Westside Engineering Ltd ν. Γεωργίας Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1030/00, 12.7.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A101 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1030/00 Μεταξύ: Westside Engineering Ltd Εναγόντων Και
- Γεωργίας Παναγιώτου
- Παναγιώτη Παναγιώτου
- Λατομείον Παναγιώτου & Υιοί Λτδ
- Selenior Non-Metallics Liminted Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 12.7.2007 Αίτηση ημερ. 26.2.2007 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Π. Αγγελίδης Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Διομήδους για κ. Καλλή (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ"Νεοφύτου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται αναστολή εκτέλεσης των προνοιών Α, Β (2-5), Γ, Δ και Ε της απόφασης που εκδόθηκε στις 10.1.2007 μέχρι εκδίκασης της έφεσης που ασκήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η παράγραφος (Α) της εν λόγω απόφασης αφορά διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1 για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 27.1.2000 για πώληση των 100 μετοχών και των 25 μετοχών που η Εναγομένη 1 δικαιούται από την περιουσία του αποβιώσαντα Σάββα Παναγιώτου και κατέχονται στην εταιρεία Λατομείο Παναγιώτου και Υιοί Λτδ με την ταυτόχρονη πληρωμή και την καταβολή από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 1 του ποσού των £99.000 που αποτελεί το τίμημα αγοράς των μετοχών. Η παράγραφος (Β) αφορά απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των £39.
- Οι παράγραφοι (Γ) και (Δ) αφορούν τους τόκους και τα έξοδα και σύμφωνα με την παράγραφο (Ε) της απόφασης απορρίπτεται η ανταπαίτηση με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Σωτήρη Κούνουνα που συνοδεύει την αίτηση η εκτέλεση της απόφασης σε συνάρτηση με την θεραπεία (Α) είναι αδύνατη καθότι η Εναγόμενη 1 δεν είναι κάτοχος 125 μετοχών παρά μόνο κάτοχος 100 μετοχών και υπάρχει μια προσδοκία κληρονομιάς από τον αποβιώσαντα Σάββα Παναγιώτου άλλων 25 μετοχών οι οποίες όμως τώρα είναι ανύπαρκτες. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η Ενάγουσα είναι εταιρεία χωρίς περιουσιακά στοιχεία, χωρίς γραφείο και προσωπικό. Πρόκειται για μια εταιρεία που προσπάθησε να εισαχθεί στο ΧΑΚ το έτος 2000-2001 αντλώντας κεφάλαια από το κοινό χωρίς να εισαχθεί τελικά και όλες οι βασικές εταιρείες που συμμετείχαν στο κεφάλαιο της αποχώρησαν. Τον έλεγχο της εταιρείας έχει τώρα ο Χρήστος Αθηνοδώρου ο οποίος δεν εγγράφεται ως μέτοχος της εταιρεία και ο οποίος πριν την εκδίκαση της υπόθεσης προσέγγισε τον ενόρκως δηλούντα και τους δικηγόρους του με πρόθεση την εξαγορά μονοπωλίου στα σκύρα και στον άμμο που χρησιμοποιούνται στις οικοδομές. Με βάση αυτά τα γεγονότα σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση οι Αιτητές δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν για την τυχόν επιτυχία τους. Στο στάδιο κατά το οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση προβάλλετο και ισχυρισμός ότι το λεκτικό της συνταχθείσας απόφασης (drawn up judgment) ήταν λανθασμένο, το λεκτικό όμως έχει τώρα διορθωθεί και δεν θα με απασχολήσει το θέμα περαιτέρω. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλούνται ως λόγους ένστασης ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα αποστερήσει από αυτούς τα δικαιώματα που τους παρέχει η πρωτόδικη απόφαση και πως οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε σοβαρό λόγο που να συνηγορεί υπέρ της αναστολής της πρωτόδικης απόφασης. Περαιτέρω αναφέρεται πως η Ενάγουσα είναι πρόθυμη να παραχωρήσει τραπεζική εγγύηση για οποιοδήποτε ποσό το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει προς εξασφάλιση οποιασδήποτε ζημιάς ήθελαν υποστούν οι Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως οι Αιτητές παραλείπουν να αποκαλύψουν τα πραγματικά γεγονότα με στόχο να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Σίμωνος που συνοδεύει την ένσταση είναι αναγκαίο όπως η Ενάγουσα αποκτήσει άμεσα τις 100 μετοχές που η Εναγομένη 1 κατέχει σήμερα και σε μεταγενέστερο στάδιο τις 25 μετοχές που δικαιούται από την περιουσία του αποβιώσαντος αδελφού της ώστε να καταστεί δυνατό να αποκτήσει λόγο στην διοίκηση, λειτουργία και έλεγχο της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενοι εξορίσσουν και πωλούν και γενικά αποξενώνουν περιουσιακά στοιχεία από το λατομείο και προς τούτο επισυνάπτεται σχετική επιστολή της Υπηρεσίας Μεταλλείων. Περαιτέρω από στοιχεία που αποκόμισε η Ενάγουσα στα πλαίσια αίτησης παρακοής στην αγωγή 2936/05 οι Εναγόμενοι απέκρυβαν στοιχεία από την Υπηρεσία Μεταλλείων. Επίσης οι Εναγόμενοι δεν τηρούν λογιστικούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες τους με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να υπολογιστούν οι ζημιές που θα υποστεί η Ενάγουσα σε περίπτωση που η έφεση των Εναγομένων αποτύχει. Η έλλειψη λογαριασμών επισημαίνεται και στην πρωτόδικη απόφαση στη σελίδα
- Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.40Θ.7 και 11, Δ.48 Θ.1-4, Δ.42 και Θ.45 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 22-71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ενώ η ένσταση στη Δ.40Θ.7 και 11, Δ.48 Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 22-71 του Κεφ.6 στη διακριτική εξουσία, στη πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η διαδικαστική όμως βάση του αιτήματος αυτού είναι η Δ.35Θ.
- Παρά το γεγονός ότι στη νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης δεν περιλαμβάνεται η πιο πάνω διάταξη εν τούτοις η επιχειρηματολογία των δύο πλευρών επικεντρώθηκε στις αρχές που διέπουν το θέμα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης όπως διαμορφώθηκαν από τη νομολογία βάση της Δ.35 Θ.
- Το θέμα εντοπίστηκε από το Δικαστήριο κατά το στάδιο ετοιμασίας της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.2 οι αιτήσεις πρέπει να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Kouppa and another v. Vassiliadis ([1981] 1 JSC 120) και υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη και άλλών
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 καθορίζουν πως οι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 όπου εξετάστηκε το ίδιο θέμα εξετάστηκαν επίσης οι ρόνοιες της νέας Δ.64 με την οποία καταργείται η διάκριση μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη και υιοθετήθηκε η Αγγλική Νομολογία επί του θέματος. Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε πως η παράλειψη του αιτητή να στηρίξει αίτηση για παρακοή διατάγματος στη Δ.42 ισοδυναμούσε με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη και αναλύθηκαν οι αρχές με τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο δυσμενής επηρεασμός τη άλλης πλευράς, η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία και το μέγεθος της παρατυπίας είναι παράγοντες που επηρεάζουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. επίσης Πεγιώτη v. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1601. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη ότι και οι δύο πλευρές θεώρησαν ως δικαιοδοτική βάση του αιτήματος και της ένστασης τη Δ.35 Θ.18 χωρίς αυτή να περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης και χωρίς αυτό να αποτελέσει θέμα ένστασης από την άλλη πλευρά. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες των θεσμών μπορεί να εγερθεί και από το Δικαστήριο. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η παράληψη των Αιτητών να στηρίξουν αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης μέχρι εκδίκασης της σχετικής έφεσης που καταχωρήθηκε στη Δ.35Θ.18 ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη ή κατά πόσο η διαδικασία καθίσταται άκυρη για το λόγο αυτό. Με βάση τις αρχές που έχω αναφέρει πιο πάνω θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Έχοντας υπόψη ότι και οι δύο πλευρές επικέντρωσαν την προβολή των θέσεων τους στηριζόμενοι στον εν λόγω διαδικαστικό κανονισμό και η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν έγειρε το θέμα και δεν φαίνεται να υπήρξε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι γνώριζαν τι αντιμετώπιζαν και το γεγονός ότι ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης χωρίς να εγερθεί το θέμα και με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 η παρατυπία κρίνεται θεραπεύσιμη (βλ. Πεγιώτης (πιο πάνω)). Οι δύο πλευρές συμφωνούν ως προς τις αρχές που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή όπως διαγράφονται από τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν. Οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία είναι συνοπτικά οι ακόλουθες: Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται από τους θεσμούς. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ' εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. (Βλέπε Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 797, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Παπακόκκινου ν. Γλυκής
(1998)1 Α.Α.Δ. 513, Loukos v. Raimbow
(2000)1 A.A.Δ. 1014, Μιχαήλ ν. Πούλλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 438, Ros Estates κ.ά. (αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 147, Χαραλάμπους ν. Panagides
(2001)1 A.A.Δ. 1978 και Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2002)1 Α.Α.Δ. 195). Η προοπτική επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις [Βλέπε Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (πιο πάνω)]. Περαιτέρω όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 σελ. 1697 και 1698 το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκεί όπου τα γεγονότα και οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν. Με την παρούσα αίτηση ζητείται αναστολή εκτέλεσης του μεγαλύτερου μέρους της απόφασης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο. Η απόφαση έχει εφεσιβληθεί χωρίς να γίνεται αναφορά στους λόγους έφεσης και στις πιθανότητες επιτυχίας της. Αυτός όμως ο παράγοντας όπως προκύπτει από τη νομολογία είναι οριακής σημασίας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας για εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων επισημαίνω τα ακόλουθα γεγονότα: Δηλώνεται αδυναμία συμμόρφωσης με μέρος του διατάγματος για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης μετοχών (παράγραφος Α). Η μεταβίβαση των 25 μετοχών εξαρτάται από άλλους αστάθμητους παράγοντες πέραν της επιθυμίας της Εναγομένης 1 καθότι αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης. Αναγνωρίζεται από τους Ενάγοντες το γεγονός αυτό. Στην ένορκη δήλωση του Σίμωνος αναφέρεται πως η ενάγουσα είναι απαραίτητο να αποκτήσει άμεσα τις 100 μετοχές που κατέχει σήμερα η Εναγομένη 1 και σε μεταγενέστερο στάδιο τις 25 μετοχές. Ο κ. Αγγελίδης εισηγήθηκε κατά την αγόρευση του πως το γεγονός αυτό θα εκθέσει την Εναγόμενη 1 υπόλογη σε διαδικασία παρακοής διατάγματος καθότι υπάρχει αδυναμία συμμόρφωσης της με την διαταγή του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος παρέθεσε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Halbury΄s 4η έκδοση Reissue τόμος 44
(1)σελίδες 472 και 477 που επιλαμβάνονται της δυνατότητας του Δικαστηρίου να διατάξει την εκτέλεση μίας σύμβασης για να υποστηρίξει τη θέση του ότι δεν θα έπρεπε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση για αυτές τις μετοχές. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να εξετάσει τη θέση αυτή του κ. Αγγελίδη. Το Δικαστήριο θεωρεί δεδομένη την απόφαση του Δικαστηρίου και δεν του επιτρέπετε να εξετάσει κατά πόσο ορθά εκδόθηκε. Ο λόγος αυτός που επικαλείται ο κ. Αγγελίδης δεν αποτελεί λόγο για αναστολή της απόφασης. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 έχει τώρα στην κατοχή της μόνο 100 μετοχές απλά αποτελεί ένα στοιχείο της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξυσορρόπιση των διαφόρων παραγόντων. Με την παράγραφο Α της απόφασης διατάσσεται ειδική εκτέλεση συμφωνίας πώλησης και των 125 μετοχών. Για σκοπούς υλοποίησης της απόφασης απαιτείται η πληρωμή κάποιου ποσού από τους Ενάγοντες και επίσης είναι αναμενόμενο πως θα πρέπει να ακολουθηθούν κάποιες διαδικασίες για να επιτευχθεί η μεταβίβαση των μετοχών. Σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και παραμερισμού του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου θα χρειαστεί κάποια επιπρόσθετη διαδικασία για επαναφορά στην κατάσταση πραγμάτων που ισχύουν σήμερα. Αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος αναστολής. Επιπρόσθετα η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα των Εναγόντων δίδει σε αυτούς δικαίωμα να τις διαχειρίζονται ακόμα και να τις επιβαρύνουν με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 πετύχει στην έφεση να παραμείνει η απόφαση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι σε περίπτωση που δοθεί αναστολή οι Ενάγοντες θα στερηθούν του δικαιώματος να λαμβάνουν μέρος στη διεύθυνση της εταιρείας. Αναφορικά με τα στοιχεία που παρατίθενται για διάθεση λατομικού υλικού και στοιχεία που τέθηκαν στην αίτηση παρακοής στην υπόθεση 2936/05 δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε θετικό συμπέρασμα καθοριστικό της αίτησης. Σημειώνεται βέβαια ότι οι Ενάγοντες είναι σύμφωνα με την απόφαση μέτοχοι της εταιρείας και συνεπώς δικαιούνται σε πληροφόρηση ως προς τα διαδραματιζόμενα σε αυτή. Ο ισχυρισμός των Αιτητών περί αφερεγγυότητας της Ενάγουσας εταιρείας απαντήθηκε με μια γενική άρνηση εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Είναι γεγονός ότι το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού των Αιτητών βαρύνει τους ιδίους. Παρά το γεγονός ότι δεν παρέχεται οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα φερεγγυότητας της Ενάγουσας εταιρείας προσφέρεται τραπεζική εγγύηση προς εξασφάλιση προς εξασφάλιση των συμφερόντων των εναγομένων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 597 ο συγκερασμός των δύο αρχών που τάσσει η νομολογία επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον Ενάγοντα όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχής εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το εφετείο. Αναφορικά με το θέμα των δικηγορικών εξόδων η πρακτική που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογη με αυτή που εφαρμόζεται στην Αγγλία πάνω στο ίδιο θέμα. (Βλέπε Annual Practice 1956, Or. 58 r.16). Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε γεγονός γιατί να μην τηρηθεί αυτή η πρακτική και στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω ζητείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση με έξοδα. Όσον αφορά το σκέλος της απόφασης που αφορά τα έξοδα εφαρμόζονται τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω. Όσον αφορά την απόρριψη της ανταπαίτησης αυτό το μέρος της απόφασης δεν επιβάλλει οποιαδήποτε θετική υποχρέωση εκ μέρους των Εναγομένων. Είναι νομολογημένο πως το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. (Βλέπε Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 706, In re E.S. (An infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες της υπόθεσης όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή δικαστικής απόφασης αποφασίζω όπως εκδοθεί διάταγμα αναστολής της παραγράφου (Α) της απόφασης υπό τους κάτωθι όρους: (α) Η Εναγομένη 1 να παράσχει τραπεζική εγγύηση για το ποσό των £99.000.00 εντός 30 ημερών από σήμερα ως εγγύηση, για την περίοδο από σήμερα μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης. (β) Η εναγόμενη 1 δεν θα αποξενωθεί ούτε θα επιβαρύνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές, αντικείμενο της απόφασης. Αναφορικά με τις πρόνοιες της παραγράφου (Β)(2-5) και (Γ) της απόφασης αποφασίζω να μην διατάξω την αναστολή της. Το ποσό που προνοείται από τις παραγράφους Β(2-5) και Γ της απόφασης να καταβληθεί εντός 30 ημερών και ταυτόχρονα να δοθεί εκ μέρους των εναγόντων τραπεζική εγγύηση στο Πρωτοκολλητή για το ισάξιο ποσό ότι θα επιστρέψουν το ποσό της απόφασης ή μέρος της ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο. Αναφορικά με τα έξοδα δεν θα εκδώσω διάταγμα αναστολής νοουμένου ότι ο δικηγόρος των Εναγόντων αναλάβει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε διαταγή ή απόφαση του Εφετείου στα πλαίσια της έφεσης. Ενόψει του αποτελέσματος της αίτησης, θεωρώ ότι η κάθε πλευρά πρέπει να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο