← Κύπρος

CYBARCO PLC ν. GILLIAN GUEST κ.α., Αρ. Αγωγής: 696/2004, 28 Ιουνίου 2007

CYBARCO PLC ν. GILLIAN GUEST κ.α., Αρ. Αγωγής: 696/2004, 28 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 696/2004 Μεταξύ: CYBARCO PLC, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. GILLIAN GUEST, εκ Πάφου
  2. MARTIN MILLER, εκ Πάφου Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα εταιρεία : κ. Στ. Παναγίδης Για Εναγόμενους 1 & 2: κ. Π. Κλεοβούλου ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ ----------------------------- Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι εταιρεία, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με οικοδομικές και εργασίες ανάπτυξης γης, ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτες του συγκροτήματος SUNSET BEACH VILLAS, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Κισσόνεργα της επαρχίας Πάφου. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 26/9/00 (Τεκμήριο 1) οι ενάγοντες επώλησαν προς τους εναγόμενους την οικία υπ΄ αρ. Α3 του εν λόγω κτιριακού συγκροτήματος έναντι του ποσού των £195.000 πληρωτέον τμηματικά ως κάτωθι: (α) Λ.Κ.10.000,00.- με την υπογραφή της συμφωνίας ως προκαταβολή και/ή πριν την 15/10/2000 (β) Λ.Κ. 90.000,00.- μέχρι την 6/4/2001 (γ) Λ.Κ. 15.000,00.- μέχρι την 6/5/2001 (δ) Λ.Κ. 15.000,00.- μέχρι την 6/7/2001 (ε) Λ.Κ. 65.000,00.- με την παράδοση της οικίας Η ρηθείσα οικία παρεδόθη στους εναγόμενους στις 30/8/
  3. Μεταξύ των διαδίκων συνεφωνήθη η κατασκευή επιπρόσθετων εργασιών, συμπεριλαμβανομένης πισίνας, για την οποία συνεφωνήθη το τίμημα των £34.
  4. Από το πιο πάνω ποσό συνεφωνήθη να αφαιρεθεί ποσό εκ £2.450 ως αποζημιώσεις και/ή συμφωνηθέν ενοίκιο λόγω της καθυστέρησης στην τελική παράδοση και παραμένει υπόλοιπο εκ £31.
  5. Έναντι του πιο πάνω ποσού των £31.570 εκατεβλήθη από τους εναγόμενους το ποσό των £15.000 και παραμένει υπόλοιπο £16.570 για το οποίο οι εναγόμενοι υπόγραψαν σχετική συναλλαγματική κατά την ημέρα της παράδοσης, ήτοι την 30/8/2002, πληρωτέα στις 30/10/
  6. Οι εναγόμενοι έναντι του τιμήματος πωλήσεως της οικίας κατέβαλαν το ποσό των £180.000 πλέον τους δεδουλευμένους τόκους και παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των £15.000 πλέον τόκοι από 31/8/2002 και για το οποίο ποσό υπέγραψαν συναλλαγματική για το ποσό των £15.275 συμπεριλαμβανομένου τόκου πληρωτέου την 30/10/
  7. Πάντα τα ανωτέρω καταγραφέντα γεγονότα γίνονται αποδεκτά από τους εναγόμενους δια του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισής των. Βέβαια θα διαφανεί στη συνέχεια ότι διαφοροποίησαν με τη μαρτυρία και την αγόρευσή τους τη δικογραφημένη θέση τους, κυρίως όσον αφορά το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς της οικίας. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό των εναγόντων ότι συνεπεία της παράβασης από τους εναγομένους των συμβατικών τους υποχρεώσεων, της μη πληρωμής του υπολοίπου, τερμάτισαν με επιστολή τους ημερομηνίας 16/3/04 το συμβόλαιο και κάλεσαν τους εναγόμενους να παραδώσουν την οικία. Η άρνηση των τελευταίων να ανταποκριθούν στην απαίτηση αυτή, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία αξιώνονται: "(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες νομίμως ετερμάτισαν και/ή ακύρωσαν την έγγραφον συμφωνία ημερομηνίας 26/9/2000 μετά των Εναγομένων δυνάμει της οποίας επώλησαν εις αυτούς την οικίαν υπ΄ αριθμόν Α3, επί του κτιριακού συγκροτήματος SUNSET BEACH VILLAS, ανεγερθέντος εντός των τεμαχίων 393, 399, 400, 394 και 56, Φ/ΣΧ. 45/33.Ε.2 και 41.Ε.1, Block B, αρ. εγγραφής Β387, Β388, Β389, Β391 και Β56 στο χωρίο Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου, δια της υπό ημερομηνίας 16/3/2004 επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους. (Β) Διαζευκτικώς διαταγή του Δικαστηρίου προς ακύρωση και/ή τερματισμό της εις παράγραφον (Α) ανωτέρω αναφερομένης συμφωνίας συνεπεία της υπό των Εναγομένων παραβάσεως ουσιωδών και ρητών όρων της συμφωνίας περί πληρωμής των συμπεφωνηθεισών δόσεων του τιμήματος πωλήσεως. (Γ) Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις για επαναφορά της οικίας στην αρχική της κατάσταση. (Δ) Διαταγή του Δικαστηρίου προς πώληση υπό των Εναγόντων της ως άνω οικίας συμφώνως των όρων του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 26/9/
  8. (Ε) Διαταγή του Δικαστηρίου διατάττουσα τους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή εξαρτώμενους και/ή ενοικιαστάς αυτών όπως παραδώσουν ελευθέραν κατοχή της ως άνω αναφερομένης οικίας στους Ενάγοντες. (Ζ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπαλλήλοι και/ή εξαρτώμενοι και/ή ενοικιασταί αυτών δεν έχουν δικαίωμα να εισέρχονται και/ή χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται και/ή κατέχουν την ως άνω οικία. (Η) £300 μηνιαίως από της 30/8/2002 μέχρι παραδόσεως της εν λόγω οικίας ως ενδιάμεση οφέλη ή και ως ενοίκια δια τη χρήση και κάρπωση της εν λόγω οικίας ή/και για επέμβαση σε αυτή ή/και για παράβαση συμφωνίας. (Θ) Γενικάς αποζημιώσεις για παράνομο κατακράτηση ή/και επέμβαση επί της εν λόγω οικίας. (Ι) £661,35 ποσό το οποίον αντιπροσωπεύει φόρους και κοινόχρηστα και το οποίον κατεβλήθη υπό των Εναγόντων για λογαριασμό των Εναγομένων. (Κ) Οιανδήποτε άλλη θεραπείαν ήν το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο. (Λ) Έξοδα της παρούσης αγωγής. (Μ) ΦΠΑ επί του ποσού των επιδικασθησομένων εξόδων." Οι ανωτέρω αξιώσεις περιορίσθηκαν από το συνήγορο των εναγόντων κατά την αγόρευσή του στις υπό στοιχεία: Α ή Β, Δ, Ε, Ζ και Ι, πλέον βέβαια, τα έξοδα και Φ.Π.Α. επ΄ αυτών. Οι εναγόμενοι αντιτείνουν με την έκθεση υπεράσπισή τους ότι δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό σαν καθυστερημένη δόση, δυνάμει της συμφωνίας τους και απορρίπτουν ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό τόκου ή φόρων. Προβάλλουν τους ισχυρισμούς της πλημμελούς εκτέλεσης τω επιπρόσθετων εργασιών, οι οποίες παρουσίαζαν κακοτεχνίες και ατέλειες, για τις οποίες ειδοποίησαν σχετικά τους ενάγοντες και εκάλεσαν αυτούς να τις διορθώσουν. Κακοτεχνίες και ελλείψεις παρουσιάζουν επίσης τα έργα στην οικία και γι΄ αυτό το λόγο δεν εξοφλήθηκε η συναλλαγματική η οποία αναφερόταν στο υπόλοιπο του τιμήματος. Κάλεσαν και γι΄ αυτές τις κακοτεχνίες τους ενάγοντες να τις διορθώσουν και τους πληροφορούσαν πως σε περίπτωση μη ανταπόκρισής τους θα ανέθεταν την εκτέλεσή τους σε άλλο εργολάβο και θα απαιτούσαν η δαπάνη αυτή να αφαιρεθεί από τα ποσά που οφείλονταν λόγω υπογραφής των συναλλαγματικών στις 30/8/02 και πληρωτέων στις 30/10/
  9. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι νόμιμα και δικαιωματικά κατέχουν και καρπούνται την οικία. Ότι δεν οφείλουν οιανδήποτε δόση και πως παράνομα και χωρίς δικαίωμα οι ενάγοντες τερμάτισαν και/ή ακύρωσαν την επίδικη συμφωνία. Επίδικα θέματα προκύπτοντα από τη δικογραφία είναι: (α) Ύπαρξη ή όχι οφειλόμενου ποσού και ύψος αυτού. (β) Σχέση οφειλόμενου ποσού με είδος εργασιών. (γ) Τερματισμός της συμφωνίας και δικαίωμα προς τούτο. (δ) Θεραπείες. Παρεμπίπτοντα και παρεμφερή θέματα έχουν αναφερθεί κατά τη δικάσιμο και έχουν καταγραφεί στην έκθεση υπεράσπισης, όπως θέμα πλημμελούς εκτέλεσης εργασιών και επιδιόρθωσή τους, για τα οποία όμως δεν επιδιώκεται θεραπεία ή ανταπαίτηση. Η αναφορά και καταγραφή τους έγινε για να καταδειχθεί η μη ύπαρξη δικαιώματος των εναγόντων για τερματισμό. Η προσφερθείσα για τους ενάγοντες μαρτυρία προήλθε από την κ. Έλενα Φωτίου, υπάλληλό τους, η οποία ασχολείται με τα οικονομικά θέματα και γνωρίζει προσωπικά την υπόθεση. Αφού κατετέθη εκ συμφώνου η επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 1), η μάρτυς ανεφέρθη στην οικονομική κατάσταση αναφέροντας και αναλύοντας τα πληρωθέντα ποσά, τα οποία έχουν ως εξής: Στις 26/9/00, ημερομηνία δηλαδή υπογραφής της συμφωνίας, καταβλήθηκε ποσό £200 έναντι της προκαταβολής, η οποία και εξοφλήθηκε στις 26/10/06 με την καταβολή ποσού £980.
  10. Στις 24/4/01 έναντι της δόσης που προνοείται στην παράγραφο 4b, καταβλήθηκε ποσό £8.482,16, στις 24/4/01 έναντι της ίδιας δόσης ποσό £14.692,84, στις 29/6/01 έναντι της ίδιας δόσης ποσό £14.989,50 και στις 2/7/02 έναντι της ίδιας δόσης ποσό £23.603,
  11. Στις 2/7/02 καταβλήθηκε ποσό £28.232,35 για εξόφληση της δόσης ημερομηνίας 6/4/
  12. Ποσό £15.000 καταβλήθηκε επίσης στις 2/7/02 για εξόφληση της δόσης 6/5/01 και στις 2/7/02 εδόθη ποσό £15.000 για εξόφληση της δόσης 6/7/
  13. Στις 30/8/02, ημερομηνία παράδοσης της οικίας, κατεβλήθη έναντι της δόσης στην παράδοση ποσό £2.000 και στις 2/9/02 κατεβλήθη έτερο ποσό £48.
  14. Συνολικά κατεβλήθη ποσό £180.000 έναντι του τιμήματος και παρέμεινε υπόλοιπο προς εξόφληση αυτό των £15.
  15. Για το εν λόγω ποσό υπεγράφη συναλλαγματική (Τεκμήριο 3) πληρωτέα στις 30/10/02 για ποσό £15.275,00 στο οποίο συμπεριλήφθηκαν και οι τόκοι. Οι επιπρόσθετες εργασίες κοστολογήθηκαν στο ποσό των £34.020 και ήσαν πληρωτέες κατά την παράδοση, δηλαδή 30/8/
  16. Επειδή όμως υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεσή τους συμφωνήθηκε με τους ενάγοντες η αποκοπή ποσού £2.450 και έτσι το πληρωτέο μειώθηκε σε αυτό των £31.
  17. Έναντι των επιπρόσθετων αυτών εργασιών καταβλήθηκε στις 2/9/02 ποσό £15.000 και έτσι παρέμεινε για πληρωμή αυτό των £16.
  18. Και γι΄ αυτό το ποσό υπεγράφη συναλλαγματική (Τεκμήριο 4) πληρωτέα στις 30/10/
  19. Οι ενάγοντες χρέωσαν τους εναγομένους με ποσό £500 για προεργασία εγκατάστασης τριφασικού ρεύματος. Έτσι το υπόλοιπο για τα extras ανήλθε στις £17.
  20. Αναλύοντας τις πληρωμές ανάφερε πως το συνολικό ποσό που πληρώθηκε ήταν £202.245,98 ήτοι £180.000 έναντι κεφαλαίου, £15.000 έναντι extras και £7.245,98 δεδουλευμένοι τόκοι. Στο οφειλόμενο ποσό, πέραν του υπόλοιπου κεφαλαίου και των extras, προστέθηκε και αυτό των £661,35 το οποίο αποτελεί κτηματικούς φόρους μέχρι 31/12/04, πλέον οι τόκοι (Τεκμήριο 6). Αντεξεταζόμενη η μάρτυς δέχθηκε ότι κατά καιρούς οι εναγόμενοι προέβαλλαν κάποιες απαιτήσεις για μικρο-εργασίες, όπως ανέφερε, τις οποίες όμως οι ενάγοντες εκτελούσαν. Επέμενε πως όλες οι συμφωνηθείσες εργασίες εκτελέσθηκαν, γι΄ αυτό οι εναγόμενοι παρέλαβαν την έπαυλη στις 30/8/02 και έκτοτε την κατέχουν και χρησιμοποιούν. Η εκδοχή των εναγομένων προσφέρθηκε από τον Εναγόμενο 2, Martin Miller. Ανεφέρθη στην παράδοση της έαπυλης που έγινε στις 30/8/02, ημερομηνία κατά την οποία υπέργραψαν έγγραφο τιτλοφορούμενο FINAL DELIVERY FORM (Τεκμήριο 9). Ήταν η θέση του πως είχαν γίνει κακοτεχνίες και πλημμελής εκτέλεση των εργασιών από τους ενάγοντες γι΄ αυτό ετοίμασε λίστα εργασιών που έχρηζαν επιδιόρθωσης, τις οποίες απέστειλε στους εναγόμενους μαζί με επιστολή ημερομηνίας 30/8/02 (Τεκμήριο 10), την ημερομηνία παράδοσης της οικίας. Επέμενε πως οι εργασίες αυτές δεν εκτελέστηκαν σωστά, γι΄ αυτό δεν πλήρωσε το τίμημα που αφορούσε τις επιπρόσθετες εργασίες. Παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη φωτογραφιών οι οποίες αποδεικνύουν, όπως διατείνεται, τους ισχυρισμούς του για τις κακοτεχνίες [Τεκμήριο 12 (1 - 4)]. Εξηγώντας τις φωτογραφίες ανάφερε πως στις φωτογραφίες 12 (1 - 4) παρουσιάζεται η αποχέτευση η οποία δεν έχει τελειώσει και αναγκάστηκε να αποπερατώσει ο ίδιος τις εργασίες. Στη φωτογραφία 12

(5)παρουσιάζεται ρωγμή στο κτίριο. Στη φωτογραφία 12
(6)φαίνονται καλώδια στον τοίχο, εκεί όπου έπρεπε να υπάρχει υποδοχή για δορυφορική σύνδεση όπως προβλέπεται στις τεχνικές προδιαγραφές (Τεκμήριο 16). Επειδή δεν έγινε πρόβλεψη τα καλώδια τοποθετήθηκαν εξωτερικά. Οι φωτογραφίες 12
(7)και 12
(8)δείχνουν, όπως εξήγησε, ότι δεν εφαρμόζει καλά η πέτρα στην πισίνα και τοποθετήθηκε έξτρα σιλικόνη. Οι φωτογραφίες 12
(9)και 12
(12)δείχνουν τα παράθυρα, τα οποία έμπαζαν νερά όταν έβρεχε γι΄ αυτό οι ενάγοντες αφαίρεσαν το ξύλο και τοποθέτησαν σιλικόνη. Οι φωτογραφίες 12
(10)και 12
(11)δείχνουν το μάρμαρο στα σκαλιά, το οποίο είχε μεγάλη κηλίδα. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν να την καλύψουν και την κάλυψαν οι ίδιοι. Η φωτογραφία 12
(13)δείχνει ότι στο υπόγειο μαύρισε το ξύλο της κορνίζας της πόρτας. Τέλος, στη φωτογραφία 12
(14)παρουσιάζεται η μπροστινή πόρτα και ρωγμή. Επέμενε ο μάρτυς ότι έχουν καταβάλει στους ενάγοντες ολόκληρο το τίμημα πώλησης και ότι εκείνο που παρέμεινε μετά την παράδοση και για το οποίο υπέγραψαν τα Τεκμήρια 3 και 4 ήταν οι επιπρόσθετες εργασίες. Κατέθεσε δε τεκμήρια τις αποδείξεις πληρωμών [Τεκμήριο 14 (1 - 7)] και έμβασμα για ποσό £63.000 από την Alpha Bank (από την οποία είχε λάβεi δάνειο) προς τους ενάγοντες [Τεκμήριο 15
(2)]. Διατήρησε κατά την αντεξέταση τη θέση ότι τα τεκμήρια 3 και 4 αφορούσαν και τα δύο το υπόλοιπο των επιπρόσθετων εργασιών και δέχθηκε ότι όντως το συνολικό ποσό που κατέβαλαν ήταν £202.245,
  1. Εξήγησε επίσης ότι μερικές από τις φωτογραφίες-τεκμήρια τις έβγαλε την προηγούμενη μέρα της κατάθεσής του, δηλαδή στις 28/5/07 και άλλες πολύ πιο πριν και όπως πιθανολόγησε, θα ήταν όταν έστειλε επιστολή στους ενάγοντες και τους ενημέρωνε ότι θα ανέθετε σε άλλο εργολάβο την επιδιόρθωσή τους. Δέχθηκε όμως ότι δεν απέστειλε τις φωτογραφίες στους ενάγοντες. Πριν ή αποφασισθούν τα επίδικα θέματα θα πρέπει να κριθούν δύο άλλα τα οποία ήγειραν οι συνήγοροι. Το ένα ηγέρθη από τον κ. Κλεοβούλου και αφορά το όνομα των εναγόντων και το άλλο από τον κ. Παναγίδη και παραπέμπει στην εναγόμενη
  2. Εισηγείται ο κ. Παναγίδης ότι δεδομένης της απουσίας της εναγόμενης 1 από τη διαδικασία, τη μη παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα και της μη αναφοράς από τον εναγόμενο 2 ότι καταθέτει και γι΄ αυτή τότε, άνευ άλλου τινός, πρέπει η υπόθεση εναντίον της να θεωρείται αποδειχθείσα. Το Δικαστήριο δε συμμερίζεται την άποψη αυτή. Αμφότεροι οι εναγόμενοι κατεχώρησαν έκθεση υπεράσπισης και εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. Όλα τα κατατεθέντα έγγραφα και τεκμήρια αφορούν και τους δύο και αμφότεροι τα υπογράφουν. Εξάλλου, τα γεγονότα που παρέθεσε ο εναγόμενος 2, όλα αφορούν την ίδια έπαυλη και αμφότερους τους εναγόμενους και σε αρκετές περιπτώσεις στη μαρτυρία του έκανε αναφορά στην εναγόμενη 1, λέγοντας: «εγώ και η σύντροφός μου.» Το εγερθέν από τον κ. Κλεοβούλου ζήτημα πραγματεύεται του ονόματος των εναγόντων, το οποίο διαρκούσης της διαδικασίας άλλαξε. Πράγματι η ενάγουσα εταιρεία μετονομάσθηκε σε CYBARCO PLC από 29/5/06 και ο κ. Παναγίδης απέστειλε σχετική επιστολή στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, πληροφορώντας τον για το θέμα και επισυνάπτοντας αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος. Αυτό θεωρείται ανεπίτρεπτο, λέει ο κ. Κλεοβούλου, διότι έπρεπε να είχε γίνει τροποποίηση του τίτλου. Το θέμα τυγχάνει πραγμάτευσης σε απόφαση του Ανωτάτου, η οποία επικροτεί την ανωτέρω τακτική, παραπέμπουσα στο άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου. Αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση 240/05 ημερομηνίας 18/12/06 ότι: «Το άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Οι διατάξεις του είναι σαφείς. Δεν χρειάζεται ειδικός θεσμός για να προνοήσει τον τρόπο που διατυπώνεται το νέο όνομα της εταιρείας. Η ειδοποίηση που έδωσε η εφεσείουσα στο πρωτοκολλητείο και στους εφεσίβλητους έγινε για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής αλλαγής.» Η παρούσα υπόθεση σαν πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρη Χρίστου v. Eυγενία Khoreva
(2002)1 (A) A.A.Δ. 455, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ. ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρά τη σύγχυση στην οποία ο Μ.Υ.1 περιήλθε κατά την παράθεση των οικονομικών δεδομένων, πληρωμών, εμβασμάτων και αποδείξεων, κατεδείχθη εντέλει ότι το συνολικό ποσό που πληρώθηκε ήταν αυτό των £202.245,
  1. Το ίδιο το ποσό αναφέρουν και οι ενάγοντες ως εισπραχθέν. Η διαφωνία έγκειται στη χρήση του ποσού του εμβάσματος των £63.000 (Τεκμήριο 15) που έγινε από τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι με την καταβολή του ποσού αυτού έχει εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα αγοράς των £195.000 ενώ οι ενάγοντες πιστοποιούν ότι για το τίμημα κατεβλήθησαν £180.
  2. Η διαφορά αυτή των £15.000 έγκειται στο ότι από τις £63.000 χρησιμοποιήθηκαν οι £48.000 για πληρωμή του τιμήματος πώλησης και οι £15.000 έναντι των επιπρόσθετων εργασιών. Ο μεν εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) διατείνεται πως έχει εξοφληθεί το τίμημα, διότι δεν θα πλήρωνε έξτρα εργασίες πριν ή εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η δε Μ.Ε.1 επιμένει ότι με τον ανωτέρω τρόπο διαχώρισε και κατένειμε το ποσό. Τις θέσεις αυτές υπεστήριξαν οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Ο κ. Κλεοβούλου υπεστήριξε ότι οι ενάγοντες παράνομα, αυθαίρετα και αντισυμβατικά «εχρέωσαν» το ποσό των £15.000 έναντι των έξτρα, ούτως ώστε να μη θεωρηθεί εξοφληθέν το τίμημα πώλησης. Υποδεικνύει δε πως το Τεκμήριο 9 επιβεβαιώνει την εξόφληση του τιμήματος και με αυτό, απλά οι ενάγοντες επεφύλαξαν το δικαίωμά τους να αξιώσουν ποσό έξτρα εργασιών, ενώ οι εναγόμενοι επεφύλαξαν το δικαίωμά τους για τις κακοτεχνίες. Η αντίθετη άποψη του κ. Παναγίδη υποστηρίζει πως οι ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να κατανείμουν κατά βούληση το ποσό των £63.
  3. Υποδεικνύει και αυτός με τη σειρά του ότι το Τεκμήριο 10, αποδεικνύει την αποδοχή των εναγομένων πως το οφειλόμενο ποσό των extra εργασιών ήταν αυτό που επικαλούνται οι ενάγοντες. Το των £16.570, το οποίο εμειώθηκε σ' αυτό, αφού αφαιρέθηκε αυτό των £15.
  4. Θα πρέπει να επισημανθεί πως τόσο το τίμημα πώλησης που αναγράφεται στο Τεκμήριο 1 όσο και το κόστος των επιπρόσθετων εργασιών, αποτελούν το τίμημα, το κόστος αγοράς και ανέγερσης της οικίας. Βέβαια, για το πρώτο υπήρχε γραπτό χρονοδιάγραμμα πληρωμής, ενώ για το δεύτερο δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου ανάλογη συμφωνία για το χρόνο πληρωμής του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ούτε εξυπακούει πως οι εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση πληρωμής αυτού. Το γεγονός είναι πως η χρήση και διανομή του ποσού των £63.000 έγινε, όπως ανωτέρω εξετέθη. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία πως οι εναγόμενοι υπέδειξαν ή συμφώνησαν το ποσό αυτό να χρησιμοποιηθεί μόνον έναντι του τιμήματος που προβλέπεται από το Τεκμήριο
  5. Ούτε βέβαια περί του αντιθέτου μαρτυρία εδόθη. Ότι δηλαδή συμφώνησαν εκ των προτέρων στην γενόμενη κατανομή του ποσού αυτού. Σχετικά επί του θέματος τούτου, είναι τα άρθρα 59, 60 και 61 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, οι διατάξεις των οποίων ρυθμίζουν τον καταλογισμό πληρωμών προς εξόφληση χρεών. Όταν οφειλέτης χρέους, χρωστά διάφορα συγκεκριμένα χρέη στο ίδιο πρόσωπο και διενεργήσει οποιαδήποτε πληρωμή είτε ορίζοντας ρητά είτε υπό περιστάσεις υπό τις οποίες συνάγεται ότι η πληρωμή πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση ειδικού χρέους, τότε η πληρωμή πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση εκείνου του χρέους. Αν ο οφειλέτης δεν καθορίσει το χρέος και δεν υπάρχουν οι περιστάσεις από τις οποίες να συναχθεί το χρέος στο οποίο πρέπει να γίνει η πληρωμή, τότε ο πιστωτής δύναται κατά βούληση να το καταλογίσει. Αν τέλος, κανείς από τους ενδιαφερόμενους δεν προβεί στον καταλογισμό, της πληρωμής, τότε αυτή καταλογίζεται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά προτεραιότητας. Αν αυτοί έχουν την ίδια σειρά αρχαιότητας, ο καταλογισμός γίνεται συμμετρικά. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, παρατηρείται ότι οι περιστάσεις, δηλαδή η ύπαρξη της συμφωνίας Τεκμήριο 1, και η ανυπαρξία χρονοδιαγράμματος πληρωμής των επιπρόσθετων εργασιών, υπεδείκνυαν πως η πληρωμή έπρεπε να καταλογισθεί προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Όμως δεν έγινε ειδική μνεία για τούτο, αλλά πέραν αυτού, οι εναγόμενοι παρουσιάζονται να αποδέχονται τον γενόμενο καταλογισμό. Αφού: Με το Τεκμήριο 10 το οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) ετοίμασε και υπέγραψε, ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι το οφειλόμενο ποσό extra ήταν μόνο £16.570 και όχι μεγαλύτερο. Το Τεκμήριο 9 στο οποίο ο κ. Κλεοβούλου παρέπεμψε σαν αποδεικτικό εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν τέτοιο. Ναι μεν υπάρχει η σημείωση με την οποία οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν την υποχρέωση πληρωμής του τιμήματος των επιπρόσθετων εργασιών, αλλά η μη αναφορά στο ποσό εκείνου του τιμήματος του Τεκμηρίου 1, δεν ερμηνεύεται ως αποδεικτική της μη ύπαρξης υπολοίπου. Αφού είναι αποδεκτό ότι κατά την παραλαβή της οικίας και υπογραφής του Τεκμηρίου 9 στις 30/8/02, δεν είχε καταβληθεί η δόση που έπρεπε να καταβληθεί κατά την παράδοση, όπως προέβλεπε το Τεκμήριο
  6. Κατεβλήθη έναντι αυτής ποσό £2.000 και το υπόλοιπο δόθηκε στις 2/9/
  7. Το γεγονός της ύπαρξης δύο συναλλαγματικών για το ποσό των επιπρόσθετων εργασιών, όπως διατείνεται ο Μ.Υ.1, δεν βοηθά την υπόθεση του. Αφού θα ήταν παράδοξο και μη συνάδον με τη λογική να υπογράψει την ίδια ημερομηνία δύο συναλλαγματικές για χρέος προερχόμενο από την ίδια αιτία, πληρωτέες αμφότερες την ίδια ημερομηνία. Αφού η ημερομηνία πληρωμής και των δύο όπως και η ημερομηνία υπογραφής ήταν η ίδια, σε τίποτα δεν εξυπηρετούσε ο διαμοιρασμός του ποσού. Υπεγράφησαν δύο συναλλαγματικές επειδή αφορούσε διαφορετικά ποσά από διαφορετικές αιτίες. Πέραν όμως αυτών: Κρίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται να επικαλούνται εξόφληση του τιμήματος βάσει του Τεκμηρίου
  8. Η δικογραφία η οποία αποτελεί το μέσο αναζήτησης των επίδικων θεμάτων και των διαφορών και συγκεκριμένα στην κρινόμενη περίπτωση η Έκθεση Υπεράσπισης, δεν αφήνει περιθώρια τέτοιας αμφισβήτησης. Με την παράγραφο 9 αυτής, παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 14 της Εκθέσεως Απαιτήσεως η οποία έχει ως εξής: «
  9. Οι Εναγόμενοι έναντι του τιμήματος πωλήσεως της οικίας κατέβαλαν το ποσόν των £180.000.- πλέον τους δεδουλευμένους τόκους και παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των £15.000.- πλέον τόκοι από 31/8/2002 και για το οποίον ποσόν υπέγραψαν συναλλαγματικήν για το ποσό των £15.275.- συμπεριλαμβανομένου τόκου πληρωτέου την 30/10/2002» Εγείρουν βέβαια με την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης τον ισχυρισμό πως δεν κατέβαλαν το ποσό αυτό λόγω κακοτεχνιών, ελλείψεων και ατελειών για τις οποίες ειδοποίησαν τους ενάγοντες με τις επιστολές που παραθέτουν και που κατατέθηκαν Τεκμήρια 7, 8 και 11 Α. Κρίνεται επομένως πως οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες τα ποσά των £15.275 έναντι υπολοίπου τιμήματος βάσει το Τεκμήριο 1 και £16.570 για τις επιπρόσθετες εργασίες για τις οποίες υπέγραψαν τα Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Τα ανωτέρω ποσά, όπως προνοείται στο Τεκμήριο 1, είναι τοκοφόρα με επιτόκιο 9% από τις 30/10/02, δεδομένου πως μέχρι την ημερομηνία εκείνη είχαν υπολογισθεί και χρεωθεί οι τόκοι. Συναφές με το ανωτέρω θέμα είναι το εγερθέν με την αγόρευση του κ. Κλεοβούλου, πως δεδομένης της υπογραφής των συναλλαγματικών, Τεκμηρίων 3 και 4, η αιτία αγωγής που θα εκπήγαζε από το πωλητήριο έγγραφο μετετράπη σε αιτία αγωγής, εδραζόμενη επί των συναλλαγματικών. Ότι το χρέος συνεπεία του πωλητηρίου εγγράφου εξοφλήθη και μετετράπη σε χρέος συναλλαγματικών. Ο κ. Παναγίδης εισηγείται επί του θέματος τούτου, πως οι συναλλαγματικές εδόθησαν σαν παράλληλη εξασφάλιση του χρέους, όπως προνοεί ο όρος 4 (d) του Τεκμηρίου
  10. Θα πρέπει κατ' αρχήν να τονισθεί πως ισχυρισμός για εξόφληση του χρέους, δεν υπάρχει στην Έκθεση Υπεράσπισης. Όμως, δεδομένης της ύπαρξης των συναλλαγματικών η υπογραφή των οποίων είναι αποδεκτή, θα εξετασθεί η εισήγηση αυτή, αφού ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει τις νομικές συνέπειες αυτού του γεγονότος. Η συναλλαγματική και γενικά τα αξιόγραφα μπορούν να εκδοθούν προς εξόφληση οφειλής, απολύτως ή υπό τον όρο της τίμησης τους ή ως παράλληλη ασφάλεια τέτοιας οφειλής. Το πότε συμβαίνει το ένα ή το άλλο, εξαρτάται από την πρόθεση των μερών, όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί ως πραγματικό γεγονός και προσδιορίζεται στην νομολογία πώς εκλαμβάνεται να είναι η φύση τους σε περίπτωση σιωπής των μερών και ποιες μπορεί να είναι οι νομικές επιπτώσεις, ανάλογα με την περίπτωση (βλ. Byles on Bills of Exchange 24η έκδοση, σελ. 126, 367, 369, Chitty on Contracts 27η έκδοση παρ. 21-060 κ.έπ, Treitel - The Law of Contract 8η έκδοση σελ. 655, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση Τόμος 9, παρ. 603 κ.έπ. και Melita Manufacturers Ltid v. Chris Ioannou
(1996)1 (B) A.A.Δ. 1238). Για τούτο το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει την πρόθεση των μερών για την αξία και ερμηνεία των Τεκμηρίων 3 και 4. Πέραν του γεγονότος της μη συμπερίληψης στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης ισχυρισμού περί ύπαρξης πρόθεσης εξόφλησης του χρέους με την υπογραφή των συναλλαγματικών, ο εναγόμενος 2 ουδέν ανέφερε περί τούτου. Ήταν η θέση του πως το τίμημα πώλησης εξοφλήθηκε και αμφότερες οι συναλλαγματικές αναφέροντο στις extra εργασίες. Αντίθετα η πλευρά των εναγόντων, προβαίνει σε καταγραφή ισχυρισμών για ύπαρξη υπολοίπων για τα οποία υπεγράφησαν συναλλαγματικές. Η Μ.Ε.1 στην αντεξέταση της, απάντησε σε σχετική ερώτηση πώς υπεγράφησαν οι συναλλαγματικές για να μπορούν οι εναγόμενοι να πληρώσουν σε μία τακτή προθεσμία. Πέραν δεν τούτου, η επίδικη συμφωνία, το Τεκμήριο 1 που από κοινού κατετέθη, προνοεί στο άρθρο 4 (d) αυτού, τη δυνατότητα υπογραφής συναλλαγματικής ως παράλληλη εγγύηση πληρωμής του υπολοίπου. Και κρίνεται πως αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση. Επόμενο για εξέταση θέμα, είναι οι κατ' ισχυρισμό κακοτεχνίες, οι οποίες δεν διορθώθηκαν και οι οποίες σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης αποτελούν λόγο μη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Η θέση αυτή των εναγομένων, δεν μπορεί να τύχει αποδοχής για τους κάτωθι λόγους. Παρά το γεγονός ότι είναι αποδεκτή η θέση του εναγόμενου 2 για ύπαρξη εργασιών που έχρηζαν διόρθωσης ή αποπεράτωσης, γεγονός που αποδέχθηκε και η Μ.Ε.1, όμως κρίνεται υπερβολικός στις τοποθετήσεις του στην προσπάθεια του να διογκώσει το πρόβλημα. Ανέφερε ότι δεν είχαν αποπερατωθεί: Η πισίνα, το πλακόστρωτο και αποχετεύσεις, όμως από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 12, που παρουσίασε, εκείνο που παρουσιάζεται να εντοπίζεται σαν πρόβλημα στην πισίνα είναι η χρήση περισσότερης σιλικόνης στην τοποθέτηση μαρμάρων. Ενώ παρουσίασε τις φωτογραφίες να απεικονίζουν τα προβλήματα που κατ' ισχυρισμό υπήρχαν από την ημερομηνία παράδοσης και μετά, δηλαδή ουσιαστικά τον επίδικο χρόνο καταχώρησης της αγωγής, διαπιστώθηκε κατά την αντεξέταση πως 8 φωτογραφίες δηλαδή τα Τεκμήρια 12
(5), 12
(6), 12
(7), 12
(8), 12
(10), 12
(11), 12
(13)και 12
(14), τραβήκτηκαν στις 28/5/07. Αυτές δε, απεικονίζουν μία ρωγμή [12
(5)], τα εξωτερικά καλώδια [12
(6)], την πέτρα που χρειάστηκε περισσότερη σιλικόνη για να εφαρμόσει στην πισίνα [12
(7)] και [12
(8)], μάρμαρο σκαλοπατιών με κηλίδα [12
(10)] και [12
(11)], μαυρισμένο ξύλο στο υπόγειο [12
(13)] και ρωγμή στην μπροστινή πόρτα [12
(14)]. Επί του προκειμένου, η παρατήρηση του κ. Παναγίδη είναι πως έχουν ήδη παρέλθει πέντε έτη από την παράδοση της οικίας και είναι ενδεχόμενο, αυτές οι καταστάσεις να δημιουργήθηκαν τώρα λόγω κακής συντήρησης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτές οφείλονται όντως σε κακή συντήρηση. Ούτε όμως και το αντίθετο, δηλαδή ότι οφείλονται σε κακής ποιότητας εργασία, αφού δεν δόθηκε μαρτυρία ειδικού επί του θέματος. Θα πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι η ρωγμή στον τοίχο, χρειάστηκε μεγέθυνση για να φανεί και χρωματισμός της με κόκκινο μελάνι για να υποδειχθεί στο Δικαστήριο. Όσο για εκείνα που απεικονίζουν οι λοιπές φωτογραφίες, σαν προβλήματα αποχετεύσεων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκείνες οι φωτογραφίες, λήφθηκαν μετά την παράδοση. Όπως είπε ο εναγόμενος 2, τότε που έστελε την επιστολή με την οποία ενημερώνει τους ενάγοντες ότι θα αναθέσει σε τρίτα πρόσωπα, την αποπεράτωση του. Εννοώντας το Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα όμως με την Μ.Ε.1 όλες οι εργασίες αποκαταστάθηκαν. Ακόμη όμως, και να είναι η κατάσταση όπως ο εναγόμενος 2 περιέγραψε, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία για το κόστος επιδιόρθωσης αυτών των «κακοτεχνιών» και ελλείψεων ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει αν οιοδήποτε και πόσο ποσό είναι αφαιρετέο από το αποδεκτό, βάσει των Τεκμηρίων 3 και 4, οφειλομένου. Ούτε και συναφής ισχυρισμός γίνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης για ύψος ποσού πέραν του ότι το ποσό δεν είναι οφειλόμενο. Έτερον προς εξέταση θέμα, είναι αυτό του τερματισμού του συμβολαίου Τεκμήριο
  2. Ο κ. Κλεοβούλου υποβάλλει διπλή εισήγηση ότι (α) δεν έγινε τερματισμός διότι δεν απεδείχθη η αποστολή των επιστολών και (β) δεν υπήρχε δικαίωμα τερματισμού. Σε σχέση με το πρώτο, με παραπομπή σε νομολογία, υπέδειξε ότι δεν έχουν αποδείξει οι ενάγοντες ότι όντως τερμάτισαν το συμβόλαιο με παράδοση της επιστολής Τεκμήριο 2 στα πρόσωπα που απευθύνονταν ώστε να δικαιούνται οι ενάγοντες να καταχωρήσουν αγωγή. Υπέδειξε δε πως οι επιστολές φέρουν ημερομηνία 16/3/04 και η αγωγή κατεχωρήθη 18/3/
  3. Άρα ήταν αδύνατο να ταχυδρομήθηκαν στις 17/3/04 από τη Λευκωσία, όπως είπε η Μ.Ε.1 και να παραλήφθηκαν αυθημερόν από τους εναγόμενους. Απ' την αντίπερα όχθη, ο κ. Παναγίδης αρκέστηκε να υποδείξει ότι οι επιστολές κατατέθηκαν από κοινού σαν Τεκμήρια και δεν δύναται επομένως, να επικαλούνται τώρα, οι εναγόμενοι άρνηση παραλαβής τους. Η από κοινού κατάθεση Τεκμηρίου συνιστά αποδοχή και απόδειξη του περιεχομένου του και ό,τι αυτό καλείται να αποδείξει. Κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 2 καμία επιφύλαξη έγινε για την αποστολή ή παραλαβή του. Εξάλλου ο εναγόμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του δεν ρωτήθηκε και ούτε ισχυρίσθηκε ότι δεν παρέλαβε επιστολή τερματισμού. Συνεπώς τα κατά τη αγόρευση τιθέντα θέματα, ήσαν ακαδημαϊκού περιεχομένου. Όμως: Η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων διαψεύδει τη θέση της μη λήψης επιστολής τερματισμού αφού αποδέχεται το γεγονός του τερματισμού. Εκείνο που αμφισβητείται με το δικόγραφο αυτό, είναι το νόμιμο του τερματισμού και το δικαιωματικό της λήψης του διαβήματος αυτού. Αναπτύσσοντας το λόγο αυτό κ. Κλεοβούλου ανέφερε, παραπέμποντας στις αποφάσεις Michalis Paraskeva and others v. Christakis Lantas
(1998)1 C.L.R. 285 και Νίκος Ζαχαρία κ.ά. ν. The Ship "REIHR"
(1990)1 A.A.Δ. 98 πως ο χρόνος αποπληρωμής δεν ήταν ουσιώδης. Για να καταστεί ουσιώδης, έπρεπε οι ενάγοντες να τον καταστήσουν με την παροχή λογικής προειδοποίησης. Ελλείψει μαρτυρίας για την ημερομηνία ταχυδρόμησης τέτοιας ειδοποίησης και ημερομηνίας παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης, αυτή καθίσταται άνευ αποτελέσματος. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν κάτι τέτοιο εισηγήθηκε και υπέδειξε περαιτέρω ότι εκείνο που έπρατταν στις περιπτώσεις καθυστέρησης δόσεων πληρωμής, ήταν να χρεώνουν τόκο. Η θέση των εναγόντων, όπως υποστηρίχθηκε από το συνήγορο τους, είναι πως η αγωγή καταχωρήθηκε σύμφωνα με τον όρο 18 του συμβολαίου, Τεκμήριο 1. Ο χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί, αφ' εαυτού, ουσιώδη όρο της σύμβασης εκτός αν αυτή είναι η πρόθεση των μερών, όπως διαγράφεται από τους όρους της (άρθρο 55 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Ο χρόνος θεωρείται ουσιώδης και αποτελεί συστατικό στοιχείο, η μη τήρηση του οποίου καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη, στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στη συμφωνία, ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή όταν ο χρόνος εφόσον δεν τηρηθεί το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, καταστήσει τον όρο ουσιώδη θέτοντας εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση (βλ. Paraskeva (ανωτέρω), Chitty on Contracts 25η έκδοση, παρ. 1391, G. Charalambous Ltd v. Kalos kafes Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 867). Ο όρος 18 του συμβολαίου Τεκμήριο 1, προνοούσε το εξής: "If the Purchaser shall be in default as regards the payment of any amount as hereinabove provided then any balance then outstanding shall become immediately due and payable and the Vendors shall have the option either to call upon the Purchaser by notice in writing to pay the whole outstanding balance and any accrued interest within a time limit to be specified in the said notice or to cancel this agreement forthwith without prejudice to any other of the rights." Παρατηρείται πως δεν υπήρχε σαφής πρόνοια που να καθορίζει το χρόνο ουσιώδη. Καθορίζεται ότι παράλειψη δόσεων, έδιδε υπαλλακτική επιλογή στον πωλητή είτε να ζητήσει ολόκληρο το εναπομείναν υπόλοιπο είτε να ακυρώσει. Το δικαίωμα βέβαια ακύρωσης του συμβολαίου που παρέχεται στον πωλητή σε περίπτωση καθυστέρησης δόσης, καθιστά τον όρο ουσιώδη (βλ. Καλησπέρα, ανωτέρω). Η πρόθεση όμως των μερών, όπως εξελικτικά παρουσιάζεται, εμφανίζουν αυτούς να μην έχουν καταστήσει το χρόνο ουσιώδη. Καθόλη τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου, παρατηρήθηκε μία «χαλαρότητα» και μία ευελιξία στο χρονοδιάγραμμα πληρωμής. Το οποίο ουδέποτε τηρήθηκε. Ενδεικτικά, σημειώνεται πως η πληρωτέα την 6/4/01 δόση των £90.000 πληρώθηκε διά τεσσάρων δόσεων από 24/4/01-26/7/02, δηλαδή ένα έτος μετά. Οι δε δόσεις οι πληρωτέες στις 6/5/01 και 6/7/01 κατεβλήθηκαν επίσης ένα χρόνο αργότερα, στις 2/7/02. Η επίδικη δόση, το υπόλοιπο της οποίας παρέμεινε σε εκκρεμότητα, καταβλήθηκε μέρος της, στις 2/9/02 και με την υπογραφή της συναλλαγματικής Τεκμήριο 3, εδόθη παράταση μέχρι τις 30/10/02. Από τότε παρήλθαν σχεδόν δύο χρόνια για να αποστείλουν οι ενάγοντες την επιστολή τερματισμού. Για τούτο, ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται πως ακόμη και να ήταν ο χρόνος ουσιώδης, οι ανωτέρω ενέργειες και ή παραλείψεις, μπορούσαν να θεωρηθούν ως παραίτηση (waiver) του δικαιώματος αυτού (βλ. Iris Development Ltd v. Λαζαρίδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504). Αυτή βέβαια η παρέλευση του χρονικού διαστήματος δεν τους εμπόδιζε να τερματίσουν. Αφού όμως πράγματι έθεταν εύλογη προειδοποίηση και χρόνο για εξόφληση του τιμήματος (βλ. Xenopoulos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23). Στην ανωτέρω απόφαση, όπου μετά πάροδο 10 χρόνων εδόθη ειδοποίηση για συμμόρφωση εντός 15 ημερών, εκρίθη ότι δεν εμπόδιζε το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη. Οι ενάγοντες όμως παρέλειψαν να αποστείλουν σχετική ειδοποίηση - κλήση για πληρωμή του υπολοίπου. Αναφέρεται βέβαια στην παράγραφο 16 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ότι κάλεσαν τους εναγόμενους τόσο «προφορικώς όσο και γραπτώς δι' επιστολής των δικηγόρων τους» να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις. Μαρτυρία όμως ικανή περί τούτου, δεν εδόθη. Ούτε και σχετική επιστολή κατετέθη. Η Μ.Ε.1 στην κυρίως εξέταση της, ουδέν ανέφερε περί κλήσης των εναγομένων να πληρώσουν είτε περί παροχής σε αυτούς λογικής προειδοποίησης. Η αναφορά της ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δεν ήταν αρκετή, αφού είναι νομολογημένο πως η υιοθέτηση περιεχομένου δικογράφου δεν θεωρείται αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Άντης Καΐμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (αρ. 1)
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1968) Αντεξεταζόμενη, στην υποβολή σχετικής ερώτησης αν απέστειλαν επιστολή προς τους εναγόμενους και να ζητούν το ποσό πριν την επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 2, ότι ούτως ή άλλως οι εναγόμενοι ήξεραν το χρέος τους. Και κάποιοι συνάδελφοι της είχαν μιλήσει μαζί τους. Όταν τους επισκέφθηκαν για διευθέτηση των παραπόνων τους, τους ανέφεραν το υπόλοιπο και τους υπενθύμισαν το υπόλοιπο τους. Η ίδια η μάρτυς, κράτησε σχετική σημείωση. Αυτή βέβαια η μαρτυρία, εκτός του ότι ακόμη και να θεωρηθεί ειλικρινής, δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για παροχή λογικής προειδοποίησης για πληρωμή, θεωρείται μη αποδεκτή αφού η ίδια καμία γνώση των λεχθέντων είχε και είναι πλήρως ασαφής, αόριστη και ατεκμηρίωτη. Γι' αυτό κρίνεται πως οι ενάγοντες δεν μπορούσαν ενώ παρέμειναν σιωπηλοί και δεν ζήτησαν πληρωμή σε εύλογο χρόνο κατ' επίκληση του ουσιώδους του χρόνου, να καταλογίσουν στους εναγόμενους παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης παρέχοντας άνευ ετέρου δικαίωμα τερματισμού ή ακύρωσης της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει και από την Paraskeva (ανωτέρω) η ύπαρξη όρου περί τόκου σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής, είναι ενδεικτική πως ο χρόνος δεν ήταν στη σκέψη των μερών ουσιώδης (βλ. Latifundia Properties Ltd v. Ανδρέα Μ. Ψακή κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 670). Κρίνεται συναφώς, ενόψει των ανωτέρω, πως οι ενάγοντες δεν τερμάτισαν δεόντως και/ή δικαιωματικά το συμβόλαιο, το οποίο βέβαια εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Το ανωτέρω εύρημα, είναι ενδεικτικό της κατάληξης της αγωγής. Η οποία, δεδομένου του μη νόμιμου του τερματισμού, θεωρείται πρόωρη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία επιδίκασης των θεραπειών που αξιώνονται, αφού όλες σχετίζονται με την ακύρωση και τερματισμό του συμβολαίου. Το Δικαστήριο έχει προβληματισθεί για την απόδοση του ποσού που ευρέθη ως οφειλόμενο από τους εναγόμενους, έχοντας υπόψη ότι μπορεί να αποδοθεί θεραπεία η οποία δεν προσδιορίζεται επακριβώς αλλά στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, στοιχειοθετούνται τα γεγονότα που μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για παροχή της (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400). Κρίνεται ότι δεν μπορεί να επιδικασθεί αφού τα γεγονότα και οι αξιώσεις συναρτήθηκαν με τον τερματισμό της σύμβασης και όσα αυτή εξυπακούει. Εξάλλου ο συνήγορος των εναγόντων περιόρισε τις αξιώσεις στις θεραπείες υπό παράγραφο 23 Α ή Β, Δ, Ε, Ζ και Ι, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται αξίωση για αποζημιώσεις ή οιανδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται εύλογη. Εκείνο που δικαιούνται, είναι τα υπό στοιχεία Ι δηλαδή την απαίτηση για κτηματικούς φόρους. Κατέθεσε στην κυρίως εξέταση η Μ.Ε.1 ότι πλήρωσε για λογαριασμό των εναγομένων ως κτηματικούς φόρους ποσό £661.35 και κατετέθη από κοινού, Τεκμήριο 6, δέσμη αποδείξεων. Για το θέμα τούτο, δεν αντεξετάσθηκε και υπάρχει πρόνοια στο Τεκμήριο 1 για πληρωμή του, ανεξάρτητη των λοιπών καθυστερήσεων που επιφέρουν δικαίωμα τερματισμού. Συνεπώς κρίνεται πως αυτό είναι το ποσό και θεραπεία που οι ενάγοντες δικαιούνται με την παρούσα αγωγή ενώ οι λοιπές αξιώσεις απορρίπτονται. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για ποσό £661.35 με έξοδα στην ανάλογη κλίμακα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.