CYBARCO PLC ν. GILLIAN GUEST κ.α., Αρ. Αγωγής: 696/04, 22 Μαΐου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 696/04 Μεταξύ: CYBARCO PLC, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- GILLIAN GUEST, εκ Πάφου
- MARTIN MILLER, εκ Πάφου Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία 22 Μαΐου 2007 Αίτηση τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης 3.5.2007 Για Ενάγουσα εταιρεία: κ. Παναγίδης Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Κλεοβούλου με κ. Μιλτιάδη ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------ Εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας και μετά το πέρας της υπόθεσης των εναγόντων, κατεχωρήθη η παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκεται εκτενής τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Η ανάγκη για καταχώρηση του διαβήματος αυτού, παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του εκ των δικηγόρων των εναγομένων κ. Μ. Μιλτιάδη, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων: «
- Οι ζητούμενες τροποποιήσεις αφορούν μεταξύ άλλων θέματα κακοτεχνιών στην Οικία και ζημιών των Εναγομένων ποσά τα οποία επιθυμούν να ανταξιώσουν, θέματα τα οποία αφορούν την εξόφληση του τιμήματος και την πληρωμή των επιπρόσθετων εργασιών με συναλλαγματικές, θέματα ανυπαρξίας τερματισμού ή αδικαιολόγητου τερματισμού ή παράνομου τερματισμού.
- Η ζητούμενη τροποποίηση δεν καθυστερεί την εκδίκαση της Αγωγής καθ' ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει ακόμη παρουσιάσει την μαρτυρία της και εν πάση περιπτώσει η τοιαύτη προσπάθεια και επιθυμία τροποποιήσεως της Υπεράσπισις των Εναγομένων ήτο ήδη γνωστή εις τους Ενάγοντες από την 25.4.2007 ότε και έφεραν ένστασιν εις την αναβολή διά την καταχώρησιν της σχετικής αιτήσεως. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω οι ζητούμενες τροποποιήσεις γίνονται με καλή πίστη, τα δε συμφέροντα των Εναγόντων δεν προσβάλλονται με οιονδήποτε τρόπο και εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες είχαν ήδη την ευκαιρία να συγκατατεθούν εις την αιτούμενη αναβολή, η οποία εζητήθη κατά την 25.4.2007 ούτως ώστε να καταχωρείτο τελικώς η τροποποιημένη Υπεράσπισης προτού ολοκληρώσουν την μαρτυρία των ούτως ώστε να δυνηθούν να τοποθετηθούν σχετικά.» Οι ενάγοντες ενίστανται στο αίτημα αυτό και προβάλλουν εννέα λόγους για τους οποίους η αίτηση των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί, επικαλούμενοι κυρίως την υπέρμετρη υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Έλενας Φωτίου, υπαλλήλου των εναγόντων στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων πως όλα τα γεγονότα που επιθυμούν να εισάξουν οι εναγόμενοι ήσαν γνωστά σε αυτούς, αρκετό καιρό πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι συνήγοροι έχουν αγορεύσει και αναπτύξει τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε νομολογία, εισηγούμενοι ο καθείς αποδοχή της δικής του θέσης. Εγείρεται σαν πρώτιστο για εξέταση θέμα, η επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Αυτή γενόμενη από δικηγόρο, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, είναι η εισήγηση του κ. Παναγίδη. Ο κ. Κλεοβούλου αντιτείνει πως οι ενδιάμεσες αιτήσεις δύνανται να περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία, φθάνει να καταγράφεται η πηγή της γνώσης του ενόρκως δηλούντα. Συμπληρώνει δε, πως η ένορκη δήλωση περιέχει νομική κυρίως κρίση και θέση και επομένως, θεμιτά έχει ορκισθεί δικηγόρος. Η επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποκαλύπτει ότι είναι ανεπιθύμητο για ένα δικηγόρο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ή να καταθέτει για τον πελάτη του (βλ. Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στην υπόθεση In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, αποφασίσθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Σχολιάσθηκε δε και υποδείχθηκε πως: «.το γεγονός ότι, με τον τρόπο αυτό, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος να έχει δικηγόρο της εκλογής του, ήταν συνέπεια της δικής του απόφασης να ασκήσει το παράλληλο δικαίωμα που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(γ) να καλεί μάρτυρες.». Η αναφορά όμως αυτή, γίνεται για το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Αυτή η ιδιότητα δικηγόρου και μάρτυρα, είναι απαράδεκτο να συγκρούεται. Όχι για άλλο δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγόρο του διαδίκου. Γι' αυτόν δε φαίνεται να υπάρχει κώλυμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία του δικηγόρου, όπου δεν έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή για κάποιο θέμα, θα πρέπει να εξαντλείται σε τυπικής ή νομικής φύσεως θέματα και όχι γεγονότα επί της ουσίας. Από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης, διαφαίνεται ότι ο κ. Μιλτιάδη σαν ένας εκ των δικηγόρων των εναγομένων, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που παραθέτει στις παραγράφους 1 - 6 της ένορκης δήλωσης του. Στις υπόλοιπες παραγράφους, εκφέρεται η γνώμη του σαν νομικού για την ανάγκη τροποποίησης. Εκείνο που δεν προκύπτει και θα εξετασθεί κατωτέρω από το Δικαστήριο στις προϋποθέσεις έγκρισης ή όχι του αιτήματος τροποποίησης, είναι η επάρκεια, γνώση και χρόνος γνώσης των γεγονότων. Έχει νομολογηθεί, ότι η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, ανωτέρω). Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33: «
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» (βλ. και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Έχει προταθεί από τους ενάγοντες ως ουσιαστικός και κύριος λόγος ένστασης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης την οποία χαρακτήρισαν, υπέρμετρη. Δεν έχει καταδειχθεί καμία εξαιρετική αλλαγή στα γεγονότα και τις περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται το αίτημα και εκείνο που αποδεικνύεται, είναι η κακή πίστη των αιτητών. Απ' την αντίπερα όχθη, ο κ. Κλεοβούλου υποδεικνύει με παραπομπή στη νομολογία ότι ο παράγων χρόνος είναι σχετικός, χωρίς όμως να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας και καταλήγει ότι το Δικαστήριο έχει πολύ ευρεία διακριτική εξουσία να διατάξει τροποποίηση, την οποία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να αρνείται. Υπογραμμίζει περαιτέρω ο κ. Κλεοβούλου ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όταν έγινε αλλαγή δικηγόρου για τους εναγομένους και οι νέοι αντιλήφθηκαν ότι θα έπρεπε τα γεγονότα που προτίθενται να εισάξουν, να είχαν δικογραφηθεί. Εκφράζει την πίστη ότι οι ενάγοντες δεν θα ζημιωθούν με την τροποποίηση και δηλώνουν ετοιμότητα να καταχωρήσουν το τροποποιημένο δικόγραφο εντός 48 ωρών, εάν το αίτημα εγκριθεί. Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στη SABA (ανωτέρω), κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως, περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1965)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. Α.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. Ουσιαστικά, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο αναγκαία γίνεται η παροχή αιτιολόγησης. Θα πρέπει περαιτέρω να τονισθεί ότι μετά την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν ασκεί με ευκολία την ευχέρεια του, ιδιαίτερα όπου διαφαίνεται ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης υπήρχε από πριν αλλά καθυστερούσε χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, τόση μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση και αυξημένο το βάρος που έχει ο αιτητής να αποσείσει, για να επιτραπεί η τροποποίηση (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24). Η σχετική με την τροποποίηση παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως, δηλώνει πως: «7. Οι ζητούμενες τροποποιήσεις αφορούν μεταξύ άλλων θέματα κακοτεχνιών στην Οικία και ζημιών των Εναγομένων ποσά τα οποία επιθυμούν να ανταξιώσουν, θέματα τα οποία αφορούν την εξόφληση του τιμήματος και την πληρωμή των επιπρόσθετων εργασιών με συναλλαγματικές, θέματα ανυπαρξίας τερματισμού ή αδικαιολόγητου τερματισμού ή παράνομου τερματισμού. Πέραν τούτου, ουδέν καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που να παραπέμπει στο χρόνο κατά τον οποίο προέκυψαν τα γεγονότα αυτά. Αντίθετα, παρατηρείται ότι τα θέματα αυτά ήσαν γνωστά στους αιτητές, τουλάχιστον από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των, αφού γίνεται αναφορά σε κακοτεχνίες. Τίποτα δεν προέκυψε και κανένα νέο στοιχείο δεν διεφάνη μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι καθ' ων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους, αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι το αναφερόμενο συμβάν για πλημμύρες, έγινε στις 2.7.2002 δηλαδή πριν την 30.8.2002 όταν πλέον οι διαφορές τους είχαν διευθετηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός των καθ' ων, όπως επίσης ότι οι κακοτεχνίες έχουν διευθετηθεί, παρέμεινε αναντίλεκτος. Εκείνο που σαφέστατα προκύπτει και που εξάλλου οι αιτητές δεν αμφισβήτησαν, είναι πως όλα τα γεγονότα και στοιχεία που προσπαθούν να εισάξουν με την κρινόμενη αίτηση ήσαν γνωστά σε αυτούς πριν την καταχώρηση όχι μόνο της Έκθεσης Υπεράσπισης τους αλλά και της αγωγής. Ανέμεναν δε, αναιτιολόγητα, σχεδόν δύο χρόνια, όταν πλέον άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης να προβούν στο δικονομικό αυτό μέτρο. Η εξήγηση πως τώρα έγινε αλλαγή δικηγόρου, δεν αποτελεί δικαιολογία για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των δύο ετών από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Αποδοχή τέτοιου λόγου ως επαρκούς δικαιολογίας επιτρέποντος τροποποίηση, θα αποτελούσε έναν εύσχημο τρόπο για να υποβάλλονται τέτοια αιτήματα σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο. Με αποτέλεσμα βέβαια, τον εκτροχιασμό της δίκης και σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα των καθ' ων, οι οποίοι θα έπρεπε με την αιτούμενη τροποποίηση να αντιμετώπιζαν νέα δεδομένα υπεράσπισης και θα έπρεπε να υπερασπισθούν σε ανταξίωση. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, κρίνεται πως δεν μπορεί να εγκριθεί το αιτούμενο διάβημα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και εναντίον των αιτητών - εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο