← Κύπρος

Μαρίας Κουρζέλ ν. LAOURIS HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 663/06, 14.12.2007

Μαρίας Κουρζέλ ν. LAOURIS HOLDINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 663/06, 14.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 663/06 Μεταξύ: Μαρίας Κουρζέλ από την Πάφο Ενάγουσας Και

  1. LAOURIS HOLDINGS LTD από την Πάφο
  2. Γεώργιου Λαούρη από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 14.12.2007 Αίτηση ημερ. 4.10.2007 και Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 8.10.2007 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια κ. Αλ. Αλεξάνδρου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Γ. Μαυρέσης) Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση κ. Α. Παπαχαραλάμπους για κ. Γεωργιάδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Α. Σοφιανού) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση η Ενάγουσα πέτυχε την έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στην εναγομένη 1 καθ΄ ης η αίτηση από το να «απαλλοτριώσει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει το ακίντο το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της με αρ. Τεμ. 394, Φ.Σχ. LI/2 με αριθμό εγγραφής 0/30162 που ευρίσκεται στον Μούταλλο στην Πάφο μέχρι εκδικάσεως της αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Αυτό είναι το δεύτερο διάταγμα δέσμευσης περιουσίας που εκδίδεται στη παρούσα υπόθεση. Στις 5.4.2006 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο δεσμευόταν το 1/3 μερίδιο ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγομένης 1 εταιρείας. Μετά την επίδοση του διατάγματος η καθ΄ης η αίτηση δέχθηκε όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο και συνακόλουθα το εν λόγω διάταγμα οριστικοποιήθηκε εκ συμφώνου στις 8.5.
  3. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η Ενάγουσα Αιτήτρια αναφέρεται στα γεγονότα που αφορούν την απαίτηση στην παρούσα υπόθεση τα οποία σε συντομία είναι τα ακόλουθα: Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία που ασχολείται με την κατασκευή και πώληση κατοικιών και διαμερισμάτων και γενικά με την αξιοποίηση και εκμετάλλευση ακινήτων και ο Εναγόμενο 2 είναι ο κύριος μέτοχος και διευθυντής της. Η Ενάγουσα εργοδοτείτο κατά καιρούς ως υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας. Περί τις 21.11.2001 η Ενάγουσα συνήψε γραπτή συμφωνία αγοράς μιας κατοικίας που θα ανήγειρε η Εναγομένη 1 έναντι του ποσού των £50.000 και περί τις 21.5.2002 συνήψε γραπτή συμφωνία αγοράς ενός διαμερίσματος το οποίο θα ανήγειρε η Εναγομένη 1 για ποσό £15.000 έναντι του οποίου κατέβαλε ποσό £5.
  4. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εξ υπαιτιότητος της εναγομένης 1 δεν προωθήθηκε η ανέγερση και παράδοση των δύο πωληθέντων ακινήτων και έγινε νέα συμφωνία στις 25.9.2003 με την οποία συμπληρώνετο ή τροποποιείτο η συμφωνία αγοράς κατοικίας και ακυρώνετο η δεύτερη με πρόνοια πως το ποσό των £5.000 που είχε καταβληθεί για την αγορά του διαμερίσματος θα λαμβάνετο υπόψη στα πλαίσια της νέας αυτής συμφωνίας. Αποτελούσε όρο της γραπτής συμφωνίας ημερ. 25.9.2003 ότι από το τίμημα πώλησης των £50.000 το ποσό των £48.584 είχε ήδη καταβληθεί από την αιτήτρια. Είχε επίσης συμφωνηθεί ότι η εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε στην αιτήτρια ποσό £170 μηνιαίως μέχρι παράδοσης της κατοικίας σ΄ αυτήν, δηλαδή μέχρι 30.7.
  5. Υπήρχαν επίσης πρόνοιες για τις προδιαγραφές και τα σχέδια της εν λόγω κατοικίας και επίσης πως η μεταβίβαση και εγγραφή της κατοικίας στο όνομα της ενάγουσας θα γινόταν το αργότερο εντός 60 μηνών από την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας δηλαδή το αργότερο μέχρι τις 25.9.
  6. Ο εναγόμενος 2 δυνάμει έγγραφης εγγυήσεως ημερ. 25.9.2003 εγγυήθηκε προσωπικά τη συμμόρφωση της εναγομένης 1 με τη συμφωνία. Αποτελεί ισχυρισμό της αιτήτριας πως η εναγομένη 1 διά του διευθυντού της εναγομένου 2 με δόλο και απάτη εξαπάτησαν την ίδια στην κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας ενώ γνώριζαν ότι δεν ήταν εφικτό να ανεγείρουν την κατοικία που συμφώνησαν, να οικοδομήσουν, παραδώσουν και μεταβιβάσουν σ΄ αυτήν εντός του τεμαχίου γης που συμφώνησαν γιατί αυτό το τεμάχιο γης βρισκόταν μέσα σε χώρο που θα χρησιμοποιείτο για κατασκευή δημόσιου δρόμου που θα ένωνε την παραλιακή λεωφόρο με άλλη κεντρική λεωφόρο. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας δίδονται λεπτομέρειες του δόλου. Μετά την εξόφληση ολόκληρου του ποσού της συμφωνίας η εναγόμενη 1 σταμάτησε κάθε εργασία για ανέγερση της οικοδομής και στις παρενοχλήσεις της αιτήτριας αρχικά της ζητούσαν να περιμένει και στην συνέχεια της έλεγαν ότι κατέβαλλαν προσπάθεια να εξεύρουν άλλη κατοικία ισάξια με αυτή που της πώλησαν για να της αγοράσουν. Η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 15.7.2005 τερμάτισε τις συμφωνίες και κάλεσε τους εναγομένους να επιστρέψουν το ποσό που της κατέβαλε και ζήτησε επίσης την καταβολή αποζημιώσεων. Η αξία, σύμφωνα με την αιτήτρια, που θα είχε η κατοικία κατά τις 30.7.2007 λόγω της ραγδαίας αύξησης στις τιμές των ακινήτων θα ανέρχετο σε £249.250 με βάση εκτίμηση εμπειρογνώμονα η οποία δεν επισυνάπτεται. Περαιτέρω αναφέρεται πως η ενοικιαστική αξία της κατοικίας που όφειλαν οι εναγόμενοι να της παραδώσουν κατά ή περί τις 30.7.2004 ήταν £600 μηνιαίως. Οι εναγόμενοι μετά από συνάντηση που είχε μαζί τους συμφώνησαν να της καταβάλλουν το ποσό των £300 μηνιαίως από 30.7.2004, κάτι το οποίο έπραξαν με εξαίρεση τους τελευταίους δύο μήνες. Ο λόγος που ζητείται η έκδοση του διατάγματος είναι γιατί η αξία του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα στις 5.4.2006 ανέρχεται σε £30.000, ποσό κατά πολύ μικρότερο από την απαίτηση της. Ο εναγόμενος 2, διευθυντής της εναγομένης 1 δήλωσε στην ίδια ότι θα αποξενώσει όλη την περιουσία που έχει η εναγομένη 1 και δεν πρόκειται να πάρει τίποτε γιατί έδωσε μαρτυρία σε ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του. Περαιτέρω είχε η ίδια πληροφορηθεί μία εβδομάδα προηγοημένως από άλλα πρόσωπα που έχουν απαιτήσεις εναντίον της εναγομένης 1 ότι έγιναν διευθετήσεις για να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ΄ ονόματι τους. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση η αιτήτρια ανάφερε πως το ακίνητο του οποίου ζητείται η δέσμευση είναι οικόπεδο και πως η εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα της εκτός από το ακίνητο που έχει ήδη δεσμευτεί και το ακίνητο του οποίου ζητείται η έκδοση. Καμία επίσης περιουσία δεν έχει ο εναγόμενος 2, διευθυντής και κύριος μέτοχος της εναγομένης
  7. Η καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένη 1 καταχώρησε ένσταση η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  8. Η δικονομική συμπεριφορά της ενάγουσας δημιούργησε δεδικασμένο και/ή κώλυμα σε βάρος της και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η καταχώρηση εκ δευτέρου αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος για δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ.
  9. Χωρίς βλάβη του παραπάνω λόγου, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ. 1, η οποία είναι ήδη δεσμευμένη με βάση το εκ συμφώνου διάταγμα ημερ. 8.5.06, είναι τέτοια που εξασφαλίζει πλήρως την ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας.
  10. Περαιτέρω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η ενάγουσα δεν έχει καλή βάση αγωγής, ούτε υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της.
  11. Η ενάγουσα δεν απόδειξε στο Δικαστήριο το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς.
  12. Σε περίπτωση που παύσει να ισχύει το διάταγμα ημερ. 8/10/07, ουδέν πρόβλημα απονομής της δικαιοσύνης θα δημιουργηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  13. Δεν υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί η ενάγουσα στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ της, γιατί οι εναγόμενοι αρ. 1 είναι φερέγγυοι.
  14. Σε περίπτωση που παύσει να ισχύει το διάταγμα ημερ. 8/10/07 ουδεμία ζημία θα προκληθεί στην ενάγουσα ενώ αντίθετα η συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη και ανυπολόγιστη ζημιά στους εναγόμενους αρ. 1
  15. Η ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο λανθασμένα γεγονότα και/ή απόκρυψε σχετικά γεγονότα και/ή ενέργησε κακόπιστα.
  16. Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά η ενάγουσα απότυχε να αποσείσει το βάρος ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της.» Ο Γεώργιος Λαούρης βασικός μέτοχος και διευθυντής των εναγομένων 1 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίζεται πως η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά την ουσία της αξίωσης της ενάγουσας ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως η ενάγουσα αυθαίρετα προέβηκε σε αρχιτεκτονικές και οικοδομικές τροποποιήσεις με αποτέλεσμα να προκληθούν κωλύματα στην προώθηση των εργασιών της αποπεράτωσης της κατοικίας. Ο ομνύων αρνείται πως η εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζαν πως το ακίνητο θα χρησιμοποιείτο για κατασκευή δημόσιου δρόμου και ισχυρίζεται πως η ενάγουσα ως υπάλληλος των εναγομένων 1 ήταν σε θέση να γνωρίζει αν θα κατασκευάζετο ή όχι ο δρόμος και πως ο Δήμος Πάφου πληροφόρησε τους εναγόμενους 1 για την πιθανότητα κατασκευής δρόμου χωρίς όμως να επηρεάζει ουσιαστικά την ανέγερση της επίδικης κατοικίας μετά τη σύναψη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως σε περίπτωση που θεωρηθεί πως η αποπεράτωση της κατοικίας δεν κατέστη δυνατή λόγω κατασκευής του δρόμου τότε έγινε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησης τους και συνεπώς δεν υπάρχει υπαιτιότητα εκ μέρους τους. Προβάλλεται επίσης άρνηση της ύπαρξης παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων προς την ενάγουσα καθώς και πράξεων δόλου και ψευδών παραστάσεων. Οι εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει έγκυρος τερματισμός των συμφωνιών και πως αυτές εξακολουθούν να υφίστανται. Η αξία του μεριδίου του ακινήτου εντός του οποίου θα ανεγείρετο η κατοικία ανέρχεται στο ποσό των £350.
  17. Οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται πως από 1.8.2004 κατέβαλαν στην ενάγουσα το ποσό των £300 μηνιαίως αντί £170 μηνιαίως όπως συμφωνήθηκε εκ νέου μεταξύ τους. Η αξία του 1/3 μεριδίου του ακινήτου που δεσμεύτηκε από την ενάγουσα με βάση το πρώτο διάταγμα ανέρχεται στο ποσό των £350.000 και επομένως εξασφαλίζει πλήρως την αξίωση της ενάγουσας. Προβάλλεται ισχυρισμός πως ο ενόρκως δηλών ουδέποτε δήλωσε στην ενάγουσα ότι θα αποξενώσει την περιουσία των εναγομένων 1- Περαιτέρω αναφέρει πως οι εναγόμενοι 1 είναι ιδιοκτήτες κινητής και ακίνητης περιουσίας πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις και επομένως είναι φερέγγυοι και μπορούν να πληρώσουν οποιαδήποτε αποζημίωση που ενδεχόμενα βρεθεί πως είναι υπεύθυνοι να πληρώσουν. Οι εναγόμενοι 1 είναι επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και σε περίπτωση που εξακολουθήσει να ισχύει το διάταγμα θα έχει σαν αποτέλεσμα να παραλύσει η κύρια δραστηριότητα των εναγομένων 1 θα απωλέσουν εισοδήματα και θα οδηγηθούν σε οικονομική κατάρρευση. Η αξία του ακινήτου, αντικείμενο της παρούσας αίτησης ανέρχεται στο ποσό των £100.
  18. Επί του ακινήτου αυτού έχουν αποκτήσει συμβατικά και εμπράγματα δικαιώματα τρίτοι και έχουν συνάψει συμφωνίες με τους εναγομένους 1 και συνεπώς τα δικαιώματα των τρίτων θα επηρεαστούν σε περίπτωση συνέχισης ισχύος του διατάγματος. Η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορέσουν οι εναγόμενοι να εκπληρώσουν τους όρους συμφωνιών που έχουν υπογράψει με τρίτους αγοραστές οι οποίοι ενδεχόμενα θα εγείρουν αξιώσεις εναντίον των εναγομένων
  19. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 5 έως 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες εξέτασα. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:

(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να παραμείνει σε ισχύ το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πως διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Στην παρούσα υπόθεση έχει καταχωριστεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όπου φαίνονται οι λεπτομέρειες της απαίτησης της ενάγουσας και έχει επίσης καταχωριστεί υπεράσπιση. Η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε δύο συμφωνίες πώλησης ακινήτου οι οποίες κατά τον ισχυρισμό της έχουν τερματιστεί με υπαιτιότητα της εναγομένης 1 και αξιώνονται αποζημιώσεις. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από τους εναγομένους ότι η ενάγουσα κατέβαλε το τίμημα πώλησης του ακινήτου ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι ανεγέρθη και παρεδόθη σε αυτή η οικία, αντικείμενο της μεταξύ τους συμφωνίας. Το κατά πόσο ο τερματισμός της συμφωνίας υπήρξε έγκυρος ή όχι είναι θέμα το οποίο θα αποφασιστεί κατά τη δίκη. Το ίδιο και το θέμα των ψευδών παραστάσεων και του δόλου που επικαλείται η ενάγουσα. Στο στάδιο αυτό θεωρώ ότι με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων και των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου υπάρχει καλή βάση αγωγής με πιθανότητα επιτυχίας. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο εάν δεν παραμείνει σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη το άρθρου 5, «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός Εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1121). Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρει η αιτήτρια. Αναφορικά με τη πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας αυτή στηρίζεται σε πληροφορίες της αιτήτριας από άλλα πρόσωπα τα οποία δεν καθορίζονται και από το τι της ανέφερε ο εναγόμενος
  1. Υπάρχει άρνηση του ισχυρισμού αυτού από τον εναγόμενο 2 και δεν υπήρξε αντεξέταση ή οποιαδήποτε συμπληρωματική δήλωση της αιτήτριας επί του θέματος. Όμως, από την άλλη είναι προφανές από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα από την παράγραφο 27 ότι ο κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης αυτού του ακινήτου είναι ορατός. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν μελλοντική απόφαση υπέρ της ενάγουσας σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας αντικείμενο του παρόντος διατάγματος. Η ενάγουσα για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 για να δείξει την πιθανότητα μη ικανοποίησης μελλοντικής απόφασης υπέρ της. Πρέπει επίσης να προσφέρει μαρτυρία για τη φύση και αξία της περιουσίας για την οποία ζητείται το διάταγμα και στην παρούσα περίπτωση για την αξία της περιουσίας που έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα και εξακολουθεί να ευρίσκεται σε ισχύ, έτσι ώστε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά το καλύτερο δυνατό τρόπο. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην αξία της περιουσίας που ζητείται η δέσμευση από την ενάγουσα, γίνεται όμως αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένταση ότι αυτή ανέρχεται σε £100.
  2. Η θέση αυτή παραμένει αναντίλεκτη. Αναφορικά με την αξία της περιουσίας που δεσμεύτηκε με το πρώτο διάταγμα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή ανέρχεται σε £30.000 χωρίς να γίνεται επίκληση οποιασδήποτε εκτίμησης. Η θέση αυτή αμφισβητείται από τους καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ανέρχεται σε £350.000 επίσης χωρίς επίκληση κάποιας εκτίμησης. Δεν υπήρξε αντεξέταση ούτε οποιαδήποτε απαντητική ένορκη δήλωση από πλευράς της ενάγουσας. Το ίδιο γίνεται και με την αναφορά της ενάγουσας στο γεγονός ότι η εναγομένη 1 στερείται οποιασδήποτε άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας. Στην ένσταση γίνεται αναφορά σε φερέγγυα εταιρεία που διαθέτει και άλλη περιουσία. Η θέση του κ. Αλεξάνδρου πως με την αποδοχή εκ μέρους της εναγομένης 1 του πρώτου διατάγματος συνεπάγεται και αποδοχή των γεγονότων πάνω στα οποία βασίστηκε η έκδοση του δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η αποδοχή του διατάγματος μπορεί να γίνει για διάφορους λόγους και δεν μπορεί να λεχθεί στην απουσία οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων ότι με τη συναίνεση στην οριστικοποίηση του διατάγματος γίνονται αποδεκτά και τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί πως το πρώτο διάταγμα εκδόθηκε πριν από περίπου ενάμιση χρόνο και υπήρχε αρκετός χρόνος για να διασαφηνιστεί η αξία του ακινήτου που δεσμεύτηκε. Δεν παρουσιάζεται επίσης οποιαδήποτε δικαιολογία ως προς το χρόνο που περιήλθε στην αντίληψη της ενάγουσας η ύπαρξη του ακινήτου, αντικειμένου του διατάγματος, έχοντας υπόψη ότι στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης αναφέρετο ότι η εναγομένη 1 δεν διαθέτει οποιαδήποτε άλλη περιουσία εκτός από το ακίνητο αντικείμενο εκείνου του διατάγματος. Αυτό συμπλέκεται και με το στοιχείο του κατεπείγοντος που πρέπει να καταδεικνύεται σε περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων με αίτηση ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.
  3. Βέβαια στην παρούσα περίπτωση αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό στοιχείο για την διατύπωση κρίσης του Δικαστηρίου επί του θέματος της στοιχειοθέτησης ή μη αυτής της προϋπόθεσης. Αποτελεί όμως παράγοντα που εξετάζεται στο ευρύτερο πλαίσιο της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 σε συνάρτηση με το βάρος απόδειξης που έχει η αιτήτρια. Η ενάγουσα έχει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη όλων των προϋποθέσεων για παραμονή του διατάγματος σε ισχύ. Με βάση τη πιο πάνω ανάλυση θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και της δεύτερης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 και συνεπώς η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ο κ. Παπαχαραλάμπους ισχυρίστηκε πως η ύπαρξη του προηγούμενου διατάγματος δημιουργεί κώλυμα στην ενάγουσα να εγείρει εκ νέου θέμα δέσμευσης ακίνητης ιδιοκτησίας και αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών. Δεν θεωρώ ότι η θέση αυτή είναι ορθή, σε περιπτώσεις όπου ζητείται δέσμευση περιουσίας λόγω πιθανότητας να μην μπορέσει η ενάγουσα να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της, η περιουσία που έχει ήδη δεσμευτεί είναι μικρότερης αξίας από την αξίωση και επίσης κατά το χρόνο υποβολής της πρώτης αίτησης δεν ήταν γνωστό στην αιτήτρια η ύπαρξη άλλης περιουσίας. Η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία επικαλείται την ύπαρξη συμβατικών και εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτων προσώπων επί του ακινήτου τα δικαιώματα των οποίων επηρεάζονται από την ύπαρξη του διατάγματος. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τον κύκλο εργασιών της εναγομένης 1 θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή της εταιρείας. Η ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων προσώπων δεν έχει αμφισβητηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από την ενάγουσα και θεωρώ ότι αποτελεί ένα από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να αξιολογηθούν κατά την εξέταση από το Δικαστήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας. Έχοντας όμως υπόψη ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 και της δεύτερης του άρθρου 5 δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω περαιτέρω στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας και άλλων εγειρομένων θεμάτων καθότι για να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης θα πρέπει να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλέπε Χρυσάνθου Κυρίλλου ν. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 ΑΑΔ 1528). Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα που εκδόθηκε στις 8.10.2007 ακυρούται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.