Ελένης Αντωνίου Αθανάση ν. Μαρούλλας Γεωργίου Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4087/02, 21 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A89 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4087/02 Μεταξύ: Ελένης Αντωνίου Αθανάση, από την Παναγιά Ενάγουσας και
- Μαρούλλας Γεωργίου Αντωνίου, από την Πάφο
- Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 21 Ιουνίου 2007 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ε. Κορακίδης (κ. Π. Φακοντής για να ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη 1: κ. Τ. Γεωργιάδης (κα. Α. Σοφιανού για να ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 2: κ. Μ. Φλουρέντζος μαζί με κ. Δημητρίου (κα Ε. Κόκκινου για να ακούσει απόφαση) ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας αγωγής αποτελεί η ιδιοκτησία έκτασης γης 550τ.μ. η οποία αφαιρέθηκε από τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου της Ενάγουσας με αριθμό εγγραφής 7812 Φυλ./Σχεδ. XXXVI/51, τεμ. 366 στο χωριό Παναγιά με διαδικασία αναπροσαρμογής συνόρων. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε προσβάλλεται ως παράνομη, ενώ προβάλλονται ισχυρισμοί για δόλο και απάτη της Εναγομένης 1 η οποία σε συνεργασία με υπαλλήλους του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και χρησιμοποιώντας δόλια μέσα αφαίρεσαν από το ακίνητο της την πιο πάνω έκταση προσθέτοντας την στο ακίνητο της Εναγομένης 1 με αριθμό τεμαχίου
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστές υπερασπίσεις, προώθησαν όμως ουσιαστικά την ίδια γραμμή υπεράσπισης αρνούμενοι τη διάπραξη δόλου ή απάτης. Προέβαλαν τη θέση ότι η αναπροσαρμογή έγινε μετά από αίτηση που υπέβαλαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου η Ενάγουσα, η Εναγομένη 1 και ο Μιλτιάδης Χρ. Αθανασιάδης για αναπροσαρμογή των συνόρων τους έτσι ώστε αυτή να συνάδει με την επί τόπου κατάσταση η οποία ίσχυε από το
- Ισχυρίσθηκαν περαιτέρω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον πρόσθετο λόγο γιατί δεν συνενώθηκε σαν διάδικος ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 375 του οποίου επίσης επηρεάζονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσαν ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ Μ.Ε.1, ο Α. Χ"Βασιλείου Μ.Ε.2, ο Δωλόρος Σάββα Μ.Ε.3 και η ίδια η Ενάγουσα. Η Εναγóμενη 1 κάλεσε σαν μάρτυρες την Παρασκευού Γεωργίου, τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους και τον Παναγιώτη Γεωργιάδη ενώ ο Εναγόμενος 2 τον Ελευθέριο Χριστοδούλου, τον Παναγιώτη Χριστοδουλίδη και τον Γεώργιο Σιαχίδη. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης η οποία κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1983)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Knoreva,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ, 454, Theomaria Estates v. Mason Samuel κ.α.,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 256 και έχοντας υπόψη όλη τη δοθείσα μαρτυρία όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Σαν Μ.Ε.1 έδωσε μαρτυρία ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, τοπογράφος μηχανικός. Αυτός υποστήριξε τη θέση ότι από το ακίνητο της Ενάγουσας παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση της και με δόλιο τρόπο αφαιρέθηκε η έκταση των 550τ.μ. Ο μάρτυρας δεν με έπεισε για την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του. Η εντύπωση πού σχημάτισα από την όλη συμπεριφορά του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι διακατείχετο από πάθος και εχθρότητα έναντι των υπαλλήλων του κτηματολογίου πού δεν του επέτρεπε να εκφράσει αμερόληπτα και αντικειμενικά την άποψη του για όσα πραγματικά συνέβησαν. Παντού διέβλεπε μια σκευωρία σε βάρος της Ενάγουσας που είχε σαν στόχο την υφαρπαγή της περιουσίας της. Προέβαλλε διάφορους ισχυρισμούς, δεν έθεσε όμως ενώπιον Δικαστηρίου τα πραγματικά στοιχεία και δεδομένα που να τους θεμελιώνουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης του αυτής ήταν η περίπτωση που σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά πόσο συμφωνούσε ότι κάποιοι υπάλληλοι του κτηματολογίου στους οποίους είχε αναφερθεί προηγουμένως ήταν παλαιοί και έμπειροι απάντησε κατά λέξη "συμφωνώ ότι οι μεγάλοι κλέφτες ξέρουν καλά να κρύψουν". Αναφερόμενος στην επιτόπια εξέταση που έκαμε ο υπάλληλος του κτηματολογίου Α. Κωνσταντίνου σε αίτηση που υπέβαλε η Ενάγουσα για συνοριακή διαφορά είπε ότι αυτός "ξέροντας πάντα τα κόλπα της αποφυγής" ζήτησε από την Ενάγουσα να του υποδείξει τα σύνορα του ακινήτου της και επειδή αυτή του τα υπέδειξε "χοντρικά" και όχι με λεπτομέρεια παρόλο που γνώριζε που ήταν απέρριψε την αίτηση της με τη δικαιολογία ότι δεν του τα υπέδειξε. Απέρριψε όπως είπε την αίτηση "ξεφεύγοντας απλά και εύκολα" αφού αυτός είναι ο τρόπος που "αποφεύγουν τις συνοριακές διαφορές και η συμπαιγνία είναι ομαδική". Ο τρόπος που μαρτύρησε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έδειχνε ανεξαρτησία και αμεροληψία αλλά καταδείκνυε συμπεριφορά ατόμου που προσωπικά εμπλέκεται στη διαφορά. Ενώ προσπάθησε να παρουσιασθεί ως ο άνθρωπος που ήθελε μόνο να διαφανεί η αλήθεια έδειξε με την όλη στάση και συμπεριφορά του ότι το ενδιαφέρον του στην υπόθεση δεν περιοριζόταν σε αυτό του επαγγελματία επιστήμονα ο οποίος με αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία γνώμης εκφέρει την άποψη του. Χαρακτηριστικό της στάσης του αυτής ήταν ότι σε πολλές περιπτώσεις απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε πρώτο πρόσωπο πληθυντικού αριθμού ως ο ίδιος μαζί με την Ενάγουσα να ήταν διάδικος στην υπόθεση. Τέτοιες περιπτώσεις είναι όταν έλεγε "απευθυνθήκαμε στο γενικό διευθυντή του κτηματολογίου" "υποβάλαμε την αίτηση μας" ενώ σε πολλές απαντήσεις που έδιδε αναφερόμενος στο δικηγόρο της Ενάγουσας έλεγε ο δικηγόρος "μας". Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου προσπαθούσε με σπουδή και χωρίς να ρωτηθεί, να προβάλει διάφορους ισχυρισμούς πού ο ίδιος θεωρούσε ότι βοηθούσαν την υπόθεση της Ενάγουσας. Τέτοια περίπτωση ήταν όταν ανάφερε ότι η τελευταία ποτέ δεν υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο, ισχυρισμό πού στη συνέχεια διαφοροποίησε λέγοντας ότι αυτή υπόγραψε μόνο κάποια έγγραφα πού της ζήτησε ο αδελφός της για την παροχή διόδου. Με σπουδή επίσης προσπάθησε να πει ότι το κτηματολόγιο ποτέ δεν επισκέφθηκε την Ενάγουσα σε σχέση με τη διαδικασία αναπροσαρμογής συνόρων καθώς και ότι αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο που έγινε η αναπροσαρμογή είχε όγκο στο κεφάλι. Παρουσιάσθηκε πέραν του εύλογου βέβαιος για πολλά ζητήματα πού ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά και επομένως δεν μπορούσε να τα βεβαιώσει με τον απόλυτο τρόπο που το έκαμε, απλώς και μόνο γιατί του τα είχε αναφέρει η Ενάγουσα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση πού επέμενε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν παρούσα σε καμιά επιτόπια έρευνα εκτός από αυτή που ο Α. Κωνσταντίνου απέρριψε την αίτηση της για συνοριακή διαφορά. Ενώ αρχικά ανάφερε ότι η Ενάγουσα εξαπατήθηκε από τον αδελφό της στη συνέχεια αρνήθηκε ότι είπε κάτι τέτοιο. Δεν απαντούσε με σταθερότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και σε πολλές περιπτώσεις έδινε τις απαντήσεις του πλατιάζοντας, σε έντονο ύψος, με τρόπο γενικόλογο και υπεροπτικό, αποφεύγοντας να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και χαμογελώντας πονηρά. Η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν τέτοια πού μου δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν ήταν ειλικρινής και ούτε μαρτύρησε με ανεξαρτησία και αμεροληψία όπως οφείλει κάποιος ο οποίος θέλει να παρουσιάζεται στο Δικαστήριο σαν εμπειρογνώμονας και ο οποίος έχει αυξημένη την υποχρέωση όχι μόνο να πει την αλήθεια, αλλά με τις εξειδικευμένες γνώσεις που έχει να προσπαθήσει να βοηθήσει το Δικαστήριο στο δύσκολο έργο της προσπάθειας του για διακρίβωση της αλήθειας. Η όλη στάση και συμπεριφορά του δεν διέλαθε της προσοχής του συνηγόρου της Ενάγουσας ο οποίος κατά το στάδιο της αγόρευσης του την απέδωσε στα έντονα όπως είπε αισθήματα του μάρτυρα για τις πράξεις του κτηματολογίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του. Σαν Μ.Ε. 2 κατάθεσε ο Α. X"Βασιλείου υπάλληλος στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. Ο μάρτυρας κατέθεσε με θετικό τρόπο τα όσα γνώριζε λόγω του επαγγέλματος του και η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Ανάφερε ότι το τεμάχιο 366 από το 1985 εντάχθηκε μέσα στο όριο υδατοπρομήθειας του χωριού Παναγιάς, όμως για να μπορεί κάποιος να κτίσει μέσα σε τέτοια περιοχή θα πρέπει το ακίνητο του να εφάπτεται δημόσιου δρόμου, προϋπόθεση που δεν πληρούσε το τεμάχιο 366 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σαν Μ.Ε. 3 κατάθεσε ο Δωλόρος Σάββας. Αυτός δεν με έπεισε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αντίθετα σχημάτισα την άποψη ότι μοναδικός του στόχος ήταν να βοηθήσει την Ενάγουσα που είναι πεθερά του στην υπόθεση της. Ενώ από τη μια προσπάθησε να παρουσιασθεί ως ο άνθρωπος που γνωρίζει με λεπτομέρεια τις κινήσεις της Ενάγουσας γιατί όπως είπε για πολλή καιρό έμενε μαζί τους στη Λευκωσία και ο ίδιος ήταν ο άνθρωπος που την έπαιρνε και την έφερνε από και στο χωριό της την Παναγιά, από την άλλη ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν άλλα σημαντικά γεγονότα, όπως αν αυτή κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία και πότε. Ήταν εκπληκτική η ακρίβεια με την οποία μπορούσε να θυμάται συγκεκριμένες ημερομηνίες για το που βρισκόταν η Ενάγουσα πριν πάρα πολλά χρόνια. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις που θυμόταν ότι στις 20.5.1989 η Ενάγουσα βρισκόταν στη Λευκωσία και ότι στις 15.2.1987 δεν την πήρε στην Παναγιά. Δήλωνε μάλιστα τη βεβαιότητα του αυτή με πολύ απόλυτος ύφος κάτι βέβαια που δεν μπορεί να διαφανεί από τα στυγνά πρακτικά. Ήταν απόλυτα βέβαιος για τα πιο πάνω καθώς και ότι αυτή δεν βρισκόταν στο χωριό της καμία απολύτως μέρα του Φεβρουαρίου του 1987 και ότι τον Απρίλιο και τον Μάϊο του 1989 ήταν στη Λευκωσία. Δεν μπορώ να κατανοήσω πως μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος και να μπορεί να θυμάται με τόση ακρίβεια και λεπτομέρεια συγκεκριμένες ημερομηνίες για το τι έγινε πριν τόσα πολλά χρόνια χωρίς να συντρέχει κανένας ιδιαίτερος λόγος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε δεν έχω πεισθεί ότι αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατάθεσε τέλος η ίδια η Ενάγουσα. Αυτή προέβαλε την εκδοχή ότι ουδέποτε υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για αναπροσαρμογή συνόρων. Τα μόνα έγγραφα που υπόγραψε ήταν αυτά για παροχή διόδου προς όφελος του ακινήτου του αδελφού της. Παρά την επιμονή της στις θέσεις που προέβαλε δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της και τη γνησιότητα της εκδοχής της. Παρακολουθώντας την να δίδει την ένορκο μαρτυρία της σχημάτισα την πεποίθηση ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο τρόπος και το ύφος που απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης δείκνυε άνθρωπο πονηρό που ο μόνος του σκοπός ήταν να εξυπηρετήσει την υπόθεση του και όχι να πει την αλήθεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου που απαντούσε και καταδεικνύει την προσπάθεια της να παρουσιάσει τα γεγονότα με τον τρόπο που η ίδια θεωρούσε ότι ήταν προς το συμφέρον της υπόθεσης της, ήταν όταν βλέποντας το Τεκμήριο 10Α και ερωτώμενη κατά πόσο η υπογραφή που υπάρχει σε αυτό είναι η δική της, απάντησε με πονηρό και διπλωματικό τρόπο ότι μπορεί να είναι δική της μπορεί όμως και όχι. Ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για την αναπροσαρμογή των συνόρων διαψεύδεται και από το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης της υπογραφής της στο Τεκμήριο 23 που έκαμε ο Μ.Υ. 1 του Εναγομένου 2 η γνησιότητα της οποίας έγινε τελικά αποδεκτή από την πλευρά της Ενάγουσας κατά το στάδιο των αγορέυσεων από το συνήγορο της. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα παρουσιάσθηκε να έχει επιλεκτική μνήμη και να θυμάται μόνο όσα η ίδια επιθυμούσε να προβάλει. Αυτά που θυμόταν με αξιοπερίεργη ακρίβεια ήταν τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν βρισκόταν στο χωριό της την Παναγιά. Θυμόταν συγκεκριμένα ότι τον Φεβρουάριο του 1987 δεν βρισκόταν στην Παναγιά και ότι μέσα Φεβρουαρίου του 1989 βρισκόταν στη Λευκωσία. Ενώ θυμόταν επακριβώς συγκεκριμένους μήνες ακόμα και μέρες, δεν μπορούσε να θυμηθεί άλλες πιο χαρακτηριστικές χρονικές περιόδους όπως την ημέρα που παντρεύτηκε, πότε άρχισε να πηγαίνει για να μένει μαζί με τα παιδιά της στη Λευκωσία και πότε επισκέφθηκε την αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία σχετικά με την υπόθεση. Ενώ ανάφερε ότι την έκταση της γης που αφαιρέθηκε από το τίτλο ιδιοκτησίας της την κατέχει από τότε που ο πατέρας της της έδωσε το κτήμα όταν παντρεύτηκε, στη συνέχεια φάνηκε να αγνοεί τι υπάρχει φυτεμένο μέσα σε αυτό, λέγοντας αρχικά ότι δεν ξέρει τι υπάρχει μέσα σε αυτό, στη συνέχεια ότι δεν υπάρχει τίποτε, ενώ αμέσως μετά ότι έχει φυτεμένες ελιές. Από τα πιο πάνω προκύπτει εύλογα το ερώτημα πως είναι δυνατό κάποιος ο οποίος ισχυρίζεται ότι έχει στη κατοχή του ένα κτήμα να μην γνωρίζει τι υπάρχει φυτεμένο μέσα σε αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία της. Σαν πρώτη μάρτυρας της Εναγομένης 1 κατάθεσε η μητέρα της και κουνιάδα της Ενάγουσας Παρασκευού Γεωργίου. Αυτή μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε άμεσα και ανεπιτήδευτα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, χωρίς καθόλου να διστάζει και να υπολογίζει τις απαντήσεις που έπρεπε να δώσει. Οι όποιες μικροαντιφάσεις υπάρχουν στη μαρτυρία της δεν κρίνονται ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία της γι' αυτό και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο σύζυγο της και από το 1947 που παντρεύτηκε το είχε στη κατοχή της. Ακολούθως το έδωσε στη θυγατέρα της όταν και εκείνη με τη σειρά της παντρεύτηκε και η οποία από τότε και μέχρι σήμερα κατέχει το ίδιο μέρος που κατείχε και η ίδια. Γνώριζαν πάντα που είναι τα σύνορα τους γιατί εκτός του ότι υπήρχαν "ροθέσια", το κτήμα τους βρίσκεται πιο χαμηλά από αυτό της Ενάγουσας και ξεχωρίζουν. Σε κάποιο στάδιο τόσο οι ίδιοι όσο και η Ενάγουσα έδωσαν δικαίωμα διόδου, στον Χριστόδουλο το κουνιάδο της και ο κοινοτάρχης του χωριού στην παρουσία και της ίδιας της Ενάγουσας κατασκεύασε δρόμο. Σαν Μ.Υ. 2 της Εναγομένης 1 κατάθεσε ο Αντρέας Θεμιστοκλέους, κοινοτάρχης του χωριού Παναγιάς Είπε ότι είναι κοινοτάρχης του χωριού από το 1988 και ότι η Ενάγουσα υπόγραψε τα Τεκμήρια 10Α και 10Β στην παρουσία του και ενώ αυτά ήταν συμπληρωμένα. Το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 4) το ετοίμασε ο κτηματολόγος. Επειδή ο ίδιος δεν γνώριζε τι συνέβη το 1934 ρώτησε τον Χριστόδουλο αν συμφωνούσε με όσα καταγράφονταν σε αυτό. Ήξερε ότι σκοπός των μερών ήταν να διαμοιράσουν την περιουσία των γονέων τους, δεν γνώριζε όμως πως θα γινόταν αυτή η διανομή. Ότι είχε αντιληφθεί ήταν μόνο ήταν ότι συμφωνούσαν μεταξύ τους. Μετά το 1989 κλήθηκε και κατασκεύασε δρόμο στα ακίνητα των διαδίκων. Εκεί ήταν όλοι παρόντες και συμφωνούσαν χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβλημα μεταξύ τους και χωρίς κανένας να του αναφέρει οτιδήποτε για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαφοράς. Ήταν βέβαιος ότι μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και η Ενάγουσα, η Εναγομένη 1, ο σύζυγος της ο Λεωνίδας και η μητέρα της. Και αυτός μου έκαμε καλή εντύπωση σαν ειλικρινής μάρτυρας. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια του να αλλοιώσει ή να παραποιήσει οτιδήποτε αλλά από την όλη στάση και συμπεριφορά του ήταν φανερό ότι πρόθεση του ήταν να μαρτυρήσει μόνο την αλήθεια γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Σαν Μ.Υ. 3 της Εναγομένης 1 κατάθεσε ο Παναγιώτης Γεωργιάδης. Είπε ότι διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού μέχρι το Νοέμβριο του 1989 όταν έχασε τις εκλογές από τον νυν κοινοτάρχη Α. Θεμιστοκλέους. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 και παρά το ότι δεν θυμόταν τη συγκεκριμένη περίπτωση είπε ότι η πιστοποίηση της υπογραφής πρέπει να έγινε στην παρουσία αυτής που το υπόγραψε (σ. 163). Με το τρόπο που ο μάρτυρας κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με έπεισε για την ειλικρίνεια του, αφού σε κανένα σημείο δεν διέκρινα να προσπαθήσει να υπεκφύγει ή να μην πει την αλήθεια, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός από την ημερομηνία που έπαυσε να είναι κοινοτάρχης και την οποία ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Για την υπόθεση του Εναγομένου 2 κλήθηκε και κατάθεσε σαν πρώτος μάρτυρας ο υπαστυνόμος Ελευθέριος Χριστοδούλου, ειδικός γραφολόγος. Του ανατέθηκε και εξέτασε τη γνησιότητα της υπογραφής της Ενάγουσας στο Τεκμήριο 23 με αντίστοιχα άλλα δείγματα της υπογραφής της. Αυτός κατάθεσε με πολύ θετικό και σταθερό τρόπο που δείκνυε αντικειμενικότητα και επαγγελματισμό. Η μαρτυρία του ήταν πράγματι εντυπωσιακή και διακρινόταν από διαύγεια και καθαρότητα. Εξέφρασε τις απόψεις του με ακρίβεια, σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια καταλήγοντας στην «ισχυρή» όπως είπε πεποίθηση ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή ανήκει στην Ενάγουσα. Εκτός της άριστης εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα η οποία οδηγεί στη πλήρη αποδοχή της μαρτυρίας του, κατά το στάδιο της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας δήλωσε ότι αποδέχεται ότι η υπογραφή στο Τεκμήριο 23 ανήκει πράγματι στην Ενάγουσα. Σαν Μ.Υ. 2 του Εναγομένου 2 κατάθεσε ο Παναγιώτης Χριστοδουλίδης κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Ήταν ο υπάλληλος ο οποίος εξέτασε την αίτηση του Μιλτιάδη Χριστόδουλου Αθανασιάδη με αριθμό Α686/87 που υποβλήθηκε στις 26/06/1987 για παροχή δικαιώματος διάβασης προς όφελος του τεμαχίου του και αυτός που διεξήγαγε την επιτόπια εξέταση στις 20/05/89. Δεν θυμόταν ποιοι ήταν παρόντες σε αυτή αλλά σύμφωνα με τις σημειώσεις του βρίσκονταν εκεί ο Χριστόδουλος Αθανασιάδης και η Ελένη Αθανασίου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τις ενέργειες που είχε κάμει πριν τόσα πολλά χρόνια, αλλά είπε ότι τα μέρη ή είχαν συμφωνήσει ή είχαν αποδεκτεί τις προτάσεις του γιατί συμπλήρωσε έντυπα Ν.251/Α που είναι τα έντυπα που συμπληρώνονται όταν τα μέρη συμφωνούν και παραχωρούν οικιοθελώς δικαίωμα διάβασης. Κατά τη διεξαγωγή της επιτόπιας εξέτασης είχε μαζί του το φάκελο της αίτησης Α231/87 η οποία είχε εξετασθεί προηγουμένως και με βάση τις επιθυμίες των μερών είχε γίνει αναπροσαρμογή συνόρων. Καθόρισε το δικαίωμα διόδου κατά μήκος των συνόρων που προήλθαν από την αναπροσαρμογή με το φάκελο Α231/87. Εξήγησε το λόγο που προέβη στη διόρθωση του αριθμού του φακέλου στο Τεκμήριο 10Β λέγοντας ότι από λάθος και επειδή είχε μαζί του και τους δύο φακέλους ανέγραψε αρχικά τον αριθμό Α231/87 αντί του ορθού Α686/87. Απέδωσε την πράξη του σε μια ειλικρινή προσπάθεια για διόρθωση του λάθους που έγινε χωρίς καμία πρόθεση να αλλοιώσει οτιδήποτε. Παρακολουθώντας το μάρτυρα κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του σχημάτισα γι' αυτόν πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρα της αλήθειας. Παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε δεν διέκρινα οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την εντύπωση μου αυτή, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Σαν Μ.Υ. 3 του Εναγομένου 2 κατέθεσε ο Γεώργιος Σιαχίδης κτηματολογικός λειτουργός. Αυτός ήταν ο υπάλληλος που εξέτασε την αίτηση που υποβλήθηκε στις 27.2.1987 για αναπροσαρμογή συνόρων και ο οποίος στις 08.04.1989 διεξήγαγε επιτόπια εξέταση. Στην αίτηση η οποία έγινε για να συνάδουν οι τίτλοι με την επί τόπου κατάσταση υπήρχε η γραπτή συγκατάθεση των ιδιοκτητών των τεμαχίων 375 και 366 του Φυλ./Σχ. XXXVI/51, δηλαδή των Μιλτιάδη Χρ. Αθανασιάδη και Ελένης Α. Αθανασίου (Τεκμήρια 2 και 23) καθώς και χωρομετρικό σχέδιο στο οποίο φαινόταν η αναπροσαρμογή που θα γινόταν. Ο μάρτυρας είπε ότι βασίσθηκε στην αίτηση και τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών και στο ότι στην επιτόπια έρευνα που έκαμε πράγματι διαπίστωσε ότι το σχέδιο που κατατέθηκε ήταν σύμφωνο με την επί τόπου κατάσταση, η οποία όπως του είπαν οι παρευρισκομένοι ίσχυε από το 1934. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του στην επιτόπια εξέταση παρευρίσκονταν διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί αν βρισκόταν εκεί και η Ενάγουσα. Όταν πήγε στην Παναγιά στις 8.4.1989, όχι μόνο γι' αυτή αλλά και για άλλες υποθέσεις καθήκοντα προέδρου ασκούσε ο Θεμιστοκλέους. Το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Παναγιάς υπογράφηκε στις 8.4.1989 στην παρουσία του. (Τεκμήριο 44). Φυσικό χαρακτηριστικό των κτημάτων ήταν η ύπαρξη «όχτου» και υψομετρικής διαφοράς μισού μέτρου περίπου. Αυτή η υψομετρική διαφορά υπάρχει στα σύνορα μεταξύ των ακινήτων που στο σχέδιο (Τεκμήριο 5Β) φαίνονται χρωματισμένα με μπλε και κόκκινο χρώμα. Το ακίνητο διαχωρίσθηκε σαν χωράφι και όχι σαν οικόπεδο δυνάμει του άρθρου 27
(3)του Κεφ.
- Επειδή το 1989 δεν υπήρχαν πολεοδομικές ζώνες στην Παναγιά δεν χρειαζόταν για την αναπροσαρμογή έγκριση της πολεοδομίας. Η έκδοση άδειας από τον Έπαρχο δεν ήταν επίσης αναγκαία γιατί ο διαχωρισμός έγινε για να συνάδει με την επί τόπου κατάσταση που ίσχυε από το 1934 και γιατί το ακίνητο παρά το ότι βρισκόταν εντός της περιοχής ύδρευσης δεν εφαπτόταν δημοσίου δρόμου και συνεπώς δεν μπορούσε να διαχωρισθεί για οικοπεδικούς σκοπούς. Ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε με θετικό και αντικειμενικό τρόπο. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια του να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την αλήθεια και τα όσα γνώριζε από την εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του στο κτηματολόγιο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα σαν μάρτυρα της αλήθειας αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του περιλαμβανομένης και αυτής που αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε και η αφαίρεση του τμήματος γης έκτασης 550 τ.μ. από το ακίνητο της Ενάγουσας και προσάρτηση του στο ακίνητο της Εναγομένης 1 επιδιώκεται να ακυρωθεί ως παράνομη και γιατί ήταν αποτέλεσμα δόλου και απάτης της Εναγομένης 1 σε συνεργασία με υπαλλήλους του κτηματολογίου. Το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις πολιτικής φύσης βαρύνει τον Ενάγοντα. Έτσι και στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει τη διάπραξη δόλου ή απάτης. Με την προσκομισθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε κανένα στοιχείο δόλου είτε της Εναγομένης 1 είτε του Εναγομένου 2, έτσι ώστε να επηρεασθεί η εγκυρότητα της πράξης. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Κορακίδη ότι από τη στιγμή που δεν κλήθηκαν σαν μάρτυρες για να καταθέσουν στο Δικαστήριο η Εναγομένη 1 και ο σύζυγος της αυτό καταδεικνύει ότι έγινε απάτη σε βάρος της Ενάγουσας. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού βάρυνε αποκλειστικά την Ενάγουσα η οποία όφειλε με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία να τον αποδείξει. Οι οποιεσδήποτε ελλείψεις στη μαρτυρία των Εναγομένων, αν υπάρχουν, δεν οδηγεί στην ενίσχυση της υπόθεσης της Ενάγουσας. Εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας ήταν η προσπάθεια του Μ.Ε. 1 να προωθήσει τη θέση ότι η Ενάγουσα εξαπατήθηκε από τον αδελφό της, θέση που εν πάση περιπτώσει παρέμεινε μετέωρη και χωρίς τεκμηρίωση με πραγματικά στοιχεία αφού η ίδια η Ενάγουσα πέραν του ότι υπόγραψε του αδελφού της για παροχή διόδου δεν ανάφερε οτιδήποτε άλλο. Έγινε κατά την ακροαματική διαδικασία προσπάθεια να συνδεθεί η διάπραξη δόλου ή απάτης σε βάρος της Ενάγουσας γιατί το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 44) πιστοποιήθηκε από πρόσωπο που δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εκλελεγμένος σαν κοινοτάρχης. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας κατά τη τελική του αγόρευση ότι αποδείχθηκε ότι οι εκλογές που είχαν ορισθεί για προηγουμένως αναβλήθηκαν για τις 16.4.1989 και συνεπώς ο Α. Θεμιστοκλέους δεν ήταν κοινοτάρχης στις 8.4.1989 όταν υπέγραφε το Τεκμήριο
- Τούτο προκύπτει σύμφωνα με τη θέση του από τον Περί Χωριτικών Αρχών Νόμου, Κεφ. 244 και τον Περί Χωρίων (Διοίκηση και Βελτίωση) Νόμου, Κεφ. 243 όπως έχουν τροποποιηθεί με τους Ν.219/88και 218/88 όπου προνοείται ότι η διεξαγωγή εκλογής για τα μέλη χωριτικών επιτροπών που ήταν ορισμένη για τις 4.12.1988 αναβλήθηκε για τις 16.4.
- Πράγματι η αναβολή των εκλογών την 16.4.1989 προκύπτει από τα άρθρα των Νόμων. Η αναβολή όμως αυτή για τη γενικότερη εκλογή μελών των χωριτικών επιτροπών δεν αποδεικνύει χωρίς άλλο και με την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας ότι ο Α. Θεμιστοκλέους δεν ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εκλελεγμένος πρόεδρος της Χωριτικής Αρχής Παναγιάς. Ναι μεν προκύπτει ότι οι εκλογές αναβλήθηκαν για τις 16.4.1989 όμως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο κοινοτάρχης Θεμιστοκλέους ανέλαβε καθήκοντα εκείνη την ημερομηνία. Ούτε είναι αρκετό για να αποδείξει έστω και με βάση την απλή πιθανολόγηση, τι πραγματικά συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα η προσκομισθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κατέδειξε ότι αυτός ασκούσε στις 8.4.1989 καθήκοντα Προέδρου της Χωρητικής Αρχής. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του Θεμιστοκλέους, είναι κοινοτάρχης του χωριού Παναγιά από το 1988 ενώ σύμφωνα με τα όσα ο Μ.Υ. 3 του Εναγομένου 2 κατέθεσε στις 8.4.1989 όταν επισκέφθηκε το χωριό Παναγιά καθήκοντα Προέδρου της Χωρητικής Αρχής ασκούσε ο Θεμιστοκλέους. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι παρά το ότι ο Θεμιστοκλέους αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας δεν του υπεβλήθη ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν ήταν κοινοτάρχης του χωριού. Σε σχέση με το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης μάρτυρα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Μια Πρακτική Προσέγγιση» του κ. Ηλιάδη καταγράφονται τα ακόλουθα. «Όταν ένας διάδικος ισχυρίζεται ότι ένας μάρτυρας δεν λέγει την αλήθεια πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα, θα πρέπει να υποβάλει στο μάρτυρα ότι λέει ψέματα για να του δώσει την ευκαιρία να παρουσιάσει μια εξήγηση». Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Adidas Sportshuhfabriken Adi Sassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR
- «Η ελευθερία να αμφισβητηθεί η θέση της άλλης πλευράς βρίσκεται στον πυρήνα του δικαιϊκού συστήματος της αντιπαράθεσης που βασίζεται στην διασάφιση της αλήθειας με την διαδικασία της αντιμετώπισης του αντίδικου με όλες τις βασικές θέσεις της άλλης πλευράς. Στην απουσία μιας τέτοιας προβολής, το Δικαστήριο έχει μπροστά του μόνο την θέση μιας πλευράς και μπορεί, γι' αυτό το λόγο να την παραγνωρίσει ως μονόπλευρη και ασυμβίβαστη με το δικαίωμα να δοθεί στον αντίδικο η ευχέρεια να παρουσιάσει την θέση του σχετικά με το θέμα που εξετάζεται». Το ζήτημα αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση και θα έπρεπε για το λόγο αυτό η Ενάγουσα να το προβάλει έτσι ώστε να παρασχεθεί η ευκαιρία στους Εναγομένους να προβάλουν και εκείνοι τη δική τους θέση. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός της Ενάγουσας δεν περιλαμβάνεται στις δικογραφημένες της θέσεις και έτσι δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να εξετασθεί. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα υπόγραψε τη συγκατάθεση για αναπροσαρμογή των συνόρων οικιοθελώς και με τη θέληση της. Η αναπροσαρμογή έγινε για να συνάδουν οι τίτλοι εγγραφής με την επί τόπου κατάσταση η οποία ίσχυε από το
- Για το σκοπό αυτό οι ιδιοκτήτες των επηρεαζομένων ακινήτων υπέβαλαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου την αίτηση με αριθμό Α231/87 η οποία συνοδευόταν από τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των επηρεαζομένων ακινήτων και χωρομετρικό σχέδιο. Κατά την ίδια περίπου περίοδο τα μέρη επιλύοντας προφανώς τα μεταξύ τους περιουσιακά ζητήματα συμφώνησαν και παραχώρησαν στον Μιλτιάδη Χρ. Αθανασιάδη δικαίωμα διόδου. Ακολούθησε η διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας στις 08/04/89 και στη συνέχεια εκδόθηκαν νέοι τίτλοι εγγραφής των ακινήτων σύμφωνα με την αίτηση και τις συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των εμπλεκομένων ακινήτων. Επιζητεί περαιτέρω η Ενάγουσα ακύρωση της διαδικασίας της αναπροσαρμογής των συνόρων ως παράνομης. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί αν η διαδικασία που ακολούθησε το κτηματολόγιο έγινε με τρόπο που να συνάδει με τη νομοθεσία και συγκεκριμένα αν η ενέργεια του κτηματολογίου να προχωρήσει στην αναπροσαρμογή χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής είναι νόμιμη. Η διαδικασία διαίρεσης και διαχωρισμού γης διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 27 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
- Στο άρθρο αυτό καθορίζονται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες πρέπει να γίνονται τέτοιοι διαχωρισμοί. Υπήρξε αμφισβήτηση κατά πόσο το ακίνητο της Ενάγουσας από το οποίο αφαιρέθηκε η έκταση των 550 τ.μ. ήταν κατάλληλο για οικοπεδικούς σκοπούς και εφαπτόταν με δημόσια οδό έτσι ώστε να ήταν αναγκαία για την αναπροσαρμογή που έγινε η άδεια του Επάρχου. Η μαρτυρία που έχει προσκομισθεί κατέδειξε ότι ναι μεν το ακίνητο της Ενάγουσας βρισκόταν μέσα στην περιοχή ύδρευσης του χωριού δεν ήταν όμως κατάλληλο για οικοπεδικούς σκοπούς αφού δεν εφαπτόταν δημοσίου δρόμου και δεν μπορούσε όμως είπε ο Μ.Ε. 2 να αξιοποιηθεί. Εκείνο που θα πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί είναι κατά πόσο ο γενόμενος διαχωρισμός εμπίπτει ή όχι εντός των προνοιών του εδαφίου
(3)του άρθρου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 9, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις διαίρεσης ή διαχωρισμού ακίνητης ιδιοκτησίας που διενεργείται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού ή εντός δέκα ετών αμέσως προηγουμένως της ημερομηνίας αυτής και όταν η ιδιοκτησία που λήφθηκε δυνάμει οποιασδήποτε τέτοιας διαίρεσης ή διαχωρισμού παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου αυτού κανένας τίτλος με εχθρική κατοχή δεν αποκτάται σε αυτή». Όπως προέκυψε από τη δοθείσα μαρτυρία η αναπροσαρμογή έγινε για να συνάδουν οι τίτλοι με την επί τόπου κατάσταση που ίσχυε πριν το 1934, πριν δηλαδή από τις προθεσμίες που καθορίζονται στο άρθρο 27
(3)του Νόμου. Για το χρόνο από τον οποίο ίσχυε η επί τόπου κατάσταση μαρτυρία έδωσε ο Μ.Υ. 3 του Εναγομένου 2, ο οποίος είπε ότι όπως του ανάφεραν οι παρευρισκόμενοι στην επιτόπια εξέταση, η αναπροσαρμογή επιδιωκόταν για να συνάδει με την επί τόπου κατάσταση όπως αυτή ίσχυε από το
- Σκοπός της ύπαρξης του εδαφίου αυτού είναι να διασφαλίσει και να κατοχυρώσει διαχωρισμούς γης που έγιναν πριν τις προθεσμίες που τάσσονται σε αυτό. Η εξαίρεση που τίθεται δεν μπορεί να αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διαχωρισμός έγινε και ολοκληρώθηκε με την εγγραφή του στα κτηματολογικά μητρώα. Προφανώς με αυτή επιδιώκεται να καλυφθούν εκείνες οι περιπτώσεις που ο διαχωρισμός της γης έγινε και συμφωνήθηκε μεταξύ των ιδιοκτητών πριν την εφαρμογή του νόμου αλλά για κάποιο λόγο δεν έχει τελειωθεί με την εγγραφή της στο κτηματολόγιο. Σε αντίθετη περίπτωση και όπως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 2 δεν θα υπήρχε ανάγκη ύπαρξης του εδαφίου αυτού. Για τους λόγους αυτούς κρίνεται ότι η επικύρωση ουσιαστικά μιας πραγματικής κατάστασης που υφίστατο από το 1934 με την εγγραφή της στα κτηματολογικά μητρώα εξαιρείται από τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Νόμου και γι' αυτό δεν χρειαζόταν άδεια από οποιαδήποτε αρχή. Μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η τύχη της αξίωσης της Ενάγουσας για ακύρωση της διαδικασίας αναπροσαρμογής συνόρων ως παράνομης είναι προφανής. Την ίδια τύχη θα έχουν μετά τα πιο πάνω και οι λοιπές αξιώσεις της Ενάγουσας για αποζημιώσεις και οι οποίες δεν προωθήθηκαν ουσιαστικά. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η αγωγή θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί γιατί δεν συνενώθηκε σε αυτή σαν διάδικος ο Μιλτιάδης Χρ. Αθανασιάδης, ιδιοκτήτης του τεμαχίου 375, από το οποίο επίσης αφαιρέθηκε κάποια έκταση και προστέθηκε στο ακίνητο της Εναγομένης
- Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων ότι η μη συμπερίληψη του σαν διαδίκου στην αγωγή παραβιάζει τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην υπόθεση Σ. Τιτσινίδης v. Μ. Ρεσιάτ, 1993 (Α.Α.Δ.)
- Στη σ. 435 της απόφασης καταγράφονται τα ακόλουθα: «.Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας να ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση.» Παρά το ότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε διεκδίκηση περιουσίας δυνάμει εχθρικής κατοχής κρίνεται ότι όπως σε εκείνη έτσι και στην παρούσα περίπτωση το αποτέλεσμα της υπόθεσης στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, θα επηρέαζε και τα δικαιώματα του Μιλτιάδη Χρ. Αθανασιάδη ο οποίος δεν είναι διάδικος στην υπόθεση. Και αυτό γιατί όπως προαναφέρθηκε η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κατέδειξε ότι κάποια έκταση αφαιρέθηκε και από το δικό του ακίνητο και προστέθηκε σε αυτό της Εναγομένης
- Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και ακύρωσης της διαδικασίας αναπροσαρμογής συνόρων, το μέρος του ακινήτου του το οποίο αφαιρέθηκε από το κτήμα του και προστέθηκε στο ακίνητο της Ενάγουσας να επανέλθει στην ιδιοκτησία του. Είναι πρόδηλο συνεπώς ότι επηρεάζονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και του προσώπου αυτού. Γι' αυτό και θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σαν διάδικος και να του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τις δικές του θέσεις. Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η αγωγή θα είχε και για το λόγο αυτό απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επειδή οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστές υπερασπίσεις και εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους κατά την ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να καταβληθεί ξεχωριστό ποσό εξόδων στο καθένα από τους Εναγομένους. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο