← Κύπρος

C Constantinou Decorators Limited ν. Y Liasides Estates Limited, Αρ.Aγ. 2302/2007, 25.9.2007

C Constantinou Decorators Limited ν. Y Liasides Estates Limited, Αρ.Aγ. 2302/2007, 25.9.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ.Κουνίδου Ε.Δ Αρ.Aγ. 2302/2007 Μεταξύ: C. Constantinou Decorators Limited, από την Πάφο Εναγόντων Και Y. Liasides Estates Limited, από την Πάφο Εναγομένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.9.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες -αιτητές: κος Χ. Καλογήρου (για να ακούσει απόφαση κ. Μίτλεττον) Για τους εναγόμενους - καθ΄ων η αίτηση: κα Λ. Θεοφάνους (για να ακούσει απόφαση κ. Σιμιλλίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση Οι ενάγοντες, πέτυχαν στις 12.6.2007 με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 8.6.2007, την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο οι εναγόμενοι εμποδίζονται από το να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το 1/10 ακίνητης περιουσίας, ήτοι χωραφιού με αριθμό εγγραφής 0/47603 του Φ/Σχ 45/09 με αριθμό τεμαχίου 1542, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Βρυσούδικια στο χωρίο Πέγεια της Επαρχίας Πάφου μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. Η αίτηση επί τη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4

(1),5,7,9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1,2,3 και
  1. Σύμφωνα με την αρχική ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων Κώστα Κωνσταντίνου, που συνοδεύει την αίτηση, η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 39,978,07 σεντ ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή καταστάσεων λογαριασμών και/ή εύλογης αμοιβής για διάφορες εργασίες και/ή υπηρεσίες των εναγόντων εκτελεσθείσες και/ή προσφερθείσες στους εναγόμενους και/ή κατ΄εντολήν και/ή προς όφελος και/ή για λογαριασμό των εναγομένων και/ή άλλως πως και/ή δυνάμει σύμβασης και/ή συμφωνίας των διαδίκων κατά ή περί τα έτη 2006 - 2007 στην Πάφο και/ή άλλως πως. Υποστηρίζει με την ένορκη του δήλωση ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι οι ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση και ότι δικαιούνται θεραπείες εναντίον των εναγομένων. Όπως πληροφορείται οι εναγόμενοι αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, οι επιχειρήσεις τους πλέον ουσιαστικά υπολειτουργούν συνεπεία οικονομικών προβλημάτων τους, στα γραφεία του δεν ανευρίσκεται κανείς και ότι προτίθενται να πωλήσουν το τεμάχιο γης το οποίο ζητείται να δεσμευτεί με σκοπό να λύσουν τις άμεσες οικονομικές ανάγκες τους, το οποίο αποτελεί την μοναδική ακίνητη περιουσία των εναγομένων οι οποίοι δεν διαθέτουν άλλοι κινητή ή ακίνητη περιουσία. Πιστεύει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι ενάγοντες θα είναι δύσκολο ή και εντελώς αδύνατο να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους. Ορκίζεται ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου είναι περίπου Λ.Κ.400.000.- Με την συμπληρωματική ένορκη του δήλωση αναφέρεται σε πληροφορίες που έλαβε τις τελευταίες 10 ημέρες ως προς την κακή οικονομική κατάσταση των εναγομένων από πρώην εργοδοτούμενους τους. Οι εναγόμενοι συνεπεία των οικονομικών τους προβλημάτων το τελευταίο δεκαπενθήμερο έχουν απολύσει τους εργοδοτούμενους τους και τα γραφεία της εταιρείας είναι κλειστά. Επίσης ότι από τους ίδιους πρώην εργοδοτούμενους έχει μάθει ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν τον τεμάχιο γης που διαθέτουν για να βγουν από το οικονομικό αδιέξοδα στο οποίο βρίσκονται. Περαιτέρω την περασμένη βδομάδα οι εναγόμενοι μέσω τρίτου ατόμου του διεμήνυσαν ότι προτίθενται να πωλήσουν το τεμάχιο γης με σκοπό να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Η πληροφόρηση αυτή δόθηκε, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, προς αυτόν με σκοπό να πεισθεί ότι οι εναγόμενοι προσβλέπουν να εισπράξουν χρήματα και ότι θα εξοφλήσουν την οφειλή τους προς τους ενάγοντες. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο από το Δικαστήριο για να επιδοθεί στους εναγόμενους ώστε να έχουν την ευκαιρία να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να το αμφισβητήσουν, πράγμα το οποίο οι εναγόμενοι έκαναν και προς τούτο καταχώρησαν ένσταση. Η ένσταση Οι εναγόμενοι στην γραπτή ένσταση τους για διατήρηση του διατάγματος, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους προβάλουν ως λόγους ένστασης τους ακόλουθους:
  2. Τα γεγονότα τα οποία επικαλέστηκαν οι ενάγοντες δεν στοιχειοθετούν όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση και/ή συνέχιση να ισχύει το αιτούμενο και/ή εκδοθέν διάταγμα.
  3. Οι ενάγοντες δεν έχουν δείξει ότι έχουν βάσιμη αξίωση και/ή δεν έχουν βάσιμη αξίωση εναντίον των εναγόντων.
  4. Η ένορκη δήλωση των αιτητών πάσχει καθ΄ ότι ο ενόρκως δηλών παρέλειψε να αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του.
  5. Οι ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόντων.
  6. Η αίτηση είναι κακόπιστη ο δε ενόρκως δηλών στην αίτηση των αιτητών σκόπιμα παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα και γενικά δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια
  7. Οι ενάγοντες δεν προβάλουν οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με αίτηση χωρίς ειδοποίηση και/ή οι ενάγοντες δεν δικαιολόγησαν την καθυστέρηση.
  8. Δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και/ή να συνεχίσει να ισχύει.
  9. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή την συνέχιση του εκδοθέντος να ισχύει διατάγματος.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4-9 του Κεφ.
  11. Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν δια τη οπισθογραφήσεως της αγωγής ή άλλως πως γεγονότα που να του νομιμοποιούν στην έκδοση του διατάγματος και συνέχιση αυτού να ισχύει.
  12. Οι αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν την αξία του ακίνητου και/ή της περιουσίας που δέσμευσαν καθώς και τις επιβαρύνσεις που έχει αυτή και τα αληθή γεγονότα που συνιστούσαν τις διαφορές των διαδίκων και/ή των αξιωματούχων τους.
  13. Ο αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα ικανά για να διαμορφώσει το Δικαστήριο γνώμη για την διαφορά των διαδίκων.
  14. Η αίτηση των αιτητών στηρίζεται σε μη επαρκή γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  15. Οι αιτητές λόγω εγγράφων και/ή καθυστέρησης και/ή λόγω των πράξεων και ενεργειών του δεν δικαιούνται και/ή κωλύονται να προσφύγουν στο Δικαστήριο και/ή δεν δικαιούνται το αιτούμενο διάταγμα και/ή εκδοθέν διαταγμα.
  16. Οι αιτητές δεν δικαιούνται στη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κα/ή στην συνέχιση ισχύος αυτού.
  17. Τα ισχυριζόμενα από τους αιτητές γεγονότα δεν δικαιολογούν την υπό του Δικαστηρίου έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή συνέχιση ισχύος αυτού.
  18. Το εκδοθέν διάταγμα επηρεάζει τρίτα πρόσωπα και/ή θα οδηγήσει την εναγόμενη σε καταστροφή και θα ζημιωθούν τρίτα πρόσωπα. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, διευθυντής των εναγομένων αρνείται με την ένορκη δήλωση του, όλους του ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση όσο και αυτούς της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 12.6.2007 Προβάλλει ως αληθή γεγονότα, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: Ασχολείται με την ανάπτυξη γης και με αγοραπωλησίες ακινήτων και προς τούτου σύστησε διάφορες εταιρείες μέσω των οποίων ασκούσε τις εργασίες του. Είναι διευθυντής των εναγομένων και των εταιρειών Υ. Liasides Developers Ltd και την Υ. Liasides Construstions Ltd και Hra Construstions Ltd. Αρχικός μέτοχος των εταιρειών ήταν ο ίδιος ενώ ακολούθως περί τον Νοέμβριο 2006 μεταβίβασε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών στην σύζυγο του η οποία μέχρι τον Μάιο του 2007, όπου και τερματίστηκε η εργασία της, εργαζόταν Υ. Liasides Developers Ltd και ήταν υπεύθυνη λογιστηρίου. Ο Κώστας Κωνσταντίνου διετέλεσε συνεργάτης και φίλος της οικογένειας του και εκτελούσε διάφορες εργασίες στα έργα που εκτελούσαν οι εταιρείες του και πληρωνόταν. Ο Κώστας γνώριζε τόσο τα έργα που εκτελούσαν οι εταιρείες τους, την αξία τους, ποιες πωλήσεις είχαν διενεργήσει, πόσα σπίτια υπήρχαν σε κάθε έργο τελειωμένα, πόσα ημιτελή και πόσα ακόμη δεν είχαν πωληθεί και ποια περιουσία είχε κάθε μια από τις εταιρείες τους. Ο Κώστας Κωνσταντίνου αγόρασε υπό ανέγερση σπίτι σε συγκρότημα που θα ανέγειρε η Y.LIASIDES DEVELOPERS LTD. Οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτρια μόνο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 47603, τεμάχιο 1542 στο οποίο έχει εκπονήσει σχέδια για την ανέγερση 31 επαύλεων εκ των οποίων οι 7 έχουν αποπερατωθεί και πωληθεί και τα έγγραφα έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Επιπλέον πωλήθηκαν άλλα 8 σπίτια και οι πελάτες πλήρωσαν Λ.Κ.400.000.- έναντι του τιμήματος. Το ακίνητο επιπλέον είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Alpha bank Ltd. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης του Ι. Πολυβίου η αξία των επαύλεων που έχουν ήδη ανεγερθεί και ο ανεξάντλητος συντελεστής δόμησης είναι Λ.Κ.3,320,00.- Η εν διαστάσει σύζυγος του εξέδωσε, χωρίς οδηγίες του, από την Y.LIASIDES DEVELOPERS LTD, στο όνομα των εναγόντων για τις δήθεν οφειλές των διαφόρων εταιρειών, 31 επιταγές συνολικού ποσού Λ.Κ.140,700.00.- και 1 επιταγή ημερομηνίας 8.11.2006 από την εταιρεία Y.LIASIDES CONSTRUCTIONS LTD ποσού Λ.Κ. 9,000.- Οι ενάγοντες απαιτούν την πληρωμή των πιο πάνω επιταγών οι οποίες ισχυρίζονται ότι εκδόθηκαν για την πληρωμή τιμολογίων οφειλόμενων από τις εταιρείες του. Ο Κ.Κωνσταντίνου, αφού συγκρούστηκαν έντονα, για προσωπικούς λόγους, υπέβαλε παράπονο στις 17.5.2007 στην αστυνομία και έδωσε καταθέσεις. Για τις επιταγές καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση με κατηγορούμενους τον ίδιο και την εν διαστάσει σύζυγο του στην οποία δεν παραδέχτηκαν ενοχή. Εκτός της παρούσας αγωγής κινήθηκαν και οι αγωγές 2303/2007 εναντίον της Y.LIASIDES CONSTRUCTIONS LTD και 2304/2007 εναντίον της HRA CONSTRUCTIONS LTD Επικαλείται περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσε ο Κ. Κωνσταντίνου στην αστυνομία (βλ. παρ. vii, viii της ένορκης δήλωσης του) και ισχυρίζεται ότι κωλύονται οι ενάγοντες δια διαγωγής και εγγράφων από το να εγείρουν εναντίον του οποιαδήποτε αξίωση, αγωγή. Νομική πτυχή Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ.
  19. Δεν θεωρώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6, το οποίο περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης, εξυπηρετεί ουσιαστικά τους σκοπούς των εναγόντων - αιτητών, εφόσον η αγωγή τους είναι για χρέος και το ακίνητο το οποίο αναφέρεται στην αίτηση, δεν συνιστά αντικείμενο της αγωγής. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6, είναι θεμελιωμένο ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, έχει διακριτική εξουσία καθ΄οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει (μεταξύ άλλων) τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκές για να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδίδεται, εκτός αν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι με την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να πετύχει την ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου που τυχόν να εκδοθεί προς όφελος του. Στην υπόθεση C.Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποια «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 785, παρατηρήθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή θα πρέπει να καταδειχθεί δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και την εφαρμογή του. Το προαναφερόμενο άρθρο δίδει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες και πλατιά διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα στις υποθέσεις όπου φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις:` α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο (βλ. σχετικές υποθέσεις Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v Rossis
(1976)1 AAΔ 38, Κωνσταντινίδης v Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 ΑΑΔ 585, M. & Μ. Transprort v Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 ΑΑΔ 608, Hadjikyriakos Co Ltd v United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v Moticia
(1987)1 AAΔ 303, KOT v Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ¨Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων V Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 ΑΑΔ 1040, Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)AAΔ.788, Demades Overseas Ltd v Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 θα πρέπει να ικανοποιούνται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5, εφόσον το άρθρο 32 έχει ευρύτερη εφαρμογή (βλ.Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α (πιο πάνω)). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, έχει υποδειχθεί, ότι το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Θεωρώ όμως ότι είναι επιτρεπτό να προβώ σε διάφορες παρατηρήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48. θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκω ότι με βάση την έκθεση απαίτησης των εναγόντων αποκαλύπτεται τουλάχιστον συζητήσιμη υπόθεση. Από την έκθεση απαίτησης των εναγόντων αλλά και από την ένορκη δήλωση των καθ΄ων η αίτηση (βλ. παρ. ii της ένορκης δήλωσης του Λιασίδη), φαίνεται ότι υπάρχουν ζητήματα προς εκδίκαση, τα οποία αναφύονται μέσα από την συμφωνία των διαδίκων για εκτέλεση διαφόρων εργασιών εις τα έργα που εκτελούσαν οι ενάγοντες στις εταιρείες του Γ. Λιασίδη συμπεριλαμβανομένης και αυτής των εναγομένων. Για να μπορέσει να αποφασιστεί το ζητήματα που ήγειρε η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση στον 4ο λόγο της ένστασης και υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση του ο Γ. Λιασίδης (βλ. παρ. Viii της ένορκής του δήλωσης) το Δικαστήριο στην ουσία θα είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην εξέταση τέτοιων θεμάτων που θα ήταν καλύτερα να αναμένουν την ακρόαση της αγωγής. Η ακριβής φύση της σχέσης των εναγόντων και των εναγομένων δεν είναι του παρόντος να αναζητηθεί και θα προσδιοριστεί στο τελικό στάδιο της δίκης. Εγείρεται επίσης για εξέταση η ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» εφόσον αποτελεί προϋπόθεση του άρθρου 5 του Ν.14/60, της οποίας την ύπαρξη αμφισβητεί η πλευρά των εναγομένων. Στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 ΑΑΔ 253, λέχθηκαν τα εξής: « Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Πιθανότητα επιτυχίας Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την δεύτερη προυπόθεση, η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (ανωτέρω), περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς, στην προκειμένη περίπτωση η αδυναμία της μαρτυρίας των εναγόντων για υποστήριξη της δυναμικής της υπόθεσης τους είναι εμφανής. Στην υπό κρίση περίπτωση οι ενάγοντες περιορίστηκαν με την ένορκη δήλωση που στήριξαν την αίτηση τους στην απλή παράθεση διαζευκτικών ισχυρισμών, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που περιγράφουν την αξίωση τους και στην έκθεση απαίτησης τους, πρόκειται ουσιαστικά για απλή αντιγραφή της έκθεσης απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Κωνσταντίνου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια. Η κατά τον πιο πάνω τρόπο υποστήριξη της αξίωσης τους, και παράλληλα της αίτησης τους, η γενικότητα δηλαδή που χαρακτηρίζει την παρ. 3 της ένορκης δήλωσης, χωρίς την παρουσίαση γραπτών στοιχείων (τιμολόγια, καταστάσεων λογαριασμών, σύμβαση) τα οποία να σημειωθεί επικαλείται μεταξύ άλλων ο ενόρκως δηλών, δεν θεωρώ ότι είναι στοιχεία ικανά προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης. Από την άλλη πλευρά ο ενόρκως δηλών στην ένσταση απορρίπτει του ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Κώστα Κωνσταντίνου. Παραδέχεται όμως ότι ο Κώστας Κωνσταντίνου ιδιοκτήτης της ενάγουσας εταιρείας εκτελούσε διάφορες εργασίες εις τα έργα που εκτελούσαν οι εταιρείες τους και υποστηρίζει ότι πληρωνόταν. Ο Γ. Λιασίδης δεν αναγνωρίζει όμως με την ένορκη δήλωση του οφειλή των εναγομένων προς τους ενάγοντες ούτε και το ύψος αυτής, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει μέσα από την ένορκη του δήλωση του. Αρκετά από τα όσα προβάλλει στην ένορκη του δήλωση αποτελούν τους ισχυρισμούς του ιδίου του Κώστα Κωνσταντίνου που περιέχονται στις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία αναφορικά με τις επιταγές που εκδόθηκαν από την εταιρεία Υ. Liasides Developers Ltd και την Υ. Liasides Construstions Ltd , γεγονότα τα οποία ούτε επικαλέστηκε αλλά ούτε και υιοθέτησε o Κωνσταντίνου προς υποστήριξη της αίτησης του. Ότι εκδόθηκαν επιταγές ύψους Λ.Κ. 140700.00 από τις δύο πιο πάνω εταιρείες προς όφελος της ενάγουσας εταιρείας είναι γεγονός και προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του Λιασίδη, επίσης γεγονός είναι ότι οι πιο πάνω επιταγές δεν πληρώθηκαν, δεν προκύπτει όμως μέσα από την ένορκη δήλωση του Γ. Λιασίδη ότι οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν την αξίωση των εναγόντων την οποία ο ενόρκως δηλών στην ένσταση την αποκαλεί (στην παράγραφο iv) «δήθεν», γεγονός το οποίο θα μπορούσε σε αντίθετη περίπτωση να καταδείκνυε προς όφελος των εναγόντων, την ορατή δυνατότητα επιτυχίας της υπόθεσης τους. Θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αρνείται τους βασικούς ισχυρισμούς των εναγόντων και ότι οι ενάγοντες που είχαν το βάρος απόδειξης δεν έκαναν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που τους παρέχει η Δ.48 θ.4. Συνεπακόλουθα οι αιτητές εφόσον δεν έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου κανένα υλικό, πέραν της ένορκης δήλωσης, η οποία και αμφισβητείται, δεν μπορεί να πιθανολογηθεί από το Δικαστήριο ότι θα πετύχει η αξίωση τους. Καταλήγω έτσι ότι οι ενάγοντες, με την ένορκη τους δήλωση, δεν έχουν καταδείξει ορατή δυνατότητα επιτυχίας και δεν έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας πλέον σε θεωρητικό επίπεδο την τήρηση της τρίτη προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 ΑΑΔ (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 396). Συνεπακόλουθα ως προς την τήρηση αυτής της προυπόθεσης θα πρέπει το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο μπορεί οι ενάγοντες θα παρεμποδιστούν στο να πετύχουν ικανοποίηση της απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Την τρίτη προϋπόθεση οι ενάγοντες προσπάθησαν να ικανοποιήσουν με την παρ. 4 (β) της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση τους καθώς και με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Κώστα Κωνσταντίνου ημερομηνίας 12.6.2007. Το Ανώτατο στην υπόθεση Phasarias (πιο πάνω) παρατήρησε ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην υπόθεση Χριστάκης Σάββα v. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) 2081, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα, εκτός από μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση πρόβαινε σε ενέργειες για να πωλήσει το ακίνητο, υπήρχε και μαρτυρία ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν είχε καμία άλλη περιουσία. Ενώπιον μου υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός ότι το ακίνητο του οποίου η δέσμευση ζητείται, είναι η μοναδική ακίνητη περιουσία των εναγομένων, γεγονός το οποίο γίνεται παραδεκτό από τον ενόρκως δηλών στην ένσταση, επίσης ενώπιον μου υπάρχει μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι δεν ούτε κινητή περιουσία, και επίσης υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία (βλ. Τηλεμάχου (πιο πάνω)) ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν το ακίνητο προς αντιμετώπιση των οικονομικών τους δυσκολιών. Επομένως με βάση πιο πάνω τα στοιχεία κρίνω ότι πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Εφόσον κατά την κρίση μου οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι πληρούνται σωρευτικά και οι τρεις πιο πάνω προυποθέσεις, δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Περαιτέρω όμως και αν ακόμη έβρισκα ότι ικανοποιούντο όλες προυποθέσεις, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ των εναγόντων, και για ένα άλλο λόγο, καθότι θεωρώ ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο αντικειμενικά ουσιώδεις γεγονότα, τα οποία θα έπρεπε κατά την κρίση μου να είχαν αποκαλύψει, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια ορθά και δίκαια. Από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση προβάλλεται η θέση ότι υπήρξε απόκρυψη γεγονότων και ότι το εκδοθέν διάταγμα για τον λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί, οι ενάγοντες αιτητές υπέβαλαν ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων και τα όσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρονται είναι άσχετα με την παρούσα υπόθεση υπαλλακτικά ισχυρίστηκαν ότι αν δεν δηλώθηκαν ορισμένα γεγονότα αυτά δεν ήταν ουσιώδη ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε ακύρωση του διατάγματος. Εχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 ΑΑΔ 1669) Το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων, εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και η έκταση της υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις, αναλύεται στην υπόθεση Σάββα (πιο πάνω). Το κρίσιμο στοιχείο που συνιστά και το κριτήριο, είναι η εξ αντικειμένου επιμέτρηση της σημασίας του γεγονότος που δεν έχει αποκαλυφθεί. Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245). Εκεί που φαίνεται ότι υπάρχει κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Ως σημαντικά γεγονότα τα οποία απεκρύβησαν από τους ενάγοντες - αιτητές σύμφωνα με την κα Θεοφάνους είναι: Οι πραγματικές σχέσεις των εταιρειών (των εναγομένων ενάγουσας με τις εταιρείες του Λιασίδη) Η αξία της περιουσίας και τα βάρη της. Παρέλειψαν να πουν στο δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι είναι εταιρεία ανάπτυξης γης και Ότι μέσα στο τεμάχιο υπήρχαν σπίτια πουλημένα και κάποια ήταν τελειωμένα. Παράλειψη του ενόρκως δηλούντα να πει στο δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι είναι εταιρεία ανάπτυξης γης: Αβάσιμο θεωρώ τον ισχυρισμό ότι παρέλειψε ο ενόρκως δηλών να πει στο δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι είναι εταιρεία ανάπτυξης γης καθότι στην παρ. 2 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 8.6.2007 που συνοδεύει την αίτηση ο ενόρκως δηλών συμφωνεί και υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όπου στην παράγραφο 2 (της έκθεσης απαίτησης) γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων και στην φύση των εργασιών των εναγόμενων. Μη αποκάλυψη των πραγματικών σχέσεων των δύο εταιρειών με τις εταιρείες του Λιασίδη. Καθίσταται εμφανές από το σύνολο των γεγονότων και δηλώσεων ότι μεταξύ εναγόντων και εναγομένων αλλά και άλλων εταιρειών του Λιασίδη (ενόρκως δηλούντα στην ένσταση) υπήρχε συνεργασία για σημαντικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρξε καμία αναφορά από μέρους του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, ούτε για το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους με εναγόμενους, ούτε για τους τρόπους πληρωμής των εναγόντων, και τις σχετικές με τις πληρωμές διευθετήσεις, ούτε για την ύπαρξη επιταγών οι οποίες και ανακλήθηκαν, ούτε για τα παράπονα του στην αστυνομία, τους για ισχυρισμούς του ότι από ανέκαθεν αντιμετώπιζαν προβλήματα με τους εναγόμενους ως προς την πληρωμή τους, ούτε για τα οικονομικά προβλήματα τα οποία οι εναγόμενοι αντιμετώπιζαν τα οποία φαίνεται να ήταν εις γνώση του μέσα από αυτά που αναφέρει στις καταθέσεις του στην Αστυνομία. Στην υπό κρίση περίπτωση η μη αποκάλυψη των πιο πάνω αλλά και της καταγγελίας που έγινε στην αστυνομία αναφορικά με τις επιταγές που εκδόθηκαν και ανακλήθηκαν, όχι όμως από την ενάγουσα αλλά από άλλη εταιρεία του Λιασίδη για κατ΄ ισχυρισμό πληρωμή των τιμολογίων που αφορούν και την ενάγουσα εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε καλόπιστη ούτε ότι έγινε λόγω άγνοιας του γεγονότος. Αποκρύφτηκαν τα πιο πάνω έντεχνα κατά τρόπο που να μην μπορεί να συνδεθούν με το επείγον της προταθείσας θεραπείας αλλά ούτε και με την ουσία της αγωγής. Σημασία είχε να αποκαλυπτόταν για να τα προσμετρήσει το Δικαστήριο κατά την κρίση του, ειδικότερα δε, όταν στις καταγγελίες του Κωνσταντίνου προβάλλονται ισχυρισμοί ότι οι εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και σε προηγούμενο χρονικό σημείο και οι ενάγοντες δέχονταν διευθετήσεις. Η αξία της περιουσίας, τα βάρης της, και η ύπαρξη πουλημένων σπιτιών στη περιουσία της. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρατίθεται πιο πάνω. Από το περιεχόμενο του προκύπτει ότι ο ενάγων πρέπει να γνωρίζει κατά προσέγγιση το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετιστεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Επίσης το άρθρο 5 του Κεφ. 6 αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of the immovable property) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον θα δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο ενόρκως δηλών προσεγγίζει την αξία του ακινήτου στο ποσό των Λ.Κ.400.000.- περίπου, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την φύση του. Το Δικαστήριο στηριζόμενο στην κατά προσέγγιση αξία του αφού έλαβε υπόψη του και ύψος της αξίωσης των εναγόντων, έκδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμπόδιζε την πώληση, μεταβίβαση, υποθήκευση ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξένωση του 1/10 του ακινήτου. Καθίσταται εμφανές από την ένορκη δήλωση του Γιάννη Λιασίδη στην ένσταση ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ήταν σε θέση και γνώριζε πολύ περισσότερα στοιχεία και γεγονότα αναφορικά με το ακίνητο των εναγομένων. Συγκεκριμένα ο Γ. Λιασίδης στην ένορκη του δήλωση αναφέρει «Ο Κώστας Κωνσταντίνου ιδιοκτήτης της ενάγουσας εταιρείας εκτελούσε διάφορες εργασίες εις τα έργα που εκτελούσαν οι εταιρείες μας και πληρωνόταν» «Ο Κώστας γνώριζε τόσο τα έργα που εκτελούσαν οι εταιρείες μας, την αξία τους, ποιες πωλήσεις είχαμε διενεργήσει, πόσα σπίτια υπήρχαν σε κάθε έργο τελειωμένα, πόσα ημιτελή και πόσα ακόμη δεν είχαν πωληθεί και ποια περιουσία είχε κάθε μια από τις εταιρείες μας. Ο Κώστας Κωνσταντίνου αγόρασε μάλιστα σπίτι υπό ανέγερση σε συγκρότημα που θα ανέγειρε η Y.LIASIDES DEVELOPERS LTD στην Τάλα .». Να σημειωθεί, ως επιπρόσθετο και σημαντικό στοιχείο ότι οι πιο ισχυρισμοί δεν έχουν αμφισβητηθεί εφόσον ο ενόρκως δηλών κ. Λιασίδης στην ένσταση δεν έχει αντεξεταστεί. Η αξία του ακινήτου που έχει δεσμευτεί και στο οποίο έχουν ήδη αναγερθεί και πωληθεί 7 σπίτια (βλ. και παρ. 3 iii της ένορκης δήλωση στην ένσταση) στην έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης στην ένσταση) δίδεται σε δύο τιμές. Η μία (Λ.Κ. 3,320.000) αφορά την αγοραία αξία και η δεύτερη που αφορά την αξία καταναγκαστικής πώλησης (Λ.Κ.2,656,000). Τα πιο πάνω παρουσιάζουν το δεδομένο ότι η διαφορά της αξίωσης και της αξίας του ακινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη ακόμη και για το ποσοστό το οποίο έχει δεσμευτεί με το προσωρινό διάταγμα. Υπό το φως των όσων στην ένορκη δήλωση του Λιασίδη αποκαλύπτονται σε σχέση με την γνώση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση θεωρώ ότι υπήρξε απόκρυψη και παραπλάνηση του δικαστηρίου αφού ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ενώ γνώριζε και ήταν σε θέση να γνωρίζει στοιχεία καθοριστικά της αξίας του ακινήτου καθώς και άλλα στοιχεία σε σχέση με την φύση του, τα απέκρυψε κατά τρόπο που το Δικαστήριο στερήθηκε από αναγκαία πληροφόρηση. Από την άλλη η καθ΄ης η αίτηση παρουσίασε στοιχεία από τα οποία διαφαίνεται ότι η δέσμευση αφορά περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας. Αδιαμφισβήτητα τα όσα ο ενόρκως δηλών όπως διαφάνηκε πιο πάνω ότι απέκρυψε από το δικαστήριο θα είχαν επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου. Τα όσα ο Κωνσταντίνου γνώριζε και δεν ανέφερε στο δικαστήριο επρόκειτο για μαρτυρία η οποία θα έτεινε να ρίξει φως στη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας έτσι ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία αφού την συσχετίσει με το ύφος της απαίτησης των εναγόντων και να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί, και επίσης απέκρυψε και μαρτυρία η οποία μπορούσε να συνδεθεί με το κατεπείγον του αιτήματος όπως πιο πάνω αναφέρω. Συνεπώς, όπως και προηγουμένως ανέφερα, ακόμη και εάν έκρινα ότι ικανοποιούντο όλες προϋποθέσεις, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ των εναγόντων γιατί απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα πιο πάνω αντικειμενικά ουσιώδεις γεγονότα, τα οποία θα έπρεπε κατά την κρίση μου και όφειλαν να είχαν αποκαλύψει στο δικαστήριο. Καταληκτικά εφόσον κατά την κρίση μου οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την σωρευτική συνύπαρξη των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, αλλά και ότι δεν προέβηκαν σε αποκάλυψη των πιο πάνω ουσιωδών γεγονότων, δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση των εναγόντων απορρίπτεται και το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε με βάση την αίτηση τους παύει να ισχύει. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.