← Κύπρος

Αντρέα Χαριδήμου ν. Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalambos Tsintides Ltd), Αρ. Αγωγής: 2189/04, 8 Αυγούστου 2007

Αντρέα Χαριδήμου ν. Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalambos Tsintides Ltd), Αρ. Αγωγής: 2189/04, 8 Αυγούστου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A110 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2189/04 Μεταξύ: Αντρέα Χαριδήμου από το Π. Στρουμπί και τώρα στη Λευκωσία Ενάγοντας και Χαράλαμπος Τσιντίδης Λτδ (Charalambos Tsintides Ltd) Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2007 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα. Α. Κορακίδου (κα Κ. Χριστοφόρου για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγομένους: κ. Μ. Βασιλειάδης ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας ενάγει την Εναγομένη εταιρεία για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του με αριθμό εγγραφής 10563 Φ/Σχ.XLV/5 τεμάχιο 267, στο Π. Στρουμπί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη εταιρεία η οποία είναι ιδιοκτήτρια όμορου τεμαχίου με το δικό του και η οποία από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η εταιρεία», δια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της επενέβη στο ακίνητο του αφαιρώντας σωρούς από χώματα, χαμηλώνοντας το επίπεδο του μέχρι το ύψος του μονοπατιού που υπήρχε στο νότιο του μέρος, καταλαμβάνοντας και επιστρώνοντας μέρος του ακινήτου του με χαλίκι μαζί με το μονοπάτι και μετακινώντας την πετρόκτιστη περίφραξη του ακινήτου. Η εταιρεία με την υπεράσπιση της αρνείται ότι επενέβη με οποιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε σε αυτό πετρόκτιστη περίφραξη και ότι επί τόπου υπάρχει δημόσιος δρόμος και όχι μονοπάτι. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατάθεσαν ο Ευαγόρας Οδυσσέως (Μ.Ε.1), ο Ερμόλαος Δούλιας (Μ.Ε.2) και ο ίδιος ο Ενάγοντας. Για την πλευρά της Υπεράσπισης κατάθεσαν πέντε συνολικά μάρτυρες ο Χαράλαμπος Ε. Τσιντίδης (Μ.Υ.1), ο Χριστάκης Μακάσης (Μ.Υ.2), ο Αντρέας Χ"Κλεοβούλου (Μ.Υ.3), ο Χαράλαμπος Αντωνίου (Μ.Υ.4) και ο Χαράλαμπος Παπασάββας (Μ.Υ.5). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης η οποία κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σε αυτή ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου

(1983)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva, Π.Ε. 10351, ημερ. 27.3.2002, Theomaria Estates v. Mason, Π.Ε. 11684, ημερ. 14.2.2005) και έχοντας υπόψη όλη τη δοθείσα μαρτυρία όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Σαν Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 κατάθεσαν δύο τοπογράφοι μηχανικοί οι οποίοι μετά από οδηγίες του Ενάγοντα εξέτασαν την επί τόπου κατάσταση. Και οι δύο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μέρος του υφιστάμενου δρόμου που βρίσκεται στα νότια του ακινήτου του Ενάγοντα επεμβαίνει στο ακίνητο του καταλαμβάνοντας εμβαδό 42 τ.μ.. Ο Μ.Ε. 1 ανάφερε ότι αφού διενήργησε οριοθέτηση του ακινήτου του Ενάγοντα, στη συνέχεια το αποτύπωσε και ετοίμασε σχέδιο (Τεκμήριο 2). Κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα χρησιμοποιώντας ειδικό πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή στο οποίο εισήγαγε όλα τα στοιχεία που προέκυψαν από την επί τόπου εξέταση την οποία διενήργησε και αυτά που έλαβε από το επίσημο τοπογραφικό σχέδιο. Για την εργασία αυτή πληρώθηκε από τον Ενάγοντα ποσό £150,
  1. Ο Μ.Ε. 2 εξήγησε με λεπτομέρεια τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να καταλήξει και αυτός στο ίδιο αποτέλεσμα με τον Μ.Ε.
  2. Πρόσθεσε ότι στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγε κάποιος χρησιμοποιώντας χάρακα. Σαν αμοιβή για την εργασία που διεξήγαγε είπε ότι θα ζητήσει από τον Ενάγοντα να του καταβάλει το ποσό των £200,
  3. Και οι δύο μου έκαμαν καλή εντύπωση σαν μάρτυρες της αλήθειας. Εξέτασαν την επίδικη διαφορά μέσα στα πλαίσια άσκησης του επαγγέλματος τους με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διέκρινα σε οποιαδήποτε στιγμή προσπάθεια τους να αλλοιώσουν ή να παραποιήσουν την αλήθεια υπέρ του Ενάγοντα ο οποίος τους ανάθεσε την εξέταση της επίδικης διαφοράς γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν αποδέχομαι μόνο ότι κατά την επίσκεψη που έκαμε επιτόπου διαπίστωσε ότι υπήρχε «άσφαλτος» εντός του τεμαχίου του Ενάγοντα και ότι πληρώθηκε από αυτόν το ποσό των £150,00 και τούτο γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν αποδέχομαι για τον ίδιο λόγο τον ισχυρισμό του, ότι θα ζητήσει από τον Ενάγοντα να του καταβάλει το ποσό των £200,00, αφού ούτε το κονδύλι αυτό δικογραφείται. Ο Ενάγοντας ασκώντας το δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κατάθεσε δήλωση σαν τη κύρια εξέταση του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Παρά το ότι σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του υπήρξε ασαφής και σε κάποια άλλα παρατηρούνται μικροαντιφάσεις, θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας και ήλθε στο Δικαστήριο και είπε την αλήθεια, χωρίς πρόθεση να την αλλοιώσει ή να την παραποιήσει προς όφελος της υπόθεσης του. Η άποψη μου αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε γεγονότα που δεν ήξερε ή που δεν ήταν απόλυτα βέβαιος γι΄ αυτά αλλά περιορίσθηκε να αναφέρει μόνο όσα πραγματικά γνώριζε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας δεν είπε, ούτε προσπάθησε να αναφέρει ότι είδε πρόσωπα που σχετίζονται με την εταιρεία να επεμβαίνουν στο ακίνητο του ή οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει άμεσα ότι η εταιρεία ήταν αυτή που έκαμε την επέμβαση. Αντίθετα με ειλικρίνεια ανάφερε ότι δεν είδε κανένα πρόσωπο να διεξάγει οποιεσδήποτε εργασίες μέσα στο ακίνητο του και να επεμβαίνει σε αυτό με οποιοδήποτε τρόπο και εξήγησε τους λόγους που τον κάνουν να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι αυτή που έκαμε την επέμβαση λέγοντας ότι, ενώ μεταξύ των δύο κτημάτων του δικού του και αυτού της εταιρείας υπήρχε υψομετρική διαφορά και ελαφρά ανηφορική κλήση προς το τεμάχιο της εταιρείας, κάποιος τα «ίσιωσε» κάτι που μόνο η εταιρεία είχε όφελος να πράξει. Σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ότι η κατ' ισχυρισμό επέμβαση υπήρχε από προηγουμένως, είπε απλά ότι δεν είδε γιατί δεν είχε επισκεφθεί την περιοχή. Η άποψη μου ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας ενισχύεται και από το ύφος και το τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης και που έδειχναν απόλυτη ειλικρίνεια αφού απαντούσε άμεσα και με απόλυτη φυσικότητα χωρίς καθόλου να κομπιάζει και να σκέφτεται τις απαντήσεις που θα έπρεπε να δώσει. Είπε ότι από έρευνες που έκαμε πληροφορήθηκε ότι την επέμβαση την έκαμε η εταιρεία. Όταν και ο ίδιος διαπίστωσε την επέμβαση επικοινώνησε με τον Χαράλαμπο Τσιντίδη και κάποιο Αντρέα και αυτοί τον διαβεβαίωσαν ότι θα επαναφέρουν το ακίνητο του στην προηγούμενη του κατάσταση προτείνοντας του μάλιστα να το αγοράσουν. Σε σχέση με την αξία του ακινήτου του είπε ότι αυτή ανέρχεται στο ποσό των £40.000,
  4. Κατέληξε ότι έχει αυτή την αξία βάσει πληροφοριών που έλαβε σε σχέση με τα διπλανά τεμάχια. Τα όσα πιο πάνω ανάφερε ο μάρτυρας σε σχέση με την αξία του ακινήτου του αποτελούν μαρτυρία γνώμης από πρόσωπο μη ειδικό και σαν τέτοια δεν γίνεται αποδεκτή. Επιπρόσθετα θα πρέπει να λεχθεί ότι η συλλογιστική που ακολούθησε ο Ενάγοντας για να καταλήξει στο συγκεκριμένο ποσό, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού το ποσό στο οποίο κατέληξε βασίζεται σε «πληροφορίες» τις οποίες δεν επεξήγησε από πού είχε λάβει και έτσι δεν θα ήταν δυνατό να ελεχθεί η αποδεκότητα τους. Δεν αποδέχομαι περαιτέρω το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του στο οποίο ανάφερε ότι μέρος της ασφάλτου κατασκευάσθηκε μέσα στο ακίνητο του και εκείνο στο οποίο είπε ότι κατέβαλε κάποια ποσά ως αμοιβή στους τοπογράφους μηχανικούς και σαν έξοδα για επαναοριοθέτηση του τεμαχίου του. Και αυτό γιατί τα πιο πάνω δεν περιλαμβάνονται στις δικογραφημένες του θέσεις. Εκτός από τα πιο πάνω, αποδέχομαι την υπόλοιπη του μαρτυρία. Σαν Μ.Υ.1 κατάθεσε ο διευθυντής της Εναγομένης εταιρείας Χαράλαμπος Τσιντίδης. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του αυτός δεν είχε ουσιαστική ανάμιξη στις εργασίες που έγιναν στο ακίνητο της εταιρείας αλλά αυτές επέβλεπε κάποιος Αντρέας Γεωργίου του οποίου η σύζυγος είναι συνιδιοκτήτρια του ακινήτου μαζί με την εταιρεία. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Όταν απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και καθυστερούσε να απαντήσει προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Το ύφος και ο τρόπος που απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν μου άφησε την εντύπωση του ανθρώπου που εσκεμμένα αποφεύγει να πει την αλήθεια για να αποφύγει τυχόν ευθύνη της Εναγόμενης εταιρείας. Παρά το ότι δέχθηκε ότι ο ίδιος και ο Αντρέας Γεωργίου, στο όνομα του οποίου γινόταν συνεχής αναφορά σαν του ανθρώπου που είχε προσωπική εμπλοκή στα έργα που διεξήχθησαν στο τεμάχιο της εταιρείας, συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα για να συζητήσουν το θέμα πιθανής αγοράς του ακινήτου του Ενάγοντα, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είπε ότι ποτέ δεν συζήτησε με τον Ενάγοντα για το θέμα της αγοράς και της τιμής του ακινήτου αλλά όλα έγιναν μέσω του Αντρέα Γεωργίου. Ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας συζήτησε το θέμα της τιμής μόνο με τον Α. Γεωργίου και όχι και με τον ίδιο δεν βρίσκει έρεισμα στη φυσική ροή των πραγμάτων. Και αυτό γιατί δεν είναι εύλογο να υποτεθεί ότι όταν ο ίδιος μαζί με τον Αντρέα Γεωργίου συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα για να συζητήσουν το θέμα δεν συζήτησαν και το θέμα της τιμής. Είναι αξιοπερίεργο σε μια τέτοια συνάντηση που σκοπός της ήταν η συζήτηση για πιθανή πώληση του ακινήτου να μην συζητηθεί το θέμα της τιμής, το οποίο αποτελεί κύριο και βασικό ζήτημα σε μια τέτοια συναλλαγή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία απορρίπτω τη μαρτυρία του εκτός μόνο ότι επισκέφθηκε την περιοχή που βρίσκονται τα ακίνητα μόνο κάποιες φορές, ότι τις εργασίες που έγιναν στο τεμάχιο της εταιρείας επέβλεπε ο Αντρέας Γεωργίου και ότι ο ίδιος και ο Α. Γεωργίου συναντήθηκαν με τον Ενάγοντα για να συζητήσουν το θέμα πώλησης του ακινήτου. Ο Μ.Υ. 2 Χριστάκης Μακάσης διευθύνων σύμβουλος της Makasas Constructions Ltd κατάθεσε ότι η εταιρεία αυτή προέβη στις εργασίες διαχωρισμού σε οικόπεδα στο ακίνητο της Εναγομένης εταιρείας και ότι αυτές διήρκεσαν από τις αρχές του 2004 μέχρι το καλοκαίρι του
  5. Από ότι θυμόταν όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκε την περιοχή τα ορόσημα στο ακίνητο της εταιρείας ήταν ήδη τοποθετημένα από προηγουμένως και εν πάση περιπτώσει δεν τα τοποθέτησαν οι ίδιοι. Ο χωμάτινος δρόμος που οδηγεί προς το ακίνητο της εταιρείας ήταν «άνετος» με το πλάτος του να κυμαίνεται μεταξύ τριών και τεσσάρων μέτρων. Όταν ξεκίνησαν τις εργασίες, στο χωμάτινο δρόμο υπήρχε τοποθετημένο υλικό άσπρου χρώματος. Ο μάρτυρας μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Υπήρξε σταθερός και θετικός στις απαντήσεις του και κατάθεσε με ανεξαρτησία χωρίς είτε να προσπαθήσει να αναφέρει γεγονότα που δεν γνώριζε είτε να τα παρουσιάσει με τρόπο που θα ωφελούσαν την Εναγομένη εταιρεία με την οποία είχε συνεργασθεί. Σαν Μ.Υ. 3 κατάθεσε στο Δικαστήριο ο Αντρέας Χ" Κλεοβούλου γραφέας στην Επαρχιακή Διοίκηση. Αναφέρθηκε στην αίτηση που υποβλήθηκε για διαχωρισμό του τεμαχίου της Εναγομένης εταιρείας με αρ. 536 σε οικόπεδα και τη μεταγενέστερη έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης (Τεκμήριο 12). Ο μάρτυρας αυτός δεν με έπεισε για την αμεροληψία και αντικειμενικότητα του. Ήταν πολύ βέβαιος ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επέμβαση γιατί εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Δήλωνε ότι δεν υπήρξε επέμβαση και ανάφερε ότι προς τούτο κατέχουν και σχετική επιστολή από το κτηματολόγιο (Τεκμήριο 13), το περιεχόμενο όμως της οποίας δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του αυτό αφού αυτή απλώς αναφέρει ότι συμπληρώθηκε η χωρομετρική εργασία στο τεμάχιο. Αξίζει περαιτέρω να λεχθεί ότι αν και σε όλη τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του δήλωνε απόλυτα βέβαιος ότι δεν υπήρξε καμία επέμβαση περί το τέλος της αντεξέτασης δέχθηκε ότι δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να το ελέγξει. Η όλη στάση του και εμμονή του στο θέμα αυτή δημιουργεί το ερώτημα από πού αντλούσε τη βεβαιότητα με την οποία μιλούσε για το ζήτημα αφού όπως στο τέλος δέχθηκε δεν ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να το ελέγξει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία εκτός από το ότι για το τεμάχιο 536 εκδόθηκε άδεια διαχωρισμού και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Σαν Μ.Υ. 4 κατάθεσε ο Χαράλαμπος Αντωνίου πρώην κοινοτάρχης στο χωριό Στρουμπί. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι μπροστά από τα τεμάχια 265, 266 και 267 υπήρχε χωμάτινος δρόμος ο οποίος όμως πριν δύο με τρία χρόνια περίπου επιστρώθηκε με αμμοχάλικα ο οποίος τελειώνει μέχρι εκεί που αρχίζουν τα οικόπεδα της εταιρείας. Πριν τοποθετηθεί ο αμμοχάλικας ο δρόμος βρισκόταν ένα πόδι πιο χαμηλά από το ακίνητο του Ενάγοντα ενώ τώρα είναι στο ίδιο επίπεδο και επί τόπου υπάρχουν χαλίκια τα οποία «μπαίνουν» μέσα στο τεμάχιο του Ενάγοντα. Προηγουμένως και παρά το ότι ο δρόμος ήταν αρκετά φαρδύς και μπορούσαν να περνούν φορτηγά, τώρα έγινε φαρδύτερος και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιό είναι το πλάτος του δρόμου. Προηγουμένως το πλάτος του δρόμου ήταν δέκα πόδια περίπου ενώ τώρα που έχει τοποθετηθεί ο αμμοχάλικας δείχνει να είναι περισσότερα. Όπως του είπε κάποιος Δημητράκης Ππαλάς τα αμμοχάλικα τα τοποθέτησε ο θείος του ο Φυτής και ο Ππαλάς τα έστρωσε με το μηχάνημα. Σε υποβολή ότι αυτά τοποθετήθηκαν μετά από οδηγίες του Τσιντίδη είπε ότι δεν γνωρίζει. Παρά το ότι ο μάρτυρας αυτός δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις δεν με έπεισε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ούτε ότι κατάθεσε στο Δικαστήριο με ανεξαρτησία και αμεροληψία. Ο τρόπος που απαντούσε, το γεγονός ότι καθυστερούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, το ύφος του που πρόδιδε ότι σκεφτόταν την απάντηση που έπρεπε να δώσει με έκαμαν να σχηματίσω την εντύπωση ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια αλλά μόνο για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγομένων. Για τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία απορρίπτω τη μαρτυρία του εκτός από τα σημεία που ανάφερε ότι ο αμμοχάλικας τοποθετήθηκε πριν δύο με τρία χρόνια, πριν την τοποθέτηση του ο δρόμος ήταν στενότερος και σε πιο χαμηλό επίπεδο από το ακίνητο του Ενάγοντα ενώ τώρα είναι φαρδύτερος και στο ίδιο επίπεδο καθώς επίσης ότι, κάποια χαλίκια βρίσκονται μέσα στο ακίνητο του Ενάγοντα, ότι ο δρόμος είναι στρωμένος με αμμοχάλικα μέχρι του σημείου που αρχίζουν τα οικόπεδα της εταιρείας και ότι πέραν από αυτά είναι χωματόδρομος. Τέλος σαν Μ.Υ. 5 κατάθεσε ο Χαράλαμπος Παπασάββας ο οποίος εργάζεται σαν χωρομέτρης στο κτηματολόγιο. Είχε στην κατοχή του το φάκελο ΑΧ2079/04 ο οποίος αφορά το διαχωρισμό σε οικόπεδα του τεμαχίου
  6. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι άλλος συνάδελφος του στις 14/7/03 έκαμε την εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου και ο ίδιος επισκέφθηκε το ακίνητο στις 29/12/04 για να ελέγξει αν τα οικόπεδα κατασκευάσθηκαν σύμφωνα με την άδεια διαχωρισμού. Κατά την επίσκεψη του στο χώρο έλεγξε τα σύνορα που τοποθέτησε ο προηγούμενος χωρομέτρης και περιορίσθηκε και εξέτασε μόνο τις εργασίες που έγιναν μέσα στο τεμάχιο
  7. Αποτύπωσε τους δρόμους και τα πεζοδρόμια που είχαν κατασκευασθεί και ετοίμασε σχέδιο το οποίο στάληκε για έλεγχο στο σχεδιαστήριο. Δεν κατέγραψε το δρόμο που βρίσκεται νότια του τεμαχίου 267, όμως σύμφωνα με τις μετρήσεις που έκαμε ενώπιον του Δικαστηρίου επί του Τεκμηρίου 9, ο δρόμος αυτός φαίνεται να έχει πλάτος περί τα δυόμιση μέτρα. Όταν όμως επισκέφθηκε την περιοχή αυτός ήταν πολύ πλατύς και δεν ξεχώριζε. Είπε ότι εάν στο τεμάχιο 267 υπήρχε πετρότοιχος που κατασκευάσθηκε μετά το 1922, δεν θα φαινόταν στο σχέδιο εκτός εάν κάποιος χωρομέτρης επισκεπτόταν το τεμάχιο για κάποια εργασία και το σημείωνε. Παρά το ότι ο μάρτυρας κρίνεται ότι μαρτύρησε όσα προέκυψαν από την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη του ότι δεν υπήρξε επέμβαση στο τεμάχιο του Ενάγοντα. Δεν αντιλαμβάνομαι πως κατέληξε στην άποψη αυτή στην οποία μάλιστα επέμενε αφού όπως ανάφερε η εργασία του περιορίσθηκε στο να ελέγξει τις εργασίες που έγιναν μέσα στο τεμάχιο 536, το δρόμο και τα πεζοδρόμια που κατασκευάσθηκαν μέσα σε αυτό και δεν κατέγραψε το δρόμο που βρίσκεται στα νότια του τεμαχίου. Για τους πιο πάνω λόγους, δέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός του μέρους αυτού, ότι δηλαδή δεν υπήρξε επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Εισηγήθηκε ο κ. Βασιλειάδης ότι η μαρτυρία κατέδειξε ότι μπροστά από το ακίνητο του Ενάγοντα υπάρχει δρόμος και όχι μονοπάτι όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Γι΄ αυτό και η μαρτυρία που έχει δοθεί για το θέμα θα πρέπει να αγνοηθεί. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε την ύπαρξη χωμάτινου δρόμου. Η περιγραφή του στην Έκθεση Απαίτησης ως μονοπατιού και όχι ως δρόμου είναι μόνο περιγραφικό λάθος και όχι παράλειψη δικογράφησης ουσιώδους γεγονότος έτσι ώστε η μαρτυρία που δόθηκε σχετικά με το θέμα να μην ληφθεί υπόψη για το λόγο αυτό. Βάση της υπό κρίση αγωγής αποτελεί το αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Επέμβαση όπως καθορίζεται στο Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 38, 1194, συνίσταται σε παράνομη πράξη που καταδεικνύει αμφισβήτηση και ενόχληση της περιουσίας κάποιου προσώπου αντίθετα με τη θέληση του. Το πρόσωπο το οποίο νομιμοποιείτο στη καταχώρηση της αγωγής ήταν ο Ενάγοντας αφού κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου που αφορά η επέμβαση. Σε τέτοιου είδους αγωγές το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης έχει ο Ενάγοντας (βλ. Παπακόκκινου v. Σμυρλή, 2000 (Ι) Γ 1653). Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αστικό αδίκημα αγώγιμο "per se" για τη διάπραξη του οποίου δεν απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Στην υπόθεση Μαρία Στέφανου Παπαχριστοφόρου v. Κυριάκου Καπνίση κ.α. βλ. Π.Ε. 11497 ημερ. 14.2.2005 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τους τρόπους διάπραξης του αδικήματος. «Βέβαια με βάση το άρθρο 43 του δικού μας Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή
(3)με παράνομη επέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο» Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρξε επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα. Ο χωμάτινος δρόμος που βρίσκεται νότια του τεμαχίου 267 διαπλατύνθηκε και επιστρώθηκε με αμμοχάλικα με τρόπο που επεμβαίνει εντός του ακινήτου του Ενάγοντα κατά 42 τετραγωνικά μέτρα. Περαιτέρω οι επεμβασίες κατεδάφισαν τον πετρόκτιστο τοίχο στο τεμάχιο του Ενάγοντα και χαμήλωσαν το επίπεδο του ακινήτου, το οποίο ενώ πρίν την επέμβαση ήταν πιο ψηλά από το επίπεδο του χωμάτινου δρόμου που βρίσκεται στο νότιο σύνορο του, μετά την επέμβαση είναι στο ίδιο επίπεδο. Εύρημα επίσης αποτελεί ότι την παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του Ενάγοντα έκαμε η Εναγόμενη εταιρεία. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο Χαράλαμπος Τσιντίδης και κάποιος Αντρέας διαβεβαίωσαν τον Ενάγοντα σε συνάντηση που είχαν ότι θα επαναφέρουν το ακίνητο στην προηγούμενη του κατάσταση. Η δήλωση τους αυτή προς τον Ενάγοντα καταδεικνύει την παραδοχή τους για την επέμβαση. Παρά τη διαβεβαίωση που έδωσαν η εταιρεία δεν προέβη σε άρση της επέμβασης. Όμως στο εύρημα αυτό καταλήγει επίσης το Δικαστήριο και με βάση την απλή πιθανολόγηση που είναι το μέτρο απόδειξης στις πολιτικές υποθέσεις. Τα περιβάλλοντα περιστατικά της υπόθεσης όπως προέκυψαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξαν ότι ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε και διαπίστωσε την παράνομη επέμβαση κατά τον Ιούνιο του 2004. Η Εναγόμενη εταιρεία την αμέσως προηγούμενη περίοδο προέβη σε διάφορες εργασίες στο ακίνητο της. Η χρονική ταύτιση των πιο πάνω εργασιών με τη διάπραξη του αδικήματος, ότι δεν διαφάνηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είχε συμφέρο να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες, καθώς και το ότι ο χωμάτινος δρόμος που έχει διαπλατυνθεί και επιστρωθεί με χαλίκι έχει διανοιχθεί μέχρι το ακίνητο της εταιρείας, είναι στοιχεία επαρκή που με βάση την απλή πιθανολόγηση αποδεικνύουν ότι η εταιρεία είναι αυτή που επενέβη στο ακίνητο του Ενάγοντα. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Ενάγοντας αξιώνει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων και την έκδοση διαταγμάτων ενώ διαζευκτικά προς τα πιο πάνω αξιώνει αποζημιώσεις ύψους £40,000. Το ζήτημα της επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων αναλύεται στην υπόθεση Papakokkinou and others v. Kanther,
(1982)1 CLR 65. Σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στην υπόθεση αυτή η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων περιορίζεται στις περιπτώσεις που οι ενέργειες του Εναγομένου είναι τέτοιες που χρήζουν τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Haig Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 αναφέρθηκε ότι: «Είναι θεμελειωμένο ότι όπου διάδικος επιδιώκει παραδειγματικές αποζημιώσεις οι συνθήκες οι οποίες στοιχειοθετούν την απαίτηση πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως. Αυτό είναι αναγκαίο ενόψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της θεραπείας η οποία επιδιώκεται και του επιθυμητού παροχής προειδοποίησης στον αντίδικο ότι έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση». Σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Λ. Κωνσταντίνου ή Λ. Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ,
(2003), 1(Γ) 1952, όταν δεν επιδικάζονται αποζημιώσεις για την επέμβαση τότε δεν δικαιολογείται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην παρούσα υπόθεση η αξίωση του Ενάγοντα περιορίζεται στην έκδοση διαταγμάτων και την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων ενώ δεν αξιώνονται αποζημιώσεις για την επέμβαση παρά μόνο διαζευκτικά. Για το λόγο αυτό και σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Μήτας, πιο πάνω εφόσον ο Ενάγοντας δεν αξιώνει αποζημιώσεις για την επέμβαση η αξίωση του για παραδειγματικές αποζημιώσεις δεν μπορεί να πετύχει. Ούτε είναι δυνατό να επιδικασθούν υπέρ του Ενάγοντα ονομαστικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τα όσα έχουν αποφασισθεί στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, στην περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς μπορεί να δοθούν ονομαστικές αποζημιώσεις. Η παρούσα όμως δεν είναι η περίπτωση που ο Ενάγοντας αξιώνει αλλά αποτυγχάνει να αποδείξει τις ζημιές αφού τέτοια αξίωση για ζημιές δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα του. Για το λόγο αυτό κρίνεται ότι η παρούσα διαφέρει από εκείνη που ο Ενάγοντας δικογραφεί και αξιώνει ζημιές που υπέστη αλλά αποτυγχάνει να τις αποδείξει και γι' αυτό ο Ενάγοντας δεν δικαιούται ονομαστικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Αγγελίδης v. Φιλίππου και Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ 1991
(1)Α.Α.Δ., 321 λέχθηκε ότι σε περίπτωση που αποδεικνύεται παράνομη επέμβαση τότε δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα (injuction) για άρση της. Ο Ενάγοντας στην §11(α) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου για άρση της παράνομης επέμβασης. Ο τρόπος που αξιώνεται το διάταγμα αυτό δεν είναι συγκεκριμένος και σαν τέτοιο δεν μπορεί να εκδοθεί αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ελέγξει την εφαρμογή του. Στην §11(β) του παρακλητικού αξιώνεται το ακόλουθο διάταγμα: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγομένη να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα τους κατάσταση ως είχαν αυτά πριν την παράνομη επέμβαση της Εναγομένης εντός του τεμαχίου του Ενάγοντος 267 του Φ.Σχ./45/5 χωρίου στο Π. Στρουμπί εντός 7 ημερών από της επιδόσεως του εκδοθησομένου διατάγματος, ήτοι να επαναφέρει το τεμάχιο του Ενάγοντος στο ύψος που αυτό είχε πριν την παράνομη επέμβαση της Εναγομένης εντός αυτού, να απομακρύνει το χαλίκι που τοποθέτησε στο τεμάχιο και τοποθετήσει την πετρόκτιστη περίγραφη στο τεμάχιο». Παρά το ότι προέκυψε από τη μαρτυρία ότι το ύψος του ακινήτου του Ενάγοντα έχει μετά την επέμβαση χαμηλώσει, το ακριβές ύψος της διαφοροποίησης αυτής, το ύψος του επίπεδου του τεμαχίου όπως είχε πριν την επέμβαση και το ύψος το οποίο έχει σήμερα δεν έχουν ξεκαθαρισθεί από τη μαρτυρία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πετρόκτιστο τοίχο. Ούτε το μήκος, ούτε το ύψος, ούτε το πλάτος αυτού έχουν καταδειχθεί. Έτσι για τους ίδιους λόγους που κρίθηκε ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα που αξιώνεται στην παράγραφο 11(α) του παρακλητικού, για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αναφορικά με το επίπεδο του ακινήτου και τον πετρόκτιστο τοίχο. Είναι δυνατή όμως η έκδοση διατάγματος για απομάκρυνση του αμμοχάλικα που η εταιρεία τοποθέτησε εντός του τεμαχίου του Ενάγοντα σε έκταση 42 τετραγωνικών μέτρων. Εφόσον ο Ενάγοντας έχει πετύχει σε μέρος έστω των αξιώσεων του όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, δεν είναι δυνατό να εξετασθούν οι θεραπείες που προβάλλονται διαζευκτικά. Παρά ταύτα θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αξιούμενες διαζευκτικά θεραπείες δεν θα μπορούσαν να πετύχουν. Και αυτό γιατί τα ποσά που η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του δηλαδή το ποσό £350,00 που ο Ενάγοντας κατέβαλε στους δυο τοπογράφους μηχανικούς και το ποσό των £50,00 που κατέβαλε σαν έξοδα επαναοριοθέτησης του ακινήτου του δεν εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Και αυτό παρά το ότι όπως είναι νομολογημένο οι ειδικές ζημιές πρέπει να εκτίθενται με ακρίβεια στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Ηρακλέους v. Ταχύπλοου Σκάφους Νίκη
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Ούτε και η αξίωση του Ενάγοντα για αποζημιώσεις ύψους £40.000 θα ήταν δυνατό να πετύχει αφού για να είναι δυνατή η επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση, αυτές πρέπει όχι μόνο να δικογραφούνται αλλά και να αποδεικνύονται με θετική μαρτυρία κάτι που δεν έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η μαρτυρία που προσκόμισε ο Ενάγοντας για την αξία της γής δεν θα μπορούσε να κριθεί επαρκής και ικανοποιητική. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγομένης εταιρείας όπως εντός 7 ημερών από την πρός αυτήν επίδοση του διατάγματος απομακρύνει τον αμμοχάλικα από το ακίνητο του Ενάγοντα σε έκταση 42 τετραγωνικών μέτρων. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας κρίνεται ότι εφόσον ο Ενάγοντας απέδειξε την διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης από την εταιρεία και πέτυχε την έκδοση έστω μέρους των αιτούμενων διαταγμάτων αυτά θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ του. Όμως ενόψει του ότι ο Ενάγοντας δεν απέδειξε την αξία της γής στην οποία έγινε η επέμβαση, ούτε και πέτυχε την επιδίκαση υπέρ του οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων, κρίνεται δίκαιο όπως επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ του μόνο το ½ των εξόδων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΟΡ/ΕΠ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.