με κάθε προσοχή την καθ΄ης η αίτηση ενώ έδιδε μαρτυρία τις απαντήσεις της και τον τρόπο που μαρτύρησε. Η καθ΄ης η αίτηση δεν απαντούσε με ευθύτητα, απέφευγε σε ορισμένες περιπτώσεις να δώσει απαντήσεις σύμφωνα με τις ερωτήσεις που της είχαν τεθεί ενώ δεν ήταν σαφής και σταθερή στις απαντήσεις που έδιδε καθότι κάποιες φορές αναιρούσε αυτά που έλεγε δίδοντας διαφορετική απάντηση ή τοποθέτηση. Παρά ότι διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία που παρουσίασε, ότι η οικονομική κατάσταση της, η οποία επηρεάζεται άμεσα και σε σημαντικό βαθμό από την κατάσταση της υγείας της, δεν είναι και η καλύτερη, η καθ΄ης η αίτηση δεν με έχει πείσει ότι αυτή (η οικονομική της κατάσταση) είναι τόσο άθλια στον βαθμό που προσπάθησε να την παρουσιάζει. Όπως έχω αναφέρει δεν έκρινα την ειλικρίνεια της καθ΄ης η αίτηση μόνο από τα όσα είπε αλλά και με τον τρόπο που τα είπε καθώς και από τις αντιφάσεις που η μαρτυρία της παρουσίασε, πιο συγκεκριμένα: Ερωτηθείσα από τον συνήγορο των αιτητών, αν έχει αυτοκίνητο, ευθέως απάντησε ναι, σε ερώτηση όμως του δικαστηρίου ως προς τον αριθμό των αυτοκινήτων που έχει η οικογένεια της, ανέφερε πως αυτά είναι δύο, ένα του γιου της και ένα της κόρης της και ότι αυτό που χρησιμοποιεί είναι το δικό της κόρης της, το οποίο της το αγόρασε η γιαγιά της. Θεωρώ όμως πως αν έτσι είχαν τα πράγματα, η καθ΄ης η αίτηση αυτό θα έλεγε και στην αρχική της απάντηση. Σε μια προσπάθεια της να πείσει ως προς την άθλια οικονομική της κατάσταση υποστήριξε ότι δεν έχει αγοράσει ρούχα από το 1995, ενώ ακολούθως παραδέχτηκε ότι τα ποσά που αφορούν και τις δύο αποφάσεις σπαταλήθηκαν για προσωπικά της έξοδα, συγκεκριμένα είπε «για εμένα για τα παιδία μου, ρούχα έτσι πράγματα». Πέραν της αντίφασης, δεν βρίσκω λογικό για κάποιο πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα του μεγέθους που η καθ΄ης η αίτηση προσπάθησε να παρουσιάσει, να σπαταλά περί τις Λ.Κ.7,000 σε ρούχα είτε αυτά ήταν δικά της είτε των παιδιών της. Ανάμεσα στα όσα επικαλείται η καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση, τα οποία σύμφωνα με την ίδια συμβάλλουν στην δημιουργία αδυναμίας πληρωμής οποιοδήποτε ποσού έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της είναι και το ποσό των διδάκτρων που απαιτούνται για τις σπουδές της κόρης της και το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την στέγαση, διατροφή και συντήρηση της. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθ΄ης η αίτηση δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση πως για τα έξοδά αυτά υπάρχει συνεισφορά συγγενικών προσώπων κάτι το οποίο έκανε κατά την διάρκειας της εξέτασης της. Ενώ αυτό υποστηρίζει στην ένορκη της δήλωση ότι ισχύει αναφορικά μόνο με το ποσό το οποίο χρειάζονται για τις ανάγκες διατροφής και συντήρησης της το οποίο καθόρισε σε Λ.Κ.600. Στην ένορκη της δήλωση η καθ΄ης αίτησης αναφέρεται σε ένα δάνειο οικιστικό, ενώ κατά την διάρκεια της εξέτασης της ανάφερε ότι έχει και άλλα δάνεια, για τα οποία δεν πληρώνει τίποτε. Θεωρώ ότι η γενικότητα του ισχυρισμού της αυτού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αλλά και το γεγονός ότι δεν κάνει αναφορά σε άλλα δάνεια στην ένορκη της δήλωση, δείχνει πως η αναφορά της έγινε σε μια ακόμη προσπάθεια της να πείσει το δικαστήριο αναφορικά με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της. Από την άλλη παρουσίασε ως σημαντική την οικονομική βοήθεια του γιου της, ο οποίος διαμένει μαζί τους, όπως π.χ. ότι αυτός καλύπτει τα έξοδα διατροφής του, ότι συνεισφέρει στις σπουδές της αδελφής του, ότι πληρώνει τα εισιτήρια της αδελφής του για να επισκέπτεται την Κύπρο και επίσης στα έξοδα του σπιτιού, ερωτηθείσα όμως αν γνωρίζει τον μισθό του ανάφερε ευθέως όχι, γεγονός το οποίο δεν βρίσκω λογικό. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι τα εισοδήματα της οικογένειας της καθ΄ης η αίτηση, λαμβανομένου υπόψη ότι εναντίον του συζύγου της εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, δεν περιορίζονται μόνο στο ποσό των Λ.Κ.500.- που είναι ο μισθός του συζύγου της, αλλά διατηρώ την άποψη ότι η καθ΄ης η αίτηση, με βάση τα όσα έχει αναφέρει, έχει και άλλες πηγές εισοδήματος, τις οποίες δεν έχει αποκαλύψει ενώπιον του δικαστηρίου και προσπάθησε να δικαιολογήσει με άλλους τρόπους. Ειδικότερα, διατηρώντας κατά νου την εικόνα η καθ΄ης η αίτηση μου άφησε κατά την διάρκεια της εξέτασης της, δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς τους τρόπους εξασφάλισης του ποσού που καταβάλλεται για τις σπουδές της θυγατέρας της στην Βουλγαρία. Το άρθρο 84
(2)του Νόμου 134
(1)/99 προνοεί ότι, Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να παρουσιάσει ενόρκως, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο νόμιμα θεωρούμενο υποκατάστατο του όρκου, όλα τα βιβλία, έγγραφα, συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα παρόμοια αποδεικτικά τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του και τα οποία σχετίζονται με περιουσία που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής του χρέους. Επιπρόσθετα σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να αποκαλύψει, (γ) οποιαδήποτε εισοδήματα από εργασία ή άλλες πηγές. Στην υπόθεση Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαράλαμπου Τσουρή, Πολιτική Εφεση 39/2005 ημερομηνίας 19.1.2007 γίνεται αναφορά στον σκοπό της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας και έχουν λεχθεί τα εξής Ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέος δια μηνιαίων δόσεων. Ετσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, μετατοπίζεται στους ώμους του. Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί επίσης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη. Στις αστικές υποθέσεις η περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη βαρύνεται με το ποσό που οφείλεται δυνάμει της δικαστικής απόφασης προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Θεωρείται δηλαδή στην πράξη πως μέρος της περιουσίας και των εισοδημάτων του εξ αποφάσεως χρεώστη ανήκουν στον εξ αποφάσεως πιστωτή, μέχρι την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι δεν αποδείχτηκε ενώπιον του δικαστηρίου ικανότητα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της, θα διαφωνήσω, καθότι η ίδια παραδέχτηκε με έμμεσο τουλάχιστο τρόπο ότι μπορεί να πληρώνει έστω Λ.Κ.20 σε κάποιο άλλο δάνειο, και ότι δεν ζήτησε τέτοια διευθέτηση καθότι σύμφωνα με την ίδια θεωρεί ότι δεν θα γινόταν αυτό αποδεχτό, ενώ στην προκειμένη περίπτωση υποστηρίζει ότι τίποτε δεν μπορεί να πληρώνει. Αναφορικά με το ποσό που η καθ΄ης η αίτηση ανέφερε ότι ξοδεύει τον μήνα για να βάφει τα μαλλιά της, δεν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ως αναγκαίο έξοδο διαβίωσης και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αναφορικά με τα όσα η καθ΄ης η αίτηση είπε για την υγεία της, στο μέγεθος που αυτά υποστηρίζονται από το τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως θεωρώ ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια, τα ίδια ισχύουν και για το ποσό το οποίο η καθ΄ης η αίτηση υποστηρίζει στην ένορκο της δήλωση ότι πληρώνει σε φάρμακα, το οποίο υποστηρίζεται και από σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο Γ). Συνεπακόλουθα αποτελεί εύρημα μου ότι η καθ΄ης η αίτηση πάσχει από κατάθλιψη μετά ψυχαναγκαστικών ιδεών και κατά την περίοδο επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της είναι ανίκανη για εργασία. Το δικαστήριο για να ασκήσει την κρίση του ορθά θα πρέπει να λάβει υπόψη του την γενική αρχή ότι με την διαταγή του θα πρέπει να επιτευχθεί παράλληλα η σταδιακή αποπληρωμή του χρέους από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη αλλά και η διατήρηση αξιοπρεπούς επίπεδου διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του. Στόχος του δικαστηρίου είναι να πετύχει την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων αλλά και της ανάγκης να μην στερηθεί ο εξ αποφάσεως οφειλέτης τα αναγκαία υλικά αγαθά για την διαβίωση του ιδίου και της οικογένειας του (βλ. Νίτσα Χριστάκη ή άλλως Παγωνίστα Χριστάκη ν. Μάρως Μιχαήλ Α.Α.Δ 1998 1(Α) σελ 422). Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου το χρόνιο πρόβλημα υγείας που η καθ΄ης η αίτηση αντιμετωπίζει, και το γεγονός ότι χρειάζεται κάποιο ποσό τον μήνα για την αγορά φαρμάκων, για την διατροφή της και γενικότερα για την συντήρηση της Εχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που εξέτασα, όσα έχω ακούσει και αποδεχτεί από την μαρτυρία της καθ΄ης η αίτηση και όσα έχω αποφασίσει με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, σταθμίζοντας την ανάγκη καθορισμού του ποσού των μηνιαίων δόσεων, ρεαλιστικά εντός των πλαισίων της ικανότητας της καθ΄ης η αίτηση όπου πιο πάνω έχω αποφασίσει ότι υφίσταται εφόσον επέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης, και την μη αποστέρηση της από κάποια ευχέρεια για την κοινωνική της διακίνηση (βλ. Φλαγκοφά (ανωτέρω)), χωρίς από την άλλη να παραγνωρίζω την λογική αναμονή του χρεώστη να εισπράξει το λαβείν του, καταλήγω ότι η εναγόμενη δύναται να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.60.- Στον προσδιορισμό του πιο πάνω ποσού που κατέληξα αφού έλαβα υπόψη μου και την υποχρέωση της καθ΄ης η αίτηση αναφορικά με το οικιστικό δάνειο που την βαρύνει εφόσον η ανάγκη για στέγαση συγκαταλέγεται στις άμεσες ανάγκες για αξιοπρεπή διαβίωση. Επισημαίνω επίσης ότι σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου το ποσό το οποίο φάνηκε ότι η καθ΄ης η αίτηση μπορεί να πληρώνει για άλλο όμως χρέος, εναντίον της οποίας δεν κινήθηκε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, καθώς και το ποσό το οποίο ξοδεύει τον μήνα για σκοπούς καλλωπισμού, εφόσον δεν ανάφερε ότι υπάρχει οποιαδήποτε αναγκαιότητα να βάφει τα μαλλιά της. Δεν έχω όμως συνυπολογίσει τα έξοδα για τις σπουδές της κόρης της, η οποία είναι 23 ετών, καθότι κάτω από τις περιστάσεις δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως έξοδο διαβίωσης και εφόσον αυτό δεν επιβάλλεται ως νομική υποχρέωση αλλά μάλλον ως ηθική. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω και εφόσον ο σκοπός της συνένωσης έχει+ επιτευχθεί, διατάσσεται η αποσυνένωση των δύο αγωγών. Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του ποσού που οφείλεται σήμερα στους ενάγοντες στην αγωγής 21/2006, η εναγόμενη διατάσσεται να πληρώνει Λ.Κ.40 μηνιαίως για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της, πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.6.2007 και στην συνέχεια κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης ή μέχρι νέας διαταγής του δικαστηρίου. Περαιτέρω η καθ΄ης η αίτηση εναγόμενη διατάσσεται όπως πληρώσει τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα πληρωθούν μέσα από την διαδικασία των μηνιαίων πληρωμών όπως πιο πάνω διατάχθηκε. Λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του ποσού που οφείλεται σήμερα στους ενάγοντες στην αγωγής 22/2006, η εναγόμενη διατάσσεται να πληρώνει Λ.Κ.20 μηνιαίως για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της, πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.6.2007 και στην συνέχεια κάθε πρώτη έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης ή μέχρι νέας διαταγής του δικαστηρίου. Περαιτέρω η καθ΄ης η αίτηση εναγόμενη διατάσσεται όπως πληρώσει τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα πληρωθούν μέσα από την διαδικασία των μηνιαίων πληρωμών όπως πιο πάνω διατάχθηκε. Τα έξοδα της ακρόασης θα επιβαρύνουν μόνο την αγωγή 21/2006. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο