← Κύπρος

Νεόφυτου Μολένσκυ ν. Μαρίας Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 2349/04, 28.9.2007

Νεόφυτου Μολένσκυ ν. Μαρίας Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 2349/04, 28.9.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2349/04 Μεταξύ: Νεόφυτου Μολένσκυ από το Λιοπέτρι και τώρα στο Στατό - Άγιο Φώτιο Ενάγοντα και Μαρίας Νεοφύτου από το Στατό - Άγιο Φώτιο Εναγόμενης ----------------- Ημερομηνία: 28.9.2007 Αίτηση ημερομηνίας 3.5.2007 για επαναφορά αγωγής Για Ενάγοντα: κα Ε. Πουλλά (για να ακούσει απόφαση η κα Χατζηχαραλάμπους) Για Εναγομένη: κ. Μ. Βασιλειάδης (για να ακούσει απόφαση η κα Νικολάου) ----------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 23.4.2007 και ώρα 10:

  1. Την ημέρα αυτή, ενώ η εναγόμενη καθώς και ο δικηγόρος της παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο για την ακρόαση, τόσο ο ενάγοντας όσο και η δικηγόρος του απουσίαζαν. Συνεπεία αυτού, η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της υπόθεσης απέρριψε την αγωγή, με το εξής αιτιολογικό: «Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10:30 π.μ. Τώρα είναι 11:50 π.μ. και δεν υπάρχει καμιά εμφάνιση για τον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα. Δίδονται οδηγίες όπως το ποσό που έχει κατατεθεί προς ικανοποίηση της αξίωσης του Ενάγοντα επιστραφεί στην Εναγόμενη». Στις 3.5.2007 ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητά επαναφορά (Reinstatement) της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.Θ. 1,4 και 5 και Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η αίτηση του ενάγοντα προσέκρουσε στην ένσταση της εναγομένης, η οποία την 1.6.2007 καταχώρησε σχετική ειδοποίηση για το σκοπό αυτό. Ο ενάγοντας, μολονότι παραθέτει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτησή του, στο ίδιο το σώμα της αίτησης, εντούτοις, επισυνάπτει σ' αυτή και δυο ένορκες δηλώσεις, ημερομηνίας 3.5.
  2. Η μια προέρχεται από τη δικηγόρο Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους και η άλλη από την Άνθη Πέτρου, δικηγορική υπάλληλο στο γραφείο της δικηγόρου του ενάγοντα. Ένα θέμα που προκύπτει το οποίο αφορά τόσο τον ενάγοντα όσο και την εναγόμενη είναι το εξής: Και οι δυο επισυνάπτουν ένορκες δηλώσεις (δυο ο ενάγοντας, καθώς ήδη έχει αναφερθεί και μια - δική της - η εναγόμενη) χωρίς ωστόσο να παραπέμπουν σ' αυτές, ο πρώτος με την αίτηση του και η δεύτερη με τη σχετική ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση. Ο ενάγοντας ενήργησε κατά παράβαση του σχετικού τύπου 46 και η εναγόμενη κατά παράβαση του σχετικού τύπου 47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τους οποίους και οι δυο όφειλαν να παραπέμψουν ρητά σε ένορκη δήλωση ή δηλώσεις, αναφορικά με τα γεγονότα που στηρίζουν το διάβημά τους, κάτι που δεν έκαναν. Τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο συνέπεια της πιο πάνω παράλειψης των δυο διαδίκων, μπορώ να λάβω υπόψη το περιεχόμενο των τριών ενόρκων δηλώσεων ή αν οφείλω να τις αγνοήσω. Φρονώ ότι η Δ.64 των Θεσμών μου προσφέρει καλό έρεισμα για να κάνω το πρώτο. Είναι πρόδηλα φανερό, ότι πρόκειται για μια καθαρά τυπική παράλειψη εκ μέρους και των δύο διαδίκων, χωρίς οποιαδήποτε επίπτωση, εξαιτίας της παράλειψης του ενός στα συμφέροντα του άλλου. Τόσο ανεπαίσθητη είναι η εν λόγω παράλειψη, σε βαθμό που ούτε και έγινε αντιληπτή είτε από την μια είτε από την άλλη πλευρά. Πρόκειται περί μη συμμόρφωσης σε σχέση με τον τύπο και μάλιστα σε σχέση μόνο με ένα πολύ μικρό μέρος του τύπου, που θα πρέπει να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία, η οποία σε καμιά περίπτωση είναι δυνατό, ορθό ή δίκαιο, να καταστήσει άκυρο το διάβημα είτε του ενός είτε του άλλου διάδικου. Εξάλλου, από το περιεχόμενο και των τριών ενόρκων δηλώσεων καταφαίνεται και η άμεση σχέση τους με ό,τι καθεμιά από αυτές φαίνεται να στηρίζει. Επομένως, κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, σύμφωνα με τη Δ.64 Θ.1

(2)εκδίδω τα ακόλουθα διατάγματα: Α) Τροποποίησης της αίτησης, με την προσθήκη μετά την παράγραφο στην οποία αναφέρεται η νομική της βάση, της ακόλουθης, νέας παραγράφου: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στις συνημμένες ένορκες δηλώσεις της Κατερίνας Χατζηχαραλάμπους και της Άνθης Πέτρου, ημερομηνίας 3.5.2007.» Β) Τροποποίησης της ειδοποίησης περί προθέσεως ένστασης, με την προσθήκη μετά την παράγραφο στην οποία αναφέρεται η νομική βάση της ένστασης, της ακόλουθης, νέας παραγράφου: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης, ημερομηνίας 31.5.2007.» Και κάτι ακόμη που αφορά μόνο του ενάγοντα. Από το σύνολο των γεγονότων που αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, με εξαίρεση δυο που προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης, (ημερομηνία ακρόασης της αγωγής και απόρριψή της από το δικαστήριο στις 23.4.2007) τα υπόλοιπα ούτε να ληφθούν υπόψη είναι δυνατό μα προπάντος ούτε να θεωρηθούν εξ ορισμού ως πραγματικά γεγονότα. Όπως προκύπτει εξ αντιδιαστολής, από το περιεχόμενο της Δ.48 Θ.1, εκτός και αν τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του δικαστηρίου, αυτά θα πρέπει να αναφέρονται σε ένορκη δήλωση που πρέπει να υποστηρίζει την αίτηση. Επί της ουσίας τώρα της αίτησης. Καταρχήν, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω, ότι κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δυο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, αποτελούν το ορθό νομικό βάθρο της αίτησης, που περιλαμβάνεται στην αίτηση του ενάγοντα, οι Θ.Θ. 4 και 5 της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των οποίων, προκύπτει ότι απόφαση που πάρθηκε κατά την ημέρα της ακρόασης που επρόκειτο να αρχίσει, λόγω της παρουσίας του εναγόμενου, μα όχι του ενάγοντα, μπορεί υπό προϋποθέσεις και με κατάλληλους όρους να παραμερισθεί από το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης που θα γίνει εντός 15 ημερών μετά την ακρόαση. Με δεδομένο ότι η αγωγή απορρίφθηκε στις 23.4.2007 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 3.5.2007, προκύπτει ότι πρόκειται για εμπρόθεσμη καταχώρηση. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Χαραλάμπους v. K & T. ANDREOU LTD κ.α.
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1296, « Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας σε αίτηση παραμερισμού απόφασης οριοθετούνται στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Στη σελίδα 210 αναφέρονται τα εξής από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε):- "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judical business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Magaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Και κατά ελεύθερη μετάφραση:- "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826,833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης. " Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης (Βλ. Phylactou (πιο πάνω), Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1977)1 ΑΑΔ 941 και Έλσα Λουκαίδου v. Ανδρέα Γερολέμου,
(2000)1 A.A.Δ. 333). Σύμφωνα με τη νομολογία, στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου και η εκδίκαση της διαφοράς σε εύλογο χρόνο, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και βαρύνει τις δικαστικές αρχές. Στη Μουγής v. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ:- "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη v. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). " » Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα Κατερίνα Χατζηχαράλαμπους, συνεργάτιδα δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου του ενάγοντα, ότι η μη εμφάνιση του ενάγοντα στο δικαστήριο στις 23.4.2007 οφείλεται στα ακόλουθα γεγονότα: Στις 6.11.2006 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή εμφανίστηκε η ίδια στο δικαστήριο, η οποία πήρε και κατέγραψε στο φάκελο της υπόθεσης τη νέα - ορθή - ημερομηνία ακροάσεως, που ήταν η 23.4.
  1. Όταν όμως στη συνέχεια, η Άνθη Πέτρου, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο τους, πήρε το φάκελο της υπόθεσης μαζί με τους άλλους φακέλους για να ενημερώσει το βιβλίο με το αρχείο των υποθέσεων και τα ημερολόγια των δικηγόρων του γραφείου, εκ παραδρομής και/ή από λάθος και/ή αβλεψία, σημείωσε την 24.4.2007 αντί την 23.4.
  2. Επισημαίνεται ότι τους ίδιους ισχυρισμούς προβάλλει και η Άνθη Πέτρου στη δική της ένορκη δήλωση, ως επίσης ότι μετά από τα πιο πάνω, τοποθέτησε το φάκελο της υπόθεσης στη θυρίδα με ημερομηνία 24.4.
  3. Και συνεχίζοντας η κα Χατζηχαραλάμπους ισχυρίζεται πως, όταν το απόγευμα της 23.4.2007 πήρε τους φακέλους της επόμενης μέρας για να τους μελετήσει, μεταξύ των οποίων και το φάκελο της παρούσας υπόθεσης, διαπίστωσε για πρώτη φορά το λάθος που έγινε. Συγκεκριμένα, ότι στο φάκελο αναγραφόταν ως ημερομηνία ακροάσεως η 23.4.2007 και όχι η 24.4.
  4. Ότι απορρίφθηκε η αγωγή καθώς και το λόγο, το πληροφορήθηκε ευθύς αμέσως από το δικηγόρο της εναγόμενης στον οποίο τηλεφώνησε η ίδια. Για λόγους που θα γίνουν αντιληπτοί αργότερα θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 14 της ένορκης δήλωσης της κας Χατζηχαραλάμπους. «
  5. Ο Ενάγοντας έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης και αφορά υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας εκ ποσού Λ.Κ. 2.100.- που έγινε κατά η περί το Σεπτέμβρη/Οκτώβρη και θα ήταν δίκαιο να εκδοθεί Διάταγμα επαναφοράς της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  6. .....
  7. .....
  8. Για όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η πιο πάνω αγωγή επαναφερθεί και άδικο και ανεπιεικές για τον Ενάγοντα να απωλέσει τα δικαιώματα του από λάθος της Δικηγόρου του και των συνεργατών της.» Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Σε καμιά περίπτωση αποτελούν δικαιολογία τα όσα επικαλείται ο ενάγοντας, ως αποτελούντα το λόγο απουσίας, ουσιαστικά, τόσο του ιδίου όσο και της δικηγόρου του από το δικαστήριο την ημέρα της δίκης. Ο δικηγόρος, ως λειτουργός της δικαιοσύνης υπέχει προσωπικά ευθύνη τόσο έναντι του δικαστηρίου, όσο και έναντι του διάδικου - πελάτη καθώς και του αντίδικου. Για τυχόν πράξεις ή παραλείψεις είτε του ιδίου είτε των υπαλλήλων και γενικά συνεργατών του, που απολήγουν σε βάρος των συμφερόντων του πελάτη του, δε νομιμοποιείται να επιδιώκει αποκατάσταση της θέσης στην οποία βρισκόταν αρχικά ο πελάτης του, σε βάρος, είτε των συμφερόντων του αντίδικού του είτε της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, θα έλεγα ότι το λάθος της δικηγορικού υπαλλήλου της δικηγόρου του ενάγοντα, κατ' ουδένα λόγο καθιστά συγγνωστή την αμέλεια που επέδειξαν δυο δικηγόροι στη συνέχεια. Καταρχήν, η ενόρκως δηλούσα που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο στις 6.11.2006, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 23.4.
  9. Έπειτα, η δικηγόρος του ενάγοντα και τούτο γιατί, και οι δυο, αντί να σημειώσουν οι ίδιες στο ημερολόγιο τους τη νέα ημερομηνία ακροάσεως της αγωγής, ιδιαίτερα η πρώτη, είτε ακόμη, έστω κι' αν ως θέμα εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας του γραφείου, ανατέθηκε το καθήκον αυτό σε κάποια υπάλληλο του γραφείου, αντί να ελέγξουν οι ίδιες, με αναφορά στον ίδιο το φάκελο της υπόθεσης κατά πόσο σημειώθηκε η ορθή ημερομηνία στο ημερολόγιό τους, εμπιστεύθηκαν πλήρως την υπάλληλο του γραφείου, η οποία ενήργησε με τον τρόπο που ανάφερε και η ίδια φθάνοντας στο σημείο, από αυτές, η κα Χατζηχαραλάμπους, έκτοτε, να ενδιαφερθεί πρώτη φορά για την υπόθεση, το απόγευμα της 23.4.
  10. Δηλαδή, την παραμονή, με βάση πότε θεωρούσε πως ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή και τούτο, όταν πήρε τους φακέλους των υποθέσεων της επόμενης μέρας για να τους μελετήσει. Στην υπόθεση Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1 (B) Α.Α.Δ. 698, επισημαίνονται τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο, που αποτελούν κατά τη γνώμη μου το απαύγασμα της νομολογίας γύρω από το θέμα: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded. " Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1190, και Κληρίδης v. Σταυρίδη
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 793, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Βαρδιανός (ανωτέρω), ότι ο ισχυρισμός πως η παράλειψη καταχώρησης της υπεράσπισης μέσα στην προθεσμία που καθόρισε το δικαστήριο, οφειλόταν σε λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα, οι οποίοι παρέλειψαν να σημειώσουν τις σχετικές οδηγίες του δικαστηρίου, ορθά δεν έγινε αποδεκτός πρωτόδικα, ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Την ίδια κατάληξη είχε και η αίτηση επαναφοράς της έφεσης στην Πέτρου v. Διευθυντή Κτηματολογίου Λεμεσού κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 184, τα γεγονότα της οποίας για ό,τι μας αφορά είναι σχεδόν ταυτόσημα με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε από την εφεσείουσα η επαναφορά της έφεσής της η οποία απορρίφθηκε στο στάδιο της προδικασίας, λόγω της παράλειψης της να εμφανιστεί μέσω του δικηγόρου της στο εφετείο, στο συγκεκριμένο αυτό στάδιο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο σχετικής ένορκης δήλωσης της δικηγορικής υπαλλήλου του δικηγόρου της εφεσείουσας, η παράλειψη του δικηγόρου της τελευταίας να εμφανιστεί στο εφετείο κατά την προδικασία, οφειλόταν στο γεγονός, ότι η υπό αναφορά δικηγορική υπάλληλος στην οποία είχε επιδοθεί προσωπικά η ειδοποίηση ορισμού της προδικασίας, πήρε την ειδοποίηση, την τοποθέτησε στο φάκελο της υπόθεσης και από αβλεψία και λάθος της σημείωσε τόσο στο φάκελο της υπόθεσης όσο και στο ημερολόγιο του δικηγόρου της εφεσείουσας, εσφαλμένη ημερομηνία. συγκεκριμένα, σημείωσε 20.11.2000 αντί 20.10.2000. Το λάθος διαπιστώθήκε στις 15.11.2000 όταν μαζεύτηκαν όλες οι υποθέσεις της επόμενης βδομάδας για προγραμματισμό. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν εμφανίστηκε ο δικηγόρος της εφεσείουσας στο εφετείο για προδικασία, με αποτέλεσμα την απόρριψη της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και πάλι στο προηγούμενο απόσπασμα από τη Βαρδιάνος (ανωτέρω) απορρίπτοντας ουσιαστικά την αίτηση σημείωσε τα εξής: «Έχουμε την άποψη ότι οι πιο πάνω αρχές θα πρέπει να εφαρμοστούν και στην ενώπιόν μας αίτηση. Κατά μείζονα λόγο μάλιστα. Και τούτο γιατί εκείνο που προβάλλεται ως πραγματικό υπόβαθρο για να δικαιολογηθεί το αίτημα για επαναφορά της έφεσης δεν είναι το λάθος ή η αβλεψία ή η αμέλεια του δικηγόρου της εφεσείουσας, αλλά το λάθος και η αβλεψία της υπαλλήλου του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν θεωρούμε ότι θα ήταν πρέπον να διατάξουμε την επαναφορά της έφεσης πάνω σε τέτοια βάση.» Δεν εντοπίζω οτιδήποτε στην υπό κρίση αίτηση, που να μου επιτρέπει να αποστώ του τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε την αίτηση της εφεσείουσας το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πέτρου (ανωτέρω). Αυτά σε σχέση με το λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας παρέλειψε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο την ημέρα της ακρόασης. Δε θα συμφωνήσω με την κα Χατζηχαραλάμπους ότι ο ενάγοντας απέδειξε πως έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον της εναγόμενης. Θα έλεγα ότι οι δυο ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, κανένα στοιχείο περιέχουν που να αποκαλύπτει πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της κα Χατζηχαραλάμπους, ότι η υπόθεση αφορά υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας εκ ποσού £2.100,00.- που έγινε κατά ή περί το Σεπτέμβρη / Οκτώβρη - άγνωστο ποιού έτους - χωρίς οτιδήποτε άλλο, όχι μόνο δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή απαίτηση εκ μέρους του ενάγοντα, αλλά, αντίθετα φαίνεται να εκλαμβάνει ως δεδομένο, ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, για το οποίο κανένα ουσιαστικά αποδεικτικό στοιχείο έχει προσκομιστεί, που να ικανοποιεί, στοιχειωδώς έστω, το αναγκαίο επίπεδο απόδειξης της απαίτησης, για να μπορέσει το δικαστήριο να διατάξει επαναφορά της αγωγής. Ούτε και μπορώ ασφαλώς να βασιστώ στο περιεχόμενο όσων η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα επικαλέστηκε με την αγόρευσή της, τα οποία, καθώς έχει αναφέρει, θεμελιώνουν την απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης. Έχει νομολογηθεί ότι η αγόρευση ενός δικηγόρου, ούτε ισοδυναμεί με μαρτυρία ούτε και μπορεί να την υποκαταστήσει. Φρονώ ότι, ο ενάγοντας, λαμβάνοντας υπόψη και τη φύση της απαίτησής του, θα μπορούσε να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση και να παραθέσει τέτοια στοιχεία μαρτυρίας, είτε ακόμη να επισυνάψει και τυχόν τεκμήρια αν υπήρχαν που να θεμελιώνουν ως θέμα εκ πρώτης όψεως την απαίτησή του. Αυτός είχε το βάρος απόδειξης και απότυχε να το αποσείσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου εξουσίας, δε νομιμοποιούμαι να την ασκήσω προς την κατεύθυνση επαναφοράς της αγωγής. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......................................... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.