← Κύπρος

ALPHA ASSET FINANCE LIMITED ν. Δέσπως Αβρααμίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1738/06, 15.10.07

ALPHA ASSET FINANCE LIMITED ν. Δέσπως Αβρααμίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1738/06, 15.10.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1738/06 Μεταξύ: ALPHA ASSET FINANCE LIMITED Ενάγοντα - και - 1. Δέσπως Αβρααμίδου 2. Μιχάλη Μούντη 3. Λούλλας Μούντη Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 15.10.07 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Λ. Γεωργίου (κ. Ν. Νικολάου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη 1 - καθ' ης η αίτηση: κ. Κ.Πρωτοπαπάς Για Εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Παπαδημήτρη Για Εναγόμενη 3 - καθ' ης η αίτηση: κα Α. Ιωάννου (κα Παπαδημήτρη για να ακούσει απόφαση) --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.2.2007 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες στις 31.5.2006 καταχώρησαν την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με την οποία αξιώνουν εναντίον των εναγομένων τ' ακόλουθα: « Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να παραδώσει στους Ενάγοντες στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων, στην Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' 42-44 στην Πάφο, τα αντικείμενα που περιγράφονται στο Τιμολόγιο υπ' Αρ. Ρ-000150:1 φωτοτυπική Develop 1800 with Souter/ Feeder/ Cabinet, 1 Portable Computer Asus Pentium III, 1 TAS book Financial Controller Multi - user-multi company, 10 Τερματικά computer, 1 σταθεροποιητής ρεύματος 1000VA, 5 Εκτυπωτές Η.Ρ. 970 CXI, 1 Computer Server. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση των υπ' αναφορά αντικειμένων σε δημόσιο πλειστηριασμό και το προϊόν της πωλήσεως να διατεθεί προς ικανοποίηση του χρέους των Εναγομένων, των τόκων και των εξόδων, νοουμένου ότι τυχόν υπόλοιπο μετά την πληρωμή των ανωτέρω θα διατεθεί προς όφελος της Εναγομένης 1. Γ.
  2. i)Ποσό Λ.Κ. 8.204,65 ως καθυστερημένες δόσεις και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση συμβάσεως.
  3. ii)Λ.Κ. 2.216,67 πλέον τόκοι προς 12% ετησίως επί του ποσού Λ.Κ. 8.204,65 από 5/1/2006 μέχρι εξοφλήσεως. iii) Τόκους προς 12% ετησίως επί ποσού Λ.Κ. 8.204,65 από 5/1/2006 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς υπ' αριθμό 645-500-004972-0 του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Δ. Αποζημιώσεις για επιδιορθώσεις και μείωση της τιμής (depreciation) των πιο πάνω αντικειμένων. Ε: Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θα θεωρούσε δίκαια και/ή ορθή κάτω από την περίσταση. Στ. Τα έξοδα εκ Λ.Κ. 421,00, πλέον Φ.Π.Α. (αρ. εγγραφής 00667232Υ), πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αγωγή καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και επιδόθηκε στους εναγόμενους ως εξής: Στις 13.6.2006 στην εναγόμενη 1, στις 3.7.2006 στον εναγόμενο 2 και στις 20.6.2006 στην εναγόμενη 3. Η εναγομένη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 19.6.2006, ο εναγόμενος 2 στις 14.7.2006 και η εναγόμενη 3 στις 27.6.2006. Στις 14.2.2007, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των τριών εναγόμενων, «καθότι στερούνται υπεράσπισης». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του Χριστάκη Παπαχριστοδούλου, ημερομηνίας 14.2.2007, καθώς και στην ένορκη δήλωση της Κούλλας Παντελή, ημερομηνίας 5.6.2007. Οι εναγόμενοι 1 και 2, στις 5.6.2007 καταχώρησαν χωριστά, πλην όμως, ταυτόσημου περιεχομένου, ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση των εναγόντων, η οποία συνοδεύεται με ταυτόσημου περιεχόμενου επίσης, ένορκη δήλωση εκ μέρους τους, με την οποία παραθέτουν τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση τους. Η εναγόμενη 3 καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην αίτηση, στις 31.5.2007 και σε δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της, παραθέτει και αυτή τα διάφορα γεγονότα που τη στηρίζουν. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό τους, όλα όσα έχουν τεθεί εκατέρωθεν γραπτώς ή προφορικά και συνθέτουν τις διάφορες θέσεις κάθε πλευράς. Αναφέρομαι ασφαλώς στο περιεχόμενο της αίτησης, των ενστάσεων και των έξι συνολικά ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν κατά περίπτωση την αίτηση και τις ενστάσεις. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αν είναι κάτι που θα πρέπει να επισημάνω, είναι ότι η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε σε αγορεύσεις, χωρίς οποιοσδήποτε των διαδίκων να κάνει χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης, αναφορικά με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της άλλης πλευράς. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ. 1 (α), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του, για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου, που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - σωρευτικά εννοείται - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης, μετατοπίζεται στον εναγόμενο. (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση, θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται. (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο, ότι οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Οι ενάγοντες καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση και συγκεκριμένα να αποφανθώ κατά πόσο ο Χριστάκης Παπαχριστοδούλου και η Κούλλα Παντελή είναι πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν να ορκιστούν θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσουν την αιτία της αγωγής, έχοντας κατά νου τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς των τριών εναγόμενων, αλλά και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, με αναφορά μεταξύ άλλων στις Δημητρίου και Νεάρχου (ανωτέρω) από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία).» Προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης του Χριστάκη Παπαχριστοδούλου, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω δεν αντεξετάστηκε από τους εναγόμενους, ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων, ο οποίος για κάθε σημαντικό για την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ήταν προϊστάμενος στη μονάδα μεγάλων επιχειρήσεων Πάφου των εναγόντων και εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών τους, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός της εναγόμενης 1. Στο τμήμα τους προστίθεται κατέχουν και φυλάττουν όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Και συνεχίζοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «Σε εμένα έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού της Εναγόμενης υπ' αρ. 1 και έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ετοιμάζω τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και την παρούσα. Η εν λόγω κατάσταση επισυνάπτεται με την παρούσα ένορκο μου δήλωση ως την οποία και προσυπογράφω. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού (επισυνημμένο ΤΕΚ.Β) είναι αντίγραφο καταχώρισης σε ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Η εν λόγω καταχώριση στο τραπεζικό βιβλίο το οποίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο των εναγόντων έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους. Έχω ελέγξει και συγκρίνει το αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού με την αρχική καταχώριση και διαπίστωσα ότι το αντίγραφο είναι ορθό. Επίσης ετοιμάζω τις επιστολές τερματισμού μεταξύ των οποίων και τις επιστολές που επισυνάπτονται με την παρούσα ένορκη μου δήλωση (επισυνημμένο ΤΕΚ. ΣΤ) ». Με τις παραγράφους 2, 3 και 4, ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής εναντίον των τριών εναγομένων καθώς και τα ποσά που οφείλουν, ενώ με την παράγραφο 7 διατυπώνει την πίστη του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή. Διαπιστώνω τα ακόλουθα: Ο ενόρκως δηλών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εκ της θέσεως του γενικά στην υπηρεσία των εναγόντων αλλά και για όλα όσα το συνδέουν με το λογαριασμό της εναγόμενης 1 απέδειξε ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 Θ. 1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Συγκεκριμένα, είναι το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η παρακολούθηση του λογαριασμού της εναγόμενης 1 και έχει στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα. Ετοίμασε ο ίδιος την κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης την οποία και προσυπογράφει. Δεν μένει όμως μέχρι εδώ. Επισυνάπτει ως τεκμήριο τόσο την υπό αναφορά κατάσταση λογαριασμού όσο και διάφορα άλλα έγγραφα που θεμελιώνουν την αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, όπως για παράδειγμα το τεκμήριο Α (συμφωνία ενοικιαγοράς και εγγύησης) καθώς και την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 4.1.2006, την οποία ετοίμασε ο ίδιος (βλ. το τεκμήριο Γ). Ακολουθεί ότι οι περί του αντιθέτου γενικοί, αόριστοι και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμοί των εναγομένων, ουδεμία επίδραση μπορούν να διαδραματίσουν στην προηγούμενη μου κατάληξη, αναφορικά με την ικανότητα του Χριστάκη Παπαχριστοδούλου να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Απεναντίας, ο ενόρκως δηλών απέδειξε αυτή του την ικανότητα και καταλληλότητα, με το παραπάνω θα έλεγα. Δε θα έλεγα ότι ισχύει το ίδιο και για την Κούλλα Παντελή, η οποία κανένα απολύτως στοιχείο παραθέτει στη δική της ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 5.6.2007, (στην οποία προέβη για να συμπληρώσει αυτά που αναφέρει ο Χριστάκης Παπαχριστοδούλου), που να θεμελιώνει τη γνώση της αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπλέον, δηλώνω ότι τα δυο έγγραφα που η πιο πάνω αναφερόμενη επισυνάπτει και στα οποία παραπέμπει ο Χριστάκης Παπαχριστοδούλου με την παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης, τα οποία κατά την ενόρκως δηλούσα εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους δεν επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του Παπαχριστοδούλου, ούτε να ληφθούν υπόψη είναι δυνατό, ακόμη και αν επισυνάπτονταν κανονικά ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του Παπαχριστοδούλου, μα ούτε και δημιουργείται κανένα πρόβλημα στην υπόθεση των εναγόντων εξαιτίας του γεγονότος αυτού. Ο Παπαχριστοδούλου, αχρείαστα κατά τη γνώμη μου και κατά τον ίδιο «περαιτέρω» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο στο περιεχόμενο των υπό αναφορά εγγράφων όσο και πως αυτά περιήλθαν στην κατοχή του. Εκτός από το γεγονός ότι τα υπό αναφορά έγγραφα σε σημαντικό μέρος είναι δυσανάγνωστα ένα είναι βέβαιο. Πουθενά σ' αυτά και ειδικότερα στο παράρτημα Β του Τεκμηρίου Η αναφέρεται το όνομα των εναγόντων «Alpha Asset Finance Limited». Η ουσία του πράγματος - για να επανέλθω - είναι ότι για λόγους που έχω αναφέρει θεωρώ ότι ο Παπαχριστοδούλου είναι πρόσωπο ικανό για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και για να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής για κάθε εναγόμενο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων, οι οποίοι θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα, επαρκή, για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Από την ανάγνωση και μόνο των τριών ενστάσεων καθώς και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν είναι εμφανής η αδυναμία και των τριών εναγόμενων να με ικανοποιήσουν είτε ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή είτε ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα, επαρκή, για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Η κατά τρόπο γενικό, αόριστο, ασαφή, ανακριβή και ενίοτε διαζευκτικά, επίκληση λόγων ένστασης, γεγονότων και ισχυρισμών χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης, σε καμιά περίπτωση αποσείει το βάρος που μετατοπίστηκε στους ώμους των εναγόμενων (ως ανωτέρω). Με τέσσερις μόνο εξαιρέσεις, που εν πάση περιπτώσει παρέχουν δικαίωμα υπεράσπισης στους εναγόμενους σε μέρος της απαίτησης. Όμως, θα επανέλθω στο θέμα αυτό και θα εξηγήσω τι θέλω να πω. Θα επιχειρήσω να κατηγοριοποιήσω τους διάφορους λόγους που προβάλλουν οι εναγόμενοι, προκειμένου να καταδείξουν ότι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ στη συνέχεια θα παραθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ειδικότερα: α) Η συμφωνία ημερομηνίας 11.4.2001 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160
(1)/99). β) Η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη, παράτυπη κ.τ.λ. γ) Οι ενάγοντες χρέωσαν τους εναγόμενους με επιτόκιο άλλο από το συμφωνημένο. δ) Το ποσό της αξίωσης των εναγόντων είναι αποτέλεσμα ανατοκισμών και/ή χρεώσεων και/ή εξόδων και/ή επιβαρύνσεων και/ή δικαιωμάτων τα οποία είναι παράνομα και/ή αντίθετα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. ε) Οι ενάγοντες δεν έχουν αφαιρέσει πληρωμές τις οποίες έκαναν οι εναγόμενοι και/ή δεν τους οφείλουν κανένα ποσό. Διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Δεν έχω αντιληφθεί για ποιο λόγο ή λόγους είτε η συμφωνία ενοικιαγοράς είτε η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρες. Καταρχήν, κανένας από τους τρεις εναγόμενους αρνήθηκε την υπογραφή του σ' αυτές. Έπειτα, ο ισχυρισμός των εναγόμενων 1 και 2 ότι οι δυο συμφωνίες είναι προϊόντα πλάνης παρέμεινε αίολος, κάτι που σημαίνει ότι υπέχει μηδενική αξία. Εκείνο που κάνουν οι εναγόμενοι είναι να αμφισβητούν κατά τρόπο γενικό και αόριστο - για να επαναλάβω - συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας ενοικιαγοράς και περαιτέρω, να αποδίδουν στους ενάγοντες ενέργειες και/ή πράξεις στις οποίες από πουθενά προκύπτει ότι αυτοί προέβησαν. Επικαλούνται οι εναγόμενοι το Νόμο 160
(1)/99 και ισχυρίζονται ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι αντίθετη με το νόμο αυτό. Αυτό είναι αναληθές. Όπως επίσης είναι αναληθές ότι οι ενάγοντες τους χρέωσαν με επιτόκιο άλλο από το συμφωνημένο. Σύμφωνα με τον όρο 2 (γ) της συμφωνίας ενοικιαγοράς, την οποία υπόγραψε η εναγομένη 1, τις υποχρεώσεις της οποίας που απορρέουν από αυτή εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 (βλ. το τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στη ένορκη δήλωση του Χριστάκη Παπαχριστοδούλου), η εναγόμενη 1 συμφώνησε με τους ενάγοντες να τους πληρώνει επιτόκιο προς 12% το χρόνο πάνω σε όλες τις καθυστερημένες μισθώσεις και/ή άλλες πληρωμές, από την ημέρα που αυτές κατέστησαν πληρωτέες μέχρι εξοφλήσεως. Πρόκειται δηλαδή για συμφωνημένο επιτόκιο και μάλιστα, οι ενάγοντες για λόγους που θα εξηγήσω αμέσως διεκδικούν λιγότερους τόκους απ' όσους δικαιούνται, ενώ για λόγους που θα αναφέρω σε άλλο σημείο αργότερα, γενικά, θα πάρουν λιγότερα απ' όσα ζητούν. Γιατί λοιπόν οι ενάγοντες διεκδικούν λιγότερους τόκους απ' όσους δικαιούνται; Με δεδομένο ότι μεταξύ αυτών και της εναγόμενης 1 συμφωνήθηκε ότι το ποσό των £17.240,04 (βλ. την παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως και τη συμφωνία ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 11.4.2001) θα έπρεπε να καταβληθεί σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των £1.436,67, πληρωτέες την 1η μέρα κάθε μήνα, από 11.5.2001, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι αυτή πλήρωσε μόνο το συνολικό πόσο των £9.045,39 στις 11.11.2001, αν ληφθεί υπόψη ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς τερματίστηκε μόλις στις 4.1.2006, το ποσό των £8.194,65 που δικαιωματικά αξιώνουν οι ενάγοντες (και όχι £8.204,65 που διεκδικούν, προφανώς εκ λάθους, και τούτο επειδή φαίνεται να συμπεριέλαβαν και το ποσό των £10,00 που αποτελεί τα δικαιώματα αγοράς, το οποίο δε δικαιούνται δεδομένου του τερματισμού της συμφωνίας), αφορά το σύνολο των καθυστερημένων δόσεων, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αρκετό καιρό πριν από τον τερματισμό, με την τελευταία δόση στις 11.4.
  1. Το ποσό των £9,045,39 που κατέβαλε η εναγόμενη 1 στους ενάγοντες στις 11.11.2001 αφορά πληρωμή των πρώτων 6 δόσεων και μέρος της 7ης, εκ £425,
  2. Και ενώ με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς, οι τελευταίοι είχαν το δικαίωμα να διεκδικούν τόκους προς 12% το χρόνο από την ημέρα που κάθε δόση κατέστη πληρωτέα μέχρι εξοφλήσεως και πιο συγκεκριμένα από τις 11.5.2001 κ.ο.κ. διεκδικούν αυτούς επί του συνολικού ποσού των καθυστερημένων δόσεων που συμποσούνται στις £8.194,65, από τις 5.1.2006, που είναι η επόμενη μέρα της ημερομηνίας τερματισμού της συμφωνίας. Είναι λοιπόν ολοφάνερο από την προηγηθείσα ανάλυση, η οποία εδράζεται στη βάση υπαρκτών στοιχείων και δεδομένων, ότι με ένα απλό μαθηματικό υπολογισμό καταδεικνύεται η ορθότητα της διαπίστωσής μου, ότι οι ενάγοντες σε κάθε περίπτωση, διεκδικούν λιγότερους τόκους με βάση το συμφωνημένο επιτόκιο. Ωστόσο, είναι επίσης φανερό, απ' όσα προηγήθηκαν ότι θα πρέπει να δοθεί και στους τρεις εναγόμενους άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση, αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες της παραγράφου 12 Γ (i) (iii), σε σχέση με το ποσό των £10,00 που οι ενάγοντες αξιώνουν επιπλέον του ποσού των £8.194,65, υπό μορφή καθυστερημένων δόσεων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση σύμβασης στην πρώτη περίπτωση και υπό μορφή τόκων στη δεύτερη περίπτωση και τούτο γιατί οι ενάγοντες με τα δικόγραφά τους, δε θεμελιώνουν ούτε τη μια μα ούτε και την άλλη αξίωση για ποσό πέραν των £8.194,
  3. Δεν προκύπτει από πουθενά, ότι οι ενάγοντες διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή χρεώσεων, εξόδων, επιβαρύνσεων κ.λ.π. για να έχει νόημα να πραγματευτώ περαιτέρω το συγκεκριμένο λόγο ένστασης των εναγομένων. Ενώ ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αφαιρέσει πληρωμές στις οποίες προέβησαν, ως επίσης ότι δεν τους οφείλουν κανένα ποσό, εντούτοις, κανένα αποδεικτικό στοιχείο παραθέτουν, που να αποδεικνύει ότι έγινε οποιαδήποτε πληρωμή από οποιονδήποτε από αυτούς, εκτός από αυτή που έγινε από την εναγόμενη 1 στις 11.11.2001 για το ποσό των £9.045,39 και για την οποία οι ενάγοντες αναφέρονται ρητά στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως. Επιπλέον, αν είχαν ξοφλήσει όφειλαν να παρουσιάσουν σχετική απόδειξη. Είναι γεγονός ότι οι ενάγοντες με την παράγραφο 12 Γ (iii) αξιώνουν εναντίον των εναγομένων τόκους 12% το χρόνο επί του ποσού των £8.204,65, από 5.1.2006 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένους δυο φορές το χρόνο. στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Στη Νεάρχου (ανωτέρω) επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία ικανοποιήθηκε ανάλογη αξίωση, με το σκεπτικό ότι η απόφαση ήταν ορθή, καθότι, επί του προκειμένου υποστηριζόταν από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες κάτι που αναφερόταν ρητά και στην έκθεση απαιτήσεως. Μολονότι και στην περίπτωσή μας, υπάρχει ομολογουμένως ανάλογος όρος στη συμφωνία ενοικιαγοράς, ο οποίος δίνει στους ενάγοντες δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δυο φορές το χρόνο, κάτι που αναφέρεται ρητά και στην παράγραφο 5 Γ της έκθεσης απαιτήσεως, εντούτοις, με κάθε σεβασμό στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχω την ταπεινή γνώμη, ότι, υπό το φως του άρθρου 33
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν. 14/60), δεν έχω εξουσία να επιδικάσω κεφαλαιοποιημένο τόκο. Ακολουθεί ότι επί της συγκεκριμένης αξίωσης των εναγόντων, οι εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να την προβάλουν. Δικαίωμα και/ή άδεια υπεράσπισης όμως και στους τρεις εναγόμενους, θα πρέπει να δοθεί σε σχέση και με τις αιτούμενες θεραπείες της παραγράφου 12 Γ (ii) και Δ της έκθεσης απαιτήσεως και τούτο γιατί, έστω και αν δεν προβάλλεται από τους εναγόμενους συγκεκριμένος λόγος ένστασης, συναφώς με τις θεραπείες αυτές ή οποιοδήποτε στοιχείο υπεράσπισης, εντούτοις, διαπιστώνω ότι την ίδια ώρα, ούτε και οι ενάγοντες, είτε με τα δικόγραφα τους είτε με την αίτηση τους για έκδοση συνοπτικής απόφασης που περικλείει και αυτές τις θεραπείες, προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος ή παραθέτουν κάποιο έγγραφο ή αποδεικτικό στοιχείο που να θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους επί του προκειμένου. Το γεγονός ότι απλώς αξιώνουν το ποσό των £2.216,67, πλέον τόκους 12% το χρόνο επί του ποσού των £8.204,65 από 5.1.2006 μέχρι εξοφλήσεως (επί του ποσού των £8.204,65 για δεύτερη φορά, δεδομένου ότι το αξιώνουν και με την παράγραφο 12 Γ (iii) ) ως επίσης και αποζημιώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 12 Δ της έκθεσης απαιτήσεως, δε με νομιμοποιεί να ικανοποιήσω τις εν λόγω αξιώσεις άνευ άλλου. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να διατυπώσω μερικές σκέψεις σε σχέση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των εναγόμενων. Η ένορκη δήλωση αποτελεί μαρτυρία και σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα δικόγραφα, δεν επιτρέπεται η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών με αυτή. Αν είναι κάτι που επιτυγχάνεται σε τέτοια περίπτωση είναι αποδυνάμωση των θέσεων του μάρτυρα και εξουδετέρωση της πειστικότητας των επιχειρημάτων του, ενώ, την ίδια ώρα και το Δικαστήριο, εξ αντικειμένου έχει σοβαρό πρόβλημα να βασιστεί είτε στις θέσεις είτε στα επιχειρήματα του μάρτυρα, για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει σε τι απ' όσα διαζευκτικά και μερικές φορές αντιφατικά μεταξύ τους βασίζεται ο μάρτυρας. Και κάτι τελευταίο σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι η αίτηση των εναγόντων είναι καταχρηστική, δεδομένου του χρόνου που μεσολάβησε από την ημέρα που καταχωρίστηκαν τα τρία σημειώματα εμφάνισης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης. Είναι γεγονός ότι από τις 14.7.2006 που καταχωρίστηκε το τελευταίο σημείωμα εμφάνισης (από τον εναγόμενο 2) μέχρι και τις 14.2.2007 που καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση μεσολάβησαν 7 μήνες. Αναμφίβολα πρόκειται για μια - σχετικά - μεγάλη περίοδο, κατά την οποία οι ενάγοντες, με δεδομένα τη φύση και το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, υπό το φως και όσων έχουν αναφερθεί στη Νεάρχου (ανωτέρω) επέδειξαν απραξία, για την οποία ουδεμία δικαιολογία έχουν δώσει. Είναι όμως αυτός ικανοποιητικός λόγος για να θεωρήσω την αίτηση καταχρηστική και να την απορρίψω; Έπειτα, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας απόφασης; Απαντώ και στα δυο ερωτήματα. Δεν αποτελεί βάσιμο λόγο, ο προβαλλόμενος από τους εναγόμενους για να απορρίψω την αίτηση, την οποία ούτε και θεωρώ καταχρηστική. Κατάχρηση δικαιώματος θα είχαμε στην περίπτωση που παραχωρούσα στους εναγόμενους το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση, ουσιαστικά χάριν της διαδικασίας, στο μέρος εκείνο της απαίτησης των εναγόντων, που δεν αποκάλυψαν υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα, επαρκή, για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο, θα αποτελούσε και αντινομία συν τοις άλλοις, αφού θα συνεργούσα στη διατήρηση μιας εκκρεμότητας και θα έδινα παράταση σε μια διαδικασία γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι σε μεγάλο βαθμό δεν υπάρχει αντικείμενο προς εκδίκαση. Δε νομίζω ότι σε τέτοια περίπτωση θα εξυπηρετούνταν είτε συμφέροντα των εναγόμενων είτε της ορθής και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθία όσων εκτίθενται πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως ακολούθως: Α) Εναντίον της εναγόμενης 1, ως η παράγραφος 12 Α και Β της έκθεσης απαιτήσεως. Η παράδοση των αντικειμένων, να γίνει εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Β) Εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως η παράγραφος 12 Γ (
  1. i)(iii) της έκθεσης απαιτήσεως, με διαφοροποίηση του ποσού καθώς και των τόκων που θα καταβληθούν επ' αυτού που είναι £8.194,65 και όχι £8.204,65. Αναφορικά με τις αιτούμενες θεραπείες της παραγράφου 12 Γ (
  2. i)- σε σχέση με το ποσό των £10,00 - ii, iii (σε σχέση με το ποσό των £10,00 καθώς και τις κεφαλαιοποιήσεις για ολόκληρο το ποσό των £8.194,65) και Δ, δίδεται άδεια στους εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση, εντός είκοσι
(20)ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, με δεδομένο ότι οι ενάγοντες απέτυχαν σε μέρος της αίτησης, ενώ πέτυχαν στο μεγαλύτερο της μέρος, επιδικάζονται υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων σε ποσοστό 3/4. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.