Νικόλας Ιγνατίου κ.α. ν. Μ. Mitas Developments Limited, Αρ. Αγωγής: 3063/06, 7 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A79 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3063/06 Μεταξύ:
- Νικόλας Ιγνατίου
- Χρίστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του Απόστολου Ιγνατίου εκ Πάφου Εναγόντων και Μ. Mitas Developments Limited Εναγομένων ---------------------------- Ημερομηνία 7 Ιουνίου 2007 Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 12.4.2007 Για Ενάγοντες: κ. Χαραλάμπους με κ. Χαπάρη (ουδείς για να ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου για κ. Παπαθεοχάρους ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------------ Με την κρινόμενη αίτηση, οι ενάγοντες επιζητούν έκδοση διατάγματος διά του οποίου να απαγορεύεται η πώληση, αποξένωση και επιβάρυνση τεσσάρων ακινήτων των εναγομένων, λεπτομερής περιγραφή των οποίων γίνεται στην αίτηση. Δύο από τα ακίνητα, περιγράφονται ως οικόπεδα και βρίσκονται στην περιοχή Αγ. Θεοδώρου Πάφου και τα άλλα δύο είναι χωράφια ευρισκόμενα στα χωριά Πολέμι και Χολέτρια Πάφου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εκ των εναγόντων, Χρίστου Ιγνατίου ο οποίος είναι συνδιαχειριστής με τον πρώτο ενάγοντα της περιουσίας του πατέρα τους, Απόστολου Ιγνατίου. Καταγράφονται σε αυτή, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και συνοψίζονται στα πιο κάτω: Οι ενάγοντες υπό την ιδιότητα των διαχειριστών, ως ανωτέρω, συνήψαν γραπτή συμφωνία με τους εναγόμενους ημερομηνίας 11.10.2004 με την οποία παρείχετο δικαίωμα αγοράς (option) στους εναγόμενους έναντι τιμήματος £560.000 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/5 στην τοποθεσία Ροθέσια του Δήμου Πέγειας. Ως αντάλλαγμα της παραχώρησης αυτού του δικαιώματος, οι εναγόμενοι κατέβαλαν ποσό £15.000 (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω δικαίωμα αγοράς, έπρεπε να ασκηθεί μέχρι 25.10.2004, δικαίωμα που οι εναγόμενοι μετά από υπενθύμιση - επιστολή των εναγόντων (Τεκμήριο 3), όντως άσκησαν την ορισθείσα ημερομηνία (Τεκμήριο 4). Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αγοράς, οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να καταβάλουν μέχρι τις 15.11.2004 το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ήτοι £545.000 οπόταν το κτήμα θα μεταβιβαζόταν επ' ονόματι τους. Σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αγοράς αλλά μη καταβολής του τιμήματος εντός της ταχθείσας προθεσμίας, οι ενάγοντες θα ήσαν ελεύθεροι να διαθέσουν το κτήμα σε τρίτα πρόσωπα. Οι ενάγοντες με επιστολή τους (Τεκμήριο 5) ημερομηνίας 8.11.2004 κάλεσαν τους εναγόμενους να προσέλθουν στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 15.11.2004 για τη μεταβίβαση του κτήματος και εξόφληση του τιμήματος. Με αυτή την επιστολή, καθιστούσαν το χρόνο ουσιώδη και προειδοποιούσαν τους εναγόμενους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τους θεωρούσαν υπόλογους παραβίασης της σύμβασης. Οι εναγόμενοι στις 15.11.2004, η ώρα 15:48 αφού ήδη το Κτηματολόγιο είχε κλείσει, έστειλαν επιστολή με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 6) στους ενάγοντες, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι ήσαν έτοιμοι για αποπληρωμή του τιμήματος και μεταβίβαση του κτήματος στις 18.11.
- Παρά ταύτα, οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τις ανωτέρω υποσχέσεις τους και στις 7.12.2004, μέσω του δικηγόρου τους, απέστειλαν επιστολή (Τεκμήριο 7) με την οποία ανέφεραν ότι τερμάτισαν τη συμφωνία και ζητούσαν επιστροφή του ποσού των £15.000, που ήδη κατέβαλαν. Οι ενάγοντες θεωρούν ότι υπαίτιοι παράβασης της συμφωνίας είναι οι εναγόμενοι και με επιστολές που απέστειλαν, πληροφορούσαν τους εναγόμενους ότι θα πωλήσουν το κτήμα και τους καθιστούσαν υπεύθυνους των ζημιών που θα υφίσταντο. Για σκοπούς μετριασμού των ζημιών τους και για κάλυψη υποχρεώσεων που είχαν, οι ενάγοντες πώλησαν το κτήμα στην εταιρεία P.K.T. FAMILIAR INVESTMENT LTD έναντι ποσού £402.000, θεωρούν ότι η κίνηση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα απώλεια ποσού εκ Λ.Κ. £143.000 που αποτελεί τη διαφορά του τιμήματος που θα εισέπρατταν, αν οι εναγόμενοι δεν αθετούσαν τη συμφωνία τους. Αξιώνεται επίσης ποσό £20.000 ως αμοιβή των επαγγελματικών τους συμβουλών για πώληση του εν λόγω ακινήτου. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση, ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προβάλλουν 13 λόγους οι οποίοι, συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Οι λόγοι αυτοί, μπορούν να ενταχθούν σε ενότητες:
(1)Μη αποκάλυψη όλων των αναγκαίων στοιχείων και γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων (λόγοι 4, 5, 9 και 10).
(2)Μη πλήρωση των προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και λανθασμένη νομική βάση αίτησης (λόγοι 1, 2, 3, 6, 7, 8 και 12).
(3)Παραβίαση της Δ.48 θ.3 που διέπει το θέμα της επίδοσης της αίτησης (λόγος 11).
(4)Παράλειψη των αιτητών να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην ανάγκη ανάληψης προσωπικής υποχρέωσης για αποζημίωση της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση (λόγος 13). Την ένσταση στηρίζει η ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας, κ. Μ. Μίτα. Με αυτήν, αμφισβητούνται τα γεγονότα όπως καταγράφονται στην αίτηση και εκτίθενται εκείνα που κατ' ισχυρισμό του, αποτελούν την πραγματικότητα. Γίνεται αναφορά στους όρους της συμφωνίας η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και οι οποίοι βέβαια δεν αλλάζουν από εκείνους που επικαλούνται οι αιτητές. Δίδεται όμως διαφορετική ερμηνεία στους όρους αυτής και υποστηρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν ήσαν ιδιοκτήτες του κτήματος και δεν μπορούσαν να προβούν σε μεταβίβαση του κτήματος διότι αυτό ήτο βεβαρυμένο με υποθήκες. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ότι η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 7.12.2004, καθόσον αυτή ήταν εξ υπ' αρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη, διότι οι ενάγοντες την υπέγραψαν ως νόμιμοι κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες, ενώ δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση. Η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση, έχει ήδη καταχωρήσει εναντίον των εναγόντων την αγωγή υπ' αριθμό 1492/05 με την οποία επιζητεί επιστροφή του ποσού των £15.000 που παράνομα οι Νικόλας Ιγνατίου και Χρίστος Ιγνατίου κατακρατούν. Σημειώνεται ότι η αγωγή κατεχωρήθη εναντίον των Ιγνατίου, υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα των διαχειριστών, όπως εδώ ενάγουν. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι οι αιτητές έχουν επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και κρινόμενης αίτησης και δεν έχουν καταδειχθεί λόγοι του κατεπείγοντος. Κρίνεται πως πρώτιστο θέμα εξέτασης, είναι το προβαλλόμενο με τους λόγους ένστασης 4, 5, 9 και 10 για απόκρυψη στοιχείων και μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Σαν τέτοιοι προβάλλονται η απόκρυψη των υποθηκών με τις οποίες το κτήμα βαρύνετο και η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι οι Ιγνατίου, δεν ήσαν ιδιοκτήτες του κτήματος. Ο κ. Ερωτοκρίτου με επίκληση νομολογίας επί του θέματος, θεωρεί ότι η παράβαση αυτή είναι σημαντική ώστε από μόνη της, να αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης. Αντιθέτως, ο κ. Χαραλάμπους εισηγείται πως καμία απόκρυψη γεγονότων έγινε και παραπέμπει σε σχετικούς όρους του Τεκμηρίου 2, που καταγράφεται πως οι Ιγνατίου προβαίνουν σε πώληση υπό την ιδιότητα των διαχειριστών της περιουσίας του πατέρα τους και ότι το κτήμα θα μεταβιβαζόταν ελεύθερον εμπράγματου βάρους. Ο προτεινόμενος λόγος, είναι απορριπτέος αφού: Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων που πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο, εφαρμόζεται όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, όπου το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής «Audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν εδόθη διάταγμα μονομερώς. Διεξάγεται ακροαματική διαδικασία κατόπιν επίδοσης της αίτησης και τα θεωρούμενα ως μη αποκαλυφθέντα στοιχεία, έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθούν καταλλήλως. Το γεγονός ότι δεν εξεδόθη διάταγμα μονομερώς, εξαλείφει και τον άλλο προταθέντα λόγο ένστασης ότι δηλαδή δεν κατεδείχθη το κατεπείγον. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα προταθέντα ως μη αποκρυβέντα γεγονότα, οι ίδιοι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύφθησαν σ' αυτούς κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Άλλο η μη αποκάλυψη στοιχείων στο Δικαστήριο και άλλο η μη αποκάλυψη στοιχείων και γεγονότων στους αντισυμβαλλόμενους, κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Το πρώτο είναι μοιραίο, όταν επισυμβαίνει για την τύχη της αίτησης. Το δεύτερο, απλά εξετάζεται στο στάδιο της αίτησης και συνεκτιμάται με τους υπόλοιπους παράγοντες για διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Εγείρεται σαν περαιτέρω λόγος ένστασης η παράλειψη του ενάγοντα να αναφέρει δυνατότητα ανάληψης υποχρέωσης για αποζημίωση της εναγόμενης. Το θέμα υπογραφής εγγύησης από τον ίδιο τον ενάγοντα - αιτούντα, πραγματεύεται στην απόφαση του ο Νικολάτος Δ., στην Αίτηση 64/05 ημερ. 1.8.2005 αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. Αναφέρθηκε μετά από παραπομπή στο άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι καθίσταται επιτακτικό καθήκον, το Δικαστήριο να απαιτήσει από τον ίδιο τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του καθ' ου η αίτηση. Αυτή η υποχρέωση όμως, δεν συνιστά όρο και προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι προϋποθέσεις συζητούνται κατωτέρω. Είναι προϋπόθεση για την έγκυρη σύνταξη, εφαρμογή και ισχύ του διατάγματος. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 9
(2), την ανωτέρω απόφαση αλλά και την απόφαση επί τοις αφορώσι την αίτηση της Δισκοθήκης «Αφρικάνα» Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738, η ανάληψη εγγύησης απαιτείται όταν το διάταγμα εκδίδεται μονομερώς στην απουσία του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδίδεται. Έτερος λόγος ένστασης, είναι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.
- Σ' αυτήν, προνοείται πως μία αίτηση διά κλήσεως με τη συνοδεύουσα αυτήν ένορκη δήλωση και Τεκμήρια, θα πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον 4 μέρες πριν την ακρόαση. Είναι η θέση του κ. Ερωτοκρίτου πως οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση αυτή. Αντίθετα, ο κ. Χαραλάμπους υποδεικνύει ότι η αίτηση ορίσθηκε από το Δικαστήριο σε σύντομο χρονικό διάστημα και δεν υπήρχε η δυνατότητα αυτή. Η υποχρέωση αυτή του αιτητή, ενυπάρχει όταν η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση. Ο λόγος είναι προφανής. Να δοθεί δυνατότητα στον καθ' ου να γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει. Στην κρινόμενη περίπτωση, το Δικαστήριο στις 13.4.2007 όρισε την αίτηση για επίδοση στις 18.4.
- Την ανωτέρω ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες και χρόνος στην καθ' ης για καταχώρηση ένστασης. Επομένως, ούτε οι ανωτέρω πρόνοιες παραβιάσθηκαν αλλά ούτε και τα συμφέροντα της εναγόμενης εθίγησαν. Συνεπώς κρίνεται ότι ούτε ο λόγος αυτός ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτελούν τα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Άρθρο που δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση. Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις, αφού ζητείται βασικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Τίθενται με αυτό, δύο προϋποθέσεις: η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το άρθρο 32 του Ν.14/60, αποτελεί - όπως τονίσθηκε στην αίτηση Certiorari Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 - το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τους, καθορίστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων και είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης, είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις (άρθρα 5 και 32) (βλ. Τσιολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, Resola (Cyprus) Ltd, ανωτέρω). Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, εμπίπτουν με την πρώτη, του πρώτου άρθρου. Γι' αυτό θα εξετασθούν μαζί. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των έγγραφων προτάσεων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον ενάγοντα να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) σελ. 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσου διατάγματος, δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22 (η) (β) του Ν. 14/60 (βλ. Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Δ.Δ. 275). Πρέπει επίσης να αποφύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 284). Αποτελεί εισήγηση του κ. Χαραλάμπους, ότι από την ένορκη δήλωση του κ. Ιγνατίου και την παράθεση των γεγονότων, συνάγεται πως υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και πως έχουν οι ενάγοντες πιθανότητες επιτυχίας. Αντίθετα, ο κ. Ερωτοκρίτου υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες δεν αποδεικνύουν ούτε και στο ελάχιστο την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή καλής βάσης αγωγής. Υπογραμμίζει, ότι η συμφωνία έχει τερματισθεί από την καθ' ης η αίτηση και είναι η καθ' ης που διεκδικεί με αγωγή εναντίον των εναγόντων, αποζημιώσεις για επιστροφή του ποσού της προκαταβολής και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Εξετάζοντας τις ανωτέρω εισηγήσεις και χωρίς να υπεισέρχεται το Δικαστήριο σε διάγνωση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων έγινε γιατί κατ' ισχυρισμό οι πωλητές δεν είχαν εξουσιοδότηση πώλησης και δεν ήσαν ιδιοκτήτες, παρατηρούνται τα εξής: Η αγωγή κατεχωρήθη από τον Νικόλα Ιγνατίου και Χρίστο Ιγνατίου, υπό την ιδιότητα των διαχειριστών της περιουσίας του αποθανόντα πατέρα τους. Σχετικό διαχειριστικό διάταγμα επισυνάφθηκε Τεκμήριο 1, στην κρινόμενη αίτηση. Το διάταγμα αυτό με το οποίο τα ανωτέρω άτομα διορίζοντο διαχειριστές, εξεδόθη την 1.9.1997, ήτοι πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας Τεκμήριο 3. Την ανωτέρω συμφωνία, οι ενάγοντες υπέγραψαν όπως προκύπτει από το κείμενο, με αυτή τους την ιδιότητα. Των διαχειριστών και όχι την προσωπική. Οι διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντα, υπέχουν τα καθήκοντα που ανατίθενται σε αυτούς από το Νόμο και τις αρχές του Δικαίου της επιείκειας. Υπέχουν μεταξύ άλλων, καθήκοντα εμπιστευματοδόχου (άρθρο 31
(1)του Κεφ. 189 και Williams, Mortimer and Sunnucks: Executors Administrations and Probate/London: 18th ed. 2000, Sweet & Maxwell para. 55-57). Οι πρόνοιες του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189 που ρυθμίζουν τόσο τα κληρονομικά θέματα όσο και τις αξιώσεις της κληρονομιάς έναντι τρίτων προσώπων, καθορίζουν ότι η κληρονομιά κάποιου περιέρχεται στους κληρονόμους του, η διαχείριση της οποίας ανατίθεται σε διαχειριστή. Με το άρθρο 34 του Νόμου, ρυθμίζονται τα αποτελέσματα του θανάτου επί ορισμένων βάσεων αγωγής οι οποίες - πλην κάποιων εξαιρέσεων - επιβιώνουν κατά ή ανάλογα με την περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρονομιάς του. Το εδάφιο 7 του ιδίου άρθρου, προνοεί πως για σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου, κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύσει την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο. Και σαν τέτοιο, καθορίζεται ο διαχειριστής. Έχοντας υπόψη ότι το επίδικο κτήμα το οποίο δεν αμφισβητείται ότι ανήκε στον αποβιώσαντα - περιλήλθε στους διαχειριστές οι οποίοι με αυτή τους την ιδιότητα συνήψαν την επίδικη συμφωνία και καταχώρησαν την αγωγή - κρίνεται πως σε αυτό το στάδιο είχαν τέτοιο δικαίωμα και δεν ενήργησαν παράτυπα. Εξάλλου ήσαν οι μόνοι που νόμιμα μπορούσαν να συνάψουν την επίδικη συμφωνία και να κινηθούν δικαστικά (βλ. Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448). Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, τις διαφορές που εντοπίζονται, στοιχειοιθετούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Εξέτασης χρήζει τώρα η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, η οποία ταυτίζεται με τη δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
- Η προϋπόθεση αυτή, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως δε τονίσθηκε στην Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Αν η υπόθεση ως εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Η δέσμευση ακινήτου διατάσσεται όταν καταδειχθεί «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη, ανωτέρω). Γι' αυτό σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας τους (βλ. Γ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή κ.ά. Πολ. Έφεση 12026, ημερ. 8.9.2006). Απαιτείται όμως από την άλλη, η ανάγκη αποκάλυψης κάποιων στοιχείων που να καταδεικνύουν την πρόθεση αυτή και τον κίνδυνο αποξένωσης, τα οποία συναρτώνται με όλα τα στοιχεία της υπόθεσης όπως π.χ. τερματισμός συμφωνίας, απειλή για αποξένωση κλπ (βλ. Κ. Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (Β) A.A.Δ. 1237). Οι σχετικές αναφορές της ενόρκου δηλώσεως για το θέμα τούτο, εκτίθενται στις παραγράφους 5, 6, 7, 8 και
- Αφού περιγράφονται σε αυτές τα αιτούμενα να δεσμευθούν ακίνητα, περιγράφονται και οι επιβαρύνσεις επί των τριών εξ αυτών (των α, β, γ) , οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των £687.
- Υπολογίζουν κατόπιν εκτίμησης, στην οποία προέβη εκτιμητής τους (Τεκμήρια 13 και 14) , ότι η αξία των τριών ακινήτων ήτοι τα (β) (γ) και (δ) της αίτησης είναι £350.000 και σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης θα μειωθεί κατά 25%, ήτοι θα παραμείνει στις £263.
- Οι επιβαρύνσεις δε επ' αυτών, μόνο οι υποθήκες, ανέρχονται στο ποσό των £344.000 πλέον τόκοι. Αποκαλύπτεται ότι για το ακίνητο υπ' αρ. 29678 δεν κατέστη δυνατό να γίνει εκτίμηση διότι απαιτούντο σχέδια. Επειδή πρόκειται για υπό ανέγερση πολυκατοικία εννέα διαμερισμάτων τα οποία είναι ημιτελή, υπολογίζουν την αξία αυτής στο ποσό των £202.
- Βαρύνεται όμως και αυτό με δύο υποθήκες ποσού £234.000 και ένα πωλητήριο έγγραφο (η επιβάρυνση αυτή περιλαμβάνεται στις ανωτέρω αναφερθείσες). Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση ότι η εναγόμενη εταιρεία ασχολείται με την ανάπτυξη γης, γι' αυτό και υπάρχουν κατατιθέμενα στο Κτηματολόγιο μόνο για το υπ' αρ. 23595 ακίνητο, επτά πωλητήρια έγγραφα και οκτώ υποθήκες. Όπως δε προκύπτει από το Τεκμήριο 12, η έρευνα του Κτηματολογίου κατέδειξε πως από τον Ιανουάριο του 2007 μέχρι και το Μάρτιο του ιδίου έτους, οι εναγόμενοι έχουν επιβαρύνει την περιουσία τους με πωλητήρια έγγραφα και υποθήκες. Γι' αυτό, εκφράζεται ο φόβος της πλήρους αποξένωσης της, μέχρι να εκδοθεί τυχόν υπέρ τους απόφαση. Κρίνεται ότι οι φόβοι των εναγόντων είναι βάσιμοι. Όντως, για το χρονικό διάστημα που αναφέρουν, η περιουσία της εναγομένης έχει επιβαρυνθεί με περαιτέρω, από τα υπάρχοντα, εμπράγματα βάρη. Η εναγόμενη ασχολείται με ανάπτυξη γης και πώληση των διαμερισμάτων και οικοδομών που ανεγείρει επ' αυτών. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε επιχείρημα από αμφότερους τους αντιδίκους, από μεν τους ενάγοντες για έκδοση, από δε την εναγόμενη για απόρριψη του αιτήματος. Κρίνεται πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα αποστερήσει τους ενάγοντες από την ανάπτυξη της περιουσίας τους. Θα μπορούν να ανεγείρουν επ' αυτής οικοδομές. Δεν θα μπορούν βέβαια να πωλούν και διαθέτουν αυτή, κατά το δοκούν. Όμως, η μη έκδοση του διατάγματος, θα επιβαρύνει και δυσχεραίνει τη θέση των εναγόντων, οι οποίοι εάν επιτύχουν έκδοση απόφασης υπέρ τους, θα έχουν να αντιμετωπίσουν εμπόδια στην εκτέλεση τους: Αφού, η αξία της αιτούμενης να δεσμευθεί περιουσίας, είναι μικρότερη από τις επιβαρύνσεις που την καλύπτουν, δεδομένης της εκτίμησης που οι ενάγοντες προσήξαν και για την οποία δεν υπήρξε αντίλογος. Βέβαια για το ακίνητο (α) της αίτησης δεν υπάρχει εκτίμηση της αξίας του. Όμως, είναι βεβαρυμένο με επτά πωλητήρια έγγραφα και οκτώ υποθήκες και η αξία των ακινήτων (β), (γ) και (δ) δεν μπορεί να καλύψει (αφαιρουμένων των επιβαρύνσεων) τυχόν εκδοθησόμενη υπέρ των εναγόντων απόφαση. Δεν υπήρξε επίσης αντίλογος στο γεγονός ότι η εναγόμενη δεν έχει άλλη περιουσία ικανή να καλύψει τυχόν υπέρ των εναγόντων εκδοθησόμενη απόφαση. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση των εκτιμήσεων ή του ύψους των επιβαρύνσεων ή εισήγηση για εξαίρεση κάποιων από τα κτήματα ώστε το Δικαστήριο να δύναται να υπολογίσει και τυχόν περιορίσει σε λιγότερα κτήματα την ισχύ του αιτούμενου να εκδοθεί διατάγματος. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνεται ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα με τις τρεις προϋποθέσεις, να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Όπως αναφέρθηκε στην Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή (ανωτέρω), «Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (δέστε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152». Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Το θέμα αναλύεται στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788. Το προσωρινό διάταγμα είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης εγγραφής του κτήματος, ώστε τούτο να μην αποξενωθεί από τους εναγόμενους (Παλαιομυλίτου ν. Παναγιώτου
(2003)1 Α.Α.Δ. 407). Οι ενάγοντες έχουν εξηγήσει γιατί επέλεξαν το χρόνο αυτό για καταχώρηση της αίτησης τους. Ήταν η διάσταση πως η εναγόμενη είχε προβεί σε αρκετές επιβαρύνσεις, ήτοι το Φεβρουάριο και Μάρτιο του
- Σημειώνεται πως κατεχωρήθη η αγωγή τον Οκτώβριο του 2006 αλλά η κρινόμενη αίτηση κατεχωρήθη στις 12.4.
- Δεν συνδέθηκε δηλαδή η καταχώρηση της αγωγής με αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αυτό εκρίθη πως κατέστη αναγκαίο, όταν η εναγόμενη επιβάρυνε ουσιωδώς τα ακίνητα της. Όπως ελέχθη στην Bacardi & Co Ltd (ανωτέρω) η διατήρηση του status quo, κρίνεται αναφορικά και με την κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώνεται όταν οι αιτητές - ενάγοντες καθυστερούν στη λήψη μέτρων, οπόταν οι εναγόμενοι ωθούνται στη δημιουργία καταστάσεων, που η ανατροπή των, θα τους επηρέαζε δυσμενώς. Κρίνεται πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτοί που θα επηρεασθούν δυσμενώς από τη μη έκδοση του διατάγματος είναι οι ενάγοντες, αφού η εναγόμενη μετά την καταχώρηση της αγωγής και την επίδοση σε αυτήν, επιβάρυνε περαιτέρω την περιουσία της. Εξάλλου, δεδομένου ότι την παρούσα περίπτωση, η οποία αφορά χρέος, για εξασφάλιση του οποίου είναι αναγκαία η δέσμευση ακίνητης περιουσίας, διέπει το άρθρο 5 του Κεφ. 6 το οποίο δεν απαιτεί την εξέταση και πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής, κρίνεται ότι αρκούν για ικανοποίηση των προϋποθέσεων του, οι τρεις πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης (πλην της σημερινής δικασίμου) όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)....................... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο