Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Ιωσήφ Βίκτωρα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3211/98, 23.10.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A129 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3211/98 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου, από την Λευκωσία Εναγόντων και
- Ιωσήφ Βίκτωρα, από την Πάφο Δημήτρης Κοσμά, από την Πάφο
- Δαμιανός Χρυσάνθου, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 23.10.07 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Καλαβάς ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι χρόνων από την ημερομηνία έκδοσής της. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 40, Θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Χριστάκη Δημητρίου - υπαλλήλου των Αιτητών. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα και όπως, άλλωστε, προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση εκδόθηκε την 17.11.98 και με αυτήν οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να πληρώσουν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.858,24 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 διατάσσετο να επιστρέψει στους Αιτητές το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής RH 118 για πώλησή του με δημόσιο πλειστηριασμό και τα έσοδα από την πώληση να διατεθούν για ικανοποίηση της απόφασης. Το εν λόγω αυτοκίνητο επιστράφηκε στους Αιτητές και στις 25.10.99 πουλήθηκε με δημόσιο πλειστηριασμό. Το προϊόν της πώλησης, ήτοι Λ.Κ.110,00 σεντ, διατέθηκε έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Στις 4.11.99 οι Αιτητές προέβηκαν σε καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον του Εναγόμενου 2 και στις 14.9.00 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο εν λόγω Εναγόμενος διατάχθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.70,00 σεντ από 1.10.00 και την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Στις 25.6.01 εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.560,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.10.00 μέχρι 1.5.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 5773/01, το οποίο εισπράχθηκε από την Αστυνομία. Στις 11.11.02 οι Αιτητές προέβηκαν σε καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Ως αποτέλεσμα στις 30.1.03 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 1 διατάχθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.70,00 σεντ από 1.2.03 και την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Εναντίον του Εναγόμενου 3 η αίτηση αποσύρθηκε στις 11.4.03 άνευ βλάβης με άδεια του Δικαστηρίου. Στις 21.1.03 εκδόθηκε δεύτερο διάταγμα είσπραξης εναντίον του Εναγόμενου 2 για το ποσό των Λ.Κ.840,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.6.01 μέχρι 1.5.
- Το οφειλόμενο σήμερα ποσό ανέρχεται στις Λ.Κ.1.848,24 σεντ. Η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ζητείται για να μπορέσουν οι Αιτητές να προχωρήσουν με ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του Εναγόμενου
- Ο κ. Καλαβάς στην αγόρευσή του κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών και να παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο οι Αιτητές διόλου αμέλησαν στην λήψη μέτρων για εκτέλεση της απόφασης. Τουναντίον, έλαβαν όλα τα πρόσφορα μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή. Η Δ.40, θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «Όπου έχουν περάσει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή έχει επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως στους διαδίκους που δικαιούνται σε εκτέλεση ή υποχρεούνται σε πληρωμή ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή για άδεια έκδοσης (εντάλματος) εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί, ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα αναγκαίο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικασθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον οποίο μπορεί να δικασθεί οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα σε μιαν αγωγή. Και είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως που θα ήθελε κρίνει δίκαιους». Προκύπτει σαφώς από τον πιο πάνω θεσμό, ότι η εκτέλεση μιας απόφασης είναι δυνατή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή λαμβάνει χώρα εντός έξι ετών από την έκδοσή της. Στην περίπτωση, όμως, που έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την ημερομηνία έκδοσής της είναι απαραίτητη η άδεια του Δικαστηρίου. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, σελ. 8-9) Στην Αγγλική υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E R 402 τονίσθηκε, ότι ο ενάγων οφείλει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο για την αδράνειά του να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των έξι ετών. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να προχωρήσουν με την διαδικασία είσπραξης και των υπόλοιπων δόσεων των οποίων η πληρωμή καθυστερείτο από τον Εναγόμενο 2 ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση. Το δεύτερο και τελευταίο διάταγμα είσπραξης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 2 αφορούσε καθυστερημένες δόσεις μέχρι και 1.5.
- Οι Αιτητές παρέλειψαν να προχωρήσουν με την ίδια διαδικασία και για τις υπόλοιπες δόσεις που καθυστερούνταν. Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, η διαδικασία για την είσπραξη καθυστερημένων δόσεων μέσω της έκδοσης διατάγματος είσπραξης και στην συνέχεια διά της έκδοσης εντάλματος φυλάκισης καταργήθηκε από της 15.6.
- Παρείχετο, επομένως, στους Αιτητές η ευχέρεια από τον Νόμο να εξασφαλίσουν το λαβείν τους μέσω της πιο πάνω διαδικασίας. Παρέλειψαν, όμως, να πράξουν τούτο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κανένα λόγο δεν έδωσαν που να δικαιολογεί αυτή τους την παράλειψη, η οποία θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθότι το ποσό που εδύνατο να εισπραχθεί με την πιο πάνω διαδικασία δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο αν σκεφθεί κανείς, ότι αυτό καλύπτει ακόμα και το σήμερα οφειλόμενο και, μάλιστα, κατά πολύ. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι μέχρι τις αρχές Ιουνίου του 2002 είχαν ήδη εισπραχθεί τα ποσά των Λ.Κ.110,00 σεντ από τον δημόσιο πλειστηριασμό και των Λ.Κ.560,00 από την εκτέλεση του εντάλματος φυλάκισης με αριθμό 5773/
- Το τελευταίο ποσό εισπράχθηκε από την Αστυνομία στις 11.3.02 και για την είσπραξή του εκδόθηκε η απόδειξη με αριθμό Ε
- Άλλη πληρωμή δεν έγινε. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα το οφειλόμενο κατά την 1.6.02 υπόλοιπο ήταν Λ.Κ.1.858,24 σεντ, που είναι το ποσό της απόφασης, μείον το συνολικό ποσό που εισπράχθηκε των Λ.Κ.670,00 σεντ, ήτοι Λ.Κ.1.188,24 σεντ πλέον τόκους και έξοδα ως η απόφαση με τις ανάλογες προσαρμογές. Είναι στην βάση του πιο πάνω σκεπτικού που μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια, ότι με την διαδικασία της είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση θα εισπράττετο, αν όχι ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος, σίγουρα, πάντως, το ποσό της απαίτησης, ήτοι το υπόλοιπο που προκύπτει αφαιρουμένων των τόκων, των εξόδων της αγωγής και των αιτήσεων που αφορούν τον Εναγόμενο
- Τα ίδια ερωτηματικά απασχολούν το Δικαστήριο σε σχέση και με τον Εναγόμενο
- Εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε καμία από τις δόσεις του. Αν υπήρχαν οποιεσδήποτε πληρωμές εκτός από την είσπραξη του συνολικού ποσού των Λ.Κ.670,00 σεντ ο ενόρκως δηλών θα τις ανέφερε στην ένορκό του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η μόνη αναφορά που κάνει ο ενόρκως δηλών σε πληρωμές είναι οι δύο μόνο που πιο πάνω αναφέρθηκαν και καμία άλλη. Υπό το φως των πιο πάνω εύλογα αναφύεται το ερώτημα γιατί οι Αιτητές δεν προέβηκαν στην διαδικασία της είσπραξης των δόσεων που καθυστερούνταν και από τον Εναγόμενο
- Όπως και γιατί καταχωρήθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση εναντίον του η αίτηση έρευνας ημερομηνίας 11.11.
- Καμία δικαιολογία δεν έδωσε ο ενόρκως δηλών γιατί η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης. Σημαντικό, επίσης, να λεχθεί είναι ότι οι Αιτητές δεν προώθησαν τα μέτρα εκτέλεσης, στα οποία προέβηκαν και εναντίον του Εναγόμενου
- Κανένας λόγος δεν αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα γιατί η αίτηση έρευνας ημερομηνίας 11.11.02 αποσύρθηκε από τους Αιτητές εναντίον του Εναγόμενου 3, ούτε και στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου φαίνεται να αναφέρθηκε από τους Αιτητές ο λόγος της απόσυρσης. Αλλά ούτε και καμία εξήγηση δόθηκε από τον ενόρκως δηλούντα γιατί οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Εναγόμενου αυτού. Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει σαφώς, ότι οι Αιτητές θα μπορούσαν, αν λάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα, να εξασφάλιζαν πλήρως το λαβείν τους χωρίς την ανάγκη εννέα ολόκληρα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης να ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της. Ακόμα και με δεδομένο, ότι η αίτηση έρευνας καταχωρήθηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με μεγάλη καθυστέρηση, τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης αναφορικά με τον Εναγόμενο 1 και ένα χρόνο μετά αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, οι Αιτητές είχαν την ευχέρεια βάση της Νομοθεσίας να εισπράξουν τις καθυστερημένες δόσεις από τους Εναγόμενους 1 και 2 και να εξασφαλίσουν πλήρως το λαβείν τους. Σημειώνεται, ότι το ποσό που εδύνατο να εισπραχθεί από τον Εναγόμενο 1 με την διαδικασία της είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση πριν την κατάργησή της καλύπτει άνετα οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο δεν μπορούσε να καλυφθεί από την διαδικασία είσπραξης εναντίον του Εναγόμενου
- Χώρια που αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 δεν δυνήθηκαν να εκτελέσουν εναντίον του χωρίς καν να δίδεται οποιοσδήποτε λόγος γι' αυτό. Προκύπτει αβίαστα, ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδράνεια στην εκτέλεση της απόφασης, η οποία, συν τοις άλλοις, παρέμεινε ανεξήγητη. Το κυριότερο δε είναι ότι επειδή τώρα εμποδίζονται από τον Νόμο να προχωρήσουν εναντίον του Εναγόμενου 2 με αίτηση είσπραξης των καθυστερημένων υπό αυτού δόσεων, αλλά και του Εναγόμενου 1, ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για να προχωρήσουν με άλλο μέτρο εκτέλεσης προς εξασφάλιση του λαβείν τους. Μόνο που θα μπορούσαν, όπως και πιο πάνω εξηγήθηκε, αν δεν παρέμεναν αδρανείς, να εξασφαλίσουν πλήρως το λαβείν τους. Η ανάγκη για εξασφάλιση της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης προκύπτει ακριβώς από τούτη την αδράνεια που επέδειξαν μέχρι σήμερα στην εκτέλεση της απόφασης. Θα ήταν, όμως, άδικο να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια επειδή οι Αιτητές χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψαν να προωθήσουν την εκτέλεση της απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ τους εντός των έξι ετών και που είχαν κάθε δικαίωμα να κάνουν. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και την τύχη της αίτησης. Τονίζεται, ότι δεν είναι δικαίωμα του ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης μετά τα έξι χρόνια. Το όλο ζήτημα τελεί υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου επαφίεται στην διακριτική του ευχέρεια, η οποία ασκείται δικαστικά και, εν πάση περιπτώσει, προς όφελος του ενάγοντα μόνο επί τη βάση δεδομένων που επιτρέπουν την άσκηση της κατά αυτό τον τρόπο. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχουν τα δεδομένα εκείνα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο