← Κύπρος

Χρήστου Αθηνοδώρου ν. Γαβριήλ Γαβριήλ Λουκά, Αρ. Αγωγής: 4051/96, 31.10.07

Χρήστου Αθηνοδώρου ν. Γαβριήλ Γαβριήλ Λουκά, Αρ. Αγωγής: 4051/96, 31.10.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4051/96 Μεταξύ: Χρήστου Αθηνοδώρου Ενάγοντα και Γαβριήλ Γαβριήλ Λουκά Εναγόμενου Ημερομηνία: 31.10.07 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Πηνελόπη Αθηνοδώρου (για να ακούσει απόφαση κα Ελπίδα Σαββίδου ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι χρόνων από την ημερομηνία έκδοσής της. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 40, Θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Ελπίδας Σαββίδου - δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο της δικηγόρου του Αιτητή. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα και όπως προκύπτει και από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση εκδόθηκε την 14.2.97 και με αυτήν ο Εναγόμενος διατάσσετο να πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.6.500,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Στις 26.6.97 ο Αιτητής προέβηκε σε καταχώρηση αίτησης έρευνας εναντίον του Εναγόμενου και στις 24.9.97 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ο εν λόγω Εναγόμενος διατάχθηκε να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.175,00 σεντ από 1.11.97 και την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Συνεπεία της παράλειψης του Εναγόμενου να πληρώνει τις δόσεις του σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 24.9.97, που πιο πάνω αναφέρθηκε, εκδόθηκαν εναντίον του οκτώ συνολικά διατάγματα φυλάκισης. Τα εν λόγω διατάγματα αφορούσαν καθυστερημένες δόσεις από 1.11.97 μέχρι 1.8.99, ήτοι το για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.3.850,00 σεντ. Επειδή ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να μην καταβάλλει τις δόσεις του σύμφωνα με το πιο πάνω διάταγμα ημερομηνίας 24.9.97 εκδόθηκαν περαιτέρω εναντίον του τέσσερα διατάγματα είσπραξης. Τα εν λόγω διατάγματα αφορούσαν καθυστερημένες δόσεις από 1.9.99 μέχρι 1.9.01, ήτοι για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.4.490,96 σεντ. Το συνολικό ποσό για το οποίο εκδόθηκαν τα πιο πάνω αναφερόμενα διατάγματα φυλάκισης και είσπραξης ανέρχεται σε Λ.Κ.8.340,96 σεντ. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως. Η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ζητείται για να μπορέσει ο Αιτητής να εγγράψει ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου. Στις 28.9.07 η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίσθηκε για τον Αιτητή ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος, αν και ρωτήθηκε από το Δικαστήριο, ανέφερε, ότι δεν επιθυμούσε να αγορεύσει επί της αιτήσεως. Η Δ.40, θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «Όπου έχουν περάσει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή έχει επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως στους διαδίκους που δικαιούνται σε εκτέλεση ή υποχρεούνται σε πληρωμή ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή για άδεια έκδοσης (εντάλματος) εκτέλεσης (leave to issue execution). Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί, ότι ο διάδικος που αποτείνεται δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα αναγκαίο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικασθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον οποίο μπορεί να δικασθεί οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα σε μιαν αγωγή. Και είτε στην μια είτε στην άλλη περίπτωση το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως που ήθελε κρίνει δίκαιους». Προκύπτει σαφώς από τον πιο πάνω θεσμό, ότι η εκτέλεση μιας απόφασης είναι δυνατή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι αυτή λαμβάνει χώρα εντός έξι ετών από την έκδοσή της. Στην περίπτωση, όμως, που έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την ημερομηνία έκδοσής της είναι απαραίτητη η άδεια του Δικαστηρίου. Αυτό που αρχικά θα με απασχολήσει είναι αν η εγγραφή ΜΕΜΟ εμπίπτει στον όρο «εκτέλεση» όπως αυτός χρησιμοποιείται στην Διάταξη 40, Θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και, γενικότερα, στην εν λόγω Διάταξη. Σύμφωνα με τον Θεσμό 8, που πιο πάνω αναφέρεται, η άδεια του Δικαστηρίου είναι απαραίτητη, όταν ο ενάγοντας προτίθεται μετά τα έξι χρόνια από την έκδοση της απόφασης να προβεί σε «έκδοση εκτέλεσης» (issue of execution). Το ερώτημα που αναφύεται είναι σε τι συνίσταται η «έκδοση εκτέλεσης». Η απάντηση δίδεται μέσα από την ίδια την Διάταξη 40, η οποία καταπιάνεται με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων μόνο διά της έκδοσης ενταλμάτων εκτέλεσης (writs of execution). Επομένως, η έκδοση εκτέλεσης δεν μπορεί να σημαίνει άλλο από την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Χαρακτηριστικά ο Θεσμός 4 αναφέρεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται πριν την έκδοση ενός εντάλματος εκτέλεσης (writ of execution). Ο Θεσμός 5 στην σφράγιση ενός εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 6 στον τρόπο εκτέλεσης ενός εντάλματος εκτέλεσης για ανάκτηση χρημάτων. Ο Θεσμός 7 στην ευχέρεια που έχει πρόσωπο που εξασφάλισε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου για πληρωμή χρημάτων ή εξόδων να αποταθεί για την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 14 στην περίοδο ισχύος ενός εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 15 στην ευχέρεια που έχει ο εντεταλμένος για την εκτέλεση εντάλματος εκτέλεσης ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο που επηρεάζεται από την εκτέλεση να αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα. Τέλος, οι Θεσμοί 16 και 17 αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο εκτελείται ένα ένταλμα εκτέλεσης, όταν αυτό πρόκειται να εκτελεσθεί εκτός της επαρχίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το διάταγμα. Ο Θεσμός 8 της δικής μας Διάταξης 40 είναι παρόμοιος με τον Θεσμό 23 της Διάταξης 42 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Και εκεί χρησιμοποιείται ο ίδιος ακριβώς όρος της έκδοσης εκτέλεσης. Η ερμηνεία του όρου δίδεται από τον Θεσμό 8 της Διάταξης 42 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Συγκεκριμένα, με τον όρο «έκδοση εκτέλεσης εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου» εννοείται η έκδοση εντάλματος εκτέλεσης εναντίον του προσώπου ή της περιουσίας του διαδίκου αυτού. Στη σελίδα 2 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, σελίδα 2 αναφέρονται τα ακόλουθα: «In a narrower sense, it (the word execution) means the enforcement of those judgments or orders (of courts of justice) by a public officer under the writs of fieri facias . sequestration, attachment, possession, delivery. etc». Σε μετάφραση: «Με την στενότερη έννοια ο όρος «εκτέλεση» σημαίνει την εκτέλεση εκείνων των αποφάσεων ή διαταγμάτων (των Δικαστηρίων) από δημόσιο λειτουργό με τα εντάλματα του fieri facias . της κατάσχεσης, σύλληψης, κατοχής, παράδοσης . κλπ.». Στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 19 γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με ένταλμα εκτέλεσης (enforcement by execution) και στην εκτέλεση με τρόπο άλλο από την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης (enforcement otherwise than by execution). Στις σελίδες 25-26 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου για να εκδοθεί ένα ένταλμα εκτέλεσης. Όπως στην Κύπρο έτσι και στην Αγγλία τέτοια άδεια χρειάζεται όταν, μεταξύ άλλων, έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την έκδοση της απόφασης. Διάκριση ανάμεσα στα δύο γίνεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16. Στο σύγγραμμα αυτό οι διαδικασίες για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με τρόπο άλλο από την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης αναφέρονται ως «ανάλογες διαδικασίες» (analogous proceedings). Προκύπτει από τα πιο πάνω, πως η άδεια του Δικαστηρίου είναι απαραίτητη μόνο όταν το πρόσωπο που δικαιούται σε εκτέλεση προτίθεται μετά την πάροδο έξι χρόνων από την έκδοση της απόφασης να προχωρήσει με ένταλμα εκτέλεσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής δεν προτίθεται να προβεί σε εκτέλεση της απόφασης δια της έκδοσης εντάλματος εκτέλεσης, αλλά διά της εγγραφής ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου. Συνάγεται, όμως, από τα πιο πάνω, ότι η εγγραφή ΜΕΜΟ, παρόλο που εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «εκτέλεση», όπως αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου εκτέλεση, όπως ο εν λόγω όρος χρησιμοποιείται στον Θεσμό 8 της Διάταξης40. Συνεπώς, ο θεσμός 8 και, γενικότερα, η Διάταξη 40 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Επομένως, στην περίπτωση, όπως η παρούσα, που ο ενάγοντας επιθυμεί να προχωρήσει με εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας εναγόμενου μετά τα έξι χρόνια από την έκδοση της απόφασης, δεν χρειάζεται προηγουμένως να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που λανθάνομαι αναφορικά με τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν ο Αιτητής δικαιούται στην αιτουμένη άδεια. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, σελ. 8-9) Στην Αγγλική υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider

(1948)2 All E R 402 τονίσθηκε, ότι ο ενάγων οφείλει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο για την αδράνειά του να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των έξι ετών. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ότι ο Αιτητής δεν προέβηκε σε καταχώρηση αίτησης είσπραξης για τις υπόλοιπες δόσεις των οποίων την πληρωμή καθυστερούσε. Το δωδέκατο και τελευταίο διάταγμα είσπραξης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου αφορούσε καθυστερημένες δόσεις μέχρι και 1.9.
  1. Ο Αιτητής παρέλειψε να προχωρήσει με την ίδια διαδικασία για τις υπόλοιπες καθυστερημένες δόσεις. Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, η διαδικασία για την είσπραξη καθυστερημένων δόσεων μέσω της έκδοσης διατάγματος είσπραξης και στην συνέχεια διά της έκδοσης εντάλματος φυλάκισης καταργήθηκε από της 15.6.
  2. Παρείχετο, επομένως, στον Αιτητή η ευχέρεια από τον Νόμο να εξασφαλίσει το λαβείν του μέσω της πιο πάνω διαδικασίας. Παρέλειψε, όμως, να πράξει τούτο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κανένα λόγο δεν έδωσε που να δικαιολογεί την παράλειψή του αυτή, η οποία θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθότι το ποσό που εδύνατο να εισπραχθεί με την πιο πάνω διαδικασία πριν την κατάργησή της καλύπτει ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος. Συγκεκριμένα, το εξ' αποφάσεως χρέος ήταν Λ.Κ.6.500,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Τα διατάγματα φυλάκισης και είσπραξης που εκδόθηκαν καλύπτουν όχι μόνο το πιο πάνω ποσό, αλλά και μεγάλο μέρος των τόκων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου οι τόκοι μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της τελευταίας αίτησης είσπραξης ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.491,66 σεντ. Ποσό ύψους Λ.Κ.1.840,96 σεντ από τους τόκους καλύπτεται από τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα φυλάκισης και είσπραξης. Ως αποτέλεσμα κατά την 26.11.01 εκκρεμούσε για είσπραξη το ποσό των Λ.Κ.650,70 σεντ τόκοι πλέον Λ.Κ.385,50 σεντ έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκοι προς 8% ετησίως επί του ποσού των εξόδων από 14.2.97 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.118,00 σεντ έξοδα της αίτησης έρευνας πλέον ΦΠΑ προς 8%. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την τελευταία αίτηση είσπραξης το εξ' αποφάσεως χρέος δεν εξοφλείτο με τα ποσά, για τα οποία εκδόθηκε το τελευταίο διάταγμα είσπραξης. Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς μου οι τόκοι επί των εξόδων μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της τελευταίας αίτησης είσπραξης ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ.147,
  3. Επομένως, στην πραγματικότητα κατά την 26.11.01 εκκρεμούσε για είσπραξη το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.311,42 σεντ, ήτοι Λ.Κ.650,70 σεντ τόκοι, Λ.Κ.385,50 σεντ έξοδα αγωγής και απόφασης, Λ.Κ.147,78 σεντ τόκοι επί των εξόδων και Λ.Κ.127,44 σεντ έξοδα της αίτησης έρευνας. Στην πραγματικότητα, όμως, το αληθινό ποσό που εκκρεμούσε για είσπραξη κατά την 26.11.01 ήταν μικρότερο του ποσού των Λ.Κ.1.311,42 σεντ που πιο πάνω αναφέρεται. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, κάποια από τα εντάλματα φυλάκισης που εκδόθηκαν εναντίον του Εναγόμενου, όπως τα εντάλματα με αριθμούς 5052/98, 9630/98, 11764/98, 1154/99 και 6447/99, εκτελέστηκαν από την Αστυνομία και εισπράχτηκαν πριν την πιο πάνω ημερομηνία. Επειδή το ποσό επί του οποίου υπολογίζονταν οι τόκοι μειωνόταν κάθε φορά που γινόταν πληρωμή από την εκτέλεση και είσπραξη των ενταλμάτων, οι τόκοι μέχρι την 26.11.01 ήταν σαφώς λιγότεροι από το ποσό των Λ.Κ.650,70 σεντ που πιο πάνω υπολογίσθηκε και, επομένως, το ποσό που εκκρεμούσε για είσπραξη κατά την 26.11.01 μικρότερο από Λ.Κ.1.311,42 σεντ. Όπως και να έχει το πράγμα, με δεδομένο, ότι η διαδικασία για είσπραξη των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση δεν καταργήθηκε παρά μόνο τρία χρόνια και τέσσερις μήνες αργότερα και εν' όψει του ύψους του ποσού που εκκρεμούσε προς είσπραξη προκύπτει, ότι παρείχετο άνετα στον Αιτητή η ευχέρεια να εξασφαλίσει το λαβείν του μέσω της πιο πάνω αναφερόμενης διαδικασίας εντός έξι ετών από την έκδοση της απόφασης και χωρίς την ανάγκη δέκα και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης να εξαιτείται της αδείας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της. Περαιτέρω καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γιατί ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε καταχώρηση ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου εντός των έξι ετών από την έκδοση της απόφασης. Αν η ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου έχει πρόσφατα αποκτηθεί όφειλε η ενόρκως δηλούσα να το αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση. Τέτοιος ισχυρισμός, όμως, δεν υπάρχει. Προκύπτει, επομένως, εύλογο το ερώτημα γιατί ο Αιτητής δεν καταχωρούσε ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου εντός της πιο πάνω αναφερομένης περιόδου. Άλλωστε, τίποτα δεν τον εμπόδιζε να προωθήσει αυτό το μέτρο ταυτόχρονα με την διαδικασία εκτέλεσης που ακολούθησε στην αγωγή. Προκύπτει αβίαστα, ότι ο Αιτητής επέδειξε αδράνεια στην εκτέλεση της απόφασης, η οποία, συν τοις άλλοις, παρέμεινε ανεξήγητη. Το κυριότερο δε είναι ότι επειδή τώρα εμποδίζεται από τον Νόμο να προχωρήσει εναντίον του Εναγόμενου με αίτηση είσπραξης των καθυστερημένων υπό αυτού δόσεων, ζητά την άδεια του Δικαστηρίου, για να προχωρήσει με άλλο μέτρο εκτέλεσης προς εξασφάλιση του λαβείν του. Μόνο που θα μπορούσε, όπως και πιο πάνω εξηγήθηκε, αν δεν παρέμενε αδρανής, να εξασφάλιζε πλήρως το λαβείν του συνεχίζοντας εναντίον του Εναγόμενου την διαδικασία είσπραξης των καθυστερημένων δόσεων ως χρηματική ποινή που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση. Η ανάγκη για εξασφάλιση της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης προκύπτει ακριβώς από τούτη την αδράνεια που επέδειξε μέχρι σήμερα στην εκτέλεση της απόφασης. Δεν θα ήταν, όμως, δίκαιο, ούτε επωφελές για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια επειδή ο Αιτητής χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψε να προωθήσει την εκτέλεση της απόφασης που είχε εκδοθεί υπέρ του εντός των έξι ετών και που είχε κάθε δικαίωμα να κάνει. Ένας εναγόμενος δεν μπορεί να παραμένει υπόλογος σε εκτέλεση για απεριόριστο χρονικό διάστημα και αυτό φρονώ πως είναι το σκεπτικό που διέπει τον Θεσμό
  4. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και την τύχη της αίτησης. Τονίζεται, ότι δεν είναι δικαίωμα του ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης μετά τα έξι χρόνια. Το όλο ζήτημα τελεί υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου. Το αν θα δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου επαφίεται στην διακριτική του ευχέρεια, η οποία ασκείται δικαστικά και, εν πάση περιπτώσει, προς όφελος του ενάγοντα μόνο επί τη βάση δεδομένων που επιτρέπουν την άσκηση της κατά αυτό τον τρόπο. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχουν τα δεδομένα εκείνα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του Αιτητή. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.