Δήμου Πέγειας ν. Ανδρέα Κυριακίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3049/07, 1 Αυγούστου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3049/07 Μεταξύ: Δήμου Πέγειας Κατηγορούσας Αρχής και
- Ανδρέα Κυριακίδη από τη Λευκωσία
- Μαρίνας Κυριακίδου από τη Λευκωσία Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 1 Αυγούστου 2007 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπαζαχαρίας (κα. Μ. Κωνσταντινίδου για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους: κ. Τσιαπαλής (κα. Κλ. Νικολάου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 16/04/07 μετά από μονομερή αίτηση των Αιτητών αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Με αυτό οι Αιτητές πέτυχαν αναστολή των εργασιών κατασκευής πεζοδρομίου κατά μήκος του τεμαχίου με αριθμό 93, Φ/Σχ. 45/17W1 στην τοποθεσία «Πομισιάρικα» στην Πέγεια μέχρι τη τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η έκδοση του διατάγματος βασίσθηκε σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 11/04/07 του Παντελή Παντελίδη, πολιτικού μηχανικού ο οποίος εργάζεται στο Δήμο της Πέγειας και σε συμπληρωματική ένορκο του δήλωση που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου στις 16/04/
- Σύμφωνα με τα όσα περιέχονται σε αυτές ο ενόρκως δηλών σε επίσκεψη που έκαμε στο ακίνητο των Καθ' ων η Αίτηση στις 3.4.2007 διαπίστωσε ότι οι τελευταίοι κατά παράβαση των πολεοδομικών αδειών, της άδειας οικοδομής και της επιβληθείσας γραμμής ρυμοτομίας, κατασκεύαζαν πεζοδρόμιο κατά μήκος του τεμαχίου τους με τρόπο που επεμβαίνει στο δημόσιο δρόμο και προκαλεί κινδύνους στην οδική ασφάλεια. Ήταν η θέση των Αιτητών ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να γίνει απόλυτο γιατί συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ οποιεσδήποτε «περαιτέρω» όπως αναφέρει διαδικασίες θα είναι χρονοβόρες και πιθανόν να μην επιφέρουν άμεσα αποτελέσματα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη τους κατάσταση. Αντίθετη θέση προέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι μεταξύ άλλων υποστηρίζουν ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι μετά την επιτόπου επίσκεψη του Π. Παντελίδη στο ακίνητο των Καθ' ων η Αίτηση στις 3.4.2007 ακολούθησε στις 12.4.2007 συνάντηση στα γραφεία της πολεοδομίας στην Πάφο στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Π. Παντελίδης, ο επαρχιακός διευθυντής του τμήματος πολεοδομίας και ο Γ. Κυριακίδης. Στη συνάντηση αυτή διευκρινίσθηκε ότι η ορθή γραμμή ρυμοτομίας είναι αυτή που δεικνύεται στα σχέδια της άδειας ΠΑΦ297/2000Α. Για το ζήτημα ο Επαρχιακός διευθυντής της πολεοδομίας ανέγραψε σημείωση στην επιστολή που απέστειλε στο τμήμα ο Γ. Κυριακίδης (Τεκμήριο Β). Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες διαβουλεύσεις και αποφασίσθηκε τελικά η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης που είχε ήδη καταχωρηθεί γεγονός για το οποίο αρμόδιος υπάλληλος της πολεοδομίας ενημέρωσε τηλεφωνικά το δικηγόρο των Αιτητών καθώς και ότι η γραμμή ρυμοτομίας που παρουσιάζεται στο σχέδιο πολεοδομικής άδειας ΠΑΦ297/2000Β είναι λανθασμένη. Η παράλειψη έκθεσης των πιο πάνω γεγονότων συνιστούν σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και γι' αυτό και μόνο το λόγο το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προβάλλοντας ο καθένας τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Πέραν των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που επισυνάφθηκαν στην αίτηση και την ένσταση ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η προφορική μαρτυρία του Π. Παντελίδη ο οποίος αντεξετάσθηκε από το συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση. Αυτός μεταξύ άλλων ανάφερε ότι οι Αιτητές ζητούν αναστολή των εργασιών γιατί αυτές όπως διεξάγονται δεν συνάδουν με τις κατατεθείσες άδειες και δέχθηκε ότι όπως προκύπτει από τα σχέδια υπάρχουν διαφορές στη γραμμή ρυμοτομίας. Δέχθηκε επίσης ότι έλαβε μέρος σε συνάντηση με λειτουργούς του Τμήματος Πολεοδομίας & Οικήσεως στην οποία λειτουργός του έδωσε σημείωμα στο οποίο εμφαίνεται ότι η ορθή ρυμοτομία είναι εκείνη στην άδεια ΠΑΦ297/2000Α η οποία όπως είπε ποτέ δεν κατατέθηκε στο Δήμο της Πέγειας. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 853. Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων. Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Οι αρχές που διέπουν το θέμα της έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Δημητρίου v. Royal Ris Ltd, Π.Ε. 11099 ημερομηνίας 24.7.02, Κούνουνα v. Simonos Ltd, Π.Ε. 11077 ημερομηνίας 13.9.02, Σεβαστού v. Σεβαστού Π.Ε. 10945 ημερομηνίας 19.12.02, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741). Στη κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον Αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο Αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατσηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Bacardi v. Vinko
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 853 και Κούνουνα v. Simonos Π.Ε. 11077 ημερομηνίας 13.9.02). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Με βάση όλα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω και πριν το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει την ουσία της αίτησης θα πρέπει να εξετασθεί αρχικά κατά πόσον υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597 στις σελίδες 601-602 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 16/04/07 καταχωρήθηκε στις 11/04/07 και συνοδευόταν από ένορκο δήλωση της ίδιας ημερομηνίας. Πριν την έκδοση του διατάγματος που έγινε στις 16/04/07 και μετά από άδεια του Δικαστηρίου ακολούθησε καταχώρηση την ίδια ημερομηνία συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες προς υποστήριξη της αίτησης ένορκες δηλώσεις, βασικός λόγος στον οποίο οι Αιτητές βάσισαν το αίτημα τους για την μονομερή έκδοση του διατάγματος ήταν η κατ' ισχυρισμό επέμβαση των Καθ' ων η Αίτηση στην επιβληθείσα ρυμοτομία, επέμβαση μάλιστα που όπως ισχυρίσθηκαν στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε δημιουργεί κινδύνους για την οδική ασφάλεια και πιθανότητα πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος. Παρά το ότι η επέμβαση στη γραμμή ρυμοτομίας αποτέλεσε βασικό επιχείρημα για την έκδοση του διατάγματος, οι Αιτητές δεν ανάφεραν ότι η γραμμή αυτή τέθηκε με διαφορετικό τρόπο στα δύο σχέδια που επισυνάπτονται στις πολεοδομικές άδειες ΠΑΦ297/2000Α και ΠΑΦ297/2000Β και ότι η γραμμή ρυμοτομίας που σημειώθηκε σε αυτά είναι διαφορετική. Δεν αποκάλυψαν επίσης ότι για το ζήτημα αυτό μεσολάβησε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών συνάντηση έτσι ώστε να διασαφηνισθεί ποιά ήταν τελικά η ορθή και ισχύουσα γραμμή ρυμοτομίας. Όπως έχει προκύψει από την προσκομισθείσα μαρτυρία οι Αιτητές όχι μόνο γνώριζαν τα πιο πάνω γεγονότα αλλά και συμμετείχαν σε συνάντηση που έγινε στα γραφεία της πολεοδομίας για να διασαφηνισθεί το ζήτημα κάτι που τελικά έγινε από τον διευθυντή της πολεοδομίας Πάφου με τη σημείωση που έγραψε στην επιστολή (Τεκμήριο Α). Τα πιο πάνω γεγονότα οι Αιτητές απέφυγαν να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνεται ότι η παράλειψη τους να αναφέρουν στο Δικαστήριο ότι υπήρξε αυτό το λάθος σε σχέση με την τεθείσα γραμμή ρυμοτομίας, ότι προς επίλυση του θέματος έγινε στις 12.4.07 συνάντηση μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων και της αρμόδιας αρχής για να ξεκαθαρισθεί το θέμα και ότι η επιβληθείσα γραμμή ρυμοτομίας όπως αυτή εμφαίνεται στο σχέδιο πολεοδομικής άδειας ΠΑΦ297/2000Β είναι λανθασμένη και ότι η ορθή είναι αυτή που φαίνεται στο σχέδιο πολεοδομικής άδειας ΠΑΦ297/2000Α αποτελούν απόκρυψη ουσιώδων γεγονότων. Η απόκρυψη αυτή και σύμφωνα με τις αρχές που έχουν τεθεί από τη νομολογία αποτελούν λόγο ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Ενόψει της κατάληψης μου αυτής κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος εξέτασης των λοιπών λόγων που εγείρονται με την ένσταση. Συνακόλουθα το διάταγμα που εκδόθηκε στις 16/04/07 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της υπόθεσης. (Υπ.) .......................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΚΚ, ΟΡ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο