← Κύπρος

Ανδρέας Παπαβασιλείου κ.α. ν. R K A KIKKOS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2252/06, 28.9.07

Ανδρέας Παπαβασιλείου κ.α. ν. R K A KIKKOS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 2252/06, 28.9.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A117 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2252/06 Μεταξύ:

  1. Ανδρέας Παπαβασιλείου, από την Πάφο
  2. Βάσω Παπαβασιλείου, από την Πάφο Εναγόντων και R. K. A. KIKKOS DEVELOPERS LTD, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 28.9.07 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Ευαγγελία Πουλλά (κα Χ΄΄ Χαραλάμπους για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους: κ. Χουβαρτάς ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες, από τώρα και στο εξής «οι Αιτητές», εξαιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας, από τώρα και στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση», για το αξιούμενο στην Έκθεση Απαίτησης ποσό δυνάμει της Διαταγής 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.5.
  3. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 2, η οποία προέβη σε αυτήν εκ μέρους και για λογαριασμό της ιδίας και του Ενάγοντα 1 από τον οποίο είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη. Με την ένορκό της δήλωση η ομνύουσα επιβεβαιώνει την αξίωση της, όπως και του Ενάγοντα 1, όπως αυτή εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης, και δηλώνει την πεποίθηση, ότι η Καθ' ης η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή. Η καταχώρηση Υπεράσπισης εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση έγινε για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και μόνο. Με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνεται το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ ως υπόλοιπο αμοιβής των Αιτητών για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών και άλλων σχεδίων και την επίβλεψη της ανέγερσης οκτώ κατοικιών στην Πάφο. Σύμφωνα με έγγραφο συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων στις 20.5.04 (Τεκμήριο Α) η αμοιβή των Αιτητών για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ. Η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.500,00 σεντ με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ποσό Λ.Κ.2.500,00 σεντ. Φωτοαντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Β. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αντρέα Γρηγορίου, διευθυντή της. Σε αυτήν εκτίθενται οι λόγοι της ένστασης σύμφωνα με την Δ.48, θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, αφού υπεβλήθη εκτός των χρονικών πλαισίων που επιβάλλουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας και γι' αυτό αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Οι Αιτητές κωλύονται να προχωρήσουν με αυτήν καθότι έχει ήδη καταχωρηθεί Υπεράσπιση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι λανθασμένο και αναληθές η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελλιπής με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα. Κατά τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετικές αποφάσεις. Προτού εξετάσω την ουσία της αίτησης θεωρώ ορθό όπως παραθέσω συνοπτικά την νομική πτυχή που διέπει τέτοιου είδους αιτήσεις. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι, κυρίως, η ταχύτητα, δηλαδή, ο ενάγοντας να λάβει έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν, ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ, αντίθετα, δείχνουν, ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης και μόνο. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια, τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θθ 1-5, όπως αυτά επεξηγήθηκαν και αναλύθηκαν τόσο σε Αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια αυτά, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από την Νομολογία, είναι περιληπτικά τα εξής: το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να συμμορφώνεται με ορισμένα κριτήρια, δηλαδή, να υπογράφεται από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 ΑΑΔ 333). Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, τότε, μπορεί να ορκισθεί πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό. Δηλαδή, δεν πρέπει τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή απλώς να στηρίζεται στα όσα ο ίδιος πιστεύει. Οι πιο πάνω είναι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει ένας ενάγοντας-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία του αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Από πλευράς εναγόμενου και νοουμένου, ότι ο ενάγοντας ικανοποιήσει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης, αλλά λιγότερο από πιθανή (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides πιο πάνω). Ο εναγόμενος πρέπει, επίσης, να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και, αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. Από την στιγμή που ο ενάγοντας ικανοποιήσει τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ πιο πάνω και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408). Η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Η ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας αυτής τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο, ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκό του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται το δικαίωμα για υπεράσπιση (Cyems Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο» Στην υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: 'Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.14 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία, ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones
(1984)AC 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί ...................... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap
(1905)92 L.T. 510, HL) και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση .». Ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον εναγόμενο, κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται στους Θεσμούς, καθιστά επιτακτική την ανάγκη όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου γίνεται με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα κριτήρια. Στην Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvest & Finance Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1968 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Να υποδείξομε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα, δηλαδή, που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στην Δ.18, θ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή». Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης προκύπτει, ότι η αγωγή ηγέρθη σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, Δ.2, θ.
  1. Διαπιστώνεται, επίσης, από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 28.8.
  2. Περαιτέρω, η ομνύουσα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι μια εκ των δύο Εναγόντων. Αυτή είναι αρχιτέκτονας και ο Ενάγοντας 1 πολιτικός μηχανικός. Είναι συνεργάτες και οι δύο μαζί διατηρούν τεχνικό γραφείο στην Πάφο. Είναι, επομένως, η ενόρκως δηλούσα σε θέση να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του κλητήριου και τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα, όπως και το ποσό που απαιτείται, πράγμα, το οποίο κάνει με τις παραγράφους 1, 6-8 και 13 της ένορκής της δήλωσης. Πέραν του γεγονότος ότι η απαίτηση επαληθεύεται με την μαρτυρία, επιβεβαιώνεται και από την παράθεση των εγγράφων, που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, όπως την συμφωνία ημερομηνίας 20.5.04 (Τεκμήριο Α), την δέσμη των αποδείξεων είσπραξης (Τεκμήριο Β) και την δέσμη των εγγράφων που κατατίθενται ως Τεκμήριο Γ με τα οποία δεικνύεται ότι οι Ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχαν και έχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος. Περαιτέρω, δηλώνει ρητά ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1(α). Κατά συνέπεια, το βάρος μετατοπίζεται στην Καθ' ης η αίτηση. Αν, λοιπόν, η θέση που προβάλλει ο ομνύων την ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την ένσταση, ότι, δηλαδή, η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι πλήρης και για τον λόγο αυτό η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει, σημαίνει, ότι η εν λόγω δήλωση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α), η θέση αυτή και ο λόγος της ένστασης επί της οποίας αυτός στηρίζεται θα πρέπει εν' όψει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, να θεωρηθούν ως μη ορθοί. Το μόνο μαρτυρικό υλικό που το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του για να αποφασίσει την ουσία της αίτησης είναι η αίτηση η ίδια, η ένσταση και οι ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, πιο πάνω, ειπώθηκε, ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη την Υπεράσπιση που τυχόν έχει καταχωρηθεί στην υπόθεση. Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται με τον ορθά δικονομικό τρόπο, δηλαδή, στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Συνεπώς, κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης δεν θα λάβω υπόψη μου τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Υπεράσπιση, αλλά μόνο αυτούς που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση, που συνοδεύει την ένσταση. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και, επομένως, εκτός των χρονικών πλαισίων που επιβάλλουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Στην Ετήσια Πρακτική του 1953 αναφέρονται στην σελίδα 188 κάτω από την παράγραφο με τον τίτλο: «By delivering defence» τα εξής: «. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 QBD 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O.14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of the appearance». Σε μετάφραση: «. Όμως είναι σαφές ότι ο ενάγοντας μπορεί να αιτηθεί συνοπτική απόφαση ακόμα και μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Δες την McLardy v. Slateum, 24 QBD 504, όπου μια τέτοια αίτηση καταχωρήθηκε ένα μήνα μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και πέτυχε. Σημειώνεται, ότι έχοντας υπόψη την πιο πάνω απόφαση και το λεκτικό του κανονισμού ο εναγόμενος δεν μπορεί να εμποδίσει τον ενάγοντα να προχωρήσει με την Διάταξη 14 καταχωρώντας με την εμφάνισή του ή σύντομα μετά την εμφάνισή του μια σκιώδη υπεράσπιση». Ο Θεσμός 1(α) της δικής μας Διάταξης 18 είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 1(α) της αντίστοιχης Αγγλικής Διάταξης
  3. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω, ότι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, ότι οι Αιτητές εμποδίζονταν μετά την καταχώρηση Υπεράσπισης να υποβάλουν αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι ορθή. Ο μόνος χρονικός περιορισμός που καθορίζεται από τον θεσμό 1(α) είναι ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν την καταχώρηση εμφάνισης ή πριν η υπό όρους εμφάνιση του εναγόμενου (conditional appearance) καταστεί άνευ όρων (unconditional appearance) (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1953 σελ. 186-187 κάτω από την παράγραφο με τίτλο: «At what stage of action»). Δεν υπάρχει ρητή πρόνοια ως προς τον χρόνο εντός του οποίου μπορεί να υποβληθεί η αίτηση μετά την εμφάνιση. Και στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε, ότι στην κατάλληλη περίπτωση η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμά του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση. Ο λόγος αυτός, επομένως, απορρίπτεται. Ένας δεύτερος λόγος ένστασης είναι ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Το θέμα δεν αναλύεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και ούτε καν αναφέρθηκε από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση κατά την αγόρευσή του. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 18, θ.1(α),
(2)και στην Διάταξη 48, θθ. 1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω, πως η αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Επομένως, και ο λόγος αυτός απορρίπτεται. Τρίτος λόγος ένστασης είναι ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι λανθασμένο και αναληθές και ότι η εν λόγω δήλωση δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα. Ποια, όμως, είναι τα αληθινά γεγονότα σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα; Γιατί ο ενόρκως δηλών δεν παρουσίασε την δική του εκδοχή ως προς αυτά; Ποια γεγονότα από αυτά που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι, σύμφωνα με αυτόν, αναληθή ή λανθασμένα και ποια αποκρύβησαν από τους Αιτητές; Ο ισχυρισμός είναι γενικόλογος, ασαφής, αόριστος και, προπάντων, ανεδαφικός και ως τέτοιος δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Παρόμοιος ισχυρισμός για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την αίτηση για συνοπτική απόφαση τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 309/05, ημερομηνίας 20.7.
  1. Το Εφετείο εξετάζοντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου θεώρησε, ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην θέση των εναγόμενων / εφεσειόντων ότι είχαν αποκρυβεί ουσιώδη γεγονότα στην εν λόγω ένορκο δήλωση ήταν ορθή και συνεπώς ορθά αυτή απορρίφθηκε, «αφού συνιστούσε μια γενική και αόριστη τοποθέτηση χωρίς να συγκεκριμενοποιείται». Τέλος, με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ο ενόρκως δηλών αρνείται την αξίωση των Αιτητών. Παρόλο που αυτό δεν εκτίθεται ως λόγος ένστασης στο σώμα της ένστασης, εντούτοις προκύπτει σαφώς από την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει και γι' αυτό θα το εξετάσω. Ασάφεια χαρακτηρίζει την προβληθείσα υπεράσπιση καθότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η άρνηση αυτή. Ποια είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση που εξάγεται από μια τέτοια δήλωση; Ότι δεν συμβλήθηκε με τους Αιτητές; Ότι οι Αιτητές δεν εκπόνησαν τα σχέδια ή δεν επέβλεψαν τις εργασίες; Ότι για τους πιο πάνω λόγους δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Αιτητές; Ή ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει ξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ και γι' αυτό τίποτε δεν οφείλει πλέον στους Αιτητές; Και αν ισχύει το τελευταίο γιατί, όπως ορθά υπέδειξε η κυρία Πουλλά κατά την αγόρευσή της, δεν ισχυρίζεται εξόφληση; Η προβληθείσα υπεράσπιση δεν είναι ευκρινής. Είναι ασαφής. Απλή άρνηση της αξίωσης των Αιτητών ή του ισχυριζόμενου χρέους δεν είναι αρκετή σύμφωνα με την Νομολογία για να αποσείσει ο εναγόμενος το βάρος που έχει στους ώμους του. Είναι απαραίτητη η παράθεση γεγονότων που να καθιστούν εύλογο έναν τέτοιον ισχυρισμό. Στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides, πιο πάνω, υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Blackburn (σελ. 704) στην υπόθεση John Wallingford v. The Director etc. οf the Mutual Society (1879-80) 5 AC (H.L.)
  2. Το εν λόγω απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω σε μετάφραση: «................................ Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν γεγονότα που να ικανοποιούν τον δικαστή ότι είναι εύλογο να δοθεί, κάποτε με όρους, κάποτε χωρίς όρους, στον εναγόμενο η άδεια να εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα και να υπερασπισθεί, αν το επιθυμεί, αν και ο δικαστής μπορεί να μην έχει ποσώς ικανοποιηθεί ότι αυτό συνιστά υπεράσπιση επί της ουσίας. Νομίζω, ότι όταν τίθενται ενώπιον του δικαστή ένορκες δηλώσεις με σκοπό την αποκάλυψη υπεράσπισης πρέπει, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση, να καταφύγεις σε λεπτομέρειες. Δεν είναι αρκετή η δήλωση 'Ισχυρίζομαι, ότι δεν οφείλω τίποτα'. Αναμφίβολα, αν αυτό είναι αλήθεια, ότι, δηλαδή, δεν οφείλεις τίποτα, όπως ορκίζεσαι, είναι καλή υπεράσπιση. Όμως δεν είναι αρκετό. Οφείλεις να ικανοποιήσεις τον δικαστή ότι υπάρχει εύλογος λόγος για να το λες. Και πάλι, αν ορκισθείς ότι υπάρχει δόλος, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Μπορεί να είναι δύσκολο να καθορίσεις τον δόλο, οφείλεις, όμως, να παραθέσεις τέτοια γεγονότα που να τον υποδεικνύουν, ώστε να ικανοποιήσεις τον δικαστή ότι τα γεγονότα αυτά καθιστούν εύλογο να σου επιτραπεί να εγείρεις αυτήν την υπεράσπιση. Το ίδιο ισχύει και για την υπεράσπιση της παρανομίας (illegality) όπως και για οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση». Στην Κυπριακή υπόθεση Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 269 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «. πρέπει να δίδονται επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες για να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση. Απλή γενική άρνηση ότι ο εναγόμενος είναι οφειλέτης δεν θα αρκέσει (Wallingford v. Mutual Society
(1880)5 App. Cas. 685, στην σελ. 704)». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ήταν η μόνη μαρτυρία εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασισθεί για να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Μόνο που αυτή δεν αποκαλύπτει ούτε γεγονότα που να καταδεικνύουν καλή υπεράσπιση, ούτε γεγονότα τα οποία να μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να μπορέσει η Καθ' ης η αίτηση να υπερασπισθεί. Ο ενόρκως δηλών όχι μόνο δεν έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες, ως όφειλε, της υπεράσπισης της Καθ' ης η αίτηση, αλλά καμία λεπτομέρεια δεν έδωσε. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός, ότι οι Αιτητές κανένα λόγο δεν πρόβαλαν που να δικαιολογεί γιατί δεν προέβηκαν στην υποβολή της παρούσης αίτησης ενωρίτερα ή εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι το σκεπτικό που διέπει τον κανονισμό είναι ότι αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να καταχωρείται πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης. Στην υπόθεση, όμως, McLardy v. Slateum, που πιο πάνω αναφέρθηκε, διασαφηνίσθηκε, ότι κάτι τέτοιο, παρόλο που είναι το επιθυμητό, δεν είναι υποχρεωτικό. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η αίτηση δεν θεωρείται απαραίτητα καθυστερημένη για τον λόγο ότι καταχωρήθηκε Υπεράσπιση. Υπενθυμίζεται, ότι στην υπόθεση αυτή η αίτηση πέτυχε παρόλο που καταχωρήθηκε ένα μήνα μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποβλήθηκε 9 μήνες σχεδόν μετά την καταχώρηση της εμφάνισης και τρεις μήνες σχεδόν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Αναμφίβολα, παρήλθε χρόνος πέραν του κανονικού για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης χωρίς την προβολή οποιασδήποτε δικαιολογίας γι' αυτό εκ μέρους των Αιτητών. Εν' όψει, όμως, του ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν αποκάλυψε οποιαδήποτε γεγονότα που να προσδιορίζουν την υπεράσπισή της ή γεγονότα τέτοια που να μπορούν να κριθούν επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα σε αυτήν να προβάλει την υπεράσπισή της, τουναντίον, με την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης προβάλλει μια υπεράσπιση ασαφή και σκιώδη κρίνω, πως η πιο πάνω παράλειψη των Αιτητών δεν θα πρέπει να προσμετρήσει εναντίον τους κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα όσα σε σχέση με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση πιο πάνω λέχθηκαν δεν μπορούν παρά να αποβούν μοιραία για την Καθ' ης η αίτηση. Οι Αιτητές ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η Καθ' ης η αίτηση απέτυχε να αποδείξει, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αξίωση των Αιτητών ή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι είναι ορθό και δίκαιο να της επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπισή της. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει. Αναφορικά με τον τόκο που θα πρέπει να επιδικασθεί δεν έχω πεισθεί, ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε τόκο προς 9% από 20.5.04. Η αξίωση τούτη δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία συμπεριλαμβανομένης και της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (Τεκμήριο Α). Γι' αυτό επί του αξιούμενου ποσού θα επιδικάσω μόνο νόμιμο τόκο. Συνακόλουθα εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας για το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ πλέον νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα της αγωγής και της παρούσης αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.