Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέας Αγαπίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3421/99, 31.10.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A131 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3421/99 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόντων και
- Ανδρέας Αγαπίου, από την Πάφο
- Κώστας Τσιακουρής, από την Πάφο
- Γεωργία Αγαπίου, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 31.10.07 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κα Νίκη Κυπριανού για κα Π. Αθηνοδώρου (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Σαββίδου) ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι χρόνων από την ημερομηνία έκδοσής της. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 40, Θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Νεόφυτου Νεοφύτου - υπαλλήλου των Αιτητών. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα και όπως, άλλωστε, προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση εκδόθηκε την 8.11.99 και με αυτήν οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να πληρώσουν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.775,12 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 διατάσσετο να επιστρέψει στους Αιτητές τα ενοικιασθέντα έπιπλα για πώλησή τους με δημόσιο πλειστηριασμό και τα έσοδα από την πώληση να διατεθούν για ικανοποίηση της απόφασης. Στις 7.4.00 οι Αιτητές προέβηκαν σε καταχώρηση αίτησης παρακοής εναντίον του Εναγόμενου 1, η οποία την 1.3.02 απεσύρθη με την άδεια του Δικαστηρίου. Στις 26.7.00 οι Αιτητές προέβηκαν σε καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 και στις 30.4.01 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 3 διατάχθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.100,00 σεντ από 1.6.01 και την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Η αίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 απεσύρθη από τους Αιτητές στις 10.5.01 άνευ βλάβης με την άδεια του Δικαστηρίου. Την 11.1.02 οι Αιτητές προέβηκαν σε εκ νέου καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον του Εναγόμενου 2, η οποία και πάλι απεσύρθη με άδεια του Δικαστηρίου άνευ βλάβης την 11.3.
- Την 1.3.02 οι Αιτητές προέβηκαν σε καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον του Εναγόμενου 1 και την ίδια ημέρα εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 1 διατάχθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.180,00 σεντ από 1.4.02 και την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Εναντίον του Εναγόμενου 3 εκδόθηκαν τέσσερα συνολικά διατάγματα είσπραξης. Το πρώτο εκδόθηκε την 11.3.02 για το ποσό των Λ.Κ.600,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.8.01 μέχρι 1.1.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 3306/
- Το δεύτερο διάταγμα είσπραξης εκδόθηκε την 14.4.03 για το ποσό των Λ.Κ.1.200,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.4.02 μέχρι 1.3.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 4224/
- Το τρίτο διάταγμα είσπραξης εκδόθηκε την 1.12.03 για το ποσό των Λ.Κ.600,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.4.03 μέχρι 1.9.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 10754/
- Το τέταρτο διάταγμα είσπραξης εκδόθηκε την 25.4.05 για το ποσό των Λ.Κ.1.800,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.10.03 μέχρι 1.3.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 3920/
- Τα πιο πάνω αναφερόμενα εντάλματα πλην του εντάλματος με αριθμό 3306/02 δεν έχουν εισπραχθεί από την Αστυνομία. Εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδόθηκαν δύο διατάγματα είσπραξης. Το πρώτο εκδόθηκε την 14.4.03 για το ποσό των Λ.Κ.2.160,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.4.02 μέχρι 1.3.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 4223/
- Το δεύτερο διάταγμα είσπραξης εκδόθηκε την 1.12.03 για το ποσό των Λ.Κ.1.080,00 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει καθυστερημένες δόσεις από 1.4.03 μέχρι 1.9.
- Στην βάση του εν λόγω διατάγματος εκδόθηκε το ένταλμα φυλάκισης με αριθμό 10755/
- Τα εντάλματα φυλάκισης με αριθμούς 4223/03 και 10755/03 δεν έχουν εισπραχθεί από την Αστυνομία. Η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ζητείται για να μπορέσουν οι Αιτητές να προχωρήσουν με ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των Εναγόμενων. Η κα Κυπριανού αγορεύοντας ανέφερε, ότι το σήμερα οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στις Λ.Κ.2.145,00 σεντ και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών και να παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια. Η Δ.40, θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «Όπου έχουν περάσει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή έχει επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως στους διαδίκους που δικαιούνται σε εκτέλεση ή υποχρεούνται σε πληρωμή ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή για άδεια έκδοσης (εντάλματος) εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί, ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα αναγκαίο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικασθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον οποίο μπορεί να δικασθεί οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα σε μιαν αγωγή. Και είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως που θα ήθελε κρίνει δίκαιους». Προκύπτει σαφώς από τον πιο πάνω θεσμό, ότι η εκτέλεση μιας απόφασης είναι δυνατή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή λαμβάνει χώρα εντός έξι ετών από την έκδοσή της. Στην περίπτωση, όμως, που έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την ημερομηνία έκδοσής της είναι απαραίτητη η άδεια του Δικαστηρίου. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, σελ. 8-9) Στην Αγγλική υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E R 402 τονίσθηκε, ότι ο ενάγων οφείλει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο για την αδράνειά του να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των έξι ετών. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να προχωρήσουν με την διαδικασία είσπραξης και των υπόλοιπων δόσεων των οποίων η πληρωμή καθυστερείτο από τον Εναγόμενο 1 ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση. Το δεύτερο και τελευταίο διάταγμα είσπραξης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 αφορούσε καθυστερημένες δόσεις μέχρι και 1.9.
- Οι Αιτητές παρέλειψαν να προχωρήσουν με την ίδια διαδικασία και για τις υπόλοιπες δόσεις που καθυστερούνταν. Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, η διαδικασία για την είσπραξη καθυστερημένων δόσεων μέσω της έκδοσης διατάγματος είσπραξης και στην συνέχεια διά της έκδοσης εντάλματος φυλάκισης καταργήθηκε από της 15.6.
- Παρείχετο, επομένως, στους Αιτητές η ευχέρεια από τον Νόμο να εξασφαλίσουν το λαβείν τους μέσω της πιο πάνω διαδικασίας. Παρέλειψαν, όμως, να πράξουν τούτο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κανένα λόγο δεν έδωσαν που να δικαιολογεί αυτή τους την παράλειψη, η οποία θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθότι το ποσό που εδύνατο να εισπραχθεί με την πιο πάνω διαδικασία ήταν σημαντικό. Συγκεκριμένα, το εξ' αποφάσεως χρέος, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ήταν Λ.Κ.5.775,12 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Τα διατάγματα είσπραξης που εκδόθηκαν και που πιο πάνω αναφέρονται καλύπτουν το πιο πάνω ποσό και συνάμα μεγάλο μέρος των τόκων. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, επίσης, ότι οι δόσεις για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2001 και για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2002, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.400,00 σεντ πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο 3, αφού στις αιτήσεις είσπραξης στην βάση των οποίων εκδόθηκαν τα αντίστοιχα διατάγματα είσπραξης οι δόσεις αυτές δεν συμπεριληφθήκαν, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι είχαν καταβληθεί. Με δεδομένο, ότι η διαδικασία για είσπραξη των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση δεν καταργήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο και εννέα μήνες αργότερα και υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει, ότι παρείχετο στον Αιτητή η ευχέρεια να εξασφαλίσει μέσω της πιο πάνω διαδικασίας και εντός έξι ετών από την έκδοση της απόφασης, αν όχι ολόκληρο το λαβείν του πάντως το μεγαλύτερο μέρος του, και χωρίς την ανάγκη οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης να εξαιτείται της αδείας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της. Προκύπτει, πάντως, ότι το ποσό που δύνατο να εισπραχθεί με την διαδικασία της είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση από τον Εναγόμενο 1 όχι μόνο καλύπτει, αλλά ξεπερνά και, μάλιστα, κατά πολύ το ποσό των Λ.Κ.2.145,00 σεντ, που σύμφωνα με την δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου κατά την αγόρευσή της, είναι το σήμερα οφειλόμενο και το οποίο, θα πρέπει να σημειωθεί, δεν αναφέρεται σε καμία από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Ο ενόρκως δηλών όφειλε να αναφέρει το υπόλοιπο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης (Βλ. Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 19, σελ. 27). Η θέση ότι η απόφαση δεν έχει πλήρως ικανοποιηθεί απέχει από την υποχρέωση αυτή, να τεθεί, δηλαδή, ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή ένορκης μαρτυρίας η πιο πάνω λεπτομέρεια. Αναγνωρίζεται, ότι η έλλειψη μαρτυρίας ή η παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας επί του θέματος δεν επανορθώνεται ούτε και αποκαθίσταται με προφορική σχετική δήλωση εκ μέρους των Αιτητών. Συνεπώς, η δήλωση της κυρίας Κυπριανού κατά την αγόρευσή της ως προς το σημερινό υπόλοιπο δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Διασαφηνίζεται, ότι ο λόγος που πιο πάνω αναφέρθηκε είναι για να καταδειχθεί η σημασία που θα είχε η συνέχιση της διαδικασίας της είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων από τον Εναγόμενο 1 για τους σκοπούς της παρούσης αίτησης υπό την έννοια ότι αν το σημερινό υπόλοιπο είναι αυτό που αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών, τότε με την συνέχιση της πιο πάνω διαδικασίας θα εξασφαλίζετο ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος. Σημαντικό, επίσης, να λεχθεί είναι ότι οι Αιτητές δεν προώθησαν τα μέτρα εκτέλεσης, στα οποία είχαν προβεί και εναντίον του Εναγόμενου
- Κανένας λόγος δεν αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα γιατί και οι δύο αιτήσεις έρευνας, που καταχωρήθηκαν εναντίον του, αποσύρθηκαν από τους Αιτητές, ούτε και στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου φαίνεται να αναφέρθηκε από τους Αιτητές ο λόγος της απόσυρσης. Αλλά ούτε και καμία εξήγηση δόθηκε από τον ενόρκως δηλούντα γιατί οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Εναγόμενου αυτού, όπως με ένταλμα κινητών, μέτρο, το οποίο επιθυμούν να προωθήσουν εναντίον του σήμερα, οκτώ χρόνια μετά την απόφαση. Περαιτέρω, καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γιατί οι Αιτητές δεν ενδιαφέρθηκαν να προχωρήσουν με την διαδικασία του εντάλματος εναντίον της κινητής περιουσίας των Εναγόμενων νωρίτερα. Αν αυτή η περιουσία έχει πρόσφατα αποκτηθεί όφειλε ο ενόρκως δηλών να το αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την αίτηση. Τέτοιος ισχυρισμός, όμως, δεν υπάρχει. Προκύπτει, επομένως, εύλογο το ερώτημα γιατί οι Αιτητές δεν προχώρησαν με αυτήν την διαδικασία νωρίτερα ή εν πάση περιπτώσει εντός της περιόδου των έξι ετών από την έκδοση της απόφασης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει σαφώς, ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδράνεια στην εκτέλεση της απόφασης, η οποία, συν τοις άλλοις, παρέμεινε ανεξήγητη. Το κυριότερο δε είναι ότι επειδή τώρα εμποδίζονται από τον Νόμο να προχωρήσουν εναντίον του Εναγόμενου 3 με αίτηση είσπραξης των καθυστερημένων υπό αυτού δόσεων, αλλά και του Εναγόμενου 1, ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για να προχωρήσουν με άλλο μέτρο εκτέλεσης εναντίον των Εναγόμενων προς εξασφάλιση του λαβείν τους. Η ανάγκη για εξασφάλιση της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης προκύπτει ακριβώς από τούτη την αδράνεια που επέδειξαν μέχρι σήμερα στην εκτέλεση της απόφασης. Δε θα ήταν, όμως, δίκαιο, ούτε και πρόσφορο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια επειδή οι Αιτητές χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψαν να προωθήσουν την εκτέλεση της απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ τους εντός των έξι ετών και που είχαν κάθε δικαίωμα να κάνουν. Ένας εναγόμενος δεν μπορεί να παραμένει υπόλογος σε εκτέλεση για απεριόριστο χρονικό διάστημα και αυτό φρονώ πως είναι το σκεπτικό που διέπει τον Θεσμό
- Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και την τύχη της αίτησης. Τονίζεται, ότι δεν είναι δικαίωμα του ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης μετά τα έξι χρόνια. Το όλο ζήτημα τελεί υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου επαφίεται στην διακριτική του ευχέρεια, η οποία ασκείται δικαστικά και, εν πάση περιπτώσει, προς όφελος του προσώπου που δικαιούται σε εκτέλεση μόνο επί τη βάση δεδομένων που επιτρέπουν την άσκηση της κατά αυτό τον τρόπο. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχουν τα δεδομένα εκείνα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο