← Κύπρος

Αρίστης Μιλτιάδη Ευθυβούλου ν. Γιαννάκη Παππασάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1449/04, 30 Ιουλίου 2007

Αρίστης Μιλτιάδη Ευθυβούλου ν. Γιαννάκη Παππασάββα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1449/04, 30 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A107 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1449/04 Μεταξύ: Αρίστης Μιλτιάδη Ευθυβούλου, από την Κ. Πάφο Ενάγουσας - και -

  1. Γιαννάκη Παππασάββα, από την Πάφο
  2. Μαίρης Νταλμά, από την Ελλάδα και τώρα στην Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Α. Κορακίδου Για Εναγόμενους: κ. Α. Αλεξάνδρου -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- Η Ενάγουσα διεκδικεί με την παρούσα αγωγή εναντίον αμφοτέρων των Εναγομένων: α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι είναι παράνομοι επεμβασίες στο υποστατικό της υπ. αρ. εγγραφής 3601 του φ/σχ 51/10.6.4 στην Κ. Πάφο και ουδέν δικαίωμα κατοχής έχουν τούτου. β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους εναγόμενους να παραδώσουν ελευθέρα και ανενόχλητο κατοχή του ειρημένου υποστατικού στην ενάγουσα εντός 15 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτούς του εκδοθησομένου διατάγματος. γ. Διάταγμα απαγορεύον στους εναγόμενους να επεμβαίνουν στο ακίνητο της ενάγουσας υπ. Αρ. εγγραφής 3601 του φ/σ 51/10.6.4 στην Κ. Πάφο. δ. £3000 το μήνα ενδιάμεσα κέρδη και ή αποζημιώσεις από 17.3.04 μέχρι παραδόσεως ελευθέρας κατοχής του ειρημένου υποστατικού στην ενάγουσα από τους εναγόμενους. ε. 9% το χρόνο τόκο επί του ποσού των £42000 που η ενάγουσα οφείλει σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, μέρος δανείων που συνήψε για την ανέγερση του επίδικου υποστατικού. Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου εντός του οποίου ανήγειρε υπόγειο οικοδόμημα. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται στην ΄Εκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1, ήταν σύζυγοι ενώ από τον Ιούνιο του 1992, όταν ο Εναγόμενος 1 εγκατέλειψε την Ενάγουσα, εβρίσκοντο σε διάσταση. Το 1994 εκδόθηκε διαζύγιο από το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο, το οποίο έλυσε το γάμο των διαδίκων και το έτος 1999 ο γάμος λύθηκε και από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Το Δεκέμβριο του 2001, ο Εναγόμενος 1 μετά από απειλές αλλά και υποσχέσεις προς την Ενάγουσα ότι θα της κατέβαλλε ενοίκιο αν του παραχωρούσε τη χρήση του μουσικοχορευτικού κέντρου, εγκαταστάθηκε σε αυτό το οποίο και λειτούργησε με το όνομα ΚΑΝ-ΚΑΝ, εισπράττοντας όλα τα εισοδήματα χωρίς να πληρώσει οτιδήποτε στην Ενάγουσα. Η τελευταία τον κάλεσε αρκετές φορές να προσέλθει για συνομολόγηση συμφωνίας αλλά αυτός αρνείτο. Στις 16.2.2004 η Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της απέστειλε επιστολή ημερ. 10.2.2004 προς τον Εναγόμενο 1, πληροφορώντας τον ότι τερμάτισε την άδεια χρήσεως του υποστατικού και καλώντας τον όπως αυτός εντός ενός μηνός της παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να πράξει ως εκλήθη και από τις 17.3.2004 κατέχει παράνομα το ακίνητο. Πέραν τούτου, παρεχώρησε τη χρήση και διαχείριση του κέντρου στην Εναγόμενη 2, έναντι ανταλλάγματος £100.- ημερησίως. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η παράνομη κατοχή του υποστατικού της από τους Εναγόμενους, της στερεί τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του καθότι μπορούσε να το ενοικιάζει έναντι μηνιαίου ενοικίου £3.000,
  3. Ποσό το οποίο θα χρησιμοποιούσε για εξόφληση οφειλών της προς την ΣΠΕ Κ. Πάφου και Εθνική Τράπεζα Ελλάδος συμποσούμενες σε ποσό £42.000,00, για τις οποίες έχει υποθηκευμένη την περιουσία της για σκοπούς αξιοποίησης της. Οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν κοινή ΄Εκθεση Υπεράσπισης και πέραν των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή, ο Εναγόμενος 1 εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις. (α) ΄Οτι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή διότι ο Εναγόμενος 1 είναι σύζυγος της Ενάγουσας και αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο και (β) ΄Οτι η Ενάγουσα κατεχώρησε την υπ' αριθμό 1114/02 αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ίδιο θέμα, η οποία απορρίφθηκε και καταδικάσθηκε και στα έξοδα και συνεπώς κωλύεται να επανέρχεται με νέα αγωγή για την ίδια απαίτηση. Πέραν των ανωτέρω ενστάσεων υπάρχει άρνηση του ισχυρισμού της Ενάγουσας για τον τρόπο χρήση και κατοχής του υποστατικού. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1 ότι το εν λόγω ακίνητο το έκτισε ο ίδιος χωρίς καμία ουσιαστική συνεισφορά της Ενάγουσας και πως μέχρι και τώρα καταβάλλει έξοδα για τη συντήρηση του. Ότι ουδέποτε ζήτησε την παραχώρηση της χρήσεως του υποστατικού από την Ενάγουσα, το οποίο ο ίδιος έκτισε και ότι νόμιμα το κατέχει διότι είναι σύζυγος της. Ότι δαπάνησε ποσό £30.000,00 για συντήρηση και επιδιόρθωση του υποστατικού η οποία ήταν αναγκαία, γεγονός που η Ενάγουσα γνωρίζει πολύ καλά. Ο Ενάγομενος 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι εξακολουθεί να είναι σύζυγος της Ενάγουσας καθόσον ενώ αρχικά ο γάμος λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ερήμην του Εναγόμενου 1, ο τελευταίος όταν το πληροφορήθηκε κατεχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο, το οποίο και ακύρωσε την απόφαση λύσης του γάμου. Ακολούθως η Ενάγουσα κατεχώρησε νέα αίτηση διαζυγίου την υπ' αριθμό 29/02 η οποία και απορρίφθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο και συνεπώς ο γάμος τους εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα (δηλ. 18/11/04 ημερομηνία καταχώρησης ΄Εκθεσης Υπεράσπισης). Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι καμία σχέση έχει με την κατοχή, χρήση ή διαχείριση του επίδικου υποστατικού. Σε κάποιο στάδιο, λόγω εγκατάλειψης του υποστατικού από την Εναγόμενη 2, η αγωγή εναντίον της θεωρήθηκε ως εγκαταλειφθείσα. Απαντώντας η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αιτία αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση των Εναγομένων σε περιουσία της, γι' αυτό αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό και όχι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δόθηκε και προσφέρθηκε από αμφότερους τους διαδίκους μαρτυρία για απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά και επί μέρους θεμάτων όπως η λήψη αδειών λειτουργίας του κέντρου από αρμόδιους φορείς όπως ο ΚΟΤ (Μ.Υ. 5, Τεκμ. 26 και Μ.Υ. 7, Τεκμ. 29), ο Δήμος Πάφου (ΜΥ 3, Τεκμ. 24 και 25) και ΜΥ 6 Τεκμ 27 και Τεκμ 28(α)(β)(γ). Οι ανωτέρω μαρτυρίες και τεκμήρια για τα οποία δεν υφίσταται λόγος μη αποδοχής τους, καταδεικνύουν ότι υφίστατο και υφίσταται άδεια λειτουργίας του κέντρου το οποίο εκρίθη κατάλληλο τόσο από υγειονομικής άποψης όσο και ασφάλειας. Καταδεικνύουν επίσης ότι οι άδειες δόθησαν κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1, χωρίς να ληφθεί υπόψη ο ιδιοκτήτης του υποστατικού - ενάγουσα ούτε οι ενστάσεις που έχει εγείρει διά της αποστολής των επιστολών Τεκμήρια 13 - Τεκμ. 17Α. Η Ενάγουσα πέραν της υποστήριξης των γεγονότων που καταγράφει στην ΄Εκθεση Απαίτησης της κατέθεσε ότι είχαν επισκεφθεί με τον Εναγόμενο 1 το δικηγόρο κ. Ν. Χ"Κλεοβούλου (Μ.Ε. 2) στον οποίο έδωσαν οδηγίες να συντάξει συμφωνία δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος 1 ενοικίαζε το υποστατικό έναντι ενοικίου £1.500,00 μηνιαίως. Ο τελευταίος ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα μαζί του και ότι θα επέστρεφε σε μια βδομάδα για να υπογράψει. Κάτι όμως που ουδέποτε έπραξε και έκτοτε κατέχει το υποστατικό αφού ήδη του είχε παραδώσει το κλειδί αλλά και την άδεια του ΚΟΤ, προτού επισκεφθούν τον κ. Χ"Κλεοβούλου. Δέχθηκε η μάρτυς αντεξεταζόμενη πως είναι το Δεκέμβρη του 2000, πιθανότατα από τις 20.11.00, που παρέδωσε το κλειδί του υποστατικού στον Εναγόμενο 1 και όχι το Δεκέμβριο του 2001, όπως καταγράφεται στο δικόγραφο της. Απέδωσε δε τη διαφορά αυτή, σε λάθος οφειλόμενο στη παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος και στο ασθενές της μνήμης. Την αντίθετη θέση υποστήριξε ο Εναγόμενος 1 ο οποίος πέραν των ισχυρισμών που περιέχονται στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης του, επέμενε παρά την μη δικογράφηση τέτοιας θέσης, ότι υπεγράφη μεταξύ αυτού και της Ενάγουσας συμφωνία με την οποία του παραχώρησε το επίδικο υποστατικό. Υπεστήριξε τη θέση ότι έχει καταβάλει σημαντικά ποσά τόσο για την ανέγερση του ακινήτου όσο και για τη συντήρηση και επιδιόρθωση του ώστε να καταστεί λειτουργήσιμο. Κρίνεται σκόπιμο πριν ή γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας να καταγραφούν κάποια γεγονότα, τα οποία παρά το ότι δεν διατυπώθηκαν στα δικόγραφα του κάθε διαδίκου στην ΄Εκθεση Απαίτησης και στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης αντίστοιχα, όμως εν τέλει οι διάδικοι αποδέχθηκαν σχετικές θέσεις που περιέχοντο στο δικόγραφο του αντιδίκου και τα οποία αδιάψευστα προκύπτουν από τα εκ συμφώνου κατατεθέντα τεκμήρια 18 μέχρι 22Γ. Είναι αποδεκτό κατ' αρχήν ότι το 1992 ο Εναγόμενος 1 εγκατέλειψε την Κύπρο και έφυγε στο εξωτερικό. Ο ίδιος αποδίδει τη φυγή σε προσπάθεια αποφυγής επιπτώσεων από μη εκπλήρωση οικονομικών του υποχρεώσεων. Στις 21.6.99 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου απόφαση, με την οποία ελύετο ο γάμος μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου 1 (Τεκμ. 4). Η ανωτέρω απόφαση ακυρώθηκε στις 22.10.01 κοινή συναινέσει, μετά από σχετική αίτηση του Εναγόμενου 1 (Τεκμ. 18Β). Καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα νέα αίτηση διαζυγίου η υπ' αριθμό 29/02 στις 26.2.02 η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 22.1.04 (Τεκμ. 18Α και 18Γ). Τρίτη αίτηση διαζυγίου η υπ' αριθμό 162/04 καταχωρήθηκε και πάλιν από την ενάγουσα και εξεδόθη απόφαση κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στις 8.5.06 λύουσα τον μεταξύ των διαδίκων γάμο (Τεκμ. 19). Ενώ εγίνοντο οι διαδικασίες έκδοσης διαζυγίου κατεχωρήθηκαν από αμφότερους τους διαδίκους άλλες αγωγές και αιτήσεις επίλυσης περιουσιακών διαφορών ως κάτωθι. Ο Εναγόμενος 1 κατεχώρησε στις 24.2.2000 εναντίον της Ενάγουσας την αίτηση περιουσιακών διαφορών υπ' αρ. 7/00, (Τεκμ. 21Α). Κατεχωρήθη σ' αυτήν ΄Εκθεση Υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Την ημέρα ακροάσεως της, το Δικαστήριο με απόφαση του (Τεκ. 21 Δ) απέρριψε αίτημα αναβολής της, και αργότερα την ίδια ημέρα 29.1.04 απέρριψε την αίτηση λόγω μη προώθησης της (Τεκμ. 21Ε). Αντικείμενο της περιουσίας είναι το επίδικο ακίνητο και η ισχυριζόμενη συνεισφορά του Εναγόμενου 1 σ' αυτήν. Νέα αίτηση πανομοιότυπου περιεχομένου καταχωρήθηκε και πάλι από τον Εναγόμενο 1 η υπ' αριθμό 43/06 στις 8.9.06, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα κατεχώρησε στις 26.3.2002 την υπ' αριθμό 1114/02 αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 (Τεκμ. 22Α) επιζητούσα έκδοση διατάγματος παράδοσης του υποστατικού και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Η αγωγή αυτή απερρίφθη από το Δικαστήριο στις 16.2.04 (Τεκμ. 22Γ) εφ' όσον δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της Ενάγουσας. Ακολούθησε τέλος η καταχώρηση της παρούσας αγωγής εκ μέρους της Ενάγουσας. Αποτέλεσμα όλων αυτών των διαδικασιών ήταν να εγερθεί κώλυμα λόγω δεδικασμένου τόσο από τον Εναγόμενο 1 για προώθηση της παρούσας αγωγής, όσο και εκ μέρους της Ενάγουσας για διεκδίκηση του Εναγόμενου 1 επί του ακινήτου. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η ένσταση αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου ηγέρθη ως προδικαστική τοιαύτη. Παρά το ότι κατεχωρήθη αίτηση για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, όμως αυτή αποσύρθηκε από τον αιτητή και κατ' ακολουθία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικογραφία στοιχειοθετεί τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας (δέστε Seregep Ltd v. United Sea Transport

(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, 732, Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063, Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424, 1431, Παναγή ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 ΑΑΔ 1107. Στην Κυθραιώτης κ. α. ν. Millington Word,
(2001)1 ΑΑΔ 1480, 1488, αιτία αγωγής ήταν παράνομη επέμβαση και αξίωση αποζημιώσεων. Ηγέρθη ένσταση αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και έγινε επίκληση αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Λέχθηκε, αφού εκρίθη ότι η παράνομη κατοχή κτήματος και η απόδοση αποζημίωσης είναι κατ' εξοχή δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, πως: «βέβαιο είναι ότι, εφόσον δεν αποδειχθεί το παράνομο της κατοχής, η αγωγή καταρρίπτεται. Στην περίπτωση δε, που ήθελε καταδειχθεί ότι υφίστατο εν ισχύ ελεγχόμενη ενοικίαση, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας «...............». Η αγωγή βασίζεται στη παράνομη κατοχή του καταστήματος, στοιχειοθετώντας τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί του επίδικου θέματος. Εάν η θεμελίωση της αγωγής αποκαλυφθεί ως ακροσφαλής, εξαφανίζεται και το δικαιοδοτικό της βάθρο». Στη κρινόμενη περίπτωση θεμέλιο της αγωγής αποτελεί η ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση τόσο εκ μέρους του Εναγόμενου 1 όσο και της Εναγόμενης
  1. Επέμβαση, η έναρξη της οποίας ως παράνομης καθορίζεται από τις 17.3.2004 όταν γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο 1 ότι τερματίζεται η παραχώρηση της χρήσης του υποστατικού. Την ίδια χρονική περίοδο τοποθετείται και το παράνομο της κατοχής εκ μέρους της Εναγόμενης
  2. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται βέβαια την οποιαδήποτε παράνομη κατοχή και προβάλλει το δικαιωματικό αυτής που του προσδίδει η ιδιότητα του συζύγου και οι δαπάνες στις οποίες προέβη για ανέγερση και συντήρηση του υποστατικού. Γι' αυτό και γίνεται επίκληση του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου. Αγορεύοντας ο κ. Αλεξάνδρου υπεστήριξε ότι η παρούσα διαφορά εμπίπτει στις περιουσιακές σχέσεις, καθόσον αφορά περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Υπενθύμισε ότι εκκρεμεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτηση περιουσιακών διαφορών η οποία έχει ως αντικείμενο το επίδικο ακίνητο και το Οικογενειακό Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της περιουσίας και της συνεισφοράς ενός εκάστου των συζύγων και θα επιλύσει τις οικονομικές τους διαφορές. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία και δή στις αποφάσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου Πολ. Εφ. 103, ημερ. 26.7.00, Μιχαήλ ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. 10621 ημερ. 29.10.01, Βουνού ν. Βουνού Πολ. Εφ. 352, ημερ. 28.2.95, οι οποίες όπως υπέδειξε καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η κα Κορακίδου, εισηγήθηκε πως αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό αφού βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση. Βασικό ερώτημα το οποίο προκύπτει κατά την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας είναι κατά πόσο διεκδικείται με οποιοδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα συμμετοχή σε περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους διαδίκους ως σύζυγοι, δυνάμει του άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν. 232/91, Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 1461). Αναφορικά με το ανωτέρω ερώτημα, παρατηρείται ότι, οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων εμπίπτουν γενικά στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, δίχως όμως αυτό να σημαίνει ταυτόχρονα ότι οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο εγείρεται προς επίλυση από ένα Δικαστήριο υπό μορφή αξίωσης ενός συζύγου από τον άλλο σύζυγο, έστω και αν αυτό διέρχεται διαχρονικά μέσα από τις σχέσεις των συζύγων, να αποτελεί αυτόματα και αυτοδίκαια περιουσιακή διαφορά μεταξύ των συζύγων για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία θα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Βασικό στοιχείο παραμένει πάντοτε σε σχέση με την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας, η φύση της αξίωσης της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) έγινε αναφορά της υπόθεσης Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1347, με τη σημείωση στη σελ. 1467 ότι: «Εναρκτήριο σημείο μας πρέπει να είναι η υπόθεση Λογγίνου ν. Λογγίνου (ανωτέρω). Την επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές και σ' αυτή, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, σε συσχετισμό προς την εξέλιξη της νομοθεσίας, αποφασίσθηκε ότι η διεκδίκηση περιουσίας, εκεί επρόκειτο για αυτοκίνητο, ως ανήκουσας κατά κυριότητα σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας για τα εμπιστεύματα στον ένα σύζυγο, αποτελεί περιουσιακή διαφορά για την εκδίκαση της οποίας αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο». Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως η παραχώρηση της κατοχής του υποστατικού με τη παράδοση των κλειδιών έγινε Νοέμβριο με Δεκέμβριο του 2000, χρονική περίοδο κατά την οποία ίσχυε η πρώτη απόφαση λύσης του γάμου. Συνεπώς ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν τότε σύζυγος της Ενάγουσας και δε συζούσαν ώστε ανενόχλητα να χρησιμοποιεί και κατέχει το ακίνητο. Εάν αυτός ένοιωθε έτσι, τότε γιατί επισκέφθηκε μαζί με την ενάγουσα τον (ΜΕ 2), δικηγόρο κ. Ν. Χ"Κλεοβούλου και έδωσε οδηγίες για σύνταξη ενοικιαστηρίου εγγράφου. Την επίσκεψη αυτή δεν αρνείται ο Εναγόμενος 1. Ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, η δοθείσα εντολή. Εκείνο που αρνείται είναι τους λόγους μη υπογραφής του συμβολαίου που ετοίμασε ο ΜΕ2 προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ήδη συνήψε άλλη συμφωνία με την Ενάγουσα. Εκείνο δε που αναδεικνύεται από τη θέση αυτή είναι πως μετά από συγκατάθεση η παραχώρηση της Ενάγουσας εισήλθε στο ακίνητο ο Εναγόμενος 1. Όπως δε ανωτέρω ελέχθη, τίποτα στο Νόμο δεν εμποδίζει τους συζύγους να επιλύσουν ή διευθετήσουν με συνομολόγηση μεταξύ τους σύμβασης κάποια πτυχή των περιουσιακών τους στοιχείων, (δέστε Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 ΑΑΔ σελ 1047 και Α. Μασούρα ν. Χρυσταλλένη Παπαμάρκου Π. Εφ. 11891 ημερ. 17.3.05. Η παρούσα δε διαφορά κρίνεται ως τέτοια. Ήταν ένας διακανονισμός μεταξύ συζύγων, για την εκμετάλλευση ακινήτου που ανήκε στην Ενάγουσα. Δε σκοπεύεται και δεν επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή, απόφαση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς ή τα ποσοστά ιδιοκτησίας επί του ακινήτου. Ούτε ο καθορισμός ή απόδοση αποζημιώσεων για την απόκτηση και αξία του. Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί απόσπασμα από την απόφαση Κοζάκη (ανωτέρω) όπου αναφέρθησαν τα εξής σε σχέση με την απόφαση Λογγίνου: «Να πούμε με εκτίμηση, πως το Επαρχιακό Δικαστήριο παρερμήνευσε το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης. Η απόφαση εκείνη λαμβάνει ως δεδομένη την εκκρεμότητα της μεταξύ των συζύγων περιουσιακής διαφοράς. Και ακολούθως επεσήμανε ότι δεν έχει σημασία η λεπτομέρεια της προέλευσης των αντίστοιχων αξιώσεων, δηλαδή η αιτία αγωγής του οποίου επικαλούμενου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε ως ειδοποιό διαφορά το ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίσθηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από τη σύμβαση ή ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο» Συνεπώς κρίνεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής. Πολύ περισσότερο, έχοντας σαν δεδομένο ότι Εναγόμενος δεν είναι μόνο ο σύζυγος της Ενάγουσας αλλά και άλλο πρόσωπο. Το γεγονός ότι εκκρεμεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο αίτηση για επίλυση των περιουσιακών σχέσεων με αντικείμενο το επίδικο υποστατικό δεν επηρεάζει τη παρούσα διαδικασία αφού η μεν πρώτη θα επιλύσει οριστικά το ποσοστό συμμετοχής και άλλες οικονομικές διεκδικήσεις του Εναγομένου 1 επί της περιουσίας, ενώ με την παρούσα επιζητείται η παράδοση κενής της κατοχής του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1 στην Ενάγουσα δυνάμει άλλης αιτίας αγωγής. Να σημειωθεί δε, πως η αιτία αγωγής που είναι η παράνομη επέμβαση, είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας ακινήτου (Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1516). Και αυτή, την κατοχή, και όχι την κυριότητα, διεκδικεί η ενάγουσα. ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ Η προδικαστική αυτή ένσταση έρεισμα έχει την προηγούμενη καταχωρηθείσα εκ μέρους της Ενάγουσας αγωγή αρ. 1114/02 εναντίον του Εναγομένου 1. Ο κανόνας αποκλεισμού προώθησης μιας βάσης αγωγής, γνωστός ως res judicata στη περίπτωση μας, cause of action estoppel βασίζεται στην αρχή ότι μια βάση αγωγής συγχωνεύεται στη δικαστική απόφαση που εκδίδεται, έτσι ώστε ένας διάδικος να κωλύεται να επανέλθει επί θέματος που έχει ήδη εκδικασθεί. Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Fidelitas Shipping v. V/O Exportcheeb
(1996)1 QB 630 «Όταν ένας διάδικος καταχωρήσει μια αγωγή εναντίον ενός άλλου για μια συγκεκριμένη απαίτηση και το Δικαστήριο εκδίδει μια απόφαση, υπάρχει ένας αυστηρός νομικός κανόνας ότι δεν μπορεί να καταχωρήσει άλλη αγωγή εναντίον του ίδιου διαδίκου για το ίδιο θέμα, "Transit in new Judicata."». Η εφαρμογή του κανόνα αυτού προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών στοιχείων. α. Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη β. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων γ. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων δ. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων Γι' αυτό θα πρέπει να εξετασθεί αν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση. Όπως έχει ανωτέρω καταγραφεί, η αγωγή απορρίφθηκε, στην απουσία της Ενάγουσας. Το σχετικό πρακτικό όπως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 22Γ είναι ως εξής: «Για ενάγουσα καμία εμφάνιση Για εναγόμενο: κ. Χ. Φωτίου για κ. Α. Αλεξάνδρου ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Δικαστήριο: Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.» Ο λόγος της απουσίας της εξηγήθηκε από την ίδια, αλλά δεν ενδιαφέρει και δεν είναι καθοριστικό στοιχείο για την κρίση του παρόντος θέματος. Το σημαντικό είναι η απουσία της ενάγουσας τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Έχει νομολογηθεί ότι δεν είναι απαραίτητο για στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου, η έκδοση απόφασης μετά από ακροαματική διαδικασία. Περιπτώσεις που η αγωγή αποσύρθηκε μετά την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου πληρούσε την πρώτη προϋπόθεση και κρίθηκε ότι αποτέλεσε δεδικασμένο (βλ. Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Ιωάννης Πατσαλίδης v. Αβραάμ Αναστασίου Δίσπυρου Π.Ε. 11552 ημερ. 19.1.2006). Στην κρινόμενη περίπτωση η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Η πορεία αυτή της υπόθεσης δεν δημιουργεί κατάσταση δεδικασμένου και δεν εμποδίζει την Ενάγουσα να εγείρει νέα αγωγή εναντίον του Εναγομένου (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, κ. Τάκη Ηλιάδη σ. 95). Εξάλλου, όπως μπορεί να διαπιστωθεί, η αγωγή στρέφεται όχι μόνο εναντίον του Εναγόμενου 1 αλλά και εναντίον τρίτου προσώπου, πέραν των ήδη υπαρχόντων διαδίκων στην προηγούμενη αγωγή. Συνεπώς κρίνεται πως δεν μπορεί να επιτύχει η ένσταση περί ύπαρξης κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Γι' αυτό το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς. Έχει ανωτέρω καταγραφεί η δοθείσα μαρτυρία. Έχοντας παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες και διαδίκους να καταθέτουν, αλλά και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, χωρίς ενδοιασμό, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη αυτή του Εναγομένου
  1. Σε αρκετές περιπτώσεις ήταν εριστικός, προσβλητικός προς την Ενάγουσα, ακόμα και έναντι της δικηγόρου που τον αντεξέταζε. Ήταν η έντονη προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο πως κατέχει το υποστατικό «με απόλυτη εξουσία» όπως χαρακτηριστικά είπε διότι του το παρέδωσε η Ενάγουσα αναγνωρίζοντας τα έξοδα στα οποία υπεβλήθει για συντήρηση και ανακαίνιση του. Επέμενε κατά την αντεξέταση του πως επισκέφθηκαν τον κ. Ν. X"Κλεοβούλου (Μ.Ε. 2) για θέματα που αφορούσαν κυρίως τα παιδιά και για να ετοιμάσουν το τυπικό έγγραφο της παράδοσης. Όμως ο Μ.Ε. 2 δεν αμφισβητήθηκε όταν έλεγε πως οι οδηγίες του ήταν να ετοιμάσει και ετοίμασε ενοικιαστήριο έγγραφο και όχι τυπικό έγγραφο παράδοσης, στο οποίο προσδιοριζόταν ενοίκιο περίπου £1.000 μηνιαίως, εξ' όσων θυμόταν. Γεννάται δε εύλογα το ερώτημα, γιατί να αποδεχθεί τη καταβολή ενοικίου αφού δικαιωματικά, όπως ισχυρίζεται, κατείχε το υποστατικό; Θέλοντας να ενισχύσει τη θέση του αυτή, δηλαδή περί καταβολής σημαντικών ποσών για συντήρηση, χαρακτήρισε το υποστατικό σαν ερείπιο, όταν αποφάσισε να το αναλάβει το 2000, μετά την έξωση του προηγούμενου ενοικιαστή, που ήταν ο κ. Φωτίου. Ο κ. Φωτίου ο οποίος τώρα συνεργάζεται με τον Εναγόμενο 1 ως διευθυντής του κέντρου και κλήθηκε μάρτυρας υπεράσπισης (Μ.Υ.4), ερωτηθείς για τη κατάσταση του ακινήτου όταν το παρέδωσε, είπε ότι ήταν καλή και ότι τώρα που το κατέχει ο Εναγόμενος 1 διαπίστωσε ότι ο τελευταίος προέβη σε διακοσμητικές αλλαγές. Η διαφορά στην περιγραφή είναι προφανής. Η αναφορά του μάρτυρα υπεράσπισης κ. Φωτίου ουδόλως ενισχύει την προσπάθεια του Εναγομένου 1 να πείσει ότι εισήλθε δικαιωματικά στο ακίνητο επειδή μετέτρεψε το ερείπιο σε λειτουργίσιμο κέντρο. Γενικά παρατηρείται μια ανακολουθία στις θέσεις και καταθέσεις του Εναγομένου
  2. Ενώ προωθεί με τη μαρτυρία του την ανωτέρω θέση περί ανακαίνισης και συντήρησης του υποστατικού, εις αντάλλαγμα των οποίων έλαβε την κατοχή του, όμως στο Τεκμήριο 22Β (Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή 1114/02) καταγράφεται πως συμφώνησε με την Ενάγουσα να της καταβάλλει £900 ως ενοίκιο. Δεν προσδιορίζεται αν είναι μηνιαίως ή ετησίως. Στη προφορική μαρτυρία προέβαλε, πέραν της ανωτέρω θέσης, και τον ισχυρισμό ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα να αναλάβει τη διαχείριση του ακινήτου για 9 χρόνια. Θέση που πεισματικά προωθούσε, παρά την μη δικογράφηση της στην έκθεση υπεράσπισης. Ενώ από τη μια παρουσιάζει μια αλγεινή εικόνα της οικονομικής του κατάστασης, η οποία τον ανάγκασε να ξενιτευθεί, όμως από την άλλη εμφανίζεται να διαθέτει απλόχερα χρήματα στην Ενάγουσα για συντήρηση του υποστατικού, όταν επαναπατρίζεται. Επαναπατρισμός που επετεύχθει όπως ο ίδιος είπε λόγω χορήγησης αμνηστίας από τον Πρόεδρο, και όχι λόγω εξόφλησης των χρεών και φυλακιστηρίων, η ύπαρξη των οποίων τον ώθησε να εγκαταλείψει τη Κύπρο. Η οικονομική του κατάσταση, αλλά και οι σχέσεις του με την Ενάγουσα, με την καταχώρηση εκατέρωθεν αγωγές και αιτήσεις, αποκαλύπτουν μια όχι φιλική και αγαστή σχέση, η οποία να δικαιολογούσε τη προθυμία του για δαπάνες προς όφελος της Ενάγουσας ή επιθυμία της Ενάγουσας για παραχώρηση σε αυτόν του υποστατικού. Μια άλλη θέση του Εναγομένου 1 που ανατρέπεται από προηγούμενες θέσεις του είναι η αναφορά του στην παράγραφο 3 της έκθεσης υπεράσπισης πως η Ενάγουσα δεν είχε καμία ουσιαστική συνεισφορά για την ανέγερση του επίδικου υποστατικού. Ενώ με τα δικόγραφα του Τεκμήριο 20α και 21α (Αίτηση 7/00) ισχυρίζεται ότι η συνεισφορά της Ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των £38.
  3. Δεχόμενος δηλαδή συνεισφορά, την οποία όμως περιόριζε σε εκείνο το ποσό. Η Ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι προσπάθησε να αποφύγει κάποιες παραδοχές όπως την υπογραφή της επί του εγγράφου για αναγνώριση Α όμως δέχθηκε ότι το έγγραφο που παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 και αφορούσε τον ΚΟΤ το είχε υπογράψει. Παρατηρείται δε, πως το ανωτέρω έγγραφο και το Τεκμήριο 29 είναι έγγραφα που απευθύνονται στον ΚΟΤ και αφορούν τα στοιχεία αλλαγής επιχειρηματία. Παρατηρείται βέβαια πως στο πρώτο έγγραφο που παρουσιάζεται να είναι φωτοαντίγραφο του δεύτερου, δεν υπάρχουν κάποια στοιχεία που φαίνεται προστέθηκαν εκ των υστέρων στο δεύτερο έγγραφο, όπως η λέξη «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» δίπλα από το «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΑ» και «Συνοικισμός» πάνω από τα στοιχεία της διεύθυνσης του νέου επιχειρηματία. Η θέση αυτή της ενάγουσας δεν κρίνεται σαν προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού όπως ανωτέρω ελέχθη, απεδέχθη ότι υπέγραψε έγγραφο που απευθυνόταν στον Κ.Ο.Τ. Μια άλλη αντίφαση στη μαρτυρία της Ενάγουσας που έχει υποδείξει ο κ. Αλεξάνδρου είναι η αναφορά στο χρόνο κατοχής του υποστατικού. Τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στη κυρίως εξέταση της, την τοποθετεί στο Δεκέμβριο του
  4. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι αυτή ήταν το
  5. Η εξήγηση που έδωσε για τη διαφορά κρίνεται ότι ήταν ειλικρινής αφού εδόθη με πολύ αυθόρμητο και ευθύ τρόπο. Αποδέχθηκε αμέσως ότι ίσως ήταν το 2000 και απέδωσε τη διαφορά στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Οι διαφορές αυτές έχοντας υπόψη και τη γενική εικόνα της παρουσίας της Ενάγουσας στο εδώλιο, η οποία χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, ευθύτητα και σοβαρότητα αλλά και σεβασμό προς το Δικαστήριο δεν την καθιστούν αναξιόπιστη. Κρίνεται πως οδηγήθηκε σε αυτές λόγω της κατάστασης που περιήλθε συνεπεία της μακρόχρονης εκμετάλλευσης του υποστατικού από τον Εναγόμενο 1, χωρίς ο τελευταίος να προσφέρει οποιοδήποτε αντάλλαγμα γι' αυτή και της ετσιθελικής, όπως η ίδια πιστεύει, συμπεριφοράς του. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνεται πως ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε κατοχή του επίδικου υποστατικού στις 20.11.2000, από την Ενάγουσα η οποία του παρέδωσε το κλειδί, αφού της υπεσχέθη ότι θα κατέβαλλε ενοίκιο. Ότι επισκέφθηκε μαζί με την ενάγουσα τον Μ.Ε. 2, δίδοντας οδηγίες για σύνταξη εγγράφου δυνάμει του οποίο ο Εναγόμενος 1 θα ενοικίαζε το υποστατικό έναντι ενοικίου περίπου £1.000 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος 1 κατείχε το ακίνητο με την άδεια και συγκατάθεση της Ενάγουσας μέχρι 16.2.2004, διάστημα κατά το οποίο ουδέν ποσό κατέβαλε. Στις 16.2.2004 επεδόθη μέσω δικαστικού επιδότη στον Εναγόμενο 1 η επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 7 με την οποία τον καλούσε να παραδώσει το υποστατικό εντός ενός μηνός. Ο Εναγόμενος παραμένει μέχρι σήμερα στο ακίνητο χωρίς καταβολή οιουδήποτε ενοικίου. Διαπιστώνεται ότι αρχική πρόθεση των μερών και σίγουρα της Ενάγουσας ήταν η μίσθωση του ακινήτου, και προς υλοποίηση του σκοπού αυτού, η Ενάγουσα παρέδωσε το κλειδί και κατοχή του στον Εναγόμενο
  6. Δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ούτε συμπέρασμα σύναψης σύμβασης μίσθωσης δεδομένου ότι ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία αυτής όπως καθορισμένη χρονική διάρκεια και ποσό ενοικίου (βλ. Μιχαήλ v. Νεοκλή
(2001)1 Α.Α.Δ. σ. 820, Αντωνάκης Αντωνιάδης v. Σταύρος Γιαννή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2052). Εκείνο που εξάγεται ως εύρημα και συμπέρασμα είναι πως με άδεια της Ενάγουσας εισήλθε νόμιμα ο Εναγόμενος 1 στο ακίνητο και με τον ίδιο τρόπο το κατείχε μέχρι την ανάκληση της, δηλαδή την 17ην.3.
  1. Γεγονός που κατέστησε τον Εναγόμενο 1 επεμβασία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Tort, παράγραφος 1345, σ. 786 "δικαιούχος που παραμένει σε γη μετά από την εκπνοή της άδειας του ή μετά που η άδεια του ανακαλείται νόμιμα, είναι επεμβασίας." (βλ. Royal Ris Ltd v. Δήμος Λάρνακας, Π.Ε. 11588 ημερ. 22.9.2005). Επεμβασίας δε κρίνεται και ο ενοικιαστής μετά που η σύμβαση ενοικίασης τερματίζεται και ακυρούται (βλ. Κυθρεώτης ανωτέρω) Hallsbury`s Laws of England, 3rd edition, Vol. 38, σ.
  2. Εύρημα επομένως αποτελεί ότι ο Εναγόμενος 1 μετά την 17.3.2004, κατέστη επεμβασίας επί του υποστατικού, και η κατοχή του παράνομη, γεγονός που δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ενάγουσα διεκδικεί ως αποζημιώσεις ποσό £3.000 μηνιαίως από 17.3.2004 μέχρι παράδοσης της κατοχής του υποστατικού. Το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στη Whitwham v. Westminster Brymbo Coal and Coke Company
(1896)2 Ch.D. 538, και επαναλήφθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, στη Swordheath Properties v. Tabet
(1979)1 All E.R. 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes
(1974)2 All E.R. 321, και Penarth Dock Company v. Pounds, 1 Lloyd`s Rep. 359 ports, 1963, Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δε λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο Εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages - 14th ed., p. 1135 et seq., Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία αποδεικτική της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου. Προσπάθεια εκμαίευσης της αξίας αυτής έγινε κατά την αντεξέταση του Εναγομένου 1 ο οποίος όμως αρνήθηκε να απαντήσει, παραπέμποντας για το θέμα αυτό στην Ενάγουσα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ενδεικτικό στοιχείο της αξίας αυτής, το συμφωνηθέν ενοίκιο. Όμως δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο στοιχείο, αφού ενώ κατ' αρχήν συμφωνήθηκε ένα ποσό, δεν συνομολογήθη εν τέλει σύμβαση, ούτε καταβλήθηκε ποτέ. Εξάλλου ούτε η μαρτυρία ήταν σαφής περί του ποσού αυτού. Η Ενάγουσα ανέφερε ως συμφωνηθέν ποσό αυτό των £1.000 με £1.500 ενώ ο Μ.Ε. 2 το καθόρισε γύρω στις £1.
  2. Εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία δόθηκε τείνουσα να αποδείξει την ενοικιαστική αξία, σε αυτή των £3.000 όπως επιζητείται. Η υπό στοιχείο (Ε) θεραπεία, η επιζητούσα 9% τόκο επί του ποσού των £42.000 που η Ενάγουσα οφείλει σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς ως μέρος δανείου που συνήψε, επίσης δεν αποδείχθηκε επαρκώς. Η αξίωση αυτή ως ειδική ζημιά πρέπει με αυστηρότητα να αποδεικνύεται. Ενώ κατατέθηκαν τεκμήρια τείνοντα να αποδείξουν χρέη της Ενάγουσας δεν αναφέρεται πουθενά το ποσό του επιτοκίου που χρεώνεται ή που εισπράττεται. Συνακόλουθα κρίνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την αξίωση για αποζημιώσεις. Γι' αυτό το λόγο δικαιούται σε ονομαστικές αποζημιώσεις (βλ. Ttanzis v. Hadjimichael and another
(1982)1 Α.Α.Δ. 301, Παπακόκκινου v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379) οι οποίες καθορίζονται στο ποσό των £10.
  1. Η Ενάγουσα έχουσα επιτύχει έκδοση θεραπείας για την παράνομη επέμβαση, δικαιούται στα έξοδα, στην κλίμακα που καθόρισε ως αξία του υποστατικού της. Συνεπώς: Εκδίδεται διάταγμα, διατάσσον τον Εναγόμενο 1 να παραδώσει ελευθέρα και ανενόχλητο κατοχή του ειρημένου υποστατικού ήτοι του υπογείου οικοδομήματος υπ. αρ. εγγραφής 3601 του Φ/Σχ 51/10.6.4 στην Κάτω Πάφο στην Ενάγουσα εντός 90 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτόν του εκδοθησομένου διατάγματος. Εκδίδεται διάταγμα, απαγορεύον στον Εναγόμενο 1 να επεμβαίνει στο ακίνητο της Ενάγουσας υπ. αρ. εγγραφής 3601 του Φ/Σχ 51/10.6.4 στην Κάτω Πάφο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των £
  2. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2, απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .Χ.Κ./Ο.Ρ./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.