Armonia Estates Ltd ν. Αθηνάς Δανιήλ Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3037/03, 21.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3037/03 Μεταξύ: Armonia Estates Ltd από τη Λευκωσία Εναγόντων Και Αθηνάς Δανιήλ Ιωάννου από την Τσάδα Χριστόδουλου Γεωργίου Καμαρίτη από την Τσάδα Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 21.12.2007 Για Ενάγοντες κ. Α. Χριστοφίδης με κ. Χρ. Γεωργιάδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Α. Παπαχαραλάμπους) Για Εναγόμενους κ. Α. Λάρδος με κ. Επ. Κορακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.11.1990 υπεγράφησαν δύο συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων. Η μία συμφωνία τιτλοφορείται ως Συμφωνία Ανταλλαγής (Τεκμ. 1) και έγινε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και της εναγόμενης
- H συμφωνία αυτή προνοούσε για την ανταλλαγή του διαμερίσματος 305 στο Αλακάτι Κώρτ ΙΙ Πάφος αρ. εγγραφής 5210 επί του τεμαχίου 456 Τμήμα Α Φ/Σχ. ΛΙ/10.6.ΙΙ, μετά του τεμαχίου με αρ. 382 με αρ. εγγραφής 9307, Φ/Σχ. XLV/36 στη Τσάδα και του ½ μεριδίου εξ αδιαιρέτου του τεμαχίου με αρ. 387 με αρ. εγγραφής 11272 Φ/Σχ. XLV/36 στη Τσάδα. Αποτελεί αποδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία αυτή έχει εκτελεστεί. Η άλλη συμφωνία τιτλοφορείται ως Πωλητήριον Έγγραφον (Τεκμ. 4) και έγινε μεταξύ της ενάγουσας και των δύο εναγομένων. Η συμφωνία αφορά την πώληση από την εναγομένη 1 του ½ μεριδίου του τεμ. 387 αρ. εγγραφής 11272 του Φ./Σχ ΧLV/36 εκτάσεως 22 στρεμμάτων, τοποθεσία Ζυομένος, στην Τσάδα και 5/24 μερίδια του τεμαχίου με αρ. 58 με αριθμό εγγραφής 11140, Φ./Σχ. XLV/36, εκτάσεως 3 στρεμμάτων, τοποθεσία Καμινούδια στην Τσάδα, και την πώληση από τον εναγόμενο 2 των τεμαχίων με αρ. 388/1, αρ. εγγραφής 11792, Φ./Σχ. XLV/36, εκτάσεως 9 στρεμμάτων και 2 προσταθιών, τοποθεσία Ζυομένος στην Τσάδα, 19/24 μερίδια του τεμαχίου με αρ. 58 με αρ. εγγραφής 11140, Φ./Σχ. XLV/36 εκτάσεως 3 στρεμμάτων, τοποθεσία Καμινούδια στην Τσάδα και το τεμάχιο αρ. 398, αρ. εγγραφής 11135, Φ./Σχ. XLV/36, έκτασης 5 στρεμμάτων και 2 προσταθιών τοποθεσία Ασπρόσπηλιος - Αρκάτζην στην Τσάδα. Το τίμημα πώλησης των ακινήτων συμφωνήθηκε σε £90,000 πληρωτέο την 22.11.
- Το ποσό θα έφερε τόκο προς 9% ετησίως ο οποίος θα καταβάλλετο την 22αν Νοεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Η ενάγουσα εταιρεία κατάθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232 ως έχει τροποποιηθεί. Ακολούθως στις 2.8.1995, 12.8.1997, 5.11.1999, 9.11.2000, και 12.11.2001 υπεγράφησαν σειρά εγγράφων συμφωνιών (Τεκμήρια 9-13 αντίστοιχα) οι οποίες προνοούσαν για τροποποίηση του χρόνου αποπληρωμής μέχρι 22.11.2002 και πως ο τόκος που θα καταβάλλετο από την ενάγουσα θα μειωνόταν σε 8.5% από 12.11.2002 επί του εκάστοτε υπολοίπου. Η εγκυρότητα αυτών των συμφωνιών αμφισβητείται από τους εναγόμενους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ήταν αποτέλεσμα δόλου και απάτης εκ μέρους των Εναγόντων, ότι επρόκειτο περί αδίκων συναλλαγών και ότι στερούντο αντιπαροχής και ανταλλάγματος. Στις 20.8.2003 οι εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους απέστειλαν επιστολή (Τεκμ. 51) με την οποία δήλωναν ότι λόγω της παράλειψης των αγοραστών να εξοφλήσουν το συμφωνηθέν τίμημα πωλήσεως και τους δεδουλευμένους τόκους κατά παράβαση ουσιώδους όρου του πωλητηρίου εγγράφου τερματίζουν το πωλητήριο έγγραφο. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 2.9.2003 (Τεκμ. 52) δεν απεδέχθησαν τον τερματισμό και ζήτησαν μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων στις 19.9.2003 έναντι καταβολής των ποσών που οφείλοντο βάσει της συμφωνίας πώλησης. Οι εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο κατά την πιο πάνω ημερομηνία όπως φαίνεται και από τη σχετική βεβαίωση του υπεύθυνου κλάδου μεταβιβάσεων και υποθηκών του επαρχιακού κτηματολογίου Πάφου (Τεκμ. 53). Αποτελεί αποδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία ανάπτυξης γης και πως μετά την υπογραφή των συμφωνιών δικαιούτο να λάβει κατοχή των ακινήτων. Τόσο η εναγόμενη 1 όσο και ο εναγόμενος 2 έδωσαν στην ενάγουσα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμ. 56 και 55) αντίστοιχα, με βάση τα οποία μπορούσε να υπογράφει, υποβάλλει έγγραφα και κάθε τι που απαιτείτο για την οικοδόμηση ή άλλη ανάπτυξη των επιδίκων κτημάτων. Ο Αιμίλιος Θεοδούλου (Μ.Ε.1) κατέθεσε τα έγγραφα που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων. Όλες οι συμφωνίες, πλην της τελευταίας, ημερ. 12.11.2001 (Τεκμ. 13) υπεγράφησαν στην παρουσία του και σε όλες τις περιπτώσεις ανέφερε πως εξήγησε στους εναγόμενους το περιεχόμενο των συμφωνιών. Ο μάρτυρας με σαφήνεια ανέφερε πως κατά την υπογραφή των συμφωνιών (Τεκμ. 9-12) ήταν παρούσα η κόρη των Εναγομένων Δήμητρα Γεωργίου, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Από την άλλη η Δήμητρα Γεωργίου σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών ενώ σε κάποιο άλλο σημείο δεν μπορούσε να θυμηθεί τουλάχιστον για κάποιες από τις συμφωνίες κατά πόσο ήταν παρούσα. Πριν την υπογραφή κάθε τροποποιητικής συμφωνίας, ανέφερε ο Θεοδούλου, προσφέρετο το τίμημα με ταυτόχρονη μεταβίβαση των κτημάτων, όμως οι εναγόμενοι απαντούσαν πως σκοπός της πώλησης ήταν η εξασφάλιση ετήσιου εισοδήματος για τα παιδιά τους επειδή το ποσοστό τόκου που προσέφεραν ήταν μεγαλύτερο από το ποσοστό που προσέφεραν οι τράπεζες. Αναφερόμενος στο λόγο που τροποποιήθηκε το ποσοστό τόκου από 9% σε 8.5% ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό έγινε γιατί άλλαξε το ποσοστό του νόμιμου επιτοκίου. Ο μάρτυρας επίσης επιβεβαίωσε πως όλες οι επιταγές που δόθησαν (Τεκμ. 15, 18, 21, 24, 26, 29, 31, 37, 40, 42, 44, 46, 48, 50) εξαργυρώθηκαν, ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η θέση του μάρτυρα πως πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή που προνοείτο στη συμφωνία Τεκμ.
- Οι θέσεις του μάρτυρα ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αποστολής της επιστολής του δικηγόρου των εναγομένων υπήρξαν διαφορετικές από αυτές της Δήμητρας Γεωργίου (Μ.Υ.2) κόρης των εναγομένων. Ο Θεοδούλου ανέφερε πως αρχές Οκτωβρίου 2002 είχε συνάντηση με τη Δήμητρα Γεωργίου για τα κοινόχρηστα του διαμερίσματος 305 στο Αλακάτι και την ρώτησε κατά πόσο θα αναστέλλετο η πληρωμή των ΛΚ81.696 και θα πληρώνονταν μόνο οι τόκοι ή κατά πόσο επιθυμούσαν την πληρωμή ολόκληρου του ποσού και την μεταβίβαση των κτημάτων. Η Δήμητρα επιφυλάχθηκε να συζητήσει το θέμα με τους γονείς της. Μετά πάροδο 2 - 3 εβδομάδων χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε απάντηση και επειδή πλησίαζε η ημερομηνία πληρωμής που προνοείτο από τη τελευταία συμφωνία ο μάρτυρας είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Δήμητρα η οποία του ανέφερε πως η μητέρα της αξίωνε περισσότερα χρήματα γιατί η αξία της γης είχε αυξηθεί. Μετά από συνεννόηση με τη διεύθυνση της εταιρείας, ο μάρτυρας επισκέφθηκε την οικία της οικογένειας των εναγομένων όπου αυτοί τους ζήτησαν ένα πολύ μεγάλο ποσό. Ο ίδιος τους εξήγησε ότι έπρεπε να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του εγγράφου αλλά υποσχέθηκε να συζητήσει το θέμα με τον κ. Παντελή Λεπτό, πράγμα που έκανε. Ακολούθησε νέα συνάντηση στην οικία των εναγομένων όπου τους προτάθηκε το ποσό των ΛΚ3,000, ποσό που δεν έγινε αποδεκτό από τους εναγόμενους οι οποίοι ζητούσαν ΛΚ30,
- Το ποσό αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τους ενάγοντες, και έφυγαν από την οικία των εναγομένων αφήνοντας τους να σκεφτούν τη πρόταση. Ακολούθως οι ενάγοντες έκαναν νέα πρόταση για ex gratia πληρωμή ποσού ΛΚ7,500 πλέον ΛΚ4,500 κοινόχρηστα για το διαμέρισμα στο Αλακάτι, προσφορά που δεν έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους. Ο Μιχάλης Σπύρου (Μ.Ε.2) υπάλληλος των εναγόντων ο οποίος διευθύνει το λογιστήριο ανέφερε ότι η συμφωνία Τεκμήριο 13 υπεγράφη στη παρουσία του. Εκ μέρους των εναγομένων υπεγράφη από την κα Δήμητρα Γεωργίου κόρη των εναγομένων αφού της επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της. Ανέφερε επίσης στην Δήμητρα ότι η εταιρεία ήταν έτοιμη να προβεί σε πληρωμή ολόκληρου του ποσού και να γίνει μεταβίβαση. Η Δήμητρα Γεωργίου (Μ.Υ.2), υιοθέτησε γραπτή της δήλωση στην οποία αναφέρεται στους γονείς της ως υπερήλικες, άτομα με περιορισμένη μόρφωση, χωρίς οποιαδήποτε γνώση σε σχέση με κτηματικές συναλλαγές, άνθρωποι του χωριού που ασχολούνταν πάντοτε με γεωργικές εργασίες. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν οι συμφωνίες ημερομηνίας 22.11.1990, θέμα το οποίο δεν θα με απασχολήσει καθότι δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα των συμφωνιών. Μετά την υλοποίηση της συμφωνίας ανταλλαγής, ανέφερε η μάρτυρας, το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε στο όνομα της από τη μητέρα της, εναγομένη
- Σε κανένα στάδιο πριν την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν γνώριζε οποιοσδήποτε από τους εναγομένους για την πληρωμή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών ούτε για την υποχρέωση καταβολής τέτοιου φόρου. Το θέμα αυτό εγέρθηκε κατά την αντεξέταση του κ. Θεοδούλου, δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε αναφορά στα δικόγραφα έτσι ώστε να πρέπει να εξεταστεί το θέμα περαιτέρω. Περί τον Αύγουστο του 1995, ανέφερε η Γεωργίου, πριν την ημερομηνία που προβλέπετο από το πωλητήριο έγγραφο για την εξόφληση του τιμήματος, μετά από παράκληση του Αιμίλιου Θεοδούλου οι Εναγόμενοι μαζί με τη μάρτυρα επισκέφθηκαν τα γραφεία των Εναγόντων. Ο Θεοδούλου είχε έτοιμη επιταγή και τους είπε ότι θα διευθετούσε να γίνει μεταβίβαση το
- Είχε επίσης έτοιμη τη συμφωνία ημερ. 2.8.1995 και ζήτησε από τους Εναγομένους να την υπογράψουν παρά τις διαμαρτυρίες τους. Οι Εναγόμενοι πίστευαν ότι δεν είχε νόημα να επιμένουν εφόσον οι Ενάγοντες δεν είχαν πρόθεση να τους εξοφλήσουν πριν το 1997, έλαβαν τα χρήματα που τους προσφέρθησαν, υπέγραψαν τη συμφωνία και έφυγαν. Το ίδιο επαναλήφθηκε το έτος 1997, 1999 και
- Το έτος 2001 μετά από τηλεφώνημα του Θεοδούλου η μάρτυρας επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγόντων όπου την παρέπεμψαν σε άλλο υπάλληλο ο οποίος είχε έτοιμη τη συμφωνία ημερ. 12.11.01 και κάποια επιταγή. Η ίδια έλαβε την επιταγή και υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς αυτή να της διαβαστεί και χωρίς η ίδια να προσέξει ότι υπήρχε πρόνοια για επιτόκιο 8,5%. Το καλοκαίρι του 2003 μετά από οικογενειακή συζήτηση που είχαν αναφορικά με την παράλειψη των Εναγόντων να εξοφλήσουν το τίμημα της συμφωνίας επισκέφθηκαν δικηγόρο και κατόπιν νομικής συμβουλής αυτός απέστειλε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 20.8.2003 (Τεκμήριο 51). Μετά την αποστολή της επιστολής επισκέφθηκαν το χωριό των Εναγομένων ο Θεοδούλου μαζί με τον Παντελή Λεπτό οι οποίο προσπάθησαν να τους πείσουν να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση χωρίς να αποκαλύψουν ούτε σε εκείνο το στάδιο ότι θα έπρεπε να γίνει πληρωμή φόρου κεφαλαιουχικών κερδών με πληρωμή τόκου από το 1990 ούτε και πρόσφεραν συγκεκριμένο ποσό για την εξόφληση. Επίσης δεν είχαν αποκαλύψει ότι είχαν υπολογίσει πληρωμές προς την εταιρεία Vesta για κοινόχρηστα του διαμερίσματος που ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της μάρτυρος για το οποίο κανένας δεν έδωσε εντολή στους Ενάγοντες να πληρώσουν. Ο Αιμίλιος Θεοδούλου αναφέρθηκε στις συμφωνίες που έγιναν και υπήρξε σαφής ως προς τις συνθήκες υπογραφής τους. Η αναφορά του σε πληρωμές που έγιναν υποστηρίζεται από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Κάποιες ανακρίβειες που δόθηκαν και ακολούθως διορθώθηκαν με αναφορά στα τεκμήρια δεν τις θεωρώ σημαντικές, ειδικώτερα έχοντας υπόψη το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Φαίνεται να υπάρχει διαφωνία ως προς κάποιες πληρωμές που έγιναν προς την εταιρεία Vesta Holidays, και θεώρησε ο ίδιος ότι έγιναν για σκοπούς της συμφωνίας πώλησης (Τεκμ. 4). Για το θέμα αυτό θα ασχοληθώ στη πορεία της απόφασης μου. Οι αναφορές του μάρτυρα στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά την υπογραφή των συμφωνιών υπήρξαν σαφείς και η μαρτυρία του άμεση η οποία δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και γίνεται αποδεκτή. Η Δήμητρα Γεωργίου κατά την αντεξέταση μου έδωσε την εντύπωση ότι έδιδε σύντομες και πολλές φορές μονολεκτικές απαντήσεις για να αποφύγει να αναφέρει οτιδήποτε στο Δικαστήριο που ενδεχόμενα να ανατρέψει τη μαρτυρία που έδωσε στη δήλωση της. Της δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει επί της συμφωνίας Τεκμήριο 13, μετά που την ανέγνωσε και συνεπώς οι απαντήσεις που έδιδε δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αποτέλεσμα έντεχνης αντεξέτασης που στόχο είχε να την παραπλανήσει όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγομένων. Συνακόλουθα εκεί όπου η μαρτυρία της δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η συμφωνία ανταλλαγής έχει εκτελεστεί. Παρά το ότι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ανταπαίτηση με την οποία ζητούν ακύρωση των μεταβιβάσεων των ακινήτων που έγιναν με βάση τη συμφωνία ανταλλαγής, κατά την αγόρευση του ο κ. Κορακίδης αναγνώρισε πως λόγω της εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας δεν τίθεται θέμα παράβασης ή ακύρωσης της και συνεπώς δεν ζήτησε την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο των Εναγομένων. Συνακόλουθα δεν θα με απασχολήσει το θέμα περαιτέρω. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η συμφωνία πώλησης (Τεκμ. 4). Η συμφωνία προνοούσε ως τίμημα πώλησης των επίδικων ακινήτων το ποσό των £90.000 το οποίο έπρεπε να καταβληθεί στις 22.11.
- Η σχετική πρόνοια του εν λόγω εγγράφου έχει ως ακολούθως: «
- Το τίμημα πωλήσεως συμφωνείται εις C£90,000.- (ενενήντα χιλιάδες λίρες) και θα πληρωθεί ως ακολούθως: (α) Το ποσόν των C£90,000.- (ενενήντα χιλιάδες λίρες) θα καταβληθεί την 22αν Νοεμβρίου
- (β) Το ποσό των C£90,000.- (ενενήντα χιλιάδες λίρες) που προβλέπεται εις την παράγραφο 2(α) ανωτέρω θα φέρη τόκον 9% ετησίως ο οποίος θα καταβάλλεται την 22αν Νοεμβρίου εκάστου χρόνου μέχρι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος. (γ) Πριν την πληρωμή εκάστης δόσης, οι Α΄ και Β΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ πρέπει να ειδοποιούν εγγράφως τον Γ΄ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΝ σε ποιόν θα γίνεται η πληρωμή.» Η εξόφληση του τιμήματος που προνοείται στην πιο πάνω συμφωνία παρατάθηκε με τις συμφωνίες ημερ. 2.8.95 (Τεκμ. 9), 12.8.97 (Τεκμ. 10), 5.11.99 (Τεκμ. 11), 9.11.2000 (Τεκμ. 12) και 12.11.2001 (Τεκμ. 13). Οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης αρνούνται ότι συνήψαν τις ισχυριζόμενες συμφωνίες. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που δόθηκε και είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Θεοδούλου ανέφερε με σαφήνεια τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών (Τεκμήρια 9-12) και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έδωσαν οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της Δήμητρας Γεωργίου, κόρης των Εναγομένων, δεν υποστηρίζει αυτή τη θέση. Το μόνο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ως προς την τελευταία συμφωνία (Τεκμήριο 13) η οποία υπεγράφη από την Δήμητρα Γεωργίου εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ στην πορεία. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι συμφωνίες αυτές είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή άνευ οιασδήποτε νομικής αξίας λόγω μεταξύ άλλων δόλου και απάτης των Εναγόντων. Ο ισχυρισμός αυτός έχει συγκεκριμενοποιηθεί μετά που δόθηκαν λεπτομέρειες με επιστολή των Εναγομένων ημερ. 25.1.2005 ως ακολούθως: «α. Παρίσταναν ότι οι ούτω καλούμενες έγγραφες συμφωνίες ήσαν αποδείξεις πληρωμής των δεδουλευμένων τόκων. β. Παρίσταναν ότι τα αναφερόμενα ποσά στις άνω ούτω καλούμενες έγγραφες συμφωνίες ήταν το ακριβές ποσό των δεδουλευμένων τόκων που όφειλαν να πληρώσουν.» Δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία προς υποστήριξη των πιο πάνω λεπτομερειών δόλου εκ μέρους των Εναγόντων σχετικά με τις συμφωνίες (Τεκμ. 9-13). Ισχυρισμός περί δόλου έγινε από την Δήμητρα Γεωργίου σε συνάρτηση με τις συμφωνίες πώλησης και ανταλλαγής τον οποίο συγκεκριμενοποίησε ως την αλλαγή των πολεοδομικών ζωνών που ακολούθησε λίγες μέρες μετά τη σύναψη των εν λόγω συμφωνιών. Τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει περαιτέρω εξέτασης από το Δικαστήριο. Εκεί που υπάρχει διαφωνία είναι ως προς το ποσό των τόκων που περιλαμβάνεται στις εν λόγω συμφωνίες για το οποίο φαίνεται να υπάρχει διαφορά ως προς τον τρόπο υπολογισμού χωρίς όμως να καταδειχθεί ότι το ακριβές ποσό του τόκου αποτελούσε βάση και προϋπόθεση για την υπογραφή των συμφωνιών έτσι ώστε να επηρεάζει την εγκυρότητα των συμφωνιών. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης αντιπαροχής δεν μπορεί να ευσταθήσει για το λόγο ότι σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης για παράταση του χρόνου αποπληρωμής οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν τόκο. Σχετική είναι η παραπομπή που έχει γίνει από τον κ. Γεωργιάδη στο σύγγραμμα Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 12η Έκδοση, Τόμος 1, σελ. 65 όπου διευκρινίζεται πως η επάρκεια του ανταλλάγματος δεν είναι σχετική. Επιπρόσθετα οι συμφωνίες αυτές είναι φανερό ότι συναρτώνται και ως προς το θέμα της αντιπαροχής με την αρχική συμφωνία που αποτελεί τον πυρήνα της επίδικης σχέσης. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι εν λόγω συμφωνίες αποτελούν ασυνείδητες και άδικες συναλλαγές. Αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και κτιρίων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε και δεν αμφισβητήθηκε οι Εναγόμενοι είναι άτομα μεγάλης ηλικίας που διαμένουν σε χωριό και είναι αμόρφωτοι. Από τη μαρτυρία του Θεοδούλου, την οποία έχω αποδεχθεί, οι συμφωνίες (Τεκμ. 9-12) υπογράφησαν στην παρουσία της κόρης των Εναγομένων και επεξηγήθηκαν αυτές από το Θεοδούλου. Η δε τελευταία συμφωνία (Τεκμ. 13) υπεγράφη από την κόρη των Εναγομένων Δήμητρα Γεωργίου και όπως η ίδια αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση είχε τη σχετική εξουσιοδότηση από τους γονείς της να την υπογράψει. Η παρουσία των παιδιών των Εναγομένων κατά την υπογραφή των συμφωνιών, το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών περιείχε οποιουσδήποτε επαχθείς όρους για τους Εναγόμενους καθώς επίσης και το γεγονός ότι είχε ήδη γίνει η ανταλλαγή της περιουσίας που διαλαμβάνετο στη συμφωνία ανταλλαγής είναι παράγοντες που δεν συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι οι συμφωνίες μπορούν να κηρυχθούν άκυρες για τους λόγους που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, Τόμος 9
(1), 4η΄Εκδοση, Reissue. Αναφορικά με την συμφωνία Τεκμ. 13, είναι παραδεκτό ότι έχει υπογραφεί από την Δήμητρα Γεωργίου εκ μέρους των εναγομένων. Η ίδια παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από τους γονείς της να υπογράψει την συμφωνία αυτή, ότι υπέγραψε την απόδειξη είσπραξης του ποσού που διαλαμβάνετο στη συμφωνία Τεκμ. 49, πήρε την επιταγή Τεκμ. 50, την εξαργύρωσε και έδωσε τα χρήματα στους γονείς της. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρώ ότι η συμφωνία αυτή μπορεί να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες και κρίνω ότι και αυτή η συμφωνία είναι έγκυρη. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν πλήρωσαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και των οφειλομένων τόκων εντός της προθεσμίας που καθορίζετο από τη συμφωνία (Τεκμ. 13). Η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται πως η παράλειψη αυτή δεν συνιστούσε παράβαση της σύμβασης εκ μέρους των Εναγόντων και πως σύμφωνα με τον όρο 2(γ) της σύμβασης (πιο πάνω) οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να υποδείξουν εγγράφως στους Ενάγοντες σε ποιο έπρεπε να διενεργούν κάθε πληρωμή. Είναι παραδεκτό ότι τέτοια υπόδειξη δεν έγινε. Έχω την άποψη πως ο όρος 2(γ) δεν αποτελεί προϋπόθεση για την υποχρέωση των Εναγόντων να καταβάλουν το τίμημα πώλησης του ακινήτου. Συνεπώς το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν ειδοποίησαν γραπτώς τους Ενάγοντες σε ποιο όνομα θα γινόταν η πληρωμή του τιμήματος δεν απαλλάττει τους Ενάγοντες της υποχρέωσης να προβούν σε πληρωμή εντός του προκαθορισμένου χρόνου. Άλλωστε δεν υπάρχει μαρτυρία ότι για τις πληρωμές που έγιναν προηγήθηκε η έγγραφη ειδοποίηση των Εναγομένων. Αντίθετη υπήρξε η θέση των δύο πλευρών ως προς το κατά πόσο η μη καταβολή του οφειλομένου ποσού εντός της προθεσμίας που προβλέπετο από τις συμφωνίες συνιστούσε παράβαση ουσιώδους όρου. Σύμφωνα με τον όρο 9 του πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμ. 4): «Πάντες οι όροι της παρούσης συμφωνίας είναι ουσιώδεις, θα δεσμεύουν δε τόσον τους ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ όσον και οιονδήποτε διάδοχον εκάστου, ο δε παραβάτης οιουδήποτε των όρων θα υπόκειται εις νομίμους αποζημιώσεις.» Στην υπόθεση Paraskeva and Others v. Lantas
(1988)1 C.L.R. 285 αναφέρεται στη σελίδα 291: «Now the rule is that time stipulations for the payment of the purchase price, including a contract for the sale of land, are not of the essence of the agreement unless they are so declared to be for reasons mutually in the contemplation of the contracting parties. .. In this case not only the parties did not make the time of payment of the purchase price of the essence of the agreement but, on the contrary, they made provision of the payment of interest, a fact in itself suggestive that time was not intended to be of the essence." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Latifundia Property Ltd v. Ψακή και άλλων,
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 670. Σχετική είναι και η υπόθεση Charalambous v. Vakanas
(1982)1 C.L.R. 310. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τα γεγονότα στην υπόθεση Union Eagle Ltd v. Golden Achievement Ltd
(1997)2 All E.R. 215 που με παρέπεμψε ο κ. Κορακίδης όπου καθυστέρηση 10 λεπτών στην πληρωμή του τιμήματος αγοράς ακινήτου κρίθηκε αρκετή για να στερήσει το δικαίωμα από τον αγοραστή να ζητήσει εκτέλεση της συμφωνίας. Στην υπόθεση εκείνη η σύμβαση πώλησης του ακινήτου προνοούσε πως η πώληση έπρεπε να διεκπεραιωθεί μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα και επίσης στη συμφωνία προνοείτο όρος όπου ο πωλητής είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία σε περίπτωση που δεν υπήρχε συμμόρφωση με οποιονδήποτε από τους όρους αυτής και να κατακρατήσει οποιοδήποτε ποσό πληρώθηκε δυνάμει της συμφωνίας. Σαφώς τα γεγονότα αυτά διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:
- Η αρχική συμφωνία πώλησης (Τεκμ. 4) τροποποιήθηκε με τις συμφωνίες (Τεκμ. 9-13) ως προς το χρόνο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης.
- Υπήρχε πρόνοια περί πληρωμής τόκου στις εν λόγω συμφωνίες.
- Δεν ζητήθηκε η πληρωμή του υπόλοιπου ποσού καθ΄ οιονδήποτε χρόνο πριν την αποστολή της επιτολής τερματισμού (Τεκμ. 51). Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία δεν μπορώ να θεωρήσω τον τερματισμό ως νόμιμο. Ο χρόνος καταβολής του τιμήματος πώλησης τροποποιήθηκε επανειλημμένα με τη σύμφωνο γνώμη των Εναγομένων. Ακολούθησαν συζητήσεις ως προς το ύψος του ποσού που θα έπρεπε να καταβληθεί από τους Ενάγοντες. Δεν απεστάλη οποιαδήποτε επιστολή εκ μέρους των Εναγομένων με την οποία να ζητείται άμεσα η καταβολή του τιμήματος πώλησης έτσι ώστε να καθορίζεται η θέση των Εναγομένων περί άμεσης απαίτησης πληρωμής και άρσης οποιασδήποτε συγκατάθεσης τους για περαιτέρω καθυστέρηση στην εξόφληση του τιμήματος. Συνακόλουθα ο τερματισμός ο οποίος στάληκε σε χρόνο που ακολούθησε συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων ως προς το ύψος του ποσού που θα καταβάλλετο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμος τερματισμός. Οι ενάγοντες δεν απεδέχθησαν το τερματισμό και με επιστολή τους ημερ. 2.9.2003 (Τεκμ. 52) ζήτησαν μεταβίβαση του ακινήτου στις 19.9.2003 έναντι καταβολής των ποσών που αφείλοντο βάση της συμφωνίας πώλησης των ακινήτων. Οι εναγόμενοι δεν παρουσιάστηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου κατά τη πιο πάνω ημερομηνία. Το γεγονός επιβεβαιώνεται με το σχετικό έγγραφο του Κτηματολογίου (Τεκμ. 53), Αυτό αποτελεί παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Το ερώτημα που χρίζει εξέτασης είναι ως προς τις θεραπείες που δικαιούνται οι ενάγοντες. ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους ζητούν ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης την οποία επιζητούν στηριζόμενοι σε τρεις εναλλακτικές βάσεις. (α) Ειδική εκτέλεση δυνάμει του Περί Πωλήσεως Γης (ειδική εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- Στο τέλος της αγόρευσης του ο κ. Γεωργιάδης δέχθηκε ότι δεν μπορεί να εκδοθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου καθότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου το οποίο ρητά προϋποθέτει για σκοπούς παροχής της θεραπείας την έγερση αγωγής εντός 6 μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης ή τη μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζει η σύμβαση για μεταβίβαση του ακινήτου με εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Η τελευταία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μετέθετε την ημερομηνία αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης μέχρι τις 22.11.
- Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 24.9.2003 δηλαδή μετά την πάροδο 6 μηνών από την ημερομηνία που προνοούσε η τελευταία συμφωνία. (β) Ειδική Εκτέλεση δυνάμει του άρθρου 76 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
- Ο κ. Κορακίδης εισηγήθηκε πως δεν μπορεί να διαταχθεί ειδική εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης ακινήτου στην βάση του άρθρου 76 του Κεφ. 149 και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Η θέση αυτή είναι ορθή. Όπως προκύπτει από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν χωρεί ειδική εκτέλεση συμφωνίας για την πώληση γης βάσει του άρθρου 76 του Κεφ.
- (Βλέπε Eleni Avgousti v. Niove Papadamou and Another
(1968)1 C.L.R. 66, Xenopoulos v. Makride
(1969)1 C.L.R. 488 και Δρυάδης ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). (γ) Μεταβίβαση των κτημάτων με βάση τις αρχές της επιείκειας. Οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης στηρίζονται στο αλληλένδετο των δύο συμφωνιών, συμφωνίας ανταλλαγής και συμφωνίας πώλησης, και στο γεγονός ότι η συμφωνία ανταλλαγής έχει εκτελεστεί για να ισχυριστούν ότι οι εναγόμενοι έλαβαν ουσιαστικά οφέλη τα οποία δεν είναι ανατρέψιμα. Επίσης ισχυρίζονται πως η ανάπτυξη του τεμαχίου 387 λόγω της μη μεταβίβασης του ½ μεριδίου, αντικειμένου της συμφωνίας πώλησης καθίσταται προβληματική αν όχι αδύνατος. Περαιτέρω αναφέρεται πως η κατοχή των πωληθέντων κτημάτων περιήλθε και παραμένει στους Ενάγοντες οι οποίοι προέβησαν σε προκαταρκτικούς σχεδιασμούς ανάπτυξης, υπέστησαν ουσιαστικές δαπάνες και εξετέθησαν σε μελλοντικούς πελάτες τους. Επιπρόσθετα προβάλλεται ο ισχυρισμός πως καθίσταται άδικη η άρνηση των Εναγομένων για εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους προς μεταβίβαση των πωληθέντων κτημάτων. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς οποιεσδήποτε ζημιές υπέστησαν οι Ενάγοντες ή ως προς το κατά πόσο έχουν προβεί στην ανέγερση οποιωνδήποτε έργων επί των επιδίκων κτημάτων. Από την άλλη υπάρχουν σαφείς πρόνοιες τόσο στη συμφωνία πώλησης όσο και στις τροποποιητικές συμφωνίες αυτής ως προς το χρόνο καταβολής του τιμήματος πώλησης. Αποτελεί αποδεκτό γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν το ποσό αυτό εντός των προθεσμιών που θέτουν οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω στοιχεία θεωρώ ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής οποιαδήποτε αρχή του δικαίου της επιείκειας με βάση την οποία να διαταχθεί ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω λόγου περί του κωλύματος, αποτελεί η παράσταση, εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση, μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία. (Βλέπε Χρυσοστόμου ν. Φράγκου και άλλων
(2000)1 Α.Α.Δ. 622). Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι δεν υφίστανται τέτοια στοιχεία έτσι ώστε να μπορώ να οδηγηθώ σε εύρημα περί ύπαρξης κωλύματος. Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους ζητούν διαζευκτικά αποζημιώσεις. Όσον αφορά το αιτητικό για ειδικές αποζημιώσεις αυτό δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε θετική κατάληξη γιατί δεν έχει προσκομιστεί περί τούτου οποιαδήποτε μαρτυρία. Όσον αφορά το ύψος του ποσού που έχει καταβληθεί δυνάμει της συμφωνίας, έχουν κατατεθεί οι διάφορες αποδείξεις πληρωμών και οι επιταγές που δόθηκαν. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι επιταγές έχουν εξαργυρωθεί. Οι πληρωμές αυτές ανέρχονται στο συνολικό ποσό των £85.182,00. Σύμφωνα με τους ενάγοντες καταβλήθηκε επίσης το ποσό των £552,75 προς την εταιρεία Vesta Holidays και το ποσό αυτό θα πρέπει να λογιστεί έναντι της συμφωνίας πώλησης. Η Vesta είναι εταιρεία συνδεδεμένη με τους ενάγοντες στην οποία οφείλοντο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θεοδούλου διάφορα ποσά για κοινόχρηστα του διαμερίσματος το οποίο δόθηκε με τη συμφωνία ανταλλαγής. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το εν λόγω διαμέρισμα τώρα ανήκει στη Δήμητρα Γεωργίου, κόρη των εναγομένων. Παρά το ότι το ποσό αυτό φαίνεται να έχει πληρωθεί, δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι η πληρωμή των εν λόγω ποσών εξουσιοδοτήθηκε από τους εναγόμενους. Για τους λόγους αυτούς καταλήγω πως το σύνολο των πληρωμών που έγιναν έναντι της επίδικης συμφωνίας ανέρχεται στο ποσό των £85.182,00 από το οποίο το ποσό των £77.431,00 έχει καταβληθεί έναντι των τόκων. Αυτό αποτελεί αποδεκτή θέση των δύο πλευρών. Συνακόλουθα το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή £7.751,00 έχει δοθεί έναντι του τιμήματος πώλησης. Η ανάλυση που έγινε από τον κ. Ανδρέα Ηρακλέους (Μ.Υ.1) ήταν λεπτομερής και συνάδει με τα τεκμήρια σε όση έκταση αφορά πληρωμές που έγιναν. Η κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε (Τεκμ. 59) στην οποία θεωρεί ότι το ποσό των £552,75 δεν μπορεί να λογιστεί έναντι των πληρωμών που έγιναν για την υπό εξέταση συμφωνία πώλησης γίνεται αποδεκτή. Προκύπτει από την Tryfonides v. Alpan (Taki Bros)
(1988)1 C.L.R. 224 ότι οποτεδήποτε η θεραπεία στην οποία δικαιούται ο διάδικος έχει καταστεί από τα γεγονότα ανέφικτη παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή αποζημιώσεων ως υποκατάστατου της θεραπείας η οποία κατέστη ατελέσφορη. (Βλέπε επίσης Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 709). Το ερώτημα που τίθεται είναι ως προς τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Ενάγοντες. Ο καθορισμός του ύψους των αποζημιώσεων γίνεται στη βάση της παράβασης των Εναγομένων να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο την ημέρα που κλήθηκαν από τους Ενάγοντες με στόχο τη μεταβίβαση του ακινήτου. Σημειώνω πως με την επιστολή των Εναγόντων (Τεκμ. 52) προσφέρθηκε το τίμημα πώλησης και όλοι οι οφειλόμενοι τόκοι μέχρι εκείνης της ημερομηνίας. Συνεπώς θεωρώ ότι η ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να καθοριστεί το ύψος των αποζημιώσεων είναι η ημερομηνία της παράβασης αυτής. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophtytou
(1982)1 C.L.R. 499) Το ποσό των αποζημιώσεων καθορίζεται ως η διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο αθέτησης της συμφωνίας και του συμβατικού κόστους απόκτησης πλέον τα ποσά που πληρώθησαν από τους ενάγοντες. Η αξία του ακινήτου κατά τον Σεπτέμβριο του 2003 έχει καθοριστεί από δύο εκτιμητές, ένα από κάθε πλευρά, σε διαφορετικό ποσό. Η μαρτυρία των δύο εκτιμητών θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του. (Βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 875 και Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους για να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους. Εκ μέρους του Ενάγοντα η εκτίμηση έγινε από τον κ. Ιούλιο Ρούσο, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης και αφού έλαβε υπόψη τα φυσικά χαρακτηριστικά, τις προοπτικές και τις δυνατότητες των επιδίκων ακινήτων και αφού θεώρησε τα διάφορα επίδικα τεμάχια ως μία ενιαία ανάπτυξη. Το ποσό στο οποίο κατέληξε για τα τεμάχια 58, 387 και 686 του Φ.Σχ. XLV/36, αρ. εγγραφής 11140, 11272 και 11792 είναι £1.100.000 και για το τεμάχιο 398, Φ.Σχ. XLV/36, είναι £195.000 κατά την 1.9.2003, ημερομηνία άρνησης των Εναγομένων να μεταβιβάσουν τα ακίνητα αυτά. Η ανάλυση της εκτίμησης του περιέχεται στο Τεκμ. 58 επί του οποίου αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά, Αμφισβητήθηκε η θέση του μάρτυρα ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν πρόσβαση σε κύριο δρόμο στα βόρεια του τεμαχίου 686 και πως εγγεγραμμένο μονοπάτι που διασχίζει τα επίδικα κτήματα θα μπορούσε να καταργηθεί για σκοπούς της ανάπτυξης. Από πλευράς Εναγομένων εκτίμηση της αξίας των επιδίκων κτημάτων έγινε από τον κ. Ιωάννη Πολυβίου, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο εκτίμησης. Τα ευρήματα του περιέχονται σε αιτιολογημένη έκθεση που έχει κατατεθεί ως Τεκμ. 62 και ο μάρτυρας έτυχε αντεξέτασης από την άλλη πλευρά. Σύμφωνα με την εκτίμηση του κ. Πολυβίου η αξία των επιδίκων κτημάτων κατά το έτος 2003 ανέρχεται στο ποσό του £1.020.
- Υπάρχει διαφορά στις εκτιμήσεις των δύο πλευρών όσον αφορά το κατά πόσο υπάρχει επαρκής πρόσβαση στα επίδικα ακίνητα για σκοπούς ανάπτυξης. Ο Πολυβίου παρουσίασε πρόσφατο κτηματολογικό σχέδιο στο οποίο φαίνεται να υπάρχει εγγεγραμμένο μονοπάτι το οποίο περνά από το ακίνητο, ανέφερε πως δεν υπάρχει δημόσιος δρόμος στο βόρειο τμήμα του ακινήτου και πως θα ήταν δύσκολο αν όχι αδύνατο να μετακινηθεί το δημόσιο μονοπάτι. Υπήρξε διαφωνία μεταξύ των δύο εκτιμητών ως προς την ποιοτική αναπροσαρμογή των συγκριτικών που χρησιμοποιήθηκαν. Ο κ. Ρούσος κατά την ετοιμασία της εκτίμησης του έλαβε υπόψη ότι τα ακίνητα θα αναπτυχθούν ως ενιαία ανάπτυξη, θέση με την οποία συμφωνεί και ο κ. Πολυβίου, θεωρώντας όμως ότι τα κτήματα έχουν πρόσβαση προς δημόσιο δρόμο. Η άμεση ανάπτυξη του ακινήτου με αυτό το δεδομένο θεωρείται αβέβαιη, ακόμη και με βάση τη δική του εκτίμηση. Οι διαδικασίες είναι χρονοβόρες και δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι θα επιτευχθεί ο στόχος και ότι θα μετακινηθεί το υφιστάμενο μονοπάτι. Οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτή τη κατάσταση είναι αστάθμητοι, συνεπώς δεν μπορώ να στηριχθώ στην εκτίμηση που έχει γίνει από τον κ. Ρούσο για την ετοιμασία της οποίας θεώρησε τα ακίνητα ως έχοντα πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Από την άλλη, η μαρτυρία του κ. Πολυβίου ο οποίος χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο εκτίμησης στηρίχθηκε στην υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων το έτος 2003 και έχοντας εξετάσει την εκτίμηση που έκανε και τις εξηγήσεις που έδωσε την αποδέχομαι. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι το ποσό των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι ενάγοντες είναι η διαφορά της αξίας του ακινήτου κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι κλήθηκαν να ενεργήσουν τη μεταβίβαση (19.9.2003) δηλαδή £1.020.000,00 μείον £185.324,14 [το ποσό που πληρώθηκε, δηλ. £85.182,00 πλέον το ποσό των τόκων που όφειλε να πληρωθεί μέχρι την ημερομηνία της παράβασης δηλ. £5.076,00 πλέον τόκοι προς 8.5% επί του ποσού των £82.249,00 από 23.11.2001 μέχρι 19.9.2003 δηλαδή £12.817,14 πλέον £82.249,00 υπόλοιπο τιμήματος] πλέον £85.182,00 ποσό που πλήρωσαν οι ενάγοντες, ίσον £919.857,90 (αν οι υπολογισμοί μου είναι ορθοί) λέγε £919.850,
- Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των £919.850,00 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόντων πως πρέπει να εγκριθούν έξοδα για δύο δικηγόρους δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ ότι η υπόθεση δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να δικαιολογείται η έγκριση εξόδων για δύο δικηγόρους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι η απαίτηση συνεκδικάστηκε με την ανταπαίτηση δεν θα εκδώσω οποιαδήποτε περαιτέρω διαταγή για τα έξοδα σχετικά με την ανταπαίτηση. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο