← Κύπρος

ALPROCHOICE SECURITIES LTD ν. Ιωάννη Παπασάββα, Αγωγή 75/05, 27.11.2007

ALPROCHOICE SECURITIES LTD ν. Ιωάννη Παπασάββα, Αγωγή 75/05, 27.11.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 75/05 A.L.PROCHOICE SECURITIES LTD Ενάγοντες V Ιωάννη Παπασάββα Εναγομένου _____________________ 27.11.2007 Για τους Ενάγοντες: κ. Μιχάλης Ιωάννου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Μυτίδης) Για τον Εναγόμενο: κ. Στάθης Ερωτοκρίτου για κ. Νίκο Παπαθεοχάρους ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.01.2005 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου για: «Α. Λ.Κ.14.600,22.-, ποσό οφειλόμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού και/ή συμφωνηθείσα αμοιβή και/ή αποζημιώσεις για χρήματα πληρωθέντα από την Ενάγουσα για λογαριασμό του Εναγομένου κατ' εντολήν του για την αγορά μετοχών και/ή αξιών και/ή άλλως πως. Β. Τόκο 9% το χρόνο από 20.07.2000, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Γ. Εξοδα αγωγής, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α.». Δικόγραφα Η απαίτηση των Εναγόντων, οι οποίοι είναι χρηματιστηριακή εταιρεία μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού για αγορά και πώληση μετοχών (αξιών), στις οποίες οι Ενάγοντες προέβησαν κατόπιν οδηγιών του Εναγομένου, που όπως ισχυρίζονται, σε κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν εντολέας τους για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης για την περίοδο 03.05.2000 μέχρι 20.07.2000 οι Ενάγοντες εκτέλεσαν εντολές του Εναγόμενου, διεξήγαγαν εργασίες και πρόσφεραν υπηρεσίες, ως χρηματιστές του, για αγορά και πώληση μετοχών (αξιών) για λογαριασμό του Εναγόμενου, χωρίς να απαιτείται η προπληρωμή τους, μέχρι την παράδοσή τους και οι χρεοπιστώσεις κρατούνταν σε τρεχούμενο λογαριασμό. Για τις πιο πάνω χρηματιστηριακές συναλλαγές οι Ενάγοντες, όπως ισχυρίζονται, πλήρωσαν χρήματα για λογαριασμό του Εναγόμενου και ο Εναγόμενος υπέχει ευθύνης και/ή κατέστη υπόχρεος να πληρώσει στους Ενάγοντες τα ποσά των συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών και της αμοιβής τους, που συνολικά ανέρχονται στο ποσό των £14.600,22.- Οπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, ο Εναγόμενος ενημερωνόταν για τις συγκεκριμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές και αντίγραφα του λογαριασμού του δίνονταν και αποστέλλονταν σε αυτόν, στα οποία φαίνονται καθαρά οι χρεώσεις από αγορά αξιών και οι πιστώσεις από πωλήσεις αξιών, καθώς και οι πληρωμές που έκανε ο Εναγόμενος, ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε την ορθότητα του λογαριασμού. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι αξίωσαν επανειλημμένα από τον Εναγόμενο την εξόφληση της οφειλής του, αλλά αυτός δεν το έπραξε, με επακόλουθο την καταχώρηση της αγωγής. Στην έκθεση υπεράσπισής του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε ήταν εντολέας των Εναγόντων για χρηματιστηριακές πράξεις, ότι ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε εντολή για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων για λογαριασμό του, ότι δεν υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι το κατ' ισχυρισμό πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και παράνομο, καθότι οι Ενάγοντες ασκούσαν τραπεζικές και/ή χρηματιστηριακές εργασίες και χρηματοδοτήσεις χωρίς να κατέχουν σχετική από το νόμο άδεια. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη φέρει έναντι των Εναγόντων και ότι ουδέποτε κατέστη υπόχρεος να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς με οποιαδήποτε πράξη και/ή παράλειψή του, καθώς και ότι ουδέποτε παρέλαβε και/ή ενημερώθηκε για τις χρεώσεις και/ή πιστώσεις, που κατ' ισχυρισμό, πραγματοποίησαν οι Ενάγοντες για λογαριασμό του. Τέλος ισχυρίζεται ότι στη μόνη ενέργεια στην οποία προέβη ήταν να ανοίξει κωδικό αριθμό στο γραφείο εντολών των Εναγόντων στην Πάφο, παραδίδοντας μάλιστα και τους τίτλους 5000 μετοχών της εταιρείας ERA SPLIT INCOME LTD και 22000 μετοχών της εταιρείας AIANTAS INVESTMENTS LTD, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, την επιστροφή των οποίων αξιώνει ανταπαιτητικά. Στην απάντησή τους στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Εναγομένου οι Ενάγοντες, αφενός μεν αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και υιοθετούν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής τους, αφετέρου δε ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος έδινε τις εντολές του για αγορά και πώληση μετοχών στον αντιπρόσωπο των Εναγόντων στην Πάφο κ. Σάββα Τζιωνή, ο οποίος με τη σειρά του τις διαβίβαζε στους Χρηματιστηριακούς Εκπροσώπους των Εναγόντων στο Χρηματιστήριο (στο πάτωμα). Επιπλέον ισχυρίζονται ότι υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Εναγόμενο και ότι υπάρχει βεβαίωση από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) ότι τη συγκεκριμένη περίοδο οι Ενάγοντες ήταν μέλος του ΧΑΚ, καθώς και ότι ο Εναγόμενος ενημερωνόταν αμέσως από τους Ενάγοντες μετά την εκτέλεση των πράξεών του και επισκεπτόταν και πολύ τακτικά το γραφείο των Εναγόντων στην Πάφο, όπου ετύγχανε πλήρους ενημέρωσης για τις χρηματιστηριακές του συναλλλαγές. Μαρτυρικό υλικό Για τους Ενάγοντες κλήθηκε και έδωσε προφορική μαρτυρία ο Διευθύνων Σύμβουλός τους κ. Ανδρέας Λεωνίδου (Μ.Ε.1). Για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο ο ίδιος. Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν, από την πλευρά των Εναγόντων πέντε

(5)συνολικά τεκμήρια, τα οποία έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή, τόσο το μάρτυρα των Εναγόντων, όσο και τον ίδιο τον Εναγόμενο, να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Σε σχέση με τα όσα είπε ο Μ.Ε.1 κρίνεται σκόπιμη η καταγραφή των ακόλουθων σημαντικών, κατά την κρίση πάντα του Δικαστηρίου, παρατηρήσεων: 1) Στην αρχή της κυρίως εξέτασής του ισχυρίσθηκε ότι η προηγούμενη ονομασία των Εναγόντων ήταν A.L. Prochoice Ltd και ότι μετονομάσθηκαν σε A.L. Prochoice Securities Ltd. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Μ.Ε.1 δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ενόψει του ότι αφενός μεν δεν αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόντων, ούτε στην έκθεση απαίτησης, ούτε στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Εναγομένου (βλ. Μερκής V Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1096 και Βοσκού κ.α. V Ζήνωνος
(2003)1(Β) ΑΑΔ 695) και δεν δικογραφείται έστω και κάποιος σχετικός, με το συγκεκριμένο ζήτημα, γενικός ισχυρισμός, που θα μπορούσε καταρχήν να υποστηριχθεί με αυτή τη μαρτυρία (βλ. Νικήτα V Κ.Ο.Α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 344 στις σελ. 348-350), αφετέρου δε δεν πρόκειται για περίπτωση, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, στην οποία η συγκεκριμένη μαρτυρία κρίνεται αξιόπιστη, έτσι ώστε να διαταχθεί η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης από το Δικαστήριο (βλ. Constantin V Αντωνιάδη
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1701 και Ερωτοκρίτου κ.α. V Καραολή
(1998)1 ΑΑΔ 445). Οι λόγοι που η επίμαχη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν κρίνεται αξιόπιστη είναι διότι, αφενός μεν ο ίδιος δεν προσδιόρισε πότε χρονικά έγινε η αλλαγή του ονόματος των Εναγόντων και δεν ανέφερε για ποιο συγκεκριμένο λόγο και με βάση ποια νομοθετική διάταξη έγινε αυτό (το μόνο που ανέφερε, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, είναι ότι η μετονομασία έγινε για χρηματιστηριακούς λόγους), ούτε κατέθεσε, ως τεκμήριο, οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που να το αποδεικνύει, παρόλο που ισχυρίσθηκε ότι είχε στην κατοχή του αυτό το πιστοποιητικό, αφετέρου δε διότι από το περιεχόμενο του Τεκ. 1, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου για την περίοδο από 01.06.1999 μέχρι 31.08.2003 (στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη περίοδος) ήταν η εταιρεία A.L. Prochoice Securities Ltd και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή έστω νύξη για λειτουργία των Εναγόντων, ως μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, την περίοδο αυτή με το όνομα A.L. Prochoice Ltd. 2) Προχωρώντας έτι περαιτέρω το προηγούμενο σκεπτικό του Δικαστηρίου εντοπίζεται ζήτημα αποδεικτικής σύνδεσης και συσχετισμού του περιεχομένου των Τεκ. 2, 3 και 5 με τους Ενάγοντες, ενόψει του ότι αυτά αφορούν εταιρεία με το όνομα A.L. Prochoice Ltd και όχι τους Ενάγοντες. Ανεξάρτητα από την ανωτέρω επισήμανση, οφείλω να παρατηρήσω, σε σχέση με την αποδεικτική αξία του περιεχομένου του Τεκ. 3, ότι δεν αποτελεί αφ' εαυτού απόδειξη των γεγονότων που καταγράφει (βλ. A.L. Mantovani & Sons Ltd V Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 156). Από το περιεχόμενο δε του Τεκ. 5 προκύπτει σαφέστατα και νέο ζήτημα αξιοπιστίας του Μ.Ε.1, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο στάλθηκε στις 23.01.2001, όταν, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκ. 1, οι Ενάγοντες τη συγκεκριμένη ημερομηνία, φαίνεται ότι λειτουργούσαν, ως μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, με το όνομα A.L. Prochoice Securities Ltd και όχι με το όνομα A.L. Prochoice Ltd. 3) Η βασική θέση του Μ.Ε.1, την οποία προώθησε στη μαρτυρία του, ήταν ότι τις εντολές για την αγορά και πώληση των μετοχών, που φαίνονται στο Τεκ. 3, ο Εναγόμενος τις έδινε στον αντιπρόσωπο των Εναγομένων στην Πάφο κ. Σάββα Τζιωνή, ο οποίος στη συνέχεια τις διαβίβαζε στους χρηματιστές των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, για εκτέλεση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Μ.Ε.1 συνάδει πλήρως και με τους δικογραφημένους, στις παρ. 2 και 3 της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ο ίδιος ο Μ.Ε.1 προσωπικά, όπως σαφέστατα προκύπτει από τη μαρτυρία του, ουδέποτε έλαβε απευθείας εντολή από τον Εναγόμενο για τη διενέργεια οποιωνδήποτε, από τις περιλαμβανόμενες στο Τεκ. 3, χρηματιστηριακών πράξεων και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του ότι ο Εναγόμενος έδωσε πράγματι εντολές για τη διενέργεια αυτών των χρηματιστηριακών πράξεων είναι, δίχως άλλο, εξ' ακοής μαρτυρία (άρθρο 23 Κεφ. 9). Το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 24
(1)του Κεφ. 9, επέτρεψε την εισαγωγή και παρουσίαση του συγκεκριμένου ισχυρισμού του Μ.Ε.1, κατά την ακρόαση. Αυτό που απομένει να αποφασισθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του Κεφ. 9, είναι η βαρύτητα που θα προσδοθεί σε αυτή τη μαρτυρία. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, αφενός μεν ο κ. Σάββας Τζιωνής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει, παρόλο που η υπόθεση αναβλήθηκε για το σκοπό αυτό σε τρεις συνεχόμενες ημερομηνίες, μετά από έγκριση σχετικών αιτημάτων του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόντων, αφετέρου δε του γεγονότος ότι η πλευρά των Εναγόντων, όπως φαίνεται από το φάκελο της δικογραφίας, ουδέποτε κλήτευσε το συγκεκριμένο μάρτυρα με τον ορθό τρόπο, δηλ. με την έκδοση κλήσης μάρτυρα, αρκούμενη προφανώς στις διαβεβαιώσεις του ότι θα προσέλθει, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να προσδώσω καμιά βαρύτητα στη συγκεκριμένη εξ' ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.1. 4) Με το ίδιο σκεπτικό δεν προσδίδω καμιά βαρύτητα στον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος ενημερώθηκε από τον κ. Σάββα Τζιωνή, τόσο για το περιεχόμενο του Τεκ. 2, όσο και για τη διαδικασία, που ακολουθούσαν οι Ενάγοντες, για την αγορά και πώληση μετοχών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε και στη θέση του ότι ο Εναγόμενος ενημερωνόταν πλήρως για όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις του Τεκ. 3, καθώς και σε αυτή την περίπτωση ο Μ.Ε.1 ισχυρίσθηκε ότι τα σχετικά contract notes αποστέλλονταν στον αντιπρόσωπο των Εναγόντων στην Πάφο κ. Σάββα Τζιωνή, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδιδε στον Εναγόμενο. 5) Ωσαύτως δεν προσδίδω καμιά βαρύτητα στον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος επισκεπτόταν καθημερινά, κατά την επίδικη περίοδο, το γραφείο των Εναγόντων στην Πάφο για αγοροπωλησία μετοχών, καθώς και για το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως σαφέστατα προκύπτει, από τη μαρτυρία του, ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική γνώση, αλλά απλά και μόνο σχετική πληροφόρηση από τον κ. Σάββα Τζιωνή. 6) Επιπρόσθετα των όσων έχουν προαναφερθεί είναι σημαντικό να καταγραφεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1, με τη μη προσέλευση του κ. Σάββα Τζιωνή, έχει παραμείνει ουσιαστικά μετέωρη και ατεκμηρίωτη, στα σημεία, που έχουν επισημανθεί ανωτέρω. 7) Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ότι για όλες τις αγορές και πωλήσεις, στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος, εκδίδονταν contract notes, επισημαίνω ότι αυτά δεν παρουσιάσθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Μ.Ε.1 να παραμένει μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Για τους λόγους που έχω προσπαθήσει να εξηγήσω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, με συνέπεια τη μη απόσειση από τους ώμους των Εναγόντων του βάρους απόδειξης της υπόθεσής τους (βλ. Mantovani (ανωτέρω) και Marketrends Insurance Ltd V Ανδρέα Μιχαήλ κ.α, Πολ. Εφεση 11951, ημερ. 27.07.2006). Από την άλλη ο Εναγόμενος, στην ένορκη μαρτυρία του, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Κρίνω ότι δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησής του, καθώς η εκδοχή που υποστήριξε στο Δικαστήριο είναι λιγότερη πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.α V Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858 στη σελ. 1868). Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό: Η εκδοχή του ήταν ότι υπέγραψε κάποιο χαρτί (το πληρεξούσιο έγγραφο -Τεκ. 2), χωρίς να το διαβάσει, διότι του είπαν ότι το υπογράφουν όλοι, για να μπορεί να πωλήσει μετοχές και ότι για αυτό το σκοπό παρέδωσε στο γραφείο των Εναγόντων στην Πάφο τις μετοχές της Aiantas Investments Ltd και της Era Split Income Ltd. Δεν πούλησε όμως, ούτε αγόρασε, όπως υποστήριξε, οποιεσδήποτε μετοχές και δη τις μετοχές του Τεκ. 3. Το ερώτημα που εύλογα δημιουργείται είναι, αφού δεν έκανε κάτι τέτοιο, γιατί δεν απάντησε άμεσα και δεν αμφισβήτησε έμπρακτα το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων (Τεκ. 5), όπως θα αναμενόταν λογικά να γίνει από κάποιον που αίφνης του ζητούν να πληρώσει, χωρίς λόγο και αιτία, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του, το ποσό των £14.600,22.-; Επιπλέον γιατί ανέμενε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το επίδικο χρονικό διάστημα, για να διεκδικήσει την επιστροφή των μετοχών των εταιριών Aiantas και Era και δεν προχώρησε άμεσα στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του; Ετι περαιτέρω γιατί, εφόσον δεν είχε δώσει οποιαδήποτε εντολή για αγορά των μετοχών της Φαρμακάς και άρα ουσιαστικά θεωρούσε ότι οι συγκεκριμένες μετοχές δεν του ανήκαν, προχώρησε τον Ιούλιο του 2001 στη χαριστική μεταβίβασή τους στη σύζυγό του (Τεκ. 4 και μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου); Ο ισχυρισμός του ότι το έκανε για να τις «προστατεύσει» και για να αναγκάσει τους Ενάγοντες να του επιστρέψουν τις μετοχές της Aiantas και της Era, αντίκειται στην κοινή λογική και ούτως ή άλλως συνιστά, με τον τρόπο που έχει παρουσιασθεί από τον ίδιο, συμπεριφορά, που ενδεχομένως ενέχει το στοιχείο της παρανομίας και επί της οποίας ο ίδιος δεν μπορεί να οικοδομήσει και να απαιτήσει τη διεκδίκηση νομίμων δικαιωμάτων. Πέραν των ανωτέρω ήταν εμφανής η προσπάθεια και η έγνοια του Εναγόμενου να πει στο Δικαστήριο την εκδοχή του και μόνο, χωρίς ουσιαστική διάθεση να απαντήσει και να αντιμετωπίσει τις ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόντων. Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, καταγράφω την αδικαιολόγητη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άρνησή του να διαβάσει τον τίτλο του Τεκ. 2, όταν του ζητήθηκε από τον κ. Ιωάννου, σε μια εμφανή προσπάθειά του, όπως τουλάχιστον το Δικαστήριο ερμηνεύει τη στάση του, να μην ακουσθούν οι λέξεις «πληρεξούσιο έγγραφο». Με το πιο πάνω σκεπτικό απορρίπτω τη μαρτυρία του Εναγόμενου ως παντελώς αναξιόπιστη, κατάληξη που αναπόφευκτα οδηγεί, όπως έχει προαναφερθεί, στην απόρριψη της ανταπαίτησής του. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, τόσο η απαίτηση, όσο και η ανταπαίτηση, απορρίπτονται, ως αναπόδεικτες. Ενόψει της πλήρους αποτυχίας, τόσο της αγωγής, όσο και της ανταπαίτησης, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού - μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο - βαρύτητα εξ' ακοής μαρτυρίας - βάρος απόδειξης - αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.