Αθηνάς Σοφοκλή Γεωργίου ν. Σωτήρη Σάββα Κυριάκου κ.α., Αιτ. Έφεση 63/2001, 7.9.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αιτ. Έφεση 63/2001 Μεταξύ: Αθηνάς Σοφοκλή Γεωργίου από την Κ. Ακουδράλια Εφεσείουσας/Αιτήτριας Και
- Σωτήρη Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό
- Νίκης Αναστάση Κυριάκου από την Πάφο
- Ξάνθης Αναστάση από την Κ. Ακουρδάλια
- Ζωής Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό Εφεσίβλητων/Καθ΄ ων η αίτηση Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.10.2005 Αιτ. Έφεση 63/2001 Μεταξύ: Γεώργιου Ηροδότου Αναξαγόρα από την Λευκωσία Εφεσείοντα/Αιτητή Και
- Σωτήρη Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό
- Νίκης Αναστάση Κυριάκου από την Πάφο
- Ξάνθης Αναστάση από την Κ. Ακουρδάλια
- Ζωής Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό Εφεσίβλητων/Καθ΄ων η αίτηση ---------------------------------- Και Αιτ. Έφεση 64/2001 Μεταξύ: Γεώργιου Ηροδότου Αναξαγόρα από την Λευκωσία Εφεσείοντα/Αιτητή Και
- Σωτήρη Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό
- Νίκης Αναστάση Κυριάκου από την Πάφο
- Ξάνθης Αναστάση από την Κ. Ακουρδάλια
- Ζωής Σάββα Κυριάκου από την Λεμεσό Εφεσίβλητων/Καθ΄ων η αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.9.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τoν Εφεσείοντα/αιτητή: κ. Χ Ζόππος Για τους Εφεσίβλητους/καθ΄ων η αίτηση: κ. Δ. Καρακώστα για κα Λ. Θεοφάνους (για να ακούσει απόφαση κ. Σιμιλλίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η * Ο αιτητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων υπ΄ αρ. εγγραφής 3199, τεμάχιο 111 και υπ΄αρ. εγγραφής 3238, τεμάχιο 114 του Φ/Σχ 35/36 που βρίσκονται εντός του χωριού Κάτω Ακουρδάλια στην Πάφο. ------------------------------------------------------------------------------------------------------- * Η απόφαση δόθηκε κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών κατόπιν αδείας της Προέδρου του Δικαστηρίου Ιδιοκτήτης επίσης είναι και των παραπλήσιων με τα πιο πάνω τεμάχια, τεμαχίων 110 και
- Ο Εφεσίβλητοι/καθ΄ων η αίτηση είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 3492 τεμάχιο 99, 3411 τεμάχιο 112, 3432 τεμάχιο 21 και 3162 τεμάχιο 26 του Φ/σχ. 35/36, οι οποίο με την αίτηση τους υπ΄αρ. Α1011/98 ζήτησαν την αναγκαστική απόκτηση διόδου από το κτήμα της Αθηνάς Σοφοκλή Γεωργίου από την Κ. Ακουδράλια αρχικής ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 111, από το κτήμα του αιτητή - εφεσείοντα τεμάχιο 114 και από άλλα παρακείμενα κτήματα δυνάμει του άρθρου 11 Α του Κεφ.
- Στα πλαίσια εξέτασης της πιο πάνω αίτησης και μετά από επιτόπια εξέταση που έγινε στις 28.2.2000, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 23.3.2001 σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε δικαίωμα διαβάσεως μέσω των ακινήτων 111 και 114, το οποίο και σημειώνεται με χρώμα καφέ στα σχεδιαγράμματα που επισυνάπτονται στις αιτιολογημένες εκθέσεις του διευθυντή οι οποίες κατατέθηκαν στο δικαστήριο. Ως αποζημίωση για το τεμάχιο 114 καθορίστηκε το ποσό των Λ.Κ
- - και για το τεμάχιο 111 το ποσό των Λ.Κ. 93.- Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη και εναντίον της καταχωρήθηκαν, από τους ιδιοκτήτες των τεμαχίων 111 και 114 (ως ήταν τότε) δύο ξεχωριστές αιτήσεις έφεσης, η υπ΄αρ. 63/2001 και η υπ΄αρ. 64/
- Οι δύο πιο πάνω αιτήσεις μετά από αίτημα των εφεσίβλητων/καθ΄ων συνενώθηκαν με σκοπό την συνεκδίκαση τους. Λόγω του ότι το τεμάχιο 111, που αφορά την αίτηση 63/2001, μεταβιβάστηκε κατά ή περί τον Ιούλιο 2005 επ΄ονόματι του Γεώργιου Ηροδότου Αναξαγόρα, εφεσείοντα/αιτητή στην αίτηση 64/2001, καταχωρήθηκε αίτηση για να καταστεί ο πιο πάνω, αιτητής, στην αίτηση/έφεση υπ΄αρ. 63/
- Στις 13.10.2005 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα και ακολούθησαν οι σχετικές τροποποιήσεις. Στην αίτηση 63/2001 προβάλλονται οι εξής λόγοι έφεσης:
- Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει κατά πόσο άλλα κτήματα ήταν περισσότερο κατάλληλα για την παροχή σε βάρος τους διόδου.
- Χωρίς βλάβη του πιο πάνω λόγου, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ο εφεσείοντας ισχυρίζεται πως ο Διευθυντής λανθασμένα αποφάσισε πως το κτήμα του ήταν το πιο κατάλληλο για τη παροχή διόδου και/ή παρέλειψε να λάβει υπόψη πως άλλα κτήματα που εξέτασε ήτανε πιο κατάλληλα για τη παροχή σε βάρος τους διόδου.
- Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει και να λάβει υπόψη ποια διοδο οι εφεσίβλητοι χρησιμοποιούσαν προηγούμενα.
- Ο Διευθυντής παραβίασε την αρχή πως κατά τον καθορισμό διόδου πρέπει να επιδιώκεται η μικρότερη δυνατή ζημιά οχληρία και ταλαιπωρία.
- Η αποζημίωση που καθόρισε ο Διευθυντής είναι ανεπαρκής.
- Η έρευνα που διενήργησε ο Διευθυντής ήταν ανεπαρκής.
- Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι πλήρως και σωστά δικαιολογημένη. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αθηνάς Σοφοκλής Γεωργίου, και του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με τους εξής λόγους ένστασης: Α. Τα υποδειχθέντα από τον αιτητή ακίνητα για να δοθεί δίοδος στους εφεσίβλητους δεν είναι κατάλληλα και/ή καταλληλότερα για την δημιουργία διόδου επ΄αυτών. Β. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 23.3.2001 είναι ορθή και δίκαιη και ελήφθη κατόπιν έρευνας και μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά, οχληρία ή ταλαιπωρία, βάσει των οποίων καθόρισε την καταλληλότερη και/ή λιγότερη επαχθή κατεύθυνση της διόδου, την έκταση τους προς χρήση αυτής διόδου υπό των εφεσίβλητων ως και του δικαίου και ευλόγου ποσού της καταβλητέας υπ΄αυτού αποζημιώσεως. Προς υποστήριξη της ένστασης στην 63/2001 ορκίζεται η εφεσίβλητη καθ΄ης η αίτηση
- Στην αίτηση 64/2001 προβάλλονται οι εξής λόγοι έφεσης: Α. Ο διευθυντής έσφαλε και/ή η απόφαση του είναι εσφαλμένη και/ή αντίθετη προς τον σχετικό νόμο και κανονισμό διότι:-
- Κατά τον καθορισμό της διόδου δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αναγκαία και/ή σχετικά στοιχεία.
- Υπάρχει άλλη καταλληλότερη δίοδος προς τα ακίνητα των εφεσίβλητων, με μικρότερη ζημιά και οχληρία, από άλλο και ή άλλα τεμάχια παραπλεύρως και/ή πλησίον του δουλεύοντος ακινήτου.
- Κατά τον καθορισμό της εν λόγω διόδου παρέλειψε ο Διευθυντής να λάβει υπόψη την ύπαρξη και των άλλων κατάλληλων ακινήτων, πλην του δουλεύοντος
- Τα ακίνητα των Εφεσίβλητων δεν είναι περίκλειστα.
- Ο διευθυντής έσφαλε στον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης καθ΄ότι το καθορισθέν ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο της αγοραίας αξίας του δουλεύοντος κτήματος. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση/έφεση, ο αιτητής επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην αίτηση/ έφεση του. Οι εφεσίβλητοι/καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση 64/2001 με τους ακόλουθους λόγους: Α. Οι ισχυριζόμενοι λόγοι έφεσης δεν είναι καθόλου και/ή δεόντως δικαιολογημένοι και/ή είναι γενικοί και αόριστοι. Β. Ούτε στους λόγους εφέσεως αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει αναφέρεται ή αναφέρονται τα υποδειχθέντα ή τα υπάρχοντα πλην του ακινήτου της εφεσείουσας-αιτήτριας, άλλου ή άλλων ακινήτων τα οποία ήταν ή είναι κατάλληλα για την δημιουργία διόδου επ΄αυτών. Γ. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 23.3.2001 είναι ορθή και δίκαιη και ελήφθη κατόπιν έρευνας και μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων και με σκοπό να προκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά, οχληρία ή ταλαιπωρία, βάσει των οποίων καθόρισε την καταλληλότερη και/ή λιγότερη επαχθή κατεύθυνση της διόδου, την έκταση του προς χρήση αυτής δικαιώματος υπό των εφεσίβλητων ως και του δίκαιου και εύλογου ποσού της καταβλητέας υπ΄αυτού αποζημιώσεως. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση επίσης της εφεσίβλητης/καθ΄ης η αίτηση
- Θα πρέπει να αναφερθεί ότι, η ακροαματική διαδικασία των αιτήσεων, άρχισε στις 15.11.2006, πριν από την δημοσίευση του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2006 τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έκδωσε στις 10.11.
- Η δημοσίευση του πιο πάνω Διαδικαστικού Κανονισμού, έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης ημερομηνίας 22.11.
- Προς την υποστήριξη της αίτησης για τον εφεσείοντα/αιτητή κατέθεσαν ενόρκως 3 μάρτυρες. Ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ (Μ.Ε.1) αγρονόμος - τοπογράφος, ο Γιάννης Ιακωβίδης (Μ.Ε.2) επίσης τοπογράφος - αγρονόμος και ο αιτητής (Μ.Ε.1). Για τους εφεσίβλητους/καθ' ών η αίτηση μαρτυρία έδωσαν οι Κτηματολογικοί Λειτουργοί Ιωάννης κ. Ιωάννου (Μ.Υ.1) και Ανδρέας Γεωργίου (Μ.Υ.2) και η πρώην Κτηματολογική Λειτουργός Μυρούλλα Α. Σπύρου (Μ.Υ.3). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση στηρίζεται κατά κύριο λόγο, στα άρθρα 11 Α και 80 του Κεφ. 224 και στους Κανονισμούς που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 11 Α
(7)του Νόμου. Η παραχώρηση δικαιώματος διαβάσεως διέπεται από τον άρθρο 11 Α του Κεφ. 224 όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του Ν. 10/66 και το οποίο προνοεί τη παραχώρηση δικαιώματος διαβάσεως τόσο στην περίπτωση όπου το κτήμα είναι περίκλειστο όσο και σ΄αυτή όπου η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής δια την κατάλληλην αυτής χρήσιν, ανάπτυξιν, ή εκμετάλλευσιν. Ο διευθυντής προβαίνει στην παραχώρηση διόδου ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το πιο πάνω άρθρο και οι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 11 Α
(7)αρ. 255/1967 (Ε.Τ.Κ. 17.3.67) και γνωστοποιεί την οποιαδήποτε απόφαση τους στους ενδιαφερόμενους. Οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224, προσφέρει τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων και διαταγών του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπου παρέχει το δικαίωμα σε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224, σε χρόνο που καθορίζεται από τον νόμο, να προσφύγει στο Δικαστήριο υποβάλλοντας έφεση. Το δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με την δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τρύφωνα Πατσαλίδη ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμασκηνού κ.α, ΑΑΔ 1 (Β) 1248, ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στο έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. (βλ. Kofteros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α ω. Χατζημάμα κ.α
(1990)1 ΑΑΔ και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312). Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ελλη Μιχαήλ Κτωρίδη ν. Επαρχου Λεμεσού, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 ΑAΔ 541, επαναλήφθηκε η αρχή ότι το βάρος είναι στον Εφεσείοντα/Αιτητή να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ΄ εξοχήν αρμοδίου στο πράγμα είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να πετύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Εχοντας υπόψη τις ανωτέρω αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας έφεσης αφού προηγουμένως προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία κατά την ακροαματική διαδικασία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Με την ίδια προσοχή έχω εξετάσει και το σύνολο της μαρτυρίας τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τους ισχυρισμούς τους μαζί με τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές προβάλλονται επί των εγγράφων προτάσεων. Αποδέχομαι την δοθείσα από τον Μ.Ε.1 Ιεξεκιήλ Ιεζεκιήλ, ως τεκμηριωμένη, ειλικρινή και αξιόπιστη. Από την εργασία την οποία διεξήγαγε και κατόπιν μετρήσεων διαπίστωσε ότι η προταθείσα από το Κτηματολόγιο δίοδος, λόγω της υψομετρικής διαφοράς που παρουσιάζεται από το σημείο Α στο σημείο Ζ του Τεκμηρίου 1, η οποία είναι 2.80 μ., θα προκαλέσει ζημιά στο Τεμάχιο 111 του αιτητή εφόσον για να μπορέσει να στηριχθεί δρόμος θα πρέπει το πρανές του δρόμου να κάνει κατάληψη μέρους του Τεμαχίου
- Η άλλη λύση για την κατασκευή του δρόμου, θα πρέπει να στηθεί τοίχος αντιστήριξης κατά μήκος του δρόμου ύψους 2.80 μέτρων η οποία θα δημιουργήσει λειτουργικά αλλά και αισθητικά προβλήματα στην οικία που βρίσκεται εντός του τεμαχίου 111 η οποία θα βρίσκεται κάτω από το δρόμο. Το τεμάχιο 24, το οποίο αν και δεν επηρεάζεται από το ίδιο το δικαίωμα διάβασης ως υποδείχθηκε, επίσης λόγω της υψομετρικής διαφοράς που υπάρχει από το σημείο Α μέχρι το Ζ (του τεκμηρίου 1) θα επηρεαστεί κατά τον ίδιο τρόπο, αφού για την κατασκευή του δρόμου, λόγω των επιχωματώσεων που πρέπει να γίνουν και των πρανών που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εκτός του δρόμου θα υπάρξει ζώνη κατάληψης στο τεμάχιο 24, όση με το ύψος τους δρόμου. Αποδέχομαι επίσης ότι στο σημείο Β επί του τεκμηρίου 1 δημιουργείται στροφή 90 μοιρών και ότι αυτό δημιουργεί πρόβλημα στην οδική ασφάλεια και κυκλοφορία αφού το πλάτος του δικαιώματος διάβασης ως έχει καθοριστεί από το Κτηματολόγιο είναι στα 3.36 μέτρα. Επίσης αποδέχομαι ότι και στο σημείο Α (του τεκμηρίου 1) δημιουργείται στροφή 90 μοιρών αν γίνεται όμως χρήση της διαδρομής Ε - Α. Ο μάρτυρας έλαβε υπόψη του την διαδρομή Ε - Α καθότι θεώρησε ότι η αυτή είναι δημόσιος δρόμος. Επί του προκειμένου υπήρξαν διαφορές εκδοχές, με αντίθετη αυτή του ίδιου του αιτητή, ενώ το ίδιο με τον Μ.Ε.1 υποστήριξε αρχικά και ο Μ.Υ.2, ότι δηλαδή ο δρόμος (διαδρομή Ε - Α επί του τεκμηρίου 1) είναι δημόσιος, ο οποίος, όπως είπε, προέκυψε από απαλλοτρίωση που έγινε στο Τεμάχιο
- Τελικά διευκρινίστηκε όμως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Υ.2 (όταν διακόπηκε και συνεχίστηκε σε άλλη ημερομηνία), ότι η διαδρομή Ε - Α ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, δεν έχει απαλλοτριωθεί και ότι είναι ιδιωτικός δρόμος που ανήκει στο Τεμάχιο 110 εφόσον αποτελεί μέρος του. Αποδέχομαι ότι στις 10.4.2001, που διενήργησε την επιτόπιο εξέταση του, διαπίστωσε ότι το τεμάχιο 108 ήταν χωράφι, και σε αυτό δεν υπήρχε κατοικία. Ενισχύει τούτο, τόσο η μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος διενήργησε την επιτόπιο εξέταση εκ μέρους του Κτηματολογίου σε χρόνο προγενέστερο όσο και η μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος επισκέφθηκε τα τεμάχια 108 και 109 περί τον Ιούνιο του
- Επίσης αποδέχομαι ότι τα τεμάχια 108 και 109 εφάπτονται δημοσίου δρόμου και ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε υψομετρική διαφορά. Επί του σημείου αυτού, αποδέχομαι την θέση του Μ.Ε. 1 και απορρίπτω αυτή την του Μ.Υ.2, λόγω της καλής εντύπωσης που ο Μ.Ε.1 μου έκανε αλλά και για τους λόγους που εξηγώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.
- Αποδέχομαι ότι τα τεμάχια 111 και 24 βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τον δημόσιο δρόμο και ότι το τεμάχιο 109 στο κοινό του σύνορο με το τεμάχιο 111 έχει υψομετρική διαφορά 2.50 μέτρα από την αυλή του τεμαχίου 111 Δεν αποδέχομαι όμως την εξήγηση που έδωσε, μεταξύ άλλων, γιατί στο σημείο γ τη έκθεσης του (Τεκμήριο 1) αναφέρει ότι ο τοίχος αντιστήριξης θα είναι αντιαισθητικός, καθώς και την δικαιολογία που ανάφερε γιατί έχει συμπεριλάβει τον πιο πάνω χαρακτηρισμό στην έκθεση του. Ο Μ.Ε.1 σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου των εφεσίβλητων κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του είπε ότι το έχει αναφέρει αυτό γιατί οι ιδιοκτήτες των Τεμαχίων 111 και 24 εξασφάλισαν άδεια για διατηρητέα και ως εκ τούτου θα πρέπει να διατηρείται ο παλαιός χαρακτήρας της περιοχής. Προκύπτει όμως από το Τεκμήριο 7 ότι η κήρυξη των Τεμαχίων 111 και 24 ως διατηρητέα έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της επιτόπιας εξέτασης του Μ.Ε.1 και της ετοιμασίας της έκθεσης του και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε το πιο πάνω γεγονός να ήταν εις γνώση του για να μπορεί να το λάβει υπόψη. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.2 επίσης ως τεκμηριωμένη, ειλικρινή και αξιόπιστη. Επιβεβαίωσε ο εν λόγω μάρτυρας με την μαρτυρία του, τα τεχνικά προβλήματα που υπάρχουν για την κατασκευή του δρόμου και αυτά που θα δημιουργηθούν, λόγω της υψομετρικής διαφορά που υπάρχει από το σημείο Α επί του τεκμηρίου 2 και πιο πάνω. Ο εν λόγω μάρτυρας, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, δεν έλαβε υπόψη του την διαδρομή Ε - Α επί του τεκμηρίου
- Ο Μ.Ε.2 ανάφερε επί του προκειμένου, σε ερώτηση που του υποβλήθηκε στην αντεξέταση ότι σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο η διαδρομή Ε - Α δεν φαίνεται να είναι δημόσιος δρόμος. Ενώ πρότεινε και άλλες λύσεις οι οποίες σύμφωνα με τον ίδιο θα μπορούσαν να επιλεγούν. Παρά το ότι ο εφεσείοντας/αιτητής (Μ.Ε.3) υπήρξε κάπως υπερβολικός κατά την μαρτυρία του στην τοποθέτηση των θέσεων και απόψεων του, δείχνοντας έτσι την διαφωνία του, αυτό δεν είναι στοιχείο που επηρεάζει την αξιοπιστία του. Από την μαρτυρία όμως του Μ.E.3, δεν αποδέχομαι το μέρος αυτής που στηριζόταν, ως φάνηκε, στα όσα του έχουν αναφέρει οι ειδικοί στους οποίους ανάθεσε να επισκεφθούν και να μελετήσουν την υπόθεση του και στην γνώμη των οποίων φαίνεται να στηρίχθηκε και ο ίδιος. Αποδέχομαι, ότι περί τις αρχές του 2006 άρχισε η ανέγερση οικοδομής εντός του τεμαχίου 108, το οποίο είχε υποδείξει στο Κτηματολόγιο κατά στην επιτόπια επίσκεψη, ως άλλη λύση για την παροχή διόδου, και ότι στο τεμάχιο 108 το έτος 2000 - 2001 δεν υπήρχε οικοδομή. Αβάσιμο αλλά και άσχετο βρίσκω, τον ισχυρισμό του Μ.Ε.3, ότι θα πρέπει να εκριζωθούν δέντρα από το τεμάχιο 110, εφόσον ως προκύπτει από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας το τεμάχιο αυτό δεν επηρεάζεται καθόλου από το δικαίωμα διάβασης, όπως αυτό έχει υποδειχθεί από το Κτηματολόγιο. Οι θέσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα και η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.3 αναφορικά με την κατάσταση του δημοσίου μονοπατιού - αδιεξόδου που εφάπτεται των τεμαχίων του θεωρώ ότι είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία και ως εκ τούτου την αγνοώ. Το αν υπάρχει επέμβαση και από ποιόν, στο δημόσιο μονοπάτι, δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία θα πρέπει να απασχολήσουν το δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.
- Η μαρτυρία του Μ.Υ.1, αφορούσε την σύνταξη των αιτιολογημένων εκθέσεων (τεκμήρια 8 και 9), στην οποία η ίδιος προέβηκε αφού βασίστηκε στις εκτιμήσεις και στο αιτιολογικό παροχής που είχαν ετοιμάσει οι κτηματολογικοί λειτουργοί που έκαναν την επιτόπια εξέταση. Επί του προκειμένου υπήρξαν διαφορετικές εκδοχές, αυτή του Μ.Υ.2 και αυτή της Μ.Υ.3, η τελευταία υποστήριξε ότι τις αιτιολογημένες εκθέσεις, τις ετοίμασε και ο Μ.Υ.2, πράγμα το οποίο ο Μ.Υ.2 αρνήθηκε λέγοντας ότι τις ετοίμασε η Μ.Υ.3 πράγμα το οποίο επίσης η Μ.Υ.3 αρνήθηκε. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ.1 αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα ως πληρέστερη, καθότι οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ3 φαίνεται ότι επί αυτού του ζητήματος τελούσαν υπό πλήρη σύγχυση. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν πρόσθεσε τίποτα πέραν των δικών του ενεργειών και διαπιστώσεων και απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης . Ο Μ.Υ.1 κρίνεται αξιόπιστος. Η αξιοπιστία του άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από τον εφεσείοντα. Αποδέχομαι ότι ο Μ.Υ.2 διενήργησε μαζί με την Μ.Υ.3 την επιτόπια εξέταση για σκοπούς καθορισμού του δικαιώματος διάβασης. Όπως θα φανεί κατωτέρω αποδέχομαι, μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 ενώ μέρος της μαρτυρίας του το απορρίπτω, είτε γιατί αυτή έρχεται σε αντίθεση με άλλη μαρτυρία που αποδέχτηκα, είτε γιατί άλλη μαρτυρία ήταν πληρέστερη, είτε ο ίδιος υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με κάποια ζητήματα. Δεν τίθεται ζήτημα αναξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά ο τρόπος που μαρτυρούσε και από αυτά έλεγε έκανε φανερή την διάθεση του να υποστηρίξει την ορθότητα της απόφασης του Κτηματολογίου δίδοντας λύσεις ακόμη σε περιπτώσεις που διαπιστώθηκε ότι έγιναν τα λάθη. Όπως για παράδειγμα η θέση που εξέφρασε όταν τελικά παραδέχτηκε ότι η διαδρομή Ε- Α (επί του τεκμηρίου 1) δεν είναι δημόσιος αλλά ιδιωτικός δρόμος που βρίσκεται εντός τους τεμαχίου 110 και ανήκει στον εφεσείοντα/αιτητή. Αν και υποστήριξε ότι η παρουσία του κατά την επιτόπια εξέταση ήταν για βοήθεια και μόνο της Μ.Υ.3, αποποιούμενος κατά αυτό τον τρόπο την δική του συμβολή στον καθορισμό του δικαιώματος διάβασης, από το σύνολο της μαρτυρίας του, προκύπτει ότι η δική του ανάμιξη ήταν και σημαντική και καθοριστική, επιβεβαιώνεται τούτο από τα όσα είπε σε σχέση με τις δικές του ενέργειες αλλά και από την μαρτυρία της Μ.Υ.3, η οποία είπε ότι την απόφαση για τον καθορισμό της διόδου την πήραν μαζί με τον Μ.Υ.
- Ο τρόπος, το ύφος και τα λεγόμενα του Μ.Υ.2, έκαναν φανερό, ότι αυτό το οποίο καθοριστικά επηρέασε την κρίση τους στο να υποδειχθεί το δικαίωμα διάβασης ως υποδείχθηκε είχε να κάνει με την ύπαρξη του δημόσιου μονοπατιού που κατέληγε σε αδιέξοδο, κάτι το οποίο επανέλαβε πλείστες φορές κατά την μαρτυρία του, μάλιστα σε δύο περιπτώσεις είπε ότι αυτό επέδρασε σαν καταλυτής. Τα ίδια υποστήριξε και η Μ.Υ.
- Σημαντικό επίσης στοιχείο το οποίο έλαβε υπόψη του ο Μ.Υ2, ως διαφάνηκε ήταν και η ύπαρξη των έγγραφων συγκαταθέσεων των ιδιοκτητών των τεμαχίων 27 - 28 - 21 - 26 και 109 καθώς και η έκταση που θα χρησιμοποιείτο από τα τεμάχια 114 (28 τ.μ) και 111 (14 τ.μ), την οποία θεώρησε μικρή γεγονός το οποίο θα επέφερε ασήμαντη ζημιά, σύμφωνα με τον ίδιο, στα τεμάχια 114 και
- Το γεγονός ότι το δημόσιο αδιέξοδο, ήταν το κύριο στοιχείο που έλαβαν υπόψη τους ο ίδιος και η Μ.Υ.3, προκύπτει όπως και πιο πάνω αναφέρω και από την μαρτυρία της Μ.Υ.3 αλλά και από αυτά που ανέφερε σε σχέση με άλλη αίτηση των εφεσίβλητων, που έγινε προηγουμένως την υπ΄ αρ. Α18/95, όπου σε επιτόπια εξέταση που έγινε στις 24.6.1998 από τον Κτηματολογικό Λειτουργό Παναγιώτη Χριστοδούλου, τους συμβούλεψε να συμπεριλάβουν στην αίτηση τους και τα τεμάχια 111 και
- Προφανώς η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε και ακολούθησε η αίτηση υπ΄αρ. Α1011/98 όπου οι εφεσίβλητοι συμπερίλαβαν στην αίτηση τους και τα τεμάχια του αιτητή. Για αυτό τον λόγο άλλωστε, φαίνεται ότι ο μάρτυρας θεώρησε την υπόθεση παλαιά υπόθεση του
- Αν και υποστήριξε ότι υπήρξε έγγραφη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 109 για την παραχώρηση διόδου από το τεμάχιο 109 και πως αυτό που καθόρισε το κτηματολόγιο ως δικαίωμα διάβασης ήταν ότι φαίνεται με κόκκινο χρώμα στην πρόσοψη του Τεμαχίου 111 και του 114 του τεκμηρίου 1, κάτι που επανέλαβε και στην αντεξέταση του, αυτό διαψεύδεται από τα επισυναπτόμενα στα τεκμήρια 8 που και 9 σχεδιαγράμματα, στα οποία το μέρος που χρωματίζεται στο τεμάχιο 109 με καφέ χρώμα χαρακτηρίζεται ως καθορισθείσα δίοδος και όχι παραχωρηθείσα. Συνεπακόλουθα δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική, η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Υ.2, ότι η έγγραφη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 109 ήταν σοβαρό κώλυμα στην υιοθέτηση της λύσης Γ- Β (του Τεκμηρίου 1), και πως αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα θα υπάρχουν δύο δρόμοι στην οπίσθια και στην πρόσθια πλευρά του τεμαχίου 109 οπόταν θα δημιουργείτο περισσότερη ζημιά στο κτήμα αυτό. Εν πάσει περιπτώσει και αν ακόμη υπήρχε η έγγραφη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του τεμαχίου 109 και παρόλα αυτά υιοθετείτο η λύση Γ - Β ποια θα ήταν η σκοπιμότητα και ο λόγος, να υπάρχει δρόμος και στο πίσω μέρος του τεμαχίου 109; Προκύπτει όμως από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, και υποστηρίζεται από τα σχεδιαγράμματα επί των τεκμηρίων 8 και 9, ότι οι συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των τεμαχίων 27 - 28 - 21 και 26, είχαν προηγηθεί της επιτόπιας εξέτασης και ότι το γεγονός αυτό ήταν επίσης ένα καθοριστικό στοιχείο για την παροχή της διόδου από τα τεμάχια του εφεσείοντα. Ο Μ.Υ.2, υποστήριξε ότι η διαδρομή Ε - Α (όπως αυτή σημειώνεται στο τεκμήριο 1) είναι υφιστάμενος δρόμος που επηρεάζει την υπόθεση, ο οποίος προέκυψε από απαλλοτρίωση που έγινε στο τεμάχιο 110, για τον οποίο εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος. Την αμφιβολία του όμως, κατά πόσο ο δρόμος αυτός είναι δημόσιος ή ιδιωτικός, ο Μ.Υ.2 την εξέφρασε καθαρά κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και υποστήριξε ότι σε περίπτωση που ο δρόμος είναι ιδιωτικός, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επιπρόσθετη λωρίδα από το τεμάχιο 114 για να επεκταθεί το δημόσιο αδιέξοδο σε 12 πόδια για να γίνει κανονική πρόσβαση. Το πιο πάνω ζήτημα διευκρινίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, όταν διακόπηκε και συνεχίστηκε σε άλλη ημερομηνία, ότι δηλαδή η διαδρομή Ε - Α ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, δεν έχει απαλλοτριωθεί και ότι είναι ιδιωτικός δρόμος μέρος του ακινήτου
- Απορρίπτω τα όσα υποστήριξε περί υψομετρικής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 108 και
- Η μαρτυρία του επί του προκειμένου ήταν αντιφατική, αρχικά υποστήριξε ότι ήταν 3 με 4 μέτρα, μετά είπε ότι ήταν 1 με 1 ½ μέτρο και τελικά παραδέχτηκε ότι δεν την μέτρησε. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι υπήρχε υψομετρική διαφορά στα πιο πάνω τεμάχια η οποία επηρέασε την απόφαση για την μη παροχή διόδου από τα τεμάχια αυτά. Οι θέσεις του υπήρξαν αντιφατικές. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ανήγαγε την υψομετρική διαφορά των τεμαχίων 108 και 109 ως το κύριο εμπόδιο για την μη παροχή διόδου από τα αυτά. Συγκεκριμένα, σε υποβολή που του τέθηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, ότι δεν υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ των τεμαχίων 108 και 109, ανάφερε τα ακόλουθα: «Δική σας εκτίμηση μακάρι να μην υπήρχε υψομετρική διαφορά και ήταν τόσο εύκολο για μας να καθορίσουμε την δίοδο από αυτά τα τεμάχια, παρόλο που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσουμε από το τεμάχιο 108 γιατί είναι επιμήκης λωρίδα και θα είχε αντίκτυπο στην ανάπλαση του κτήματος». Σε άλλη περίπτωση όμως, είπε ότι, η υψομετρική διαφορά δεν ήταν ανυπέρβλητο πρόβλημα και ότι η λύση Β - Γ (επί του τεκμηρίου 1), εγκαταλείφθηκε, γιατί οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 108 και 109 δεν έδιναν την συγκατάθεση τους. Η Μ.Υ.3 Μυρούλλα Σπύρου, ήταν Κτηματολογικός Λειτουργός, και εργάστηκε στο κτηματολόγιο από το έτος 1992 μέχρι το έτος το έτος
- Δεν έχει τεχνικές γνώσεις ενώ παρακολούθησε σεμινάρια στο Κτηματολόγιο το έτος
- Από το 1998 ασχολείτο με επιτόπιες έρευνες. Η μαρτυρία της σε πολλά σημεία δεν διέπετο από πληρότητα και δεν ήταν διαφωτιστική ενώ ως προς το τι έχει καθοριστεί ως δικαίωμα διάβασης κατά την επιτόπια εξέταση που διενήργησε με τον Μ.Υ.2 η μαρτυρία της βρίσκεται επίσης σε αντίθεση με τα επισυναπτόμενα σχεδιαγράμματα των τεκμηρίων 8 και 9 αλλά και με αυτή του Μ.Υ.
- Αποδέχομαι ότι μαζί με τον Μ.Υ.2 διενήργησαν την επιτόπια εξέταση και ότι η ίδια ετοίμασε τα σχεδιαγράμματα που επισυνάπτονται στα Τεκμήρια 8 και
- Το ότι σημαντικό στοιχείο για τον καθορισμό του δικαιώματος διάβασης, όπως δόθηκε ήταν η ύπαρξη του δημοσίου μονοπατιού που κατέληγε σε αδιέξοδο επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της. Το ότι δεν υπήρχε υψομετρική διαφορά στα Τεμάχια 108 και 109, προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Υ.3, η οποία κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης της δεν συμπεριέλαβε το στοιχείο αυτό ως στοιχείο το οποίο λήφθηκε υπόψη ενώ σε ερώτηση του συνηγόρου του εφεσείοντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης αν οι λόγοι που ανέφερε γιατί δεν προτίμησαν τα τεμάχια 108 και 109 και ήταν αυτοί που ανέφερε και κανένας άλλος η μάρτυρας απάντηση «μάλιστα, απ΄ότι θυμάμαι». Δεν αποδέχομαι όμως την γνώμη που εξέφρασε ότι, ενώ ήταν οικιστική περιοχή το τεμάχιο 108 δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί οικιστικά. Εχοντας πιο πάνω αξιολογήσει την μαρτυρία και τα στοιχεία, σύμφωνα με την μαρτυρία την οποία έκανα αποδεκτή, εξακολουθεί να παραμένει προς εξέταση η ορθότητας ή μη της επίδικης απόφασης. Αρχικά όμως θεωρώ επιβεβλημένο να εξετάσω την εισήγηση του αναιτιολόγητου. Ως λόγος έφεσης συμπεριλαμβάνεται στην αίτηση - έφεση 63/2001 Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Χ¨Φεσά
(1970)1 ΑΑΔ 58, ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα (quasi judicial Capacity). Επομένως σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Ιωαννίδου ν. Δίκαιος
(1969)1 CLR 235, Πέτσας ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 84, Παπαγεωργίου ν. Χ¨ Πιέρα
(1981)1 ΑΑΔ 540, Σ. & Γ. Κολοκασίδης ν. Κιμωνή
(1989)1 ΑΑΔ 132 κ.α.) οι αποφάσεις του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένες με τον τρόπο που είναι αιτιολογημένες και οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων στις ποινικές και αστικές υποθέσεις. Η αναγκαιότητα ύπαρξης δέουσας αιτιολογίας υφίσταται και αν η προσβαλλόμενη απόφαση προσεγγίζετο κάτω από το πρίσμα αρχών του Διοικητικού Δικαίου. Με βάση τα κριτήρια που εφαρμόζει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση αποφάσεων διοικητικών οργάνων υπάρχουν περιπτώσεις που μερικοί λόγοι από μόνοι τους ή και σε συνδυασμό μεταξύ τους μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση της απόφασης ένεκα έλλειψης αιτιολογίας ή εσφαλμένης αιτιολογίας (βλ. Πίσσας ν. Δημοκρατίας
(1974)3 ΑΑΔ 476, Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας
(1976)3 ΑΑΔ 363 και Γερασίμου ν. Δημοκρατίας
(1978)3 ΑΑΔ 367) ή ανεπαρκούς έρευνας (βλ. Φυσεντζίδης ν. Δημοκρατίας
(1971)3 ΑΑΔ 80, Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(1972)3 ΑΑΔ 318, Ανθιμου ν. Δημοκρατίας
(1978)3 ΑΑΔ 308, Χ¨ Πασχάλη ν. Δημοκρατίας
(1980)3 ΑΑΔ 101 κ.ά). Στην υπόθεση Παύλου ν. Ελένης Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973, το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση - έφεση των εφεσειόντων γιατί θεωρήθηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν δικαιολογημένη και γιατί οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αποδείξουν την υπόθεση τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε λανθασμένη αυτή τη θεώρηση γιατί από τη στιγμή που η απόφαση ήταν αναιτιολόγητη κανένα βάρος δεν έφεραν οι αιτητές για μαρτυρία. Περαιτέρω από την υποθεση Oristaco v. Δημοκρατίας
(1985)3 CLR 1327 συνάγεται πως η αιτιολογία της επίδικης απόφασης όπως κάθε διοικητικής πράξης, μπορεί να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου της Διοίκησης, αναλογικά εδώ, του Κτηματολογίου. Κρίνω συνεπώς σκόπιμο να παραθέσω το μέρος εκείνο της απόφασης του Διευθυντή το οποίο θεωρώ σημαντικό, ενώ το μέρος που παραλείπω να καταγράψω αφορά την αίτηση, τα μέρη, τα τεμάχια τους, τα χαρακτηριστικά των τεμαχίων, την ημερομηνία της επιτόπιας εξέτασης, τα πρόσωπα που διενήργησαν την επιτόπια εξέταση και τους παρεβρισκόμενους σε αυτή.
- Η κτηματολόγος αφού προέβη στη σχετική επιτόπια έρευνα και αφού μελέτησε όλα τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα, με την βοήθεια του ελεγκτή επιτόπιων ελεγκτή εξετάσεων κ. Ανδρέα Κ. Γεωργίου, καθόρισε τη κατεύθυνση της διόδου, την έκταση του προς χρήση αυτής δικαιώματος του αποκτώντος μέρους καθώς και την καταβλητέα αποζημίωση αφού έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και με σκοπό να προσκληθεί η μικρότερη δυνατή ζημιά, οχληρία και ταλαιπωρία στους ιδιοκτήτες των επηρεαζόμενων ακινήτων κατάληξε στο συμπέρασμα ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες η επιλεγείσα και καθορισθείσα δίοδος ήταν μόνη κατάλληλη και ενδεδειγμένη. Η δίοδος αυτή φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα με στοιχείο «Α» και το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης σε ότι αφορά το κτήμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.93,
- (Στις παρ. 6 - 7 της απόφασης καταγράφεται ως μέθοδος εκτίμησης, η συγκριτική μέθοδος και τα συγκριτικά που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης. Η παρ. 8 της απόφασης τους διευθυντή αναφέρεται στις ειδοποιήσεις που στάληκαν στα ενδιαφερόμενα μέρη). 9.Ο λόγος για τον οποίο ο καθορισμός της διόδου έγινε όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα με στοιχείο Α είναι ότι το μέρος αυτό αποτελεί το καταλληλότερο από το οποίο μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα οι αιτητές και από το οποίο προξενείται η μικρότερη ζημιά και οχληρία στα δουλεύοντα ακίνητα.
- Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω τόσο ο καθορισμός της διόδου όσο και η αποζημίωση που υπολογίστηκε πρέπει να θεωρηθούν δίκαια και λογικά καθ΄ ότι δεν παραβλάπτονται κατά οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της Αιτήτριας - Εφεσείουσας. Το ίδιο περιεχόμενο παρουσιάζουν και οι δύο αιτιολογημένες εκθέσεις (Τεκμήρια 8 και 9) ως προς το αιτιολογικό για τον καθορισμό δικαίωμα διόδου ενώ διαφορά μεταξύ τους παρουσιάζουν μόνο ως προς το ποσό της καταβλητέας αποζημιώσεις. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της απόφασης, κρίνω ότι η απόφαση δεν είναι καθόλου διαφωτιστική, αλλά το κυριότερο, ελλείπει από αυτή παντελώς αιτιολογία, σχετική με τα στοιχεία, τις συνθήκες και τα γεγονότα που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της διόδου. Η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι δεν υπάρχει αντικείμενο προβληματισμού, ίχνος αξιολόγησης ή σύγκρισης σε αυτή βρίσκει έρεισμα. Εξαιρείται από την πιο πάνω διαπίστωση, το μέρος της απόφασης που αφορά την καταβλητέα αποζημίωση, η οποία παρατηρώ και στις δύο περιπτώσεις ότι παρέχουν ικανοποιητικά στοιχεία και ικανοποιητικό βάθρο εξήγησης ως προς τον καθορισμό της ύψους της αποζημίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα όπως τα δέχτηκα σύμφωνα με την μαρτυρία τα οποία και οδήγησαν στην επίδικη απόφαση είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: Στις 28.2.2000 ημερομηνία διεξαγωγής της επιτόπιας εξέτασης ο διευθυντής έκρινε ως κατάλληλα κτήματα για δουλεύοντα κτήματα τα τεμάχια 111 και 114 τα οποία εφάπτονται δημόσιου μονοπατιού (αδιεξόδου). Ο Διευθυντής έχοντας ως δεδομένο τις έγγραφες συγκαταθέσεις των ιδιοκτητών των τεμαχίων 27,28,21 και 26 και την ύπαρξη του δημόσιου μονοπατιού το οποίο εφάπτεται επί των ακινήτων των εφεσείοντα και επίσης την λανθασμένη εντύπωση ότι από απαλλοτρίωση που έγινε στο τεμάχιο 110 δημιουργήθηκε δημόσιος δρόμος (Ε - Α επί του Τεκμηρίου 1), ο οποίος κατέληγε στο δημόσιο μονοπάτι, αποφάσισε το δικαιώματα διάβασης μέσω των τεμαχίων 111 και 114 κατά τρόπο που θα εγίνετο ταυτόχρονη χρησιμοποίηση του δημοσίου μονοπατιού, όπως αυτό σημειώνεται με καφέ χρώμα στα σχεδιαγράμματα των τεκμηρίων 8 και
- Ο Μ.Υ.2 έδωσε με την μαρτυρία του τις εξηγήσεις και τους λόγους που απέκλισε την παροχή δικαιώματος διάβασης μέσω των τεμαχίων 108 και 109 καθώς και άλλων τεμαχίων τα οποία αποτελούσαν τις λύσεις που πρότεινε ο Μ.Ε.
- Παρά το ότι η ύπαρξη αιτιολογίας συναρτάται από το όλο περιεχόμενο που φακέλου (ως εκρίθη στην Odelco, ανωτέρω), η μαρτυρία του Μ.Υ.1, την οποία αποδέχτηκα ως αξιόπιστη, ήταν διαφωτιστική ως προς τα στοιχεία του φακέλου στα οποία στηρίχθηκε και έλαβε υπόψη του για να ετοιμάσει τα Τεκμήρια 8 και 9 που είναι οι αιτιολογημένες εκθέσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι για την ετοιμασία της αιτιολογημένης έκθεσης του Διευθυντή βασίστηκε στην εκτίμηση και στο αιτιολογικό παροχής διόδου τα οποία ετοίμασαν οι υπάλληλοι που διενήργησαν την επιτόπια εξέταση και ότι στον φάκελο υπήρχαν χειρόγραφες σημειώσεις τις οποίες συμπεριέλαβε στην αιτιολογημένη έκθεση. Χαρακτηριστικά είπε «εγώ βασίστηκα στα γραφόμενα των υπαλλήλων, ότι έγραψαν αυτοί έγραψα και εγώ». Καθίσταται εμφανές από τα πιο πάνω, ότι στον φάκελο της υπόθεσης όπου ο Μ.Υ.1 στηρίχθηκε για την ετοιμασία των αιτιολογημένων εκθέσεων δεν υπήρχε οποιοδήποτε αιτιολογικό για την απόφαση που λήφθηκε αλλά ούτε και αιτιολογικό για την απόφαση σε συσχετισμό με την καταλληλότητα ή την ακαταλληλότητα άλλων τεμαχίων, έτσι που να δείχνει, ότι τα όσα οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 υποστήριξαν λήφθηκαν υπόψη είτε ότι προσφέρονται σαν αιτιολογία της απόφασης. Η έκθεση του Διευθυντή η οποία θα πρέπει να αποτυπώνει την αιτιολογία του Διευθυντή κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης και πάλι δεν προσφέρει καμία αιτιολογία. Το σκεπτικό της απόφασης, καταγράφεται πιο πάνω. Κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτή. Ποια είναι τα σχετικά στοιχεία και γεγονότα; οι σχετικοί παράγοντες και οι υφιστάμενες συνθήκες; που έλαβε υπόψη έτσι ώστε η επιλεγείσα και καθορισθείσα δίοδος να θεωρηθεί και η μόνη κατάλληλη και ενδεδειγμένη; και τελικά γιατί το μέρος που υποδείχθηκε ως δίοδος και επηρεάζει τα τεμάχια του εφεσείοντα-αιτητή θεωρήθηκε το καταλληλότερο; κάτι το οποίο προϋποθέτει τουλάχιστον την ύπαρξη σύγκρισης ή αντιπαραβολής με κάτι άλλο Όπως λέχθηκε στην υπόθεση στην υπόθεση Παύλου ν. Ελένης Νεοφύτου (πιο πάνω στις σελ. 978 - 978) «ούτε και θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε αιτιολογία εκ των υστέρων» Ενοψει των ανωτέρω καταλήγω πως λόγω έλλειψης αιτιολογίας η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 23.3.2001, με την οποία παραχωρήθηκε δικαίωμα διόδου από τα τεμάχια 111 και 114 είναι δίκαιο και ορθό να ακυρωθεί και ακυρώνεται. Σε περίπτωση που ήθελε φανεί κατ΄έφεση ότι η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λανθασμένη, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου αυτής, θα προχωρήσω στην εξέταση της ορθότητας ή μη της επίδικης απόφασης. Η κρίση δε αυτή γίνεται λαμβανομένων υπόψη των κατά την επιτόπια εξέταση γεγονότων και παραγόντων. Το παράπονο του εφεσείοντα, ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη του ότι τα τεμάχια 24 και 111 έχουν κηρυχθεί ως διατηρητέα, δεν μπορεί να κριθεί και δεν κρίνεται ως δικαιολογημένο, εφόσον το γεγονός αυτό, δεν υφίστατο και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ήταν υπόψη του ούτε των Κτηματολογικών Λειτουργών ούτε του Διευθυντή, τόσο κατά την επιτόπια εξέταση όσο και κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης και αυτό γιατί η κήρυξη τους ως διατηρητέα έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο. Αποτελεί επίσης παράπονο του εφεσείοντα/αιτητή ότι από το σημείο Α επί του τεκμηρίου 1, όπως αυτό φαίνεται και στα σχεδιαγράμματα των τεκμηρίων 8 και 9, η δίοδος σταματά και δεν υποδείχθηκε από το Κτηματολόγιο από εκεί και κάτω πιο δρόμο θα χρησιμοποιούν οι εφεσίβλητοι για να έχουν πρόσβαση στον δημόσιο δρόμο. Βρίσκω το πιο πάνω παράπονο του εφεσείοντα δικαιολογημένο. Στο επισυνημμένο σχέδιο της αιτιολογημένης απόφασης του διευθυντή, δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, η συνέχεια του δημόσιου μονοπατιού για να δοθεί πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο, αφού το σημείο εκεί παραμένει ως έχει, με εμφανές και σημαντικό στένωμα. Ενώ από το Κτηματολόγιο λήφθηκε υπόψη, ο ιδιωτικός δρόμος ( Α - Ε επί του τεκμηρίου 1) τον οποίο αιτητής έχει κατασκευάσει στο τεμάχιο του με αριθμό 110, τον οποίο ως διαφάνηκε το Κτηματολόγιο θεώρησε δημόσιο δρόμο, πάνω στον οποίο έδιδε την πρόσβαση. Η πιο πάνω λανθασμένη εντύπωση ως προς την ιδιότητα του δρόμου δεν αναιρεί το πιο ουσιώδης, ότι δηλαδή αυτή (η ιδιότητα του) επηρέασε την ίδια την υπόθεση κατά την εξέταση της, καθώς και τον καθορισμό του ίδιου του δικαιώματος διάβασης. Όπως είπε και ο Μ.Υ.2 ο δρόμος αυτός επηρέασε την υπόθεση. Συνεπώς ο Διευθυντής κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διάβασης δεν έλαβε υπόψη ότι ο δρόμος, (διαδρομή Α - Ε επί του τεκμηρίου 1) είναι ένας ιδιωτικός δρόμος. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση, ως είσοδο στον κύριο δρόμο, και παράλληλα έξοδο προς αυτόν, ο Μ.Υ.2 υπόδειξε την διαδρομή Δ - Α επί του Τεκμηρίου 1, λέγοντας όμως ότι αυτή, δεν παρέχει κανονική πρόσβαση σε αυτόν και θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί επιπρόσθετη λωρίδα από το τεμάχιο 114 για να επεκταθεί το δημόσιο αδιέξοδο σε 12 πόδια έτσι ώστε για να καταστεί κανονική πρόσβαση. Το πιο πάνω σκεπτικό και η λύση που πρότεινε ο Μ.Υ.2 δεν αναιρεί οτιδήποτε σε σχέση με την απόφαση που ήδη έχει ληφθεί και η λογική αυτή ότι δηλαδή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επιπρόσθετη λωρίδα από το τεμάχιο 114 για να επεκταθεί το δημόσιο αδιέξοδο σε 12 πόδια για να γίνει κανονική πρόσβαση δεν δύναται να δικαιολογήσει οτιδήποτε σε αυτό το στάδιο. Όλα τα πιο πάνω καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου με τον καθορισμό της διόδου τον οποίο προέβηκε, τελικά δεν έδωσε πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο στα τεμάχια των εφεσίβλητων ως ήταν και η αίτηση τους και η οποιαδήποτε εκ των υστέρων λύση ή δικαιολογία δεν μπορεί να προστεθεί στην απόφαση του. Περαιτέρω σύμφωνα με την νομολογία κριτήριο αλλά και τον Καν, 6
(2)είναι η παραχώρηση διόδου να προκαλεί τη μικρότερη δυνατή ζημιά, οχληρία ή ταλαιπωρία στο δουλεύον ακίνητο. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η εξέταση όλων των παραγόντων και στοιχείων των σχετικών προς αυτή τη κατεύθυνση (Peyiotis πιο πάνω). Εξάλλου όπως τονίστηκε στην υπόθεση Αθανάση ν. Χ¨Μάμα (πιο πάνω) πρέπει να διασαφηνισθεί ότι ο Κανονισμός 6
(2)δεν επιβάλλει υποχρέωση για την διερεύνηση κάθε πιθανής διαζευκτικής λύσης προς εκείνη την οποία προτείνει ο ιδιοκτήτης του δεσπόζοντος κτήματος. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο διευθυντή να επεκτείνει την έρευνα, με τον τρόπο που καθορίζεται, εάν κρίνει ότι προσφέρεται και άλλη πρόσβαση σε δημόσιο για τον καθορισμό δικαιώματος διαβάσεως. Στον προκαταρτικό αυτό στάδιο η εξουσία του διευθυντή περιορίζεται στον εντοπισμό και άλλης πιθανής διόδου και όχι στον παραλληλισμό της επάχθειας που μπορεί να προκύψει στους ιδιοκτήτες του κτήματος που μπορεί να επιλέξει τελικά για τη χάραξη της διόδου σε σύγκριση με άλλες διαζευκτικές λύσεις. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Jadjiphesa (σελ. 64) οποιαδήποτε απόφαση του διευθυντή για την εξέταση και άλλων πιθανών λύσεων έχει καθαρά προκαταρτικό χαρακτήρα και δεν προδικάζει την καταλληλότητα τους. Το στοιχείο της συγκριτικής δυσμένειας αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στο στάδιο της τελικής επιλογής της διόδου εάν και εφόσον επεκταθεί η έρευνα και σε άλλες διαζευκτικές λύσεις από εκείνη η οποία προτείνεται από τον ιδιοκτήτη του δεσπόζοντος κτήματος.» Στην υπόθεση Παύλου ν. Ελένης Νεοφύτου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: Οι αρχές που πρέπει να καθοδηγούν το δικαστήριο όταν εξετάζει αίτηση-έφεση από απόφαση του Διευθυντή κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ, 224, διατυπώνονται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R., 619 και ορθά αναφέρθηκαν στην πρωτόδική απόφαση. Στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Διευθυντής μετά της διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας καθορίζει την κατεύθυνση και την έκταση της διόδου αφού λάβει υπ΄όψιν όλους τους σχετικούς παράγοντες. Στην περίπτωση δεν που υπάρχουν περισσότερα από ένα κτήματα που δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλα, ο Διευθυντής έχει την εξουσία να κάμει εκλογή και ν΄ αποφασίσει το κτήμα πάνω στο οποίο θα δοθεί το δικαίωμα διόδου λαμβάνοντας υπ΄όψιν την δημιουργία της ελάχιστης δυνατής ζημιάς, οχληρίας και ταλαιπωρίας. Ο Διευθυντής αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο αναθεωρώντας την απόφαση του Διευθυντή ακολουθεί τις αρχές πάνω στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο εις τη διοικητική του δικαιοδοσία κάνει δικαστικό έλεγχο πάνω σε διοικητικές πράξεις. Η μόνη διαφορά είναι ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο αποφασίζοντας μιαν έφεση κάτω από το άρθρο 80 του Κεφ. 224 έχει την εξουσία να υποκαταστήσει την δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή σε αντίθεση με την εξουσία που έχει το Δικαστήριο σε περίπτωση προσφυγής κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, όπου το Διοικητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Όμως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα υποκαταστήσει εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή εκτός εάν υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι να αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι να συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία του Διευθυντή είναι πράγματι ευρεία εξουσία σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς ιδιαίτερα γιατί είναι πρόσωπο περισσότερο ικανό σαν ειδικός να αποφασίσει την κατεύθυνση και την έκταση του δικαιώματος διόδου και το Δικαστήριο στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Peyiotis and Another v. Polemidis
(1982)1 C.L.R.
- Έχοντας υπόψη την προκαθορισμένη θέση του Κτηματολογίου, να δοθεί δίοδος από το σημείο το οποίο ήταν το δημόσιο αδιέξοδο έτσι που να γίνει χρήση και εκμετάλλευση αυτού αλλά και την ύπαρξη των συγκαταθέσεων των ιδιοκτητών των τεμαχίων 27,28,21 και 26 δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει διεξαχθεί η απαιτούμενη έρευνα σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς και ότι η επίδικη δίοδος ήταν η μόνη κατάλληλη. Η επιλεγείσα δίοδος, με βάση την μαρτυρία που δέχτηκα δεν είναι ομαλή εφόσον παρουσιάζει υψομετρική διαφορά, καταλήγει σε σημείο που δημιουργεί στροφή 90 μοιρών, διέρχεται δια μέσου οικοδομών, ενώ για την κατασκευή της θα πρέπει να κατεδαφιστεί μέρος της οικοδομής που βρίσκεται εντός του τεμαχίου 111 και για να στηθεί ο δρόμος είτε θα πρέπει να γίνει είτε τοίχος αντιστήριξης ύψος 2.80 μέτρων, είτε θα πρέπει να γίνουν επιχωματώσεις και να χρησιμοποιηθούν πρανή τα οποία θα καταλάβουν μέρος του τεμαχίου 111 αλλά και του τεμαχίου 24 και τελικά δεν θα δώσει πρόσβαση σε δημόσιο εφόσον η διαδρομή Α - Ε επί του τεκμηρίου 1 είναι ιδιωτικό δρόμος. Από την μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε.2 καταδεικνύεται ότι η καλύτερη δίοδος ήταν επί του συνόρου των τεμαχίων 108 και 109 (Γ - Β επί του τεκμηρίου 1), επί των οποίων δεν υπήρχε οποιαδήποτε οικοδομή. Η ακόμη και εξ΄ολοκλήρου από το τεμάχιο 109 του οποίου η έκταση ήταν μεγάλη (1524 τ.μ.). Η εκ των δικαιολογία που δόθηκε για την απόκλιση της παροχής διόδου από τα πιο πάνω τεμάχια, όπως φάνηκε έγινε λόγω της μη ύπαρξης συγκατάθεσης από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 108 και επίσης λόγω του μεγέθους και του σχήματος του τεμαχίου 108, έτσι που δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί οικιστικά. Το τελευταίο φυσικά δεν μπορεί να ισχύσει, καθότι όπως έχει λεχθεί, η παραχωρηθείσα έκταση δεν αφαιρείται από το εμβαδόν του κτήματος ούτε προσδίδει ιδιοκτησιακό δικαίωμα στο δεσπόζον ακίνητο. Εκείνο που παραχωρείται είναι «δικαίωμα διαβάσεως», και γι΄αυτό το λόγο δεν επηρεάζεται, ούτε αλλοιώνεται ο συντελεστής δόμησης. Περαιτέρω έχοντας υπόψη το μέγεθος του τεμαχίων 108 η οποία ήταν περίπου 430 τ.μ. και το μέγεθος του τεμαχίου 111 η οποία ήταν περίπου 107 τ.μ, φαίνεται συγκριτικά, εφόσον και τα δύο τεμάχια έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ότι αυτό που επηρεάζεται περισσότερο ως προς το μέγεθος είναι το τεμάχιο
- Για όλους του πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη και λανθασμένα ο Διευθυντής άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Τέλος αναφορικά με το ζήτημα της υπολογισθείσας αποζημιώσεις, θα πρέπει να αναφέρω ότι ως 5ος λόγος έφεσης στην αίτηση 63/2001 και ως Β λόγος στην αίτηση 64/2001, προβάλλεται η ανεπάρκεια της. Ο αιτητής κατά την αντεξέταση του, σε σχετική υποβολή της συνηγόρου των εφεσίβλητων ότι η αποζημίωση είναι δίκαιη και εύλογη, διαφώνησε, δεν προσκόμισε όμως καμιά μαρτυρία για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό αυτό και τους σχετικούς λόγους έφεσης. Συνεπώς, παρά την πιο πάνω θέση του εφεσείοντα, θεωρώ ότι οι σχετικοί λόγοι έχουν εγκαταλειφθεί. Συνεπακόλουθα η επίδικη απόφαση του διευθυντή, ακυρώνεται για τους όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγήσει. Ο Διευθυντής να επανεξετάσει την αίτηση των εφεσίβλητων/καθών η αίτηση και προς τούτο διατάσσεται νέα επιτόπια εξέταση δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχει το άρθρο 11 και οι Κανονισμοί του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας νόμου. Η ημερομηνία και ώρα της επιτόπιας εξέτασης να οριστεί από το Κτηματολόγιο και να ενημερωθούν σχετικά οι ενδιαφερόμενοι. Τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα/αιτητή και εναντίον των εφεσίβλητων/καθ΄ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο