← Κύπρος

Κούλλα Θεοτή ν. Αδελφοί Ιακώβου (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) Λτδ, Αρ. Αγωγής 291/2004, 19.6.2007

Κούλλα Θεοτή ν. Αδελφοί Ιακώβου (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) Λτδ, Αρ. Αγωγής 291/2004, 19.6.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 291/2004 Μεταξύ: Κούλλα Θεοτή από την Τίμη Ενάγουσας Και Αδελφοί Ιακώβου (ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) Λτδ από την Λάρνακα Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.5.2007 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 19.6.2007 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Μ. Παπαδημήτρη (καμία εμφάνιση σήμερα) Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κ. Μαυρίκιου για κ. Α. Ζαχαρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής και αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Ε.1 Γιώργου Παρούτη, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης της και συγκεκριμένα την τροποποίηση της παραγράφου 11 (γ) με την αντικατάσταση του ποσού των Λ.Κ. 7,216 με το ποσό των Λ.Κ. 28,216.- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση, έχοντας υπόψη την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας καλύπτει και αφορά μόνο το αιτητικό της, γεγονός το οποίο και οι εναγόμενοι το επισημαίνουν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους. Υποστηρίζει η ενάγουσα με την ένορκη της δήλωση ότι κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης η εκτίμηση των ζημιών και/ή το κόστος αποκατάστασης αυτών η οποία ήταν υπόψη τους και σύμφωνα με τις τιμές αγοράς κατά τον χρόνο σύνταξης της ήταν για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7,000 ήτοι 350 φορτηγά προς Λ.Κ.20 έκαστο. Σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του κ. Γεώργιου Παρούτη η σημερινή τιμή είναι προς Λ.Κ.80 το φορτηγό δηλαδή σύνολο Λ.Κ 28,000. Πλέον Λ.Κ.216 για τα εκτιμητικά έξοδα, τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν σε καμία περίπτωση τα δικαιώματα των εναγομένων ή την υπεράσπιση τους και εξ' όσων την συμβουλεύει η δικηγόρος της είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία προβάλλονται συνολικά εννέα λόγοι ένστασης. Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, καταχρηστική, παράτυπη, αντικανονική κακόπιστη, ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες, ότι η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα, ότι η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα και καθυστερημένα ότι ο αιτητής επιδιώκει να εισάξει στοιχεία και ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν γνωστοί σε αυτόν πριν από την έγερση της αγωγής και/ή πριν την έναρξη της ακρόασης της και πως ο αιτητής δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Η Γιολάντα Ζαχαρίου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων, προβαίνει σε ένορκη δήλωση στην ένσταση και αναφέρει Η ενάγουσα, δεν αναφέρει πουθενά από που αντλεί την γνώση για τα γεγονότα που καταγράφονται στην παρ. 1 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση της. Τα γεγονότα που αναφέρει η ενάγουσα στην παρ. 1 της ενόρκου δηλώσεως της δεν δικαιολογούν τη αιτούμενη τροποποίηση αφού ο ισχυρισμός του κ. Παρούτη κατά την κυρίως εξέταση του αλλά και κατά την αντεξέταση του ότι το κόστος ανά φορτηγό σήμερα είναι Λ.Κ.80 δεν τεκμηριώθηκε και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση αφού η αιτήτρια δεν υποστηρίζει την αίτηση της με οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ή μαρτυρία που να δικαιολογούν την εν λόγω τιμή. Εάν ακόμη αποδειχτεί ότι έγινε η ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο από τους εναγόμενους, τότε αυτή έγινε το 1998 το ύψος της ζημίας υπολογίζεται κατά τον χρόνο της επέμβασης και όχι μετά από 10 χρόνια. Περαιτέρω η αιτήτρια είχε υποχρέωση να μειώσει την ζημία που υπέστη αυτή ή το ακίνητο πράγμα που δεν έπραξε και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται να απαιτεί από τους εναγόμενους τις ζημιές που η ίδια προκάλεσε με την μη λήψη των απαιτούμενων μέτρων. Δεν μπορεί η αιτήτρια να ζητά το εν λόγω ποσό από τους εναγόμενους από την στιγμή που η ίδια καταχώρησε την αγωγή 6 χρόνια μετά την ισχυριζόμενη επέμβαση προκαλώντας έτσι η ίδια την εν λόγω ζημιά που αιτείται με την τροποποίηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν θέματα τα οποία όφειλε αν ήταν αληθινά όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια, τα γνώριζε ή όφειλε να τα γνωρίζει σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο και τουλάχιστον πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και όφειλαν να τα αναφέρουν προτού αρχίσει αυτή. Αναφορικά με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας αλλά και των αιτούμενων τροποποιήσεων, καμία εξυπηρέτηση δεν θα έχει στην υπόθεση της ενάγουσας αφού η αιτήτρια ζητά να τροποποιήσει μόνο το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης ενώ τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή δεν δικαιολογούν την αιτούμενη τροποποίηση και ως εκ τούτου δεν θα μπορέσει να προβάλει τους ισχυρισμούς που ζητά με την τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της επίδικης δικαστικής διαδικασίας. Αρνείται την παραγράφο 4 ενόρκου δηλώσεως και ισχυρίζεται ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα λειτουργήσει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης καθότι βρισκόμαστε σε προχωρημένο στάδιο και ειδικότερα αφού έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής. Αντιθέτως η αιτούμενη τροποποίηση πλήττει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων για γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης τους αλλά επίσης και λόγω της καθυστέρησης της καταχώρησης της αγωγής πολλά από τα στοιχεία που κατείχαν οι εναγόμενοι δεν υπάρχουν πια και ως εκ τούτου δεν θα μπορέσουν ή θα δυσκολευτούν να προβάλουν υπερασπιστικά στοιχεία. Αρνείται την παρ. 5 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας και λέει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι εντελώς κακόπιστη και αυτό φαίνεται από τα όσα πιο πάνω έχει αναφέρει, από το προχωρημένο και καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται και από το γεγονός ότι αφορά γεγονότα και ισχυρισμούς που ήταν γνωστά στην αιτήτρια πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αρνείται την παρ. 5 της Υπεράσπισης (μάλλον ε/ο) και λέγει ότι εξ΄όσων γνωρίζει η αιτούμενη τροποποίηση αντίκειται στα συμφέροντα της δικαιοσύνης, είναι καταχρηστική και τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Κοινό σημείο των αγορεύσεων τους είναι ότι το ζήτημα εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Τα όσα έχουν αναφέρει έχουν καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και σχετική αναφορά θα γίνει πιο κάτω αν τούτο κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ.Ευριπίδου ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K.Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προυποθεσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707, αναφέρθηκαν τα εξής « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου ( Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Εχω με ιδιαίτερη προσοχή διέλθει των δικογράφων και ειδικότερα της έκθεσης απαίτησης της οποίας η τροποποίηση επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση, σε συνδυασμό με την ίδια την αίτηση, την ένσταση και τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, τις θέσεις των δικηγόρων καθώς και την σχετική επί του θέματος νομολογίας την οποία πιο πάνω έχω παραθέσει και έχω καταλήξει ότι η αίτηση δεν δύναται να επιτύχει. Ειδικότερα και σε σχέση με την κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου το τι η ενάγουσα επιδιώκει να τροποποίηση με την αίτηση της. Στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία της επέμβασης προκλήθηκε ζημιά εκ Λ.Κ. 7000, η οποία συνίσταται εις τα αναγκαία έξοδα για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και/ή εις αποκατάσταση του κλήρου σε αξιοποιήσιμο γεωργικώς και αξιώνει την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού ως αποζημιώσεις. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη, ότι αυτή αφορά μόνο το αιτητικό της αγωγής και δεν συμπεριλαμβάνει και αίτημα για τροποποίηση της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία πιο πάνω κάνω αναφορά, δηλαδή στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, οι οποίοι σχετίζονται με το ύψος της ζημίας που υπέστη. Συνεπακόλουθα η επιδιωκόμενη τροποποίηση κρίνεται αχρείαστη, άσκοπη υπό τις περιστάσεις και δεν θα προσφέρει καμία εξυπηρέτηση στην υπόθεση της ενάγουσας αλλά θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση χωρίς κανένα όφελος, γεγονός το οποίο απέχει από τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Το πιο πάνω γεγονός, από μόνο του, είναι αρκετό, στο να καταδικάσει σε αποτυχία την αίτηση της ενάγουσας. Παρά το ότι επισημάνθηκε με την ένσταση το οποίο πάνω σημείο, και παρά το ότι η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, η ενάγουσα μέχρι τέλους ισχυρίστηκε ότι δικαιούται στην έκδοση του διατάγματος, ενώ θα ανέμενε κανείς υπό τις περιστάσεις να υπήρχε διαφορετικός χειρισμός της αίτησης της. Σημαντικό είναι και θα πρέπει να το αναφέρω ότι, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.2.2004 και αφορά το αστικό αδίκημα της επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης και τους προβαλλόμενους σε αυτήν ισχυρισμούς της ενάγουσας, η επέμβαση έγινε το
  1. Η αγωγή εγέρθηκε δηλαδή, 6 χρόνια, μετά την κατ΄ ισχυρισμό επέμβαση. Η ακρόαση της αγωγής έμελλε να αρχίσει την 18.5.2007, με την μαρτυρία του Γιώργου Παρούτη (Μ.Ε.1). Μετά από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για τροποποίηση με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με σκοπό αυτή να συνάδει με την ήδη δοθείσα μαρτυρία αναφορικά με το κόστος αποκατάστασης των ζημιών που δημιουργήθηκαν στο ακίνητο της ενάγουσας συνεπεία της επέμβασης των εναγομένων, με βάση τις σημερινές τιμές. Σύμφωνα με τον Μ.Ε1 αυτός προέβηκε σε εκτίμηση των ζημιών το έτος 1998, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2004, πράγμα που σημαίνει ότι η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, χωρίς να εξετάζω σε αυτό το σημείο το τι ακριβώς θα δικαιούται ως αποζημιώσεις αν ήθελε αποδειχτεί η επέμβαση και σε σχέση με πιο χρονικό σημείο θα υπολογιστεί το ύψος τους, στηρίχθηκε στην εκτίμηση του
  2. Δηλαδή ακόμη και 6 χρόνια αργότερα, όταν καταχώρησε την αγωγή, δεν προέκυψε ανάγκη να συμπεριλάβει η ενάγουσα, ως ο σημερινός της ισχυρισμός, νέες τιμές στην έκθεση απαίτησης της. Τρία χρόνια μετά το 2004, και όταν πλέον άρχισε η ακρόαση της αγωγής το 2007, αφού ακούστηκε η μαρτυρία του μάρτυρα της (Μ.Ε.1), ο οποίος και ετοίμασε την εκτίμηση, στηριζόμενη στην μαρτυρία του υποστηρίζει ότι χρίζει τροποποίησης η έκθεσης απαίτησης της, χωρίς όμως η ενάγουσα να δικαιολογεί γιατί δεν έπραξε τούτο σε μεταγενέστερο χρόνο, λαμβανομένου υπόψη, ότι το γεγονός της παρέλευσης σημαντικού χρόνου (σε αυτό το χρονικό σημείο 9 έτη από την ισχυριζόμενη επέμβαση), από το σημείο που προσδιόριζε την αξίωση της, χωρίς να εξετάζω, επαναλαμβάνω, οτιδήποτε σε σχέση με τον χρόνο που η ενάγουσα θα δικαιούτο σε αποζημιώσεις, δεν ήταν ένα γεγονός το οποίο θα μπορούσε να ήταν άγνωστο για την ενάγουσα. Κρίνω έτσι ότι δεν δόθηκε ούτε ικανοποιητική εξήγηση γιατί η ενάγουσα ζητά να πράξει κάτι τώρα δεδομένων των παρόντων περιστάσεων, ενώ τα ουσιώδη γεγονότα που στηρίζουν την σημερινή της θέση ήταν λογικό και αναμενόμενο να ήταν σε γνώση της προγενέστερο χρόνο. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης θα πρέπει να σημειώσω ότι ο παράγοντας χρόνος αν και σχετικός, από μόνος του δεν μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας. Ιδωμένα όμως τα πιο πάνω στο σύνολο τους κρίνω ότι η αιτήτρια που είχε υποχρέωση να ικανοποιήσει το δικαστήριο για το καλόπιστο της αίτησης απέτυχε. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Πρώτο, η επιδιωκόμενη τροποποίηση για τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν έχει αποδειχτεί ότι θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε και δεύτερο η συσσωρεμένη καθυστέρηση είναι τέτοια που καθιστά εύλογο τη θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι επηρεάζονται τα δικαιώματα τους και ιδιαίτερα το δικαίωμα τους να τύχουν διάγνωσης των αστικών τους δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.