Στέλιου Χρυσάνθου ως συνδιαχειριστή της περιουσίας της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη κ.α. ν. Κατερίνας Βίκτωρος Φωτίου, Αρ. Αγωγής: 1327/03, 7 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1327/03 Μεταξύ:
- Στέλιου Χρυσάνθου, ως συνδιαχειριστή της περιουσίας της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία
- Μυροφόρας Στέλιου Χρυσάνθου, ως συνδιαχειρίστριας της περιουσίας της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία
- Στέλιου Χρυσάνθου, ως διαχειριστή της περιουσίας του Σάββα Αντώνη Αλάτη από τη Λευκωσία
- Ελένης Αντώνη Αλάτη από την Ίνεια Εναγόντων και Κατερίνας Βίκτωρος Φωτίου, από τη Λεμεσό Εναγομένης και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 13.4.2006 μεταξύ:
- Στέλιου Χρυσάνθου, ως συνδιαχειριστή της περιουσίας της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία
- Μυροφόρας Στέλιου Χρυσάνθου, ως συνδιαχειρίστριας της περιουσίας της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία
- Στέλιου Χρυσάνθου, ως διαχειριστή της περιουσίας του Σάββα Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία
- Στέλιου Χρυσάνθου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Ελένης Αντώνη Αλάτη, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Κατερίνας Βίκτωρος Φωτίου, από τη Λεμεσό Εναγομένης Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Κορακίδης (κ. Π. Φακοντής για να ακούσει απόφαση) Για Εναγομένη: κ. Μ. Βασιλειάδης --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες σαν διαχειριστές της περιουσίας της Ιουλιανής, του Σάββα και της Ελένης Αντωνίου Αλάτη αξιώνουν ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου με αριθμό 357, Φ/Σχ. ΧXXV/25 στο χωριό Δρούσια το οποίο βρίσκεται εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγομένης και την εγγραφή του στο όνομα τους. Είναι ισχυρισμός τους ότι η Εναγομένη πέτυχε την επ' ονόματι της εγγραφή παράνομα, με δόλο και απάτη εξασφαλίζοντας ψευδώς πιστοποιητικό της Χωριτικής Αρχής Δρούσιας ότι είχε στη κατοχή της το ακίνητο για τριάντα και πλέον χρόνια και ότι η μητέρα της ήταν θυγατέρα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά και η ίδια εγγονή της. Αντίθετα η Εναγομένη υποστήριξε ότι η μόνη νόμιμος δικαιούχος του ακίνητου ήταν η ίδια σαν η εγγονή της Κατερίνας Γιαννή στο όνομα της οποίας το κτήμα αυτό βρισκόταν καταχωρημένο. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο Στέλιος Χρυσάνθου (Μ.Ε. 1), η Μυροφόρα Χρυσάνθου (Μ.Ε. 2), ο Ανδρέας Γεωργίου (Μ.Ε. 3), ο Στέλιος Κουππάρης (Μ.Ε. 4) και ο Ματθαίος Αταλιώτης (Μ.Ε. 5). Για την πλευρά της Εναγομένης εκτός από την ίδια κατέθεσε η Σταυρούλλα Κυριάκου (Μ.Υ. 1), η Χαρούλλα Χαριλάου (Μ.Υ. 2) και η Δέσποινα Αζίνα (Μ.Υ. 3). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου, Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva,
(2002)
(1)(Α) Α.Α.Δ. 454, Theomaria Estates v. Mason
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 256 αλλά και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον του. Ο Στέλιος Χρυσάνθου (Μ.Ε. 1) μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν φυσικά και αβίαστα, χωρίς καθόλου να διστάζει, να σκέφτεται και να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Με την απλότητα του λόγου του περιέγραψε τα γεγονότα με θετικό και ανεπιτήδευτο τρόπο, στοιχεία που καταδεικνύουν τη γνησιότητα της εκδοχής του. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι μοναδικοί κληρονόμοι της γιαγιάς του Κατερίνας Γιαννή Στηθιά στο όνομα της οποίας το ακίνητο ήταν καταχωρημένο, ήταν η μητέρα του Ελένη, η θεία του Ιουλιανή και ο θείος του Σάββας Αντώνη Αλάτη. Δεν γνωρίζει την Εναγομένη η οποία δεν έχει οποιαδήποτε συγγένεια με την Κατερίνα Γιαννή Στηθιά και δεν είναι συγγενής τους. Το ακίνητο μέσα στο οποίο υπήρχε παλαιότερα μία συκιά που ξέρανε στη συνέχεια, το διαχειριζόταν πάντα η Ιουλιανή με τη σύμφωνο γνώμη και των άλλων αδελφών της γιατί ήταν η μόνη που διέμενε στο χωριό. Παλαιότερα όταν μέσα στο κτήμα υπήρχε νερό, φύτευαν βαμβάκι, ενώ από τον καιρό που θυμόταν φύτευαν «άνυδρα» της εποχής γιατί το νερό που υπήρχε προηγουμένως είχε στερέψει. Όταν η ίδια γέρασε και δεν μπορούσε να το καλλιεργεί πλήρωνε άλλους και το έσπερναν Ο ίδιος γνώριζε το κτήμα γιατί του το έδειχνε η μητέρα του η οποία πάντοτε του έλεγε ότι θα έπρεπε να φροντίσουν να εκδοθεί τίτλος. Στην προσπάθεια τους αυτή επισκέφθηκαν σε κάποιο στάδιο τον κοινοτάρχη της Δρούσιας Στέλιο Κουππάρη ο οποίος όμως τους πληροφόρησε ότι είχε ήδη δώσει πιστοποιητικό σε άλλο πρόσωπο για σκοπούς έκδοσης τίτλου. Σαν αποτέλεσμα οι ίδιοι κατάγγειλαν το γεγονός στην αστυνομία της Πόλης Χρυσοχούς. Τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας ότι του λέχθηκαν από την μητέρα του αποτελούν βέβαια εξ' ακοής μαρτυρία η οποία σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 32
(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία και εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να της προσδώσει ανάλογη βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Νόμου κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, ότι ο μάρτυρας ανάφερε τα όσα του έλεγε η μητέρα του η οποία πλέον δεν βρίσκεται στη ζωή και ήταν συνεπώς αδύνατο να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, το ότι είναι πρώτου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, ότι είναι υπό τις περιστάσεις η καλύτερη δυνατή μαρτυρία που μπορούσαν να προσκομίσουν οι Ενάγοντες αλλά και της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα αποδέχομαι πλήρως και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Σαν Μ.Ε. 2 κατάθεσε η Μυροφόρα Στέλιου Χρυσάνθου, σύζυγος του Μ.Ε.
- Αυτή ανάφερε ότι γνωρίζει το ακίνητο γιατί της το έδειχνε η πεθερά της, η ίδια όμως ποτέ δεν μπήκε μέσα και δεν φύτευσε οτιδήποτε. Το χωράφι ήταν κληρονομιά των τριών αδελφών Ελένης, Ιουλιανής και Σάββα και το καλλιεργούσε η Ιουλιανή μαζί με τον άνδρα της το Στυλλή. Στην καλλιέργεια του κτήματος βοηθούσε και η Ιουλία, βαφτιστικιά της Ιουλιανής μαζί με κάποιο άλλο άτομο από τη Δρούσια. Εξήγησε και αυτή τις ενέργειες που έκαμαν μόλις ανακάλυψαν ότι το κτήμα είχε εγγραφεί στο όνομα της Εναγομένης, καταγγέλλοντας την υπόθεση στην αστυνομία και διερευνώντας τι έγινε μέσω του Κτηματολογίου. Είπε ότι τηλεφώνησε στην Εναγομένη την οποία δεν γνώριζε προηγουμένως και της ζήτησε να τους επιστρέψει το ακίνητο. Μιλώντας της στο τηλέφωνο της ανάφερε ότι αυτό παλαιότερα είχε μέσα συκιά και νερό το οποίο στη συνέχεια στέρεψε. Η μάρτυρας μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Ανάφερε τα γεγονότα όπως τα γνώριζε και όπως της είχαν λεχθεί. Ούτε ισχυρίσθηκε, ούτε προσπάθησε να πει ότι η ίδια γνώριζε ή είδε πράγματα αλλά με ειλικρίνεια περιορίσθηκε να αναφέρει ότι όλα όσα είπε σχετικά με το ακίνητο τα γνώριζε από την πεθερά της. Τα όσα ανάφερε η μάρτυρας ότι της έλεγε η πεθερά της, αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία η οποία για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 γίνονται πλήρως αποδεκτά. Σαν Μ.Ε. 3 κατάθεσε ο Αντρέας Γεωργίου, κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ανάφερε ότι το τεμάχιο 357 πριν την επίδικη εγγραφή δεν ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι οποιουδήποτε προσώπου αλλά βρισκόταν καταχωρημένο στο όνομα των κληρονόμων της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά (Τεκμήριο 3). Εξέθεσε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το κτηματολόγιο για την εγγραφή του ακίνητου στο όνομα της Εναγομένης και ήταν η ακόλουθη: Η Εναγομένη με την αίτηση αρ. Α416/98 (Τεκμήριο 4) αιτήθηκε την επ' ονόματι της εγγραφή του τεμαχίου 357 παρουσιάζοντας πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Ίνειας (Τεκμήριο 5). Ακολούθησε στις 13.11.1998 επιτόπια έρευνα από αρμόδιο λειτουργό και ετοιμάσθηκε άλλο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6), σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο μέχρι το 1965 κατείχετο από την Ευτυχία Ιωνά Κυριάκου η οποία ήταν θυγατέρα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά και μοναδική της κληρονόμος η οποία το κατείχε συνέχεια και αδιαφιλονίκητα μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού. Σύμφωνα με το μάρτυρα, η σπουδαιότητα του δεύτερου πιστοποιητικού ημερ. 13.11.1998 (Τεκμήριο 6) έγκειται στο ότι με αυτό εξακριβώνεται ποιο είναι το πρόσωπο που δικαιούται σε εγγραφή. Με βάση την πιο πάνω διαδικασία εκδόθηκε στις 15.12.99 η εγγραφή 13704 επ΄ ονόματι της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Μαρτύρησε αμερόληπτα και αντικειμενικά μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και της εργοδότησης του στο κτηματολόγιο. Σαν αποτέλεσμα της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν, αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός από το σημείο που ανάφερε ότι όταν η Εναγομένη αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για την έκδοση τίτλου με την αίτηση 416/98 υπέβαλε μαζί πιστοποιητικό του Κοινοτικού Συμβουλίου Ίνειας. Και αυτό γιατί το σημείο τούτο έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 που είναι το πιστοποιητικό που κατατέθηκε με την αίτηση και το οποίο υπογράφει ο κοινοτάρχης της Δρούσιας και όχι της Ίνειας. Εν πάση περιπτώσει η αντίφαση αυτή δεν είναι ικανή να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του αφού κρίνεται ότι δεν ήταν προϊόν ηθελημένης παραποίησης της αλήθειας. Σαν Μ.Ε. 4 κατέθεσε ο Στέλιος Κουππάρης, κοινοτάρχης του χωριού Δρούσια, ηλικίας 60 χρόνων. Αυτός μου έκαμε άριστη εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν αυθόρμητος και πηγαίος και απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν εντελώς φυσικά, αβίαστα και χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό. Γνωρίζει όπως είπε το επίδικο τεμάχιο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ήταν μικρός. Μέσα σε αυτό έβλεπε πριν πολλά χρόνια δύο γυναίκες, την Ιουλιανή και την Ελένη, να το καλλιεργούν. Δεν γνώριζε αν η Ιουλιανή και η Ελένη είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη Κατερίνα Γιαννή Στηθιά την οποία επίσης δεν γνώριζε. Περιγράφοντας τα όσα προηγήθηκαν της σύνταξης των πιστοποιητικών (Τεκμήρια 5 και 6) είπε ότι μια μέρα τον επισκέφθηκε η Εναγομένη μαζί με κάποιο άνδρα και του είπε ότι η μητέρα της είχε ένα κτήμα στην περιοχή «Λευτζιή» που βρίσκεται στα σύνορα των χωριών Δρούσιας και Ίνειας. Τότε αυτός άνοιξε το βιβλίο για να δει σε ποιο συγκεκριμένο χωριό βρισκόταν το ακίνητο και άρχισε να διαβάζει τα ονόματα των προσώπων στο όνομα των οποίων τα ακίνητα ήταν καταχωρημένα. Παρά το ότι η Εναγομένη ποτέ δεν του είπε καθαρά ότι είναι εγγονή της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά, όταν διαβάζοντας τα ονόματα, διάβασε το όνομα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά η Εναγομένη του είπε «εν τούτη» και του ζήτησε να τους πάρει να τους δείξει το χωράφι, πράγμα που έκανε. Στη συνέχεια κάποια υπάλληλος του κτηματολογίου με το όνομα Αζίνα ήλθε για να εξετάσει την υπόθεση. Εξέθεσε τα γεγονότα που τον οδήγησαν στη χορήγηση των πιστοποιητικών με βάση τα οποία η Εναγομένη εξασφάλισε την εγγραφή του ακινήτου, λέγοντας ότι τα χορήγησε παρασυρόμενος από το γεγονός ότι και οι δύο είχαν το όνομα Κατερίνα, εννοώντας προφανώς τη Κατερίνα Γιαννή Στηθιά και την Εναγομένη και γιατί όταν ανάφερε στην Ελένη σε κάποια συνάντηση τους, ότι η εγγονή της ζήτησε πιστοποιητικό για το ακίνητο του είπε να της το δώσει. Είπε ότι από λάθος χορήγησε το πιστοποιητικό και ότι ντρέπεται γι' αυτό. Ανάφερε χαρακτηριστικά «δεν συμφωνώ με αυτά που υπόγραψα γιατί ήταν ένας ξεγελασμός. Όταν κάνω λάθος θα το παραδεχθώ. Έδωσα το μαρτυρικό, δεν το αρνούμαι, μάλιστα έκαμα λάθος». Η άριστη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, ο οποίος απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αφοπλιστικά γνήσιο και ειλικρινή τρόπο δεν μου αφήνουν καμιά απολύτως αμφιβολία για την αλήθεια των όσων κατέθεσε γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Τέλος σαν Μ.Ε. 4 κατέθεσε ο Ματθαίος Αταλιώτης, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ο οποίος κατάθεσε τα διαχειριστικά διατάγματα που εκδόθηκαν στις αιτήσεις διαχείρισης με αρ. 181/02, 210/02 και 12/06 και αφορούν την Ιουλιανή, τον Σάββα και την Ελένη Αντώνη Αλάτη, Τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα. Η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή αφού αυτός κατάθεσε με θετικό τρόπο τα όσα προέκυπταν από τους φακέλους που υπό την ιδιότητα του Πρωτοκολλητή έχει στη κατοχή του. Η Μ.Υ. 1 Σταυρούλα Κυριάκου η οποία είναι ξαδέλφη της Εναγομένης ισχυρίσθηκε ότι γνωρίζει το ακίνητο γιατί όταν ήταν μικρή έπαιρνε σε αυτό και πότιζε τα ζώα τους. Την έστελλε ο πατέρας της λέγοντας της ότι ανήκει στη θεία της. Το κτήμα ήταν πάντοτε ακαλιέργητο, «μαζέρι» όπως το χαρακτήρισε και μέσα υπήρχαν μόνο «μαζιά» και μια συκιά, κοντά στην οποία υπήρχαν πολλές «κολύμπες» από νερό. Γνώριζε ότι η Ιουλιανή, η Ελένη και κάποια Βασιλεία ήταν αδελφές αλλά δεν τις είδε ποτέ να καλιεργούν το ακίνητο. Πριν το 1998, 1999 η Εναγομένη ουδέποτε τους ανάφερε οτιδήποτε για την ύπαρξη του ακινήτου. Εκείνο τον καιρό η Εναγόμενη «σκέφτηκε» μήπως είχαν κανένα χωράφι και γι' αυτό ρωτούσε συνέχεια τη μητέρα της αν είχαν και που ήταν. Η τελευταία γνώριζε για την ύπαρξη του χωραφιού και είπε στην Εναγομένη ότι είχαν ένα χωράφι στην περιοχή «Λευτζιή». Αυτή μου έκαμε πολύ άσχημη εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Από το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε ήταν εμφανές ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά μόνο για να βοηθήσει την Εναγομένη στην υπόθεση της. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, μετά από σκέψη και με πολύ πονηρό τρόπο που ήταν πασιφανής ακόμα και από το βλέμμα της, κάτι βέβαια που δεν μπορεί να διαφανεί από τα πρακτικά. Δεν έδιδε σταθερές απαντήσεις αλλά προσπαθούσε να τις προσαρμόσει με τρόπο που η ίδια αντιλαμβανόταν ότι εξυπηρετούσε την υπόθεση της Εναγομένης. Παρά το ότι αρχικά δεν μπορούσε να θυμηθεί και να πει με βεβαιότητα αν πήγαν μαζί με την Εναγομένη στο ακίνητο για να της το δείξει, στη συνέχεια παρουσιάσθηκε βέβαιη ότι δεν είχαν πάει. Ακολούθως και διαφοροποιώντας και πάλι την απάντηση της είπε ότι δεν ήταν βέβαιη για το τι είχε γίνει. Τα όσα ανάφερε σε σχέση με τη γνώση της Εναγομένης και της μητέρας της για την ύπαρξη του χωραφιού δημιουργούν την απορία γιατί η μητέρα εφόσον η ίδια γνώριζε την ύπαρξη του ποτέ δεν ανάφερε οτιδήποτε στη κόρη της. Δημιουργείται επίσης το ερώτημα γιατί η Εναγομένη χρειάσθηκε να ρωτήσει «επανειλημμένα» τη μητέρα της αν είχαν οποιοδήποτε χωράφι χωρίς η τελευταία να της αναφέρει οτιδήποτε για την ύπαρξη του συγκεκριμένου ακινήτου αμέσως μόλις τη ρώτησε για πρώτη φορά. Αν πράγματι ήταν αλήθεια τα όσα ισχυρίσθηκε η μάρτυρας, τότε λογικό και αναμενόμενο θα ήταν, ακόμα και στην απομακρυσμένη περίπτωση που τίποτε η μητέρα δεν είχε προηγουμένως αναφέρει στη κόρη της για την ύπαρξη του ακινήτου, να της το έλεγε αμέσως μόλις η τελευταία ρωτούσε σχετικά χωρίς να υπάρξει η ανάγκη να ρωτά συνέχεια. Προκύπτει περαιτέρω εύλογα το ερώτημα γιατί να παραστεί ανάγκη να τους βοηθήσει ο κοινοτάρχης να βρουν το ακίνητο αφού η μητέρα της Εναγομένης γνώριζε για την ύπαρξη του και τη τοποθεσία του. Ο ισχυρισμός της ότι μέσα στο επίδικο ακίνητο, υπήρχαν «κολύμπες» από νερό έρχεται σε αντίθεση με αυτά που είπε ο Μ.Ε. 4 ο οποίος ανάφερε ότι «το χωράφι δεν ζούμιζε» και του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή. Από την όλη στάση και συμπεριφορά της από το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε είμαι πεπεισμένη ότι με πλήρη γνώση και συναίσθηση της αναλήθειας των όσων ανέφερε, σκόπιμα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της εκτός μόνο ότι μέχρι το 1998, 1999 η Εναγομένη ποτέ δεν τους ανάφερε οτιδήποτε για την ύπαρξη του ακινήτου, ότι εκείνο το καιρό η τελευταία ρωτούσε συνέχεια τη μητέρα της αν είχαν κάποιο χωράφι και που βρισκόταν και ότι ο κοινοτάρχης ήταν αυτός που βοήθησε την Εναγόμενη να το βρει. Σαν Μ.Υ. 2 μαρτύρησε η Χαρούλα Χαριλάου, υπάλληλος στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Αυτή μαρτύρησε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της με αντικειμενικότητα και χωρίς μεροληψία γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η καταχώρηση της γέννησης της Ελένης Αντώνη Αλάτη στο βιβλίο θανάτου και γεννήσεων του χωριού Ίνειας έγινε μετά από πάροδο κάποιων χρόνων και συγκεκριμένα στις 6.3.1984 με ένορκο δήλωση. Όπως προκύπτει από το βιβλίο η Ελένη είχε πατέρα τον Αντώνη Αλάτη και μητέρα την Κατερίνα Γιαννή ενώ από τη καταχώρηση δεν φαίνεται να είχε αδέλφια. Για τις γεννήσεις του Σάββα και της Ιουλιανής Αντώνη Αλάτη δεν υπάρχει στο βιβλίο σχετική καταχώρηση. Διευκρίνισε ότι παλαιότερα δεν καταχωρούνταν όλες οι γεννήσεις και γι' αυτό δεν είναι ασύνηθες κάποια πρόσωπα να μην είναι καταχωρημένα στα σχετικά βιβλία παρά το ότι είχαν και ταυτότητα και εκλογικά βιβλιάρια. Ξεκαθάρισε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τα πρόσωπα αυτά γιατί κλήθηκε να μαρτυρήσει μόνο για την Ελένη Αλάτη. Σαν Μ.Υ. 3 κατέθεσε η Δέσποινα Αζίνα, κτηματολογικός γραφέας. Αυτή ήταν το πρόσωπο το οποίο έκαμε την επιτόπια έρευνα στις 13.11.1998 και στην οποία ήταν όπως είπε παρόντες η Εναγομένη, ο σύζυγος της και ο κοινοτάρχης της Δρούσιας. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 6 είπε ότι το πιστοποιητικό αυτό το συνέταξε η ίδια κατόπιν πληροφοριών που της έδωσε ο κοινοτάρχης. Η διαδικασία εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της Εναγομένης έγινε στη βάση των πληροφοριών ότι η Ευτυχία Ιωνά Κυριάκου ήταν θυγατέρα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά. Η μάρτυρας δεν μου έκαμε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Κατάθεσε στο Δικαστήριο με τρόπο αλαζονικό και υπεροπτικό. Ενδεικτικό παράδειγμα της στάσης της είναι ότι αρνήθηκε να απαντήσει συγκεκριμένη ερώτηση λέγοντας κατά λέξη με στομφώδες μάλιστα ύφος «δεν κρίνω ότι είναι απαραίτητο να απαντήσω». Παρά το ότι ξεκάθαρα ανάφερε στο Δικαστήριο ότι έχει πολύ καλή μνήμη και θυμάται πολύ καλά όλα τα γεγονότα, σαν να έγιναν χθες όπως χαρακτηριστικά είπε, στη συνέχεια δεν παρουσιάσθηκε να θυμάται όλα όσα συνέβησαν με τη δυνατή μνήμη που όπως είπε διαθέτει. Δεν ήταν σταθερή στις απαντήσεις τις οποίες έδιδε και σε πολλές περιπτώσεις τις προέβαλλε με γενικόλογο και αόριστο τρόπο. Ενώ σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της ανάφερε ότι στην επιτόπια έρευνα ήταν παρών και ο κοινοτάρχης της Δρούσιας, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είπε ότι δεν πήγε στο επίδικο τεμάχιο με το κοινοτάρχη. Ενώ στη κύρια εξέταση με στόμφο επαναλάμβανε ότι συνέταξε το Τεκμήριο 6 κατόπιν πληροφοριών που τις έδωσε ο κοινοτάρχης, σε υποβολή που της έγινε κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι η ίδια τον ρωτούσε και αυτός της απαντούσε. Σε άλλη υποβολή ότι το ετοίμασε με βάση το προηγούμενο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) που είχε επισυναφθεί στην αίτηση (Τεκμήριο 4) δεν έδωσε ξεκάθαρη και σταθερή απάντηση, λέγοντας τελικά ότι τις πληροφορίες τις έλαβε όχι μόνο από το κοινοτάρχη αλλά και από την ίδια την Εναγομένη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της εκτός μόνο ότι στις 13.11.1998 διενήργησε επιτόπια έρευνα στο επίδικο ακίνητο, ότι η Εναγομένη της είπε ότι είναι εγγονή της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά και ότι η διαδικασία εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της Εναγομένης έγινε στη βάση των πληροφοριών ότι η Ευτυχία Ιωνά Κυριάκου ήταν θυγατέρα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά. Τέλος κατάθεσε η ίδια η Εναγομένη. Αυτή ανάφερε ότι είναι κόρη της Ευτυχίας Ιωνά και εγγονή της Κατερίνας Γιαννή, γιαγιάς της από την πλευρά της μητέρας της. Επέμενε ότι το κτήμα ανήκε στη γιαγιά της η οποία δεν γνωρίζει αν λεγόταν και Κατερίνα Γιαννή Στηθιά. Η μητέρα της η οποία πέθανε στις 4.5.1999 πάντοτε της ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στη γιαγιά της και την παρότρυνε να προχωρήσει σε εγγραφή του επ' ονόματι της αλλά η ίδια αμελούσε. Ο ισχυρισμός της αυτός ότι η μητέρα της «πάντοτε» της έλεγε για το συγκεκριμένο ακίνητο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Μ.Υ. 1 η οποία ισχυρίσθηκε ότι η Εναγομένη γύρω στο 1998, 1999 άρχισε να ρωτά συνέχεια τη μητέρα της άν είχαν οποιοδήποτε ακίνητο στο χωριό. Παρ' όλη την επιμονή της ότι το κτήμα ανήκε στη γιαγιά της Κατερίνα Γιαννή, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της προβάλλοντας τον ισχυρισμό αυτό παρουσιάσθηκε πάρα πολύ δισταχτική και με φωνή που κόμπιαζε και έτρεμε εμφανώς κάτι βέβαια που δεν εμφαίνεται από τα στυγνά πρακτικά. Παρά το γεγονός ότι όπως είχε πει διαθέτει πάρα πολύ καλή μνήμη δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος ετοίμασε το Τεκμήριο
- Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρόπος που απαντούσε σε πολλές ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν πολύ έντονος και σε πολλές περιπτώσεις ύψωνε τον τόνο της φωνής της και κοίταζε με ύψος οργισμένο. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά της ήταν τέτοια που μου δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της εκτός μόνο ότι είναι θυγατέρα της Ευτυχίας Ιωνά και εγγονή της Κατερίνας Γιαννή και ότι τις πληροφορίες για το όνομα της γιαγιάς και της μητέρας της έδωσε η ίδια στη κτηματολόγο Δέσποινα Αζίνα όπως επίσης ότι αυτή έδωσε πληροφορίες στους αζάδες της Χωριτικής Αρχής Δρούσιας. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο καταλήγει ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Η Εναγομένη στις 2.4.1998 αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με την αίτηση Α 416/98 (Τεκμήριο 4) ζητώντας την επ' ονόματι της εγγραφή του τεμαχίου 357, φύλλο/σχέδιο ΧΧΧV/25 στη τοποθεσία «Ξερολίμνη» του χωριού Δρούσια το οποίο βρισκόταν καταχωρημένο επ' ονόματι των κληρονόμων της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά. Η αίτηση συνοδευόταν από πιστοποιητικό ημερ. 2.4.1998 υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και μέλη της κοινότητας Δρούσιας (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με αυτό η Κατερίνα Βίκτωρος Φωτίου, σύζυγος Μιχαλάκη Φωτίου είχε στην αδιαφιλονείκητο κατοχή της το ακίνητο για περίοδο πλέον των τριάντα χρόνων. Ακολούθησε στις 13.11.1998 επιτόπια έρευνα από τη κτηματολόγο Δέσποινα Αζίνα. Την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε από τη Χωριτική Αρχή του χωριού Δρούσιας νέο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6) στο οποίο πιστοποιείται ότι το τεμάχιο 357, του φύλλου/σχεδίου XXXV/25 το οποίο ήταν καταχωρημένο στους κληρονόμους της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά, κατείχετο από την Ευτυχία Ιωνά Κυριάκου, θυγατέρα της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά και μοναδική της κληρονόμο μέχρι το 1965 που το δώρισε στη θυγατέρα της Κατερίνα Βίκτωρος Φωτίου η οποία το κατείχε συνέχεια και αδιαφιλονίκητα μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω το κτηματολόγιο στις 15.12.1999 προέβη στην εγγραφή του τεμαχίου στο όνομα της Κατερίνας Βίκτωρος Φωτίου. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης κατά την αγόρευση του ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προχωρήσουν την αξίωση τους με αγωγή και ότι το ορθό ένδικο μέσο που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν είναι αυτό της έφεσης/αίτησης δυνάμει του άρθρου 61 του Νόμου. Στην πρόσφατη υπόθεση Γιαννούλα Χαραλάμπους v. Ανδρέα Γεωργίου κ.α. 2005
(1)(Α) Α.Α.Δ. 515, επαναλήφθηκε ότι: «διεκδικήσεις περιουσιακών δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία επαφίενται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία αρμόδιου Δικαστηρίου και προωθούνται με αγωγή». Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων η επίδικη εγγραφή δεν αποδίδεται σε λάθος του κτηματολογίου αλλά σε δόλια και/ή δια ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης απόσπαση από τη Χωρητική Αρχή Δρούσιας των πιστοποιητικών που αναφέρονται πιο πάνω. Κρίνεται ότι τα όσα εγείρονται με την αγωγή δεν αποτελούν ζητήματα κτηματολογικής φύσης με την έννοια του άρθρου 61 του Κεφ. 224 αφού έχουν σαν αντικείμενο την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου και αφορούν διεκδίκηση περιουσιακού δικαιώματος που ορθά προωθήθηκε με αγωγή. Εκείνο που το Δικαστήριο θα πρέπει στο στάδιο αυτό να εξετάσει είναι αν η εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγομένης ήταν νόμιμη. Η «εγγραφή-τίτλος» αποτελεί μόνο εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας. Το τεκμήριο αυτό της ιδιοκτησίας είναι μαχητό και μπορεί να προσβληθεί (βλ. Hj Salih Mihtat v. Diamantoy Loiza VI CLR 13). Στην υπόθεση Παναγιώτου v. Σόνια Χ"Κυριάκου, πιο πάνω αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κύριος, σημαίνει το πρόσωπο το δικαιούμενο να εγγραφεί ως κύριος οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, είτε τούτο είναι εγγεγραμμένο, είτε όχι - (Άρθρο 2 του Νόμου). Η "εγγραφή" είναι καταχώριση στο Μητρώο του Κτηματολογίου. Η "εγγραφή - τίτλος" αποτελεί μόνον εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας. Το τεκμήριο αυτό της ιδιοκτησίας είναι μαχητό και μπορεί να προσβληθεί - (βλ. μεταξύ άλλων Hj. Salih Mihrat v. Diamantou Loiza VI C.L.R. 13). Στην υπόθεση Molla Mustafa Haji Ahmed v. Abdul-Kadir Hassan, VII C.L.R. 42, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Any person who wishes to take advantage of the law must not only be registered but have a right to be registered. When a person claims to have a right superior to that acquired by occupation for the prescribed time he must at all events prove that right - that is to say - he must prove not only that he is registered but that he has a right to be registered. Registration alone is not sufficient. (βλ. επίσης Thomas Antoni Theodorou v. Christos Theori Hadji Antoni, 1961 C.L.R. 203 Myrofora Nicou Socratous v. Nicolas Michael Mezou
(1975)1 C.L.R. 62). Η κατοχή κτήματος είναι συνυφασμένη στενά με την ιδιοκτησία». Η επίδικη εγγραφή επ' ονόματι της Εναγομένης έγινε μετά από αίτηση της στο κτηματολόγιο (Τεκμήριο 4) και συνοδευόταν από το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Δρούσιας (Τεκμήριο 5). Ακολούθησε στις 13.11.1998 η διενέργεια επιτόπιας εξέτασης και η έκδοση νέου πιστοποιητικού από τη Χωρητική Αρχή (Τεκμήριο 6). Στο πρώτο πιστοποιητικό πιστοποιείται ότι αυτή είχε στην αδιαφιλονείκητο κατοχή της το επίδικο ακίνητο για χρονική περίοδο πέραν των τριάντα χρόνων και στο δεύτερο ότι το επίδικο ακίνητο κατείχετο από την Ευτυχία Ιωνά Κυριάκου θυγατέρα και μοναδική κληρονόμο της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά μέχρι το 1965 που αυτή το δώρισε στη δική της θυγατέρα, την Εναγομένη η οποία το κατείχε συνέχεια μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού. Ο Μ.Ε.4 κοινοτάρχης του χωριού Δρούσιας ήταν το πρόσωπο που εξέδωσε τα δύο πιστοποιητικά. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του η οποία έγινε αποδεκτή, τα όσα πιστοποίησε δεν του ήταν προσωπικά γνωστά. Παρά το γεγονός αυτό, τούτο δεν αναφέρεται στο εκδοθέν πιστοποιητικό και σε αυτό δεν κατονομάζονται οι πληροφοριοδότες του. Το άρθρο 82
(3)του Κεφ. 224 επιβάλλει όπως στην περίπτωση κατά την οποία τα γεγονότα που πιστοποιούνται δεν είναι προσωπικά γνωστά στο κοινοτάρχη και στα μέλη της Χωρητικής Αρχής που τα πιστοποιούν να κατονομάζονται σε αυτά οι πληροφοριοδότες, κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση (βλ. Aradipioti v. Kyriakou & Others
(1997)1 CLR 381) με αποτέλεσμα το εκδοθέν πιστοποιητικό να είναι λανθασμένο. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «. υπό το φώς της μαρτυρίας ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα που πιστοποιήθηκαν από τη Χωρητική Αρχή Ορόκλινης δεν ήταν εντός της προσωπικής τους γνώσης έχουμε την άποψη ότι το πιστοποιητικό έχει αποδειχθεί ψευδές και ότι εσφαλμένα έχει αξασφαλιστεί η εγγραφή γιατί παραβίαζε τις πρόνοιες του άρθρου 82
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή & Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224». Πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι ο κοινοτάρχης της Χωρητικής Αρχής Δρούσιας, Μ.Ε. 4 όχι μόνο δεν υποστήριξε την αλήθεια του περιεχομένου του πιστοποιητικού που εξέδωσε αλλά εξηγώντας τα γεγονότα που τον οδήγησαν στην έκδοση του ευθαρσώς δήλωσε ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα «ξεγελασμού» όπως χαρακτηριστικά είπε. Όπως έχει προκύψει από τη δοθείσα μαρτυρία η γιαγιά της Εναγομένης ήταν η Κατερίνα Γιαννή και όχι η Κατερίνα Γιαννή Στηθιά. Παρά το γεγονός αυτό δεν δίστασε η Εναγομένη να παραστήσει ψευδώς ότι είναι εγγονή της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά αναφέροντας το στη κτηματολόγο Δέσποινα Αζίνα και στα μέλη της Χωρητικής Αρχής και αφήνοντας αυτό να νοηθεί στο κοινοτάρχη εξασφαλίζοντας έτσι το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6). Ενώ δεν γνώριζε που ακριβώς βρισκόταν το κτήμα και ζήτησε από το κοινοτάρχη να της το δείξει, εξασφάλισε πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής ότι τούτο βρισκόταν στη συνεχή και αδιαφιλονείκητο κατοχή της ίδιας και των προγόνων της. Οι πιο πάνω πράξεις της Εναγομένης έγιναν με σκοπό να εξαπατήσει το κτηματολόγιο για να εξασφαλίσει την επ' ονόματι της εγγραφή του ακινήτου κάτι που πέτυχε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού με βάση το οποίο η Εναγομένη εξασφάλισε την επ' ονόματι της εγγραφή του ακινήτου είναι λανθασμένο και ψευδές και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σαν αποτέλεσμα το οικοδόμημα στο οποίο βασίσθηκε και πέτυχε την επ' ονόματι της εγγραφή του ακινήτου έχει καταρρεύσει. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη εγγραφή ήταν αποτέλεσμα παραστάσεων και ενεργειών της Εναγομένης που δεν έγιναν καλόπιστα. Για τους πιο πάνω λόγους η εγγραφή του κτήματος στο όνομα της Εναγομένης θα πρέπει να ακυρωθεί. Πρέπει πάντως στο σημείο αυτό να τονισθεί η ανάγκη όπως οι αρμόδιες Χωρητικές Αρχές επιδυκνύουν περισσότερη επιμέλεια στην έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών τα οποία καθορίζουν περιουσιακά δικαιώματα, υποχρέωση που η ανάγκη τήρησης της έχει επαναλειμμένα τονισθεί από τα Δικαστήρια. Προς απόδειξη του κληρονομικού δικαιώματος της Ιουλιανής, του Σάββα και της Ελένης Αντώνη Αλάτη στην περιουσία της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά, μαρτυρία έδωσαν ο Μ.Ε. 1 εγγονός της από την πλευρά της μητέρας του Ελένης και η Μ.Ε. 2, σύζυγος του Μ.Ε. 1. Ο Μ.Ε. 1 μαρτύρησε για τη συγγενική σχέση του ίδιου με την αποβιώσασα Κατερίνα Γιαννή Στηθιά και κατονόμασε σαν κληρονόμους της, τα τρία της παιδιά, τη μητέρα του Ελένη και τα αδέλφια της Ιουλιανή και Σάββα, οι διαχειριστές των οποίων εγείρουν την παρούσα αγωγή. Το ίδιο μαρτύρησε και η σύζυγος του Μ.Ε. 2. Στον Phipson on evidence, 13η έκδοση, σ. 155, §10.01 αναφέρεται ότι, «When a party´s identity is in issue, it may be proved or disproved not only by direct testimony, or opinion evidence, but presumptively by similarity or dissimilarity or personal characteristics». Σύμφωνα με τα πιο πάνω θέματα καταγωγής αποδεικνύονται με άμεση μαρτυρία ενώ στις περιπτώσεις που αυτό δεν είναι δυνατό μπορεί να αποδειχθούν και με δηλώσεις αποθανόντων προσώπων. Σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στο σύγγραμμα του Α.Π. Κακογιάννη «Απόδειξη» σ. 432, προφορικές ή γραπτές δηλώσεις προσώπου που πέθανε, γίνονται αποδεκτές για να αποδείξουν τη καταγωγή, δεδομένου ότι το πρόσωπο που έκαμε τη δήλωση ήταν εξ' αίματος συγγενής του προσώπου που η καταγωγή του είναι επίδικη. Στο σύγγραμμα του κ. Ηλιάδη «Απόδειξη - Μια Πρακτική Προσέγγιση» στις σ. 293 και 294 διευκρινίζεται ότι στα πρόσωπα των οποίων οι δηλώσεις μπορούν να γίνουν αποδεκτές, περιλαμβάνονται εκτός των μελών μιας οικογένειας και οι σύζυγοι τους (βλ. 1η Re Charalambous
(1987)1 CLR 427). Με βάση όλα τα πιο πάνω, ότι ο Μ.Ε. 1 είναι εξ' αίματος συγγενής της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά και ότι η Μ.Ε. 2 είναι σύζυγος του Μ.Ε. 1, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι μοναδικοί κληρονόμοι της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά είναι η Ιουλιανή, ο Σάββας και η Ελένη Αντώνη Αλάτη. Είναι νομολογημένο ότι η καταχώρηση κτήματος στο όνομα κάποιου προσώπου για σκοπούς φορολογίας δεν συνιστά τεκμήριο ιδιοκτησίας (βλ. Hadjipetrou v. Papaloucas
(1985)1 CLR 83, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 579 και Π.Ε. 11862 ημερ. 27.6.2005 μεταξύ
- Χριστοδούλου κ.α. v.
- Λεοντίου Γεωργίου Λοίζου και Κύπρου Γεωργίου Λοίζου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεωργίου Πυργώτη ή Λοίζου). Στην υπόθεση Χρ. Χριστοδούλου, πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την αγωγή λέγοντας ότι: «Αναφορικά με την αγωγή έκρινε πως οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν τα επίδικα κτήματα δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος γιατί αυτά ήταν απλά "καταχωρημένα" και όχι εγγεγραμμένα στο όνομα του προγόνου των. Δεν είχε δηλαδή αποδεικτεί η κυριότητα των τελευταίων επί των κτημάτων». Στην υπόθεση Κραμβιάς v. Θεοδοσίου 2000 1(Α) Α.Α.Δ. 267 λέχθηκε ότι «Η αγωγή, άλλωστε δεν αποτελεί μέσο για την εγγραφή περιουσίας επ' ονόματι των κληρονόμων αποβιώσαντος». Όπως έχει προαναφερθεί το επίδικο ακίνητο ήταν πριν την εγγραφή του στο όνομα της Εναγομένης, καταχωρημένο και όχι εγγεγραμμένο στο όνομα των κληρονόμων της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά. Κρίνεται ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν μπορούν να πετύχουν στο μέρος της αξίωσης τους που αφορά την επ' ονόματι τους εγγραφή του ακινήτου δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος αφού τούτο ήταν απλώς καταχωρημένο και όχι εγγεγραμμένο στο όνομα της προγόνου τους. Προέβαλαν όμως οι Ενάγοντες ισχυρισμό για κατοχή του ακινήτου εκ μέρους των κληρονόμων της Κατερίνας Γιαννή Στηθιά. Έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι η Ιουλιανή, με τη σύμφωνο γνώμη των δύο αδελφών της Σάββα και Ελένης διαχειριζόταν το ακίνητο. Για το μήκος της χρονικής περιόδου της κατοχής, ανάφερε ο Μ.Ε. 1, ότι η Ιουλιανή «πάντα» καλλιεργούσε το επίδικο τεμάχιο. Όταν αυτή γέρασε και δεν μπορούσε να το καλλιεργεί πλήρωνε άλλα πρόσωπα και το έσπερναν. Σχετική επίσης είναι η μαρτυρία του Μ.Ε. 4 ο οποίος ανάφερε ότι πριν πολλά χρόνια έβλεπε να καλλιεργούν το κτήμα αυτό κάποια Ιουλιανή και Ελένη που δεν γνώριζε όμως αν ειχαν οποιαδήποτε σχέση με τη Κατερίνα Γιαννή Στηθιά. Με απασχόλησε ιδιαίτερα αν η λέξη «πάντα» που χρησιμοποίησε ο μάρτυρας είναι ικανή για να αποδειχθεί συνεχής και αδιαφιλονίκητη κατοχή του ακίνητου για την προνοούμενη από το Νόμο περίοδο και εάν η μαρτυρία αυτή είναι επαρκής και ικανοποιητική για να καταδείξει τη συμπλήρωση της. Παρά το ότι η λέξη «πάντα» δεικνύει μια διάρκεια και μια συνέχεια δεν προσδιορίζει χωρίς άλλη χρονική αναφορά την έκταση της χρονικής περιόδου που καλύπτει. Κρίνεται ότι η προσκομισθείσα προς το σκοπό αυτό μαρτυρία είναι γενική και αόριστη. Δεν έχει δοθεί ικανοποιητική, σαφής και θετική μαρτυρία που να καταδεικνύει επακριβώς πότε ξεκίνησε η κατοχή του ακινήτου από την Ιουλιανή και μέχρι πότε ακριβώς συνεχίσθηκε έτσι ώστε να εξετασθεί ανάλογα αν ήταν πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, για να διακριβωθεί ποια ήταν η απαιτούμενη περίοδος κατοχής και αν συμπληρώθηκε. Κρίνεται συνεπώς ότι η αξίωση των Εναγόντων για την επ' ονόματι τους εγγραφή του ακινήτου δεν μπορεί να πετύχει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 357/Φυλ./Σχ. XXXV/25 του χωριού Δρούσιας που έγινε στο όνομα της Εναγομένης και επαναφοράς του στην προηγούμενη κατάσταση. Αναφορικά με τα έξοδα και παρά το ότι οι Ενάγοντες έχουν μερικώς μόνο πετύχει στην αξίωση τους κρίνεται ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για απόκλιση από το κανόνα ότι αυτά θα πρέπει να βαρύνουν τον αποτυχόντα διάδικο. Γι' αυτό και τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ., Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο