← Κύπρος

Γιαννάκη Νικολάου ν. Ανδρέα Σπύρου, Αρ. Αγωγή 1993/2005, 24.5.2007

Γιαννάκη Νικολάου ν. Ανδρέα Σπύρου, Αρ. Αγωγή 1993/2005, 24.5.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγή 1993/2005 Μεταξύ: Γιαννάκη Νικολάου από την Πάφο Ενάγοντα Και Ανδρέα Σπύρου από την Πάφο Εναγόμενου -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.5.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Ε. Πουλλά (για να ακούσει απόφαση κ. Κ. Χ¨ Χαραλάμπους) Για τον εναγόμενο: κ. Ανδρέας Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση κ. Μιχαήλ) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας, ο οποίος είναι εκπαιδευτής του κλάδου Ξενοδοχειακών της Τεχνικής Σχολής Πάφου, ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν o Πρόεδρος του Συνδέσμου Γονέων της Τεχνικής Σχολής Πάφου, περί τον Μάιο 2005 ψευδώς και κακόβουλα είπε και δημοσίευσε δυσφημιστικά λόγια εναντίον του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ότι ο εναγόμενος, αναφερόμενος ονομαστικά για το πρόσωπο και την εργασία του, είπε και δημοσίευσε τα πιο κάτω: «Εχει ερωμένη μια διαζευγμένη γυναίκα και σε ώρες εργάσιμες εγκαταλείπει την εργασία του στην Τεχνική Σχολή Πάφου και την συναντά σε κάποιο διαμέρισμα/σπίτι στην Πάφο, δεν εκτελεί με συνέπεια τα επαγγελματικά του καθήκοντα, δυσφημεί το σχολείο στο οποίο εργάζεται, και ο σύζυγος της διαζευγμένης γυναίκας εκτόξευσε απειλές κατά της ζωής του και θα έκαμνε επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας για να τον απολύσουν για να μην δημιουργούνται προβλήματα». Ο ενάγων θεωρεί ότι τα πιο πάνω λόγια και φράσεις ήταν για αυτόν δυσφημιστικά. Ισχυρίζεται ότι οι λέξεις στην συνήθη σημασία τους είχαν την έννοια και έγιναν κατανοητές ότι είχαν τέτοια έννοια, ότι (α) ότι είναι ανεύθυνος, ασυνείδητος και κακός δημόσιος υπάλληλος (β) ότι είναι ανήθικος, παράνομος και αγενής άνθρωπος Ισχυρίζεται ότι συνεπεία των πιο πάνω έχει υποστεί βλάβη και επηρεάστηκε δυσμενώς η τιμή, η φήμη και/ή το καλό του όνομα, ο χαρακτήρας και η θέση του σαν δημόσιος υπάλληλος και/ή σαν πολίτης και ο ίδιος εκτέθηκε σε γενική περιφρόνηση, μίσος χλεύη και/ή προκλήθηκε αποστροφή και/ή αποφυγή του από τους συναδέλφους του και/ή τους συνεργάτες του, στους οποίους ελέχθηκαν οι πιο πάνω λέξεις και/ή λόγια και γενικά στους συμπολίτες του. Η υπόληψη του, τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά έχει σοβαρά πληγεί και τραυματιστεί και τον έχουν φέρει σε δυσφορία, αμηχανία, αγωνία και προσβολή. Εναντίον του εναγόμενου, με την αγωγή του ζητά, απαγορευτικό διάταγμα, αποζημιώσεις, έξοδα και τόκο. Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, πλην της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης του και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είπε και/ή δημοσίευσε τα δυσφημιστικά λόγια/λέξεις τα οποία του καταλογίζει ο ενάγοντας. Η Μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα ενόρκως κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε1), ο οποίος κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του επικαλέστηκε δηλώσεις τρίτων προσώπων, του Ανδρέα Νικολάου (Μ.Ε.2) και Χριστάκη Θεοδώρου (Μ.Ε.3). Τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, παρά το ότι κλήθηκαν από τον ενάγοντα στο δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία, ο ενάγοντας επέλεξε τελικά να μην τους καλέσει να καταθέσουν, οπόταν ο συνήγορος του εναγόμενου, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 26

(1)του Ν. 32
(1)/2004 κατόπιν άδειας του δικαστηρίου τους αντεξέτασε. Υπό τις περιστάσεις και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 26
(2)του Ν. 32
(1)/2004, αυτοί λογίζονται ως μάρτυρες του ενάγοντα και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με την σειρά που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον μου είναι οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3. Για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο εναγόμενος (Μ.Υ.1). Μοναδικό τεκμήριο στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκε από τον ενάγοντα η επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 25.5.2005 (Τεκμήριο 1). Τα όσα οι μάρτυρες του ενάγοντα και τα όσα ο εναγόμενος έχουν αναφέρει στο δικαστήριο, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σύνολο τους στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως ορθή τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων γίνεται κατωτέρω μνεία, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351) Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και οι αντιδράσεις τους κατά την διάρκεια της μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ο τρόπος που μαρτυρούσε, η εμφανής αμηχανία του, η σύγχυση του και η κατά γενικό τρόπο παρουσίαση της εκδοχής του, έδειχναν ότι αυτή βασίστηκε αποκλειστικά σε προσωπικές του εκτιμήσεις, σε δικές του εικασίες και συμπεράσματα. Πέραν τούτο, το οποίο έκανε εμφανές κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του και προέκυψε μέσα από τα λεγόμενα του, η βασική του εκδοχή ότι δηλαδή ο Μ.Ε.2 του είπε ότι ο εναγόμενος διέδιδε τις φήμες εναντίον του και ότι ο εναγόμενος παραδέχτηκε τα όσα του καταλογίζει, στην παρουσία και στους Μ.Ε 2 και Μ.Ε.3, έχει καταρριφθεί από τους δύο αυτούς μάρτυρες κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους, έτσι που τελικά η μαρτυρία τους υπήρξε και καταλυτική για την υπόθεση του. Πέραν των πιο πάνω, δηλαδή της εικόνας που ο ενάγοντας άφησε στο δικαστήριο κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του, υπέπεσε και σε σημαντικές αντιφάσεις. Συγκεκριμένα Υποστήριξε ο ενάγοντας, ότι ο εναγόμενος, το είπε και σε άλλα πρόσωπα πλην των διευθυντών του, και παρά το ότι αρχικά απόφυγε να κατονομάσει τα πρόσωπα αυτά, ακολούθως σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε δύο πρόσωπα κάποιο Σωκράτη Χαραλάμπους και κάποια Χριστοφή Χρύστα. Στην διάρκεια της αντεξέτασης του, ερωτηθείς σχετικά, ο ενάγοντας διαφοροποίησε την θέση του, ότι ο εναγόμενος δηλαδή τα είπε στα δύο πιο πάνω πρόσωπα λέγοντας ότι ο Σπύρου (εναγόμενος) σε μια βραδινή παράθεση των ξενοδοχειακών ζήτησε από κάποιο συγγενή του να μεσολαβήσει στον κ. Σωτήρη Χαραλάμπους να αποσύρει τις κατηγορίες γιατί πρώτο είναι αλήθεια και δεύτερο θα τον κανονίσει, όπου τελικά, ο συγγενής του κ. Σπύρου (εναγόμενου) πλησίασε τον κ. Σωκράτη μετά από παρότρυνση του εναγόμενου. Αναφορικά με τα όσα επικαλέστηκε σχετικά με την Χρύστα Χριστοφή, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του παραδέχτηκε ότι η Χριστοφή δεν του είπε ότι ο εναγόμενος το είπε, αλλά ότι αυτός έτσι υποψιάστηκε γιατί η Χριστοφή ήταν στον σύνδεσμο γονέων με τον εναγόμενο. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας ανέφερε «την ρώτησα και επέμενα αλλά δεν μου υπέδειξε τον κύριο». Όλα τα πιο πάνω ήταν επίσης ενδεικτικά του ότι ο ενάγοντας στήριξε την εκδοχή του, σε δικά του συμπεράσματα. Πέραν τούτου ο ενάγοντας επικαλούμενος τα πιο πάνω, εισήγαγε εξ΄ακοής μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα τέτοια μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω Νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η ίδια η μαρτυρία του ενάγοντα ήταν τέτοια η οποία δεν μπορεί να στηρίξει αξίωση για την αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας που εισήγαγε, περαιτέρω κανένα από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, δεν κλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για να δώσει μαρτυρία. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση ενώπιον του δικαστηρίου και δεν έχει διαφανεί να έγινε εκ μέρους του ενάγοντα οποιαδήποτε προσπάθεια για να παρουσιάσει τα πιο πάνω πρόσωπα στο δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση που να τείνει να δικαιολογήσει πιθανή αδυναμία του ενάγοντα να τους παρουσιάσει αλλά ούτε και υπήρξε επίκληση οποιασδήποτε τέτοιας αδυναμίας εκ μέρους του. Περαιτέρω τα όσα, ο ενάγοντας ανάφερε κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με το δημοσίευμα, καθώς και αυτά που είπε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του τείνουν σημαντικά να διαφοροποιήσουν το περιεχόμενο του δημοσιεύματος όπως αυτό βρίσκεται διατυπωμένο στην έκθεση απαίτησης του. Η διάσταση αυτή, και δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση του και πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα ο ενάγοντας ανάφερε στην κυρίως εξέταση του, απομονωμένα από το σημείο που έκανε αναφορά στο δημοσίευμα, ότι ο Ανδρέας Νικολάου, του υπέδειξε ότι το γνωρίζει ο άντρας της και ότι κινδυνεύει και θα πρέπει να αφήσει την συγκεκριμένη γυναίκα ήσυχη, πράγμα το οποίο δείχνει, με τον τρόπο που το επικαλέστηκε, ότι τα πιο πάνω δεν περιλαμβάνονταν στο δημοσίευμα αλλά ότι αποτέλεσαν υποδείξεις του Ανδρέα Νικολάου προς αυτόν. Στην αντεξέταση του επίσης, ερωτηθείς ο εναγόντας αν θυμάται να πει επί λέξει τι είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είπε ο εναγόμενος, το οποίο είπε και στην δικηγόρο του, ο ενάγοντας ανέφερε «μάλιστα, ότι φεύγω από το σχολείο μου κατά τις ώρες εργασίες και ότι επισκέπτομαι κάποια παντρεμένη κυρία, βασικά αυτό». Ιδιαίτερα αντιφατική υπήρξε η μαρτυρία του αναφορικά με την επαγγελματική του κατάσταση και ανέλιξη. Ενώ ο ενάγοντας υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του ερωτηθείς αν του έγινε αξιολόγηση, είπε πως επειδή είναι στο Δικαστήριο δεν έχουν προχωρήσει σε καμία ενέργεια, στην αντεξέταση του είπε πως η μοναδική έκθεση που είχε ήταν για μόνιμη θέση σαν καθηγητής και ενώ είπε ότι είναι μόνιμος, μετά υποστήριξε ότι μέχρι σήμερα δεν έγινε η μονιμοποίηση του. Η μαρτυρία του ότι έχασε 3 βραδινά τμήματα και ένα σημαντικό εισόδημα τουλάχιστον Λ.Κ.5,000, δεν γίνεται αποδεκτή. Η έλλειψη τέτοιας εισήγησης και ισχυρισμών στα δικόγραφα του, καθιστά την δοθείσα υπό του ενάγοντα μαρτυρία, μη αποδεκτή, μη υπολογίσιμη ως μη συνάδουσα με τα δικόγραφα, αφού δεν έγινε προσπάθεια ούτε τροποποίησης τους (βλ. Λεμονάρης ν. Πολεμίτης
(1996)1 ΑΑΔ 530) ώστε αποδεκτώς να εισαχθεί. Πέραν τούτου η μαρτυρία του στο σημείο αυτό υπήρξε τόσο μπερδεμένη και ο ίδιος δυσκολευόταν στο να καθορίσει και να προσδιορίσει την σχολική χρονιά που δεν έκανε φροντιστήρια. Τέλος παραδέχτηκε ότι το έτος 2005 τα φροντιστήρια τα είχε και προέκυψε στην διάρκεια της αντεξέτασης του ότι αυτός αναφερόταν σε άλλα γεγονότα τα οποία είχαν να κάνουν με το πρόσφατο παρών και για άλλη καταγγελία που ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος έκανε στον Διευθυντή του η οποία ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο δημοσίευμα. Η όλη μαρτυρία του ενάγοντα, διάτρητη από αντιφάσεις, ο τρόπος, το ύφος και η αμηχανία του δεν μου αφήνουν καμία αμφιβολία ότι αυτός στο δικαστήριο δεν είπε την αλήθεια. Σε κανένα σημείο της μαρτυρία του δεν ήταν σταθερός και ουδεμία συνοχή υπήρξε στην μαρτυρία του. Εχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με την νομολογία ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ ολοκλήρου, απορρίπτω την μαρτυρία του για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω πλην του ότι κλήθηκε περί τον Μάιο του 2005 από τον Μ.Ε.2 στο γραφείο του και ακολούθως έγινε συνάντηση του ιδίου (ενάγοντα), του Μ.Ε.2 του Μ.Ε.3 και του εναγόμενου, στο γραφείο το Μ.Ε.2 Δεν αποδέχομαι όμως ότι στο γραφείο του Μ.Ε.2 και στις συναντήσεις τους διαμείφθηκαν τα όσα ο ενάγοντας ανέφερε, αλλά με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία, βρίσκω ότι έλαβαν χώρα τα όσα ο Μ.Ε.2 περίγραψε στο Δικαστήριο. Επίσης αποδεκτό γίνεται ότι παρέμεινε από την μαρτυρία του αναντίλεκτο και αυτό αφορά την ιδιότητα του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 25.5.2005 προς τον Μ.Ε.2 (Ανδρέα Νικολάου). Οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε3 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες, υπήρξαν αντικειμενικοί και ειλικρινείς. Τα όσα η συνήγορος του ενάγοντα ανέφερε για του λόγους που οδήγησαν στην απόφαση, να μην κληθούν από τον ενάγοντα να δώσουν μαρτυρία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον τα όσα επικαλέστηκε αποτελούν μαρτυρία. Τα όσα ανάφεραν οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους λειτούργησαν όπως πιο πάνω ανέφερα καταλυτικά για την υπόθεση του ενάγοντα και τούτο γιατί υπήρξε πλήρης αντίθετη με την βασική εκδοχή του ενάγοντα, την οποία και παρουσίασε για να στηρίξει τα όσα στον εναγόμενο καταλογίζει. Ο ενάγοντας υποστήριξε ότι ο Μ.Ε.2 (Ανδρέας Νικολάου) του κατονόμασε τον εναγόμενο, μη έχοντας τι άλλο να πράξει μετά που του απέστειλε την επιστολή (Τεκμήριο 1) με την δικηγόρο του, ως το πρόσωπο που διέδιδε τις φήμες εναντίον του και ότι ακολούθως ο εναγόμενος, στην παρουσία των Μ.Ε2 και Μ.Ε.3 παραδέχτηκε ότι αυτός τα είπε. Ο Μ.Ε.2 εξήγησε τον λόγο που έγινε η συνάντηση αρχικά με τον ενάγοντα και τον λόγο που ακολούθησε η συνάντηση με τον ενάγοντα, τον εναγόμενο, τον ίδιο (Μ.Ε.2) και τον Μ.Ε.3, λέγοντας ότι αυτό έγινε γιατί ο ενάγοντας υποψιάστηκε τον εναγόμενο ως το πρόσωπο που διέδιδε φήμες εναντίον του. Ενισχυτικό του ότι ο Μ.Ε.2 δεν γνώριζε ότι οι φήμες αφορούσαν τον ενάγοντα ήταν και το ότι προηγουμένως κάλεσε άλλο καθηγητή, ο οποίος είχε αυτοκίνητο μάρκας Mersendes και μετά κάλεσε τον ενάγοντα. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους, με την ιδιαιτερότητα ότι η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών που είναι μάρτυρες του ενάγοντα, και οι οποίοι κλήθηκαν να αντεξεταστούν (με τον τρόπο που πιο πάνω έχω αναφέρει), εμπεριέχει την αλήθεια ως προς τα γεγονότα όπως αυτά έχουν προκύψει κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους. Ο εναγόμενος σε αντίθεση με τον ενάγοντα, μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τoυ εναγόμενου κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα και ότι δεν είπε ο ίδιος τα όσα αυτός του καταλογίζει. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης που υποβλήθηκε από την συνήγορο του εναγόμενου και υπήρξε ειλικρινής ότι και αυτός άκουσε κάποιες φήμες αλλά δεν άκουσε και δεν μετέφερε τίποτα που να σχετίζεται με τον ενάγοντα. Τούτων δεδομένων η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο. Ευρήματα Δικαστηρίου: Εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα οποία έχουν αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία και διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εκπαιδευτής του κλάδου Ξενοδοχειακών της Τεχνικής Σχολής Πάφου ενώ ο εναγόμενος ήταν o Πρόεδρος του Συνδέσμου Γονέων της Τεχνικής Σχολής Πάφου. Περί τον Μάιο 2005 διαδόθηκαν φήμες ότι καθηγητής διατηρεί δεσμό με μια παντρεμένη γυναίκα και κατά τις εργάσιμες ώρες την επισκέπτεται στην οικία της. Ο ενάγοντας, κλήθηκε από τον Αναπληρωτή διευθυντή της Τεχνικής Σχολής Πάφου (Μ.Ε2) στα πλαίσια διευκρινήσεις των γεγονότων που περιέχει το πιο πάνω δημοσίευμα καθότι αυτό αναφερόταν σε καθηγητή ο οποίος είχε αυτοκίνητο μάρκας Mersendes. Ο Μ.Ε.2 προηγουμένως είχε καλέσει άλλο καθηγητή για τον ίδιο λόγο. Ο ενάγοντας αφού πληροφορήθηκε τα σχετικά με το δημοσίευμα υπαινίχθηκε ότι ο Πρόεδρος του Συνδέσμου γονέων είναι το πρόσωπο που διαδίδει τα πιο πάνω εναντίον του. Ο Μ.Ε.2 ακολούθως διευθέτησε συνάντηση στο γραφείο του, όπου παρόντες ήταν ο ενάγοντας, ο εναγόμενος ο ίδιος και ο Μ.Ε.3. Ο εναγόμενος στην πιο πάνω συνάντηση δεν προέβηκε σε παραδοχή ότι είπε και δημοσίευσε εναντίον του ενάγοντα το πιο πάνω δημοσίευμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης διαγράφεται στο άρθρο 17 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο έχει ως εξής 17.-
(1)Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημοσία θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. ..........
(2)......
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι - (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, απασχόληση ή τη θέση του (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια
(4)Δυσφήμιση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημιστικό νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, πως ασχέτως της απόδειξης πραγματικής ζημίας εκ μέρους του ενάγοντα η δυσφήμηση είναι ένα από τα αστικά αδικήματα στα οποία δικαιούται εις αποζημιώσεις, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που περιγράφονται στο εδάφιο 3 όπου απαιτείται η απόδειξη ειδικής ζημιάς. Στην προκειμένη περίπτωση η δυσφήμηση ως εις την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα περιγράφεται, συνίσταται σε δημοσίευση με λόγια οπόταν θα πρέπει να εξεταστεί αν η κρινόμενη περίπτωση εμπίπτει στην πιο πάνω εξαίρεση, γεγονός το οποίο δεν μπορεί να κριθεί απομονωμένα παρά μόνο σε συσχετισμό με τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και με ίδιο το δημοσίευμα. Για να πετύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι η όχι δυσφημιστικό δεν εξαρτάται από την πρόθεση του εναγόμενου αλλά από την φυσική τάση του δημοσιεύματος λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που περιβάλουν την υπόθεση. Αν λοιπόν ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, αυτό θα κριθεί με βάση την αντικειμενική εξέταση των λέξεων και των εννοιών που αποδίδουν σ΄αυτές οι ορθά σκεπτόμενη άνθρωποι (βλ. Ρένος Σταυράκης ν. Κικη Κοντεάτη και Κίκη Κοντεάτη ν Ρένου Σταυράκη
(2004)1 ΑΑΔ 1957). Στην υπόθεση Capital of Counties v. Henry
(1882)7 A C στην σελίδα 745 αναφέρονται τα εξής: «The test according to the authorities is whether under the circumstances in which the writing was published, reasonable men to whom the publication was made would be likely to understand it in a libelous sense.» Η διακρίβωση του νοήματος ενός δημοσιεύματος δεν εξαρτάται από το τι ήθελε να αποδώσει με το δημοσίευμα αυτός που το δημοσίευσε ούτε κατ΄ανάγκη αποφασίζεται από την έννοια την οποία του προσδίδει εκείνος που τον αφορά. Το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό έστω και αν αυτός προς τον οποίο στρέφεται, θεωρεί τούτο δυσφημιστικό, εάν δεν είναι τέτοιο για ένα λογικό άνθρωπο. Το κριτήριο επομένως είναι καθαρά αντικειμενικό, η δε έννοια και σημασία ενός δημοσιεύματος κρίνονται ανάλογα με τον τόπο, το χρόνο και τις περιστάσεις που έγινε (βλ Tassos Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)2 CLR 290). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως πιο πάνω λέχθηκε κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα, διαπιστώνεται διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του και του περιεχόμενου του δημοσιεύματος όπως αυτό καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης. Μέρος του δημοσιεύματος και όχι ολόκληρο το δημοσίευμα έχει αποδειχθεί ενώπιον μου ως είναι και το εύρημα μου πιο πάνω. Το περιεχόμενο του, του πιο πάνω δημοσιεύματος, κρίνεται, όπως προκύπτει από την φυσική του έννοια και με βάση την λογική του μέσου λογικού ανθρώπου, ότι ήταν δυσφημιστικό καθότι μέσα από αυτό αποδίδεται ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσιο υπάλληλο όπου κατά τον χρόνο της εργασίας του επιδεικνύοντας αδιαφορία για τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις αφήνει την εργασία του για τους σκοπούς της ερωτικής του ζωής. Το δημοσίευμα ήταν τέτοιο το οποίο θα μπορούσε να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα ή τη θέση του οπόταν και δεν απαιτείται η απόδειξη ειδικής ζημίας. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τα δύο άλλα στοιχείο και συνεπακόλουθα να θεμελιώσει την αγωγή του και τις αξιώσεις του. Συγκεκριμένα απέτυχε να αποδείξει ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και ότι δημοσιεύτηκε από τον εναγόμενο. Εχοντας υπόψη το πιο πάνω δημοσίευμα καθώς και την μαρτυρία που αποδέχτηκα, βρίσκω ότι δεν έγινε και δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά σε συσχετισμό με το δημοσίευμα και το πρόσωπο του ενάγοντα. Από την άλλη και αν ακόμη αποδεχόμουν ότι το δημοσίευμα αφορούσε στο ενάγοντα, η μαρτυρία την οποία αποδέχτηκα είναι τέτοια η οποία δεν μπορεί θεμελιώσει την αγωγή του εναντίον του εναγόμενου εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος το είπε. Ο ενάγοντας, με αναφορά στον εαυτό του υποστήριξε ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος δεν ήταν αληθές ενώ ο ίδιος φαίνεται να ενοχλήθηκε από το εν λόγω δημοσίευμα, καθότι υποψιάστηκε, όπως είπε στην κυρίως εξέταση του, τον λόγο που ο κ. Σπύρου τα είπε, προτίμησε όμως να αναφέρει τον λόγο αυτό, ο λόγος όμως προέκυψε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ενάγοντα αλλά και εναγόμενου όταν του υποβλήθηκε από την συνήγορο του ενάγοντα ότι υπήρξε μια σκευωρία μαζί με άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο για να πλήξουν την προσωπικότητα του ενάγοντα και την επαγγελματική του ανέλιξη. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω συμπέρασμα, του δικαστηρίου ως προς την αποτυχία του ενάγοντα να στοιχειοθετήσει την αξίωση του εναντίον του εναγόμενου και νοουμένου ότι ο ενάγοντας θα νομιμοποιείτο στην επιτυχία της αγωγής το επόμενο θέμα το οποίο το δικαστήριο θα εξέταζε είναι το ύψος των αποζημιώσεων που θα δικαιούτο. Το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1ΑΑΔ 285, Cassell and Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All ER 801 (HL)). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.ά ν. Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893, « Η υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της.» Στην υπόθεση Σωτήρης Δαμιανού ν. Ιωάννη Ιωακείμ Πολιτική Εφεση 12125 ημερομηνίας 24.3.2006 λέχθηκαν τα εξής: Η υπόληψη κάθε προσώπου στην κοινωνία είναι σεβαστή και προστατεύεται. Η προσβολή της τιμωρείται και ενίοτε, μέσω της τιμωρίας επιτυγχάνεται η αποκατάσταση της. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο αφού συνεκτίμησε σωστά όλους τους σχετικούς παράγοντες και έλαβε υπόψη ότι η δυσφήμιση του εφεσίβλητου με τη λέξη «κλέφτης» και τις φράσεις «έφαε λεφτά» και «έφαε μετοχές του», έγινε στην παρουσία δύο μόνο προσώπων, επιδίκασε υπέρ του εφεσίβλητου και σε βάρος του εφεσείοντα το ποσό των £750 ως γενικές αποζημιώσεις, ποσό το οποίο θεωρούμε ότι δεν είναι υπερβολικό υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Δίας (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την πρωτόδικη απόφαση στην οποία ελήφθη υπόψη κατά την επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων, η αυξημένη εκτίμηση της υπόληψης που έχει σήμερα ο πολίτης στην κοινωνία. Στην υπόθεση Λεωνίδα, (ανωτέρω) το Ανώτατο, αναφέρθηκε ότι το σωστό μέτρο είναι πάντοτε συνυφασμένο με τη λογικότητα Lewis v. Daily Telegraph Ltd.
(1964)Α.C. 234. Ως κατακλείδα μπορεί να αναφερθεί ότι η αποζημίωση πρέπει να διατηρείται σε ρεαλιστικά πλαίσια και να αντανακλά στις συνθήκες της κάθε περίπτωσης. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας ήταν καθηγητής στο επάγγελμα, επίσης λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος, το οποίο έτεινε να μειώνει στην επαγγελματική του υπευθυνότητα και κατ΄επέκταση να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του στο επάγγελμα, καθώς επίσης και την αυξητική τάση στην επιδίκαση αποζημιώσεων στις υποθέσεις λιβέλλων, κρίνω ότι το ποσό των Λ.Κ.1200.- θα ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Συνεπακόλουθα με όλα τα πιο πάνω τα οποία προσπάθησα να παραθέσω και να εξηγήσω κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει την αγωγή του, ειδικότερα κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι το δημοσίευμα, ειπώθηκε από τον εναγόμενο και ότι το δημοσίευμα τον αφορούσε. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από τον Δικαστήριο. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.