Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Κώστα Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2581/03, 4.6.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2581/03 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Λτδ από τη Λευκωσία Εναγόντων Και Κώστα Χριστοδούλου από τον Άγιο Γεώργιο Πέγειας Στέλιο Χριστοδούλου από τον Άγιο Γεώργιο Πέγειας Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 4.6.2007 Αίτηση ημερ. 12.3.2007 Για Εναγόμενο 1-Αιτητή κ. Χουβαρτάς Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση κα Κορακίδου Εναγόμενος 1 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό £557.169 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 δυνάμει γραπτών συμφωνιών ημερ. 8.6.95 και 10.3.99 και χορήγησε σε αυτόν δάνειο ύψους £410.000 πληρωτέο σε 10 χρόνια με 60 ίσες δόσεις, αρχής γενομένης την 30.6.99 και συμφωνήθηκε όπως οι δόσεις αποκόπτονται από τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 αρ. 0660-11-027556 και άνοιξε στο όνομα του εναγομένου 1 το λογαριασμό 0681-13-000639 και τώρα 0684-22-
- Λόγω της παράλειψης του Εναγομένου 1 να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου, γεγονός που γνωστοποίησαν στους εναγομένους με επιστολή τους ημερ. 28.2.2001, ενημερώνοντας τους ότι το επιτόκιο αυξήθηκε σε 11,25% ετησίως. Η αγωγή αρχικά στρεφόταν και εναντίον του εγγυητού, Εναγομένου 2, η οποία σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας απεσύρθη λόγω θανάτου του. Με την υπεράσπιση προβάλλεται άρνηση των ισχυρισμών των Εναγόντων και προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε υπερχρεώσεις, μη νόμιμη κεφαλαιοποίηση τόκου, μη νόμιμη αύξηση του επιτοκίου, μη νόμιμο ανατοκισμό και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταλαμβάνουν τρεις σελίδες. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 η οποία συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται πως μετά την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης από νέο δικηγόρο στις 28.2.2007 διαπιστώθηκε ότι η υπεράσπιση έπρεπε να τροποποιηθεί διά της προσθήκης νέων στοιχείων και θεμάτων καθώς και ανταπαίτησης έτσι ώστε να μπορέσουν να παρουσιάσουν με καλύτερο τρόπο την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους σε όλη της τη διάσταση. Τα περισσότερα στοιχεία, αναφέρει ο ομνύων τα έχει λάβει πρόσφατα και θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα θέματα τα οποία είναι απαραίτητα να ακουστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η αίτηση γίνεται καλή τη πίστη και οι ενάγοντες δεν πρόκειται να υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση με την οποία ισχυρίζονται πως η αίτηση δεν δικαιολογείται καθόλου στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη ομολογία του Εναγομένου 1, ότι ο Εναγόμενος 1 κωλύεται δι΄ εγγράφων και συμπεριφοράς να επιχειρεί την τροποποίηση της υπεράσπισης του με την εισαγωγή γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν τη σύναψη του επίδικου δανείου και πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή στην υπεράσπιση θεμάτων άσχετων με την αιτία αγωγής και στόχο έχει την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης εναντίον του. Περαιτέρω προβάλλεται η θέση πως ο Εναγόμενος 1 έλαβε πάρα πολλές φορές καταστάσεις όλων των λογαριασμών του. Προβάλλεται επίσης κώλυμα λόγω δεδικασμένου να επιχειρείται η εισαγωγή αξιώσεων σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό 0660-11-
- Περαιτέρω αναφέρεται πως η αίτηση δεν στηρίζεται στη σωστή νομική βάση. Προτού προχωρήσω στην ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα και των θέσεων των δύο πλευρών πιστεύω ότι πρέπει να γίνει μια σύντομη αναδρομή στην πορεία της παρούσας υπόθεσης. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 20.8.2003 και στις 4.9.2003 καταχωρίστηκε εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων. Στις 19.9.2003 έγινε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Ακολούθησε απόσυρση του δικηγόρου των εναγομένων και αναβολή της αίτησης για απόφαση για δύο φορές ακολούθως αίτημα για αναβολή απορρίφθηκε και η υπόθεση προχώρησε για απόδειξη. Ορίστηκε για περαιτέρω απόδειξη σε άλλη ημερομηνία και τότε διορίστηκε νέος δικηγόρος για τους εναγομένους και η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Δεν καταχωρίστηκε υπεράσπιση και έγινε νέα αίτηση για απόφαση η οποία αναβλήθηκε αρκετές φορές. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου φαίνεται να εξετάζονταν λογαριασμοί 12 χρόνων. Στις 5.11.2004 αποσύρθηκε εκ νέου η αίτηση μετά από κάποια δήλωση του δικηγόρου των εναγομένων. Δεν καταχωρίστηκε υπεράσπιση ούτε υπήρξε επίλυση της διαφοράς και στις 20.12.2004 καταχωρίστηκε νέα αίτηση για απόφαση η οποία αναβλήθηκε λόγω πρόθεσης του δικηγόρου των εναγομένων να αποσυρθεί. Στις 16.3.2005 καταχωρίστηκε εμφάνιση από νέο δικηγόρο και στις 30.3.2005 καταχωρίστηκε υπεράσπιση. Μετά από αίτηση η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση και έγινε εκ νέου αλλαγή δικηγόρου για να ακολουθήσει η τελευταία αλλαγή δικηγόρου στις 28.2.2007 οπόταν την ημέρα που ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση υπεβλήθη αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων με στόχο τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμούνται οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) A.A.Δ. 33). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από αριθμό παραγόντων η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τέτοιοι παράγοντες είναι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της, ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε κ.ά. (βλ. Pelecanos v. Πελεκάνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075. Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156 και Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746). Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά (πιο πάνω) υπογραμμίστηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στη SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήριο να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης (βλέπε επίσης Εθνική Τράπεζα ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 237). Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Οι τροποποιήσεις που αξιώνονται είναι εκτεταμένες και ταξινομούνται με την αίτηση σε έξι παραγράφους εκτός από τη τροποποίηση του τίτλου του δικογράφου ώστε να περιλαμβάνει και την ανταπαίτηση, οι οποίες συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Προσθήκη μετά την παράγραφο 2 της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος καλεί τους ενάγοντες όπως παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τους λογαριασμούς αρ. 0660-13-068845, 0660-13-071064, 0660-13-78158 και 0660-22-015932 και να αναφερθούν στη σχέση αυτών με το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της έκθεσης απαιτήσεως και τις εν γένει υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες.
- Προσθήκη μετά τη παράγραφο 7 της υπεράσπισης νέας παραγράφου με την οποία να εισάγεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αναφερθούν σε χρήματα που έλαβαν προς όφελος των εναγομένων από την Arab Bank τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των £175.148,38 και που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται στη παράγραφο αυτή κατατέθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που καθορίζονται τα έτη 1992, 1994 και
- Περαιτέρω ζητείται να προστεθεί ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες τελούσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα των εναγομένων με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 να υποστεί ζημιά πέραν των £200.000,
- Εγείρεται επίσης θέμα κωλύματος εκ μέρους των εναγόντων να διεκδικούν συμβατικά δικαιώματα.
- Προσθήκη ισχυρισμών δόλου και/ή αμέλειας εκ μέρους των εναγόντων, υπαλλήλων, αντιπροσώπων και υπηρετών τους για τις οποίες δίδονται λεπτομέρειες.
- Προσθήκη ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος προσέφυγε σε δικηγόρο για νομικές υπηρεσίες και θα υποστεί έξοδα.
- Προσθήκη ανταπαίτησης για τα ακόλουθα ποσά: «(Α) Ποσόν £119.948,29 σεντ, πλέον τόκους 9% από τις 20/4/94 μέχρι εξοφλήσεως ποσόν που καταβλήθηκε και/ή πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγομένου 1 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Β) Ποσόν £25.200,00 σεντ, πλέον τόκους 9% από τις 15/5/92 μέχρι εξοφλήσεως ποσόν που καταβλήθηκε και/ή πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγομένου 1 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Γ) Ποσόν £30.000,00 σεντ, πλέον τόκους 9% από τις 23/3/95 μέχρι εξοφλήσεως ποσόν που καταβλήθηκε και/ή πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγομένου 1 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Δ) Ποσόν £200.000,00 σεντ ζημία που ο Εναγόμενος 1 υπέστη εξ υπαιτιότητος των Εναγόντων και/ή υπαλλήλων τους και/ή ως αποζημιώσεις διά παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως και/ή διαφορετικά όπως αναφέρεται πιο πάνω. (Ε) Οιανδήποτε άλλη Διαταγή ή Θεραπεία. (ΣΤ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. (Ζ) Νόμιμο τόκο. (Η) Τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρ. 00558588S).» Δεν χρειάζεται να αναλύσω τις τροποποιήσεις που επιχειρούνται να γίνουν. Είναι προφανές ότι πρόκειται για νέες θέσεις που προβάλλονται για πρώτη φορά. Πρόθεση του αιτητή είναι να εισάξει στο δικόγραφο του ισχυριζόμενες πληρωμές που έγιναν σε λογαριασμούς των εναγομένων πριν τη χορήγηση του επίδικου δανείου προβάλλοντας επίσης για πρώτη φορά ισχυρισμό για δόλο και αμέλεια των εναγόντων. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί δόλου σχετική αναφορά γίνεται στο White Book 1958 στη σελ. 626 στις επεξηγηματικές σημειώσεις της αντίστοιχης Αγγλικής O.28 r. 1 «Although it has been stated that it is "the universal practice, except in the most exceptional circumstances, not to allow an amendment for the purpose of adding a plea of fraud where fraud has not been pleaded in the first instance" (per Lord Esher, M.R., in Bentley v. Black, 9 T. L. R. 580; cf. Hendrinks v. Montague, 17 Ch. D. 638, 642; Symonds v. City Bank, 24 W. R. 364; Lever v. Goodwin
(1887)W. N. 107, C. A.), yet such an amendment it allowed at an early stage; and in special circumstances at the trial though an adjournment would usually be granted, see Riding v. Hawkins, 14 P. D. 56.» Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση για τροποποίηση με την οποία προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί καθώς και ανταπαίτηση γίνεται 3 ½ περίπου χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε σαφής δικαιολογία για την καθυστέρηση ή να προβάλλονται οποιεσδήποτε ειδικές συνθήκες που να δικαιολογούν το αίτημα σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο. Από το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι οι εναγόμενοι εξέταζαν λογαριασμούς πολλών χρόνων πριν καταχωρήσουν υπεράσπιση. Παρά ταύτα, επιζητείται η τροποποίηση τώρα μετά που ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση με τη γενική αναφορά ότι τα περισσότερα στοιχεία λήφθηκαν πρόσφατα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 η σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. Η δικαιολογία που δίδεται για τη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι αόριστη. Ο αιτητής δεν καθορίζει ποια στοιχεία παρέλαβε πρόσφατα και δεν καθορίζει κατά πόσο μπορούσαν να ληφθούν ενωρίτερα. Η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται ότι επιχειρείται η εισαγωγή θεμάτων που είναι άσχετα με την αιτία αγωγής και γεγονότων που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν χώρα πριν τη σύναψη του επιδίκου δανείου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται αναφορά στους διάφορους λογαριασμούς που αναφέρονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις και επισυνάπτονται αντίγραφα αυτών προς υποστήριξη της θέσης των εναγόντων ότι αυτοί είναι άσχετοι με την αιτία αγωγής. Περαιτέρω προβάλλεται η θέση πως σε σχέση με το λογαριασμό 0060-22-015932 κινήθηκε η αγωγή 2569/03 η οποία αποσύρθηκε ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Οι θέσεις αυτές δεν αντικρούστηκαν από τον αιτητή. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία των τροποποιήσεων που επιδιώκεται να γίνουν ή την πιθανότητα επιτυχίας τους, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα εισάξουν στο δικόγραφο ισχυρισμούς που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα δηλαδή με το δάνειο που χορηγήθηκε στους εναγομένους το έτος 1999. Η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων επιτρέπεται για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρως όλα τα επίδικα θέματα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Ισχυρισμοί οι οποίοι δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και αν επιτραπεί να εισαχθούν θα έχουν ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και κατά συνέπεια επηρεασμό των δικαιωμάτων του αντιδίκου να τύχει εκδίκασης της υπόθεσης του εντός ευλόγου χρόνου δεν μπορούν να επιτραπούν. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εξετάζει, μεταξύ άλλων και την αναγκαιότητα της τροποποίησης του δικογράφου και τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή στην άλλη πλευρά. Στη παρούσα υπόθεση, όπως φαίνεται από την πορεία της όπως σκιαγραφείται πιο πάνω, υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης και στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με υπαιτιότητα του αιτητή κυρίως λόγω των πολλών αλλαγών δικηγόρου στις οποίες προέβηκε και την καθυστέρηση στην καταχώρηση υπεράσπισης. Σημειώνω ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση υπεράσπισης εδράζετο κυρίως στην εξέταση των λογαριασμών. Όλα τα στοιχεία που ανέλυσα πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση των προθέσεων του αιτητή που φαίνεται να μην είναι άλλοι από την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει, όμως αυτός ο παράγοντας δεν είναι από μόνος του καθοριστικός του αποτελέσματος. Αφού εξέτασα όλους τους σχετικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον μου και έχοντας υπόψη το χρόνο που γίνεται η αίτηση, την απουσία εξηγήσεων για την υποβολή της αίτησης σε αυτό το στάδιο, την πορεία της υπόθεσης μέχρι σήμερα, τη φύση των τροποποιήσεων που επιδιώκονται και τις επιπτώσεις που θα έχει τυχόν έγκριση του αιτήματος στους ενάγοντες, αποφάσισα υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον του αιτητή και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο