← Κύπρος

Φειδία Σπυριδάκη ν. Χαράλαμπος Κωμοδρόμος Υιοι Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3559/04, 29  Ιουνίου 2007

Φειδία Σπυριδάκη ν. Χαράλαμπος Κωμοδρόμος Υιοι Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3559/04, 29 Ιουνίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3559/04 Μεταξύ: Φειδία Σπυριδάκη από τη Πεντάλια και τώρα στη Γαλλία Ενάγοντα και Χαράλαμπος Κωμοδρόμος & Υιοι Λτδ από τη Πάφο Εναγομένους --------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2007 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Ε. Πουλλά Μακαρούνα (κα. Κ. Χ"Χαραλάμπους για να ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ου η Αίτηση/Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας: κα. Ε. Κόκκινου (κα. Γ. Κωμοδρόμου για να ακούσει απόφαση) ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.2.2007 Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγοντας επιδιώκει όχι μόνο μία αλλά περισσότερες θεραπείες. Επιζητεί τη τροποποίηση του τίτλου του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με απάλειψη του ονόματος των Εναγομένων και αντικατάσταση του από τον Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο σαν προσωρινού εκκαθαριστή της Εναγομένης εταιρείας, τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης με τον τρόπο που εκτίθεται στην αίτηση, παράταση του χρόνου για καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης καθώς και προσθήκη σαν Εναγομένων του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και κάποιου Χαράλαμπου Κ. Κατσαβάνη. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε σε όλα τα πρόσωπα τα οποία επιζητείται να προστεθούν σαν Εναγόμενοι. Το μόνο πρόσωπο που εμφανίσθηκε στη διαδικασία ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος προέβαλε ένσταση εισηγούμενος μεταξύ άλλων ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πάσχει γιατί η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία μια φιλελεύθερη τάση επικρατεί στο θέμα της τροποποίησης, ιδιαίτερα όταν μια υπόθεση βρίσκεται σε αρχικό στάδιο δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτή η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον κριθεί αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Εξαίρεση στη δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων, αποτελεί η περίπτωση που αυτή θα επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου εκεί η κακή πίστη είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Fereos v. Martin Brothers
(1991)1 Α.Α.Δ. 387. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994
(1)Α.Α.Δ. 14. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σ. 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου διέπεται από τη Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα παρέμβασης έτσι ώστε όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι να βρίσκονται ενώπιον του. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο εξετάζοντας αιτήσεις της φύσης αυτής διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η παρέμβαση του προς τον σκοπό ώστε όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και να εξετάζει τις επιπτώσεις που τυχόν θα υπάρξουν στη διαδικασία καθώς και τον πιθανό επηρεασμό των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 722, επαναλήφθηκε παλαιότερη νομολογία και τονίσθηκε η ευρύτητα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις και αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή ή αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων. Αυτό που πρώτιστα εξετάζεται στη διαδικασία της φύσης αυτής είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος Εναγόμενος είναι αναγκαίος διάδικος. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με φειδώ και ανάλογη προσοχή. Μεταξύ των παραγόντων που θα πρέπει να συνυπολογίσει είναι ο παράγοντας της ενδεχόμενης καθυστέρησης, το ενδεχόμενο ο προτιθέμενος διάδικος να εγείρει ζητήματα που θα περιπλέξουν τη διαδικασία και η ενδεχόμενη προσθήκη νέων επιδίκων θεμάτων (P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Ltd κ.α.
(2001)1(Α) Α.A.Δ., 300 και Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Asioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127). Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει είναι κατά πόσο ο προτιθέμενος Εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στο Annual Practice του 1958 στη σ. 923 κάτω από το τίτλο "With the sources and grounds thereof" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Although in practice the grounds of the witness´s information and belief are frequently not stated, nevertheress a party against whom such an affidavit is made is entitled to take the objection, and if the objection is one of substance, the Court is bound to pay regard to it (Bidder v. Bridges, 26 Ch. D. 1; Quarts Hill, etc., Mining Co. v. Beall, 20 Ch. D. p. 508; and see Bonnard v. Perryman, [1891] 2 Ch. 269).» Γι' αυτό και το Δικαστήριο πριν εξετάσει την ουσία της αίτησης θα πρέπει πρώτα να εξετάσει αφού προβάλλεται σαν λόγος ένστασης το ζήτημα κατά πόσο η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση συνάδει με τους δικονομικούς κανόνες και ειδικότερα με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία (σε μετάφραση) προνοεί τα ακόλουθα: «Ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει με δική του γνώση, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μια ένορκος δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις που προέρχονται από πληροφορίες με τις πηγές και στις οποίες βασίζονται οι πληροφορίες αυτές.» Είναι σύμφωνα με τη νομολογία απαραίτητο οι ένορκες δηλώσεις να περιορίζονται σε αναφορά εκείνων των γεγονότων τα οποία ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει από προσωπική του γνώση. Παρέχεται βέβαια η δυνατότητα σε ενδιάμεσες διαδικασίες όπως και η παρούσα να περιέχονται στην ένορκο δήλωση, πληροφορίες που λήφθηκαν από άλλα πρόσωπα, αν παρατεθούν οι πηγές από τις οποίες αυτές έχουν ληφθεί (βλ. Fashion Box S.B.A. v. Ferro Fashion Ltd
(1999)A.A.Δ. 1(Γ) 1858, Σωτήρης Ν. Ψάλτης v. Κώστα Χ"Λοή, 2001
(1)(Β) 1454). Μέσα στα πιο πάνω πλαίσια θα πρέπει να εξετασθεί αν η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση συνάδει με τα απαιτούμενα από τους θεσμούς και τη νομολογία. Στο στάδιο βέβαια αυτό δεν εξετάζεται η αλήθεια των ισχυρισμών που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση. Εκείνο όμως που πρέπει να εξετασθεί είναι η επάρκεια της ένορκης δήλωσης σε σχέση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Θα πρέπει πρώτα να λεχθεί ότι αυτή γίνεται από τη μία από τις δικηγόρους του Αιτητή, γεγονός που σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπιθύμητο και πρέπει να αποφεύγεται. H ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα. Δεν διευκρινίζει όμως πως τα γνωρίζει. Δεν διευκρινίζει αν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται ή αν τα έχει πληροφορηθεί από άλλα πρόσωπα, περίπτωση κατά την οποία θα έπρεπε να αποκαλύψει τις πηγές των πληροφοριών της. Αναφέρεται επανειλημμένα σε ενέργειες που έγιναν από τις δικηγόρους που εκπροσωπούν τον Ενάγοντα χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι από παραδρομή οι δικηγόροι του Ενάγοντα παρέλειψαν κατά την έγερση της αγωγής να συμπεριλάβουν σαν διαδίκους τη Κυπριακή Δημοκρατία και τον Χαράλαμπο Κ. Κατσαβάνη. Παραλείπει όμως να διευκρινίσει ποια από τις δύο δικηγόρους που εκπροσωπούν τον Ενάγοντα ετοίμασε και ήγειρε την αγωγή έτσι ώστε να διαφανεί αν το γεγονός αυτό το γνωρίζει προσωπικά ή το έχει πληροφορηθεί από τη συνάδελφο της. Ενώ ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας κατέχει μαρτυρία ότι για την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση ευθύνη έχει ο Χ. Κατσαβάνης παραλείπει να προσδιορίσει πως η ίδια το γνωρίζει. Είναι γεγονός που το γνωρίζει προσωπικά ή που το έχει πληροφορηθεί από κάποιο άλλο πρόσωπο; Ενώ όπως αναφέρει ζητήθηκε από τον Χ. Κατσαβάνη να προχωρήσει και αυτός σε αγωγή εναντίον των Εναγομένων αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Ποιος ζήτησε από το πρόσωπο αυτό να προχωρήσει με αγωγή, η ίδια η ενόρκως δηλούσα ή οποιοσδήποτε άλλος; Πουθενά δεν διευκρινίζονται τα πιο πάνω. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας με την αίτηση του επιζητεί όχι μόνο μία αλλά διάφορες θεραπείες των οποίων η έγκριση εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται πάντα με βάση τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης τα οποία τίθενται ενώπιον του εφόσον δεν πηγάζουν από το φάκελο της δικογραφίας με ένορκο μαρτυρία. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πάντα δικαστικά και στη βάση δεδομένων. Εκείνος ο οποίος επιζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του οφείλει με τον ορθό και κατάλληλο τρόπο να θέτει τα απαραίτητα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση και με την οποία τίθενται τα δεδομένα αυτά δεν γίνεται με τον δέοντα τρόπο αφού δεν διασαφηνίζεται πως η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Η γενική αναφορά της ομνύουσας ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται δεν είναι επαρκής και ικανοποιητική. Και δεν δημιουργεί το στέρεο βάθρο που απαιτείται για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή. Εφόσον η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι η παράλειψη της ομνύουσας να αποκαλύψει την πηγή των γνώσεων της είναι ουσιώδης παράλειψη που δεν στηρίζει στέρεα και ικανοποιητικά το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η αίτηση και στα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να βασισθεί για να ασκήσει ανάλογα τη διακριτική του ευχέρεια. Η πιο πάνω παράλειψη της ενόρκως δηλούσας είναι ουσιώδης παράλειψη η οποία αποβαίνει μοιραία για τη τύχη της αίτησης. Πρέπει επιπρόσθετα να λεχθεί ότι με την αίτηση επιδιώκονται αντιφατικές θεραπείες. Ενώ από τη μια επιδιώκεται παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης η οποία όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας ουδέποτε έχει καταχωρηθεί, από την άλλη επιδιώκεται τροποποίηση της §Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Πιθανότατα τούτο να οφείλεται σε αβλεψία ή παραδρομή, από την άλλη όμως είναι ένα υπαρκτό στοιχείο που δεν είναι δυνατό να παραγνωρισθεί και το οποίο σε συσχετισμό με τις πιο πάνω παραλείψεις επηρεάζει τη τύχη της αίτησης. Ενόψει της κατάληξης αυτής κρίνεται σκόπιμο να μην εξετασθούν οι λοιποί λόγοι που προβάλλονται με την ένσταση αφού δεν είναι απαραίτητο για σκοπούς κρίσης της παρούσας αίτησης αλλά και γιατί δεν αποκλείεται να αποτελέσουν ζήτημα για εκδίκαση σε άλλη αίτηση που πιθανό να ακολουθήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.