← Κύπρος

Μάριος Κανελλόπουλος ν. Παρασκευή Ορθοδόξου, Αρ. Αγωγής 3513/2004, 21.12.2007

Μάριος Κανελλόπουλος ν. Παρασκευή Ορθοδόξου, Αρ. Αγωγής 3513/2004, 21.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2007:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3513/2004 Μεταξύ: Μάριος Κανελλόπουλος από τα Κούκλια Ενάγοντα Και Παρασκευή Ορθοδόξου από την Πάφο Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.12.2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Μ. Βασιλείαδης (για να ακούσει απόφαση κα Κλ. Νικολάου) Για την εναγόμενη: κα Λ. Χ¨Λοίζου (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ¨Νεοφύτου) Α Π Ο Φ Α Σ H Ο ενάγοντας, γεγονός το οποίο είναι παραδεκτό με την έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης, είναι συγκολλητής - σιδεράς και ασχολείται μεταξύ άλλων και με μεταλλικές κατασκευές. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του, η εναγόμενη είναι ιδιοκτήτης εμπορικών καταστημάτων λιανικής πώλησης στη Πάφο και σε άλλες πόλεις με την επωνυμία «Σκεύης Παζαρ». Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι η εναγόμενη κατά ή περί τον Μάιο 2004 και/ή αντιπρόσωπος της εναγόμενης στη Πάφο, του ανέθεσαν την κατασκευή 32 μεταλλικών Σταντ για το κατάστημα της στη Πάφο, έναντι συμφωνηθέντος και/ή εύλογου κόστους των Λ.Κ.500.- Ο εναγόμενος εκτέλεσε πλήρως την παραγγελία και παρέδωσε τα στάντ στο κατάστημα της ενάγουσας στη Πάφο στον καθορισμένο και/ή εύλογο χρόνο. Η εναγόμενη έναντι του τιμήματος πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.150.- και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.350.- το οποίο υποσχέθηκε να εξοφλήσει σύντομα, το οποίο παραλείπει και/ή αρνείται να εξοφλήσει, εάν και έχει ειδοποιηθεί επανειλημμένα από τον ενάγοντα και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 30.9.2004. Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των Λ.Κ.350 με τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη προβάλλει με την έκθεση υπεράσπισης της, προδικαστική ένσταση, με την οποία ισχυρίζεται ότι ουδεμία νομική σχέση υφίσταται μεταξύ του ενάγοντα και της ιδίας. Αρνείται την παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι η ίδια είναι διευθύντρια της εταιρείας ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LTD . Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που αναφέρονται στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης της και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Α) Κατά ή περί τον Μάιο του 2004 η υπάλληλος και/ή η διευθύντρια της εταιρείας ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LTD παράγγειλε στον ενάγων για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας 5 μεταλλικά STAN για Λ.Κ.150.- τα οποία ο ενάγων κατασκεύασε και παρέδωσε στην ως άνω εταιρεία και/ή στον υπάλληλό της και ή ως άνω εταιρεία και/ή ο υπάλληλος της και/ή υπηρέτης της πλήρωσε τον ενάγων. Αρνείται τις παρ. 4,5,6 και 7 (υπό στοιχεία Α-Γ) της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κίνησε την παρούσα αγωγή για εκδικητικούς λόγους. Με την απάντηση που καταχώρησε ο ενάγοντας αρνείται ολόκληρη την έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης και επαναλαμβάνει την έκθεση απαίτησης του. Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ο εναγόμενος έδωσε ο ίδιος ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και ως μάρτυρα, την Άντρη Παλάσκα (Μ.Ε.2). Για την εναγόμενη μαρτυρία έδωσε η ίδια η εναγόμενη (Μ.Υ.1) και η Χαρούλα Ορθοδόξου (Μ.Υ.2). Τα Τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα πιο κάτω: 1.Επιστολή ημερομηνίας 30.9.2004 (Τεκμήριο 1) 2.Πιστοποιητικό εγγραφής στο μητρώο Φ.Π.Α με ημερομηνία 16.4.2002 (Τεκμήριο 2) 3.Ακριβές αντίγραφο Πιστοποιητικού σύστασης της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED ημερομηνίας 30.1.2007 (Τεκμήριο 3) 4.Πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED ημερομηνίας 30.1.2007 Τεκμήριο 4) 5.Πιστοποιητικό Διευθυντή και Γραμματέα της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED ημερομηνίας 30.1.2007 (Τεκμήριο 5) 6.Βεβαίωση Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 15.1.2007 (Τεκμήριο 6) 7.Βεβαίωση Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 15.1.2007 (Τεκμήριο 7) 8.Αίτηση με αριθμό 51/2005 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Τεκμήριο 8) Τα όσα ο εναγόμενος και η μάρτυρας του, καθώς και τα όσα, η εναγόμενη και η μάρτυρας της, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως ορθή τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Η εισήγηση της κας Χ¨Λοίζου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει αρχικά να ασχοληθεί με την προδικαστική ένσταση δεν βρίσκει σύμφωνο το δικαστήριο. Έχοντας υπόψη το τι ακριβώς εγείρεται ως προδικαστική ένσταση, τον τρόπο που αυτή προωθήθηκε αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας. Το ζήτημα που εγείρεται δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής ενασχόλησης αλλά η επίλυση του θα επέλθει δια της αξιολόγησης του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας όπου θα κρίνει και τα επίδικα θέματα. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Είναι παραδεκτό στην παρούσα υπόθεση ότι ο ενάγοντας ανέβαλε την κατασκευή σταντ και δεν αμφισβητείται με την έκθεση υπεράσπισης ότι η εναγόμενη ανάθεσε την κατασκευή στάντ στον ενάγοντα. Αυτό το οποίο αμφισβητείται είναι ποιος δεσμεύεται από την πιο πάνω συμφωνία εφόσον η εναγόμενη υποστηρίζει ότι ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως αντιπρόσωπος της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED, θέση την οποία αποδέχομαι ως θα φανεί κατωτέρω. Αμφισβητείται επίσης, η ποσότητα των σταντ που παραγγέλθηκε καθώς και το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής του ενάγοντα και προβάλλεται από την εναγόμενη, ο ισχυρισμός ότι το ποσό που συμφωνήθηκε εξοφλήθηκε από την εταιρεία με την οποία ο ενάγοντας είχε συμβληθεί. Το ποσό των Λ.Κ.150, ο ενάγοντας παραδέχεται ότι το έλαβε υποστηρίζει όμως ότι αυτό δόθηκε ως προκαταβολή από την εναγόμενη και έναντι του ποσού των 500.- που είχε συμφωνηθεί για την κατασκευή των 32 σταντ. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Εχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και η μάρτυρας του (Μ.Ε.2) δεν έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου σε αντίθεση με την εναγόμενη και την Μ.Υ.
  1. Τόσο ο ενάγοντας και η Μ.Ε.2, έκαναν φανερή την προσπάθεια τους να παρουσιάσουν γεγονότα με τον τρόπο που αυτοί ήθελαν έτσι ώστε να υποστηριχθεί η εκδοχή του ενάγοντα. Σημαντικές όμως υπήρξαν οι αντιφάσεις τους και άφησαν την εντύπωση στο δικαστήριο, όπως αναφέρω πιο πάνω, ότι δεν έλεγαν την αλήθεια, εντύπωση την οποία δεν αποκόμισα μόνο από αυτά που έλεγαν αλλά και από τον τρόπο που τα έλεγαν, το ύφος και τις αντιδράσεις τους δηλαδή την φυσική παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αμηχανία τους, η εμφανής σύγχυση τους σε κάποιες περιπτώσεις αλλά και η μη ύπαρξη αυθορμητισμού σε αυτά που υποστήριζαν μου, άφησε την έντονη εντύπωση ότι αυτά που έλεγαν δεν ήταν η αλήθεια, ενώ η μαρτυρία της Μ.Ε.2 καταρρίπτεται επίσης και από τα ενώπιον μου γραπτά στοιχεία (βλέπε Τεκμήρια 7 και 8). Είναι παραδεκτό από την εναγόμενη ότι η παραγγελία των στάντ προς τον ενάγοντα έγινε από την Μ.Ε.
  2. Κάποιες από τις αντιφάσεις του ενάγοντα αν και δεν επηρεάζουν το πιο πάνω γεγονός, ως παραδεκτό από την υπεράσπιση, κρίνω όμως ότι επηρεάζουν την ίδια την αξιοπιστία του ενάγοντα. Κρίνω σκόπιμο, να παραθέσω τα πιο κάτω αναφορικά με τον Μ.Ε.1, ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του. Ανάφερε στην κυρίως εξέταση του ότι από το κατάστημα της εναγόμενης, όπως υποστήριζε, τον πήρε τηλέφωνο η υπεύθυνη του καταστήματος Αντρούλλα Παλάσκα, με την οποία είχαν μιλήσει για τα στάντ και μετά από αυτό πήγε στο εν λόγω κατάστημα για να μετρήσει τα στάντ. Ερωτηθείς στην αντεξέταση του ανάφερε ότι τον πήρε μια κοπέλα από το κατάστημα το όνομα της οποίας, επίσης ερωτηθείς, είπε ότι δεν το γνώριζε και ότι αυτή του είπε να περάσει από το μαγαζί, ο ίδιος όμως δεν ρώτησε γιατί, επειδή είχε και δουλειά. Υπενθυμίζοντας του η συνήγορος της εναγόμενης τι αυτός ανάφερε στην κυρίως εξέταση του, απάντησε ο ενάγοντας μεταξύ άλλων, ότι δεν θυμάμαι να είπε έτσι και ότι του είπαν να πάει στο κατάστημα αλλά αυτός δεν ξέρει με ποιον μίλησε. Υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του ότι με την εναγόμενη συζήτησε μετά που παρέδωσε τα έντεκα στάντ, η οποία τον ρώτησε πότε θα είναι έτοιμα και τα υπόλοιπα και αυτός της είπε σε δύο ημέρες. Στην αντεξέταση του ο ενάγοντας, ερωτηθείς ποιος ήταν στο κατάστημα όταν παρέδωσε τα στάντ, ανάφερε ότι ήταν η υπεύθυνη του καταστήματος και άλλες δύο κοπέλες, χωρίς όμως να αναφέρει ότι ήταν και η εναγόμενη. Ενώ ως προς τον χρόνο που μίλησε με την εναγόμενη, τον διαφοροποιεί με την απάντηση που έδωσε στην αντεξέταση του, λέγοντας ότι με την εναγόμενη μίλησαν στο τηλέφωνο την ημέρα που έβγαλε την προσφορά του δηλαδή την ημέρα που έγινε η συμφωνία, σύμφωνα με τον ίδιο, και τόνισε ότι εκείνη την ημέρα που επισκέφθηκε το κατάστημα, η εναγόμενη δεν ήταν εκεί αλλά μίλησε μαζί της στο τηλέφωνο. Ακολούθως ο ενάγοντας είπε ότι με την εναγόμενη την ημέρα που πήγε στο μαγαζί δεν μίλησε μαζί της, αλλά μίλησε ο Αντρέας και είναι ο Αντρέας που του είπε ότι είναι εντάξει με την προσφορά. Ερωτηθείς κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, μάλιστα αν μίλησε εκείνη την ημέρα με την εναγόμενη, ο ενάγοντας απάντησε, μάλλον έδωσε όλες τις πιθανές απαντήσεις: - Δεν μίλησα εκείνη την ημέρα - Μίλησα; Δεν θυμάμαι - Νομίζω ότι μίλησα - Δεν είμαι σίγουρος Ενώ στην τελευταία πιο πάνω απάντηση του, ο ενάγοντας για να καλύψει ότι θεώρησε ότι απόμεινε ως κενό, επικαλέστηκε και τον χρόνο που παρήλθε από το
  3. Υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του ότι αυτός γνωρίζει την εναγόμενη προσωπικά, ότι αυτή τον πλήρωσε και ότι δεν είναι (δεν υπάρχει) εταιρεία πράγμα το οποίο επανέλαβε και στην αντεξέταση του ότι δηλαδή δεν ήταν εταιρεία, σε άλλη περίπτωση ο ενάγοντας ανάφερε ότι δεν τον πλήρωσε προσωπικά η εναγόμενη, αλλά το ποσό των Λ.Κ.150 του δόθηκαν στην απουσία της εναγόμενης από την Μ.Ε.2 και κάποιο Ανδρέα, μετά είπε μόνο από τον Ανδρέα, ενώ τέλος είπε ότι αυτά του τα άφησαν και τα πήρε από το πάγκο κοντά στο ταμείο του καταστήματος. Ανέφερε ο ενάγοντας ότι το ποσό των Λ.Κ.150.- το ζήτησε ως προκαταβολή για να αγοράσει τα υλικά ενώ τα υλικά ανάφερε ότι του στοίχησαν Λ.Κ.300.- Τόσο ενάγοντας όσο και η Μ.Ε.2 ερωτηθέντες αναφορικά με την μεταξύ τους σχέση, ανάφεραν ότι είναι οικογενειακοί φίλοι ακολούθως παραδέχτηκαν ότι ο ενάγοντας είναι γαμπρός της Μ.Ε.2 και για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι αυτό δεν το αποκάλυψαν εξαρχής στο δικαστήριο και οι δύο ανάτρεχαν στον χρόνο της συμφωνίας και όταν η Μ.Ε.2 εργαζόταν στο κατάστημα Skevis Bazar, όπου τότε ο ενάγοντας δεν ήταν γαμπρός της, όπως υποστήριξαν. Η μαρτυρία του ενάγοντα υπήρξε παντελώς αναξιόπιστη και δεν φέρει εκείνα τα στοιχειά της συνοχής, σταθερότητας και αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει κάθε αξιόπιστη μαρτυρία. Απορρίπτω αυτή ως αναξιόπιστη. Ειδικότερα δε απορρίπτω τη θέση του, ότι η παραγγελία αφορούσε 32 στάντ και ότι για τα 32 αυτά στάντ είχε συμφωνηθεί το ποσό των Λ.Κ.500.- μαρτυρία η οποία έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία της εναγόμενης, η οποία κατωτέρω κρίνεται ως αξιόπιστη. Η Μ.Ε.2 όπως και πιο πάνω ανάφερα, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Καθίσταται φανερό μέσα από ενώπιον μου γραπτά στοιχεία (βλέπε Τεκμήρια 7 και 8), ότι η Μ.Ε.2 δεν ήρθε ενώπιον του δικαστηρίου για να πει την αλήθεια. Οι ισχυρισμοί της Μ.Ε.2 διαψεύδονται και καταρρίπτονται, αλλά δείχνουν και την αναλήθεια των λόγων της, όχι από στοιχεία τα οποία δεν ήταν σε γνώση της, αλλά από αυτά που προσπάθησε να αποκρύψει και τα οποία αποδεικνύουν ατράνταχτα ότι ενώπιον του δικαστηρίου δεν ήρθε για να πει την αλήθεια, αλλά να υποστηρίζει την εκδοχή του ενάγοντα με τον οποίο οι σχέσεις τους δεν ήταν απλώς φιλικές όπως η ίδια και ο ενάγοντας προσπάθησαν επιμελώς να αποκρύψουν. H M.E.2 υποστήριξε με θέρμη και ήταν αμετακίνητη στην θέση ότι δεν υπήρχε εταιρεία, ότι αυτή εργαζόταν στην ίδια την εναγόμενη, ότι πληρωνόταν από την ίδια την εναγόμενη με προσωπικές τις επιταγές, ότι δεν απολύθηκε από την εργασία της, αλλά ήταν αυτή που έφυγε, ότι με την αγωγή που καταχώρησε ζητούσε ποσά τα οποία εδικαιούτο ως 13ο μισθό και άδειες. Και δεν πρόκειται, για απόκρυψη γεγονότων ή αντίφαση της μάρτυρος μη ουσιαστική στην προκειμένη περίπτωση αφού αυτό το γεγονός είχε να κάνει με την ουσία και τη βάση της απαίτησης του ενάγοντα αλλά και με την υπεράσπισης της εναγόμενης. Η Μ.Ε.2 απέκρυψε το γεγονός αυτό για τον απλό λόγο, επειδή ήθελε να πείσει ως προς την μια και μοναδική κατεύθυνση που επιδίωκε και ο ενάγοντας ότι δεν υπήρχε εταιρεία, ενώ αυτό που διαφάνηκε μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν ήταν μόνο ότι υπήρχε εταιρεία, αλλά ότι η Μ.Ε.2 γνώριζε πολύ καλά την ύπαρξη της και ότι αυτή εργοδοτείτο από εταιρεία, αφού η ίδια κίνησε διαδικασίες εναντίον της εταιρείας και αξίωνε αποζημιώσεις μεταξύ άλλων και για παράνομη απόλυση (βλ. Τεκμήριο 8) Ήταν φανερό μέσα από τον τρόπο που η Μ.Ε.2 μαρτυρούσε ότι πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα βοηθούσε τον ενάγοντα και συνεπακόλουθα η μαρτυρία της Μ.Ε.2 δεν μπορεί να κριθεί ούτε ανεξάρτητη αλλά ούτε και αξιόπιστη. Απορρίπτω πλήρως την μαρτυρία της Μ.Ε.
  4. Οπόταν με την μαρτυρία που ο ενάγων προσκόμισε, η οποία δεν έγινε αποδεκτή και η οποία καταρρίπτεται από τα ενώπιον μου γραπτά στοιχεία, οδηγούν στην αποτυχία της απόδειξης, μεταξύ άλλων και του ισχυρισμού του ότι η ίδια η εναγόμενη είναι ιδιοκτήτης εμπορικών καταστημάτων λιανικής πώλησης στη Πάφο και σε άλλες πόλεις με την επωνυμία «Σκεύης Παζαρ». Η εναγόμενη (Μ.Υ.1), μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Υπήρξε ήρεμη και σταθερή κατά την διάρκεια της κατάθεσης της. Η μαρτυρία της διέπετο από σαφήνεια και συνοχή ενώ δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης που υποβλήθηκε από την συνήγορο του ενάγοντα και ήταν σταθερή στις θέσεις της. Κατέθεσε με φυσικότητα και αυθορμητισμό και θεωρώ ότι η μάρτυρας ήταν ειλικρινής. Δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι η ίδια ήθελε να αποφύγει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της απέναντι στον ενάγοντα. Ο τρόπος που μαρτυρούσε έδειχνε την ειλικρίνεια της στα όσα πίστευε περί της μη ύπαρξη ευθύνης της ίδιας εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόβαινε σε παραγγελία για το κατάστημα στην Πάφο το οποίο ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED. Γεγονός το οποίο ενισχύεται από το ότι αυτή προέβηκε σε παραγγελία μέσω υπαλλήλων της, οι οποίοι ήταν εργοδοτούμενοι της εταιρείας ΟRTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED και για ανάγκες του καταστήματος της εταιρείας στη Πάφο και όχι για προσωπικό της όφελος ή χρήση. Αποδέχομαι την βασική της εκδοχή ότι είχε προβεί υπό τις περιστάσεις που ανάφερε σε παραγγελία 5 στάντ και ότι το ποσό που συμφωνήθηκε ήταν το ποσό των Λ.Κ.150.- ποσό το οποίο πληρώθηκε στον ενάγοντα. H Μ.Y. 2 μου έκανε επίσης πολύ καλή εντύπωση. Η μάρτυρας αυτή απαντούσε με ευθύτητα, απλότητα, ήταν θετική και επεξηγηματική στις απαντήσεις της, η μαρτυρία της διέπετο από αυθορμητισμό και δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντξέταση. Στα σημεία που αυτή ανέφερε ότι δεν θυμόταν δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι αυτό γινόταν για να αποφύγει να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα που τις τέθηκαν στην αντεξέταση της. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία γνώριζε και περιέπεσαν στην δική της αντίληψη και ως εκ τούτου η μαρτυρία της κρίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο. Συνεπώς με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση αποτελεί και εύρημα μου ότι ιδιοκτήτρια των πιο πάνω καταστημάτων είναι η εταιρεία ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LTD και ότι διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας είναι η εναγόμενη. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα μου ότι η εναγόμενη κατά ή περί τον Μάιο του 2004 ως διευθύντρια της εταιρείας ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LTD, μέσω των υπαλλήλων της εταιρείας, παράγγειλε στον ενάγων για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, 5 μεταλλικά STAN για το ποσό των Λ.Κ. 150 .-, ποσό το οποίο πληρώθηκε στον ενάγοντα. Λαμβάνοντας υπόψη τα αμέσως πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας υπόψη ότι το ποσό της συμφωνίας εκ Λ.Κ.
  5. δηλαδή η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντα πληρώθηκε, η αγωγή του οδηγείται σε αποτυχία. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ ότι θα πρέπει, επίσης να αποφασιστεί αν πράγματι υπό τις περιστάσεις, η εναγόμενη, ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, δεσμεύετο και προσωπικά από σύμβαση. Ζήτημα το οποίο προσεγγίζεται και ρυθμίζεται από το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί τα εξής: Ελλείψει συμβατικού όρου γι΄αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή. Το ίδιο το άρθρο καθορίζει τις περιπτώσεις που τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει: (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή. (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου. (γ) όταν ο αντιπρόσωπος, παρόλο που αποκαλύφθηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί. Η κρινόμενη περίπτωση με βάση τα περιστατική της θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του πιο πάνω άρθρου και σε σχέση με την δεύτερη περίπτωση. Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Παύλος Ευαγγελίδης, συναλλασσόμενος ως Ipso Hotel Association v.
  6. Νίκου Κοσμά κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 93), με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ελλείψει συμβατικού όρου ως προς τον σκοπό αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση. Μεταξύ άλλων όμως τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο αντιπροσωπευόμενος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και σε τέτοια περίπτωση καθίσταται και ο ίδιος υπεύθυνος. Σχετική είναι η απόφαση στην Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629 όπου αναφέρθηκαν τα εξής και σε παρόμοια υπόθεση στην σελ. 633: «Είναι πράγματι δύσκολο σε μία τέτοια περίπτωση, ο αντιπρόσωπος να επεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από την A.C. Dutt «The Indian Contract Act» 4η έκδοση, 1969, σελ 1005: «The effect of S.240 cl.
(2)read with S.92 is that, if on the face of a written contract an agent appears to be personally liable, he cannot escape liability by evidence of any disclosure of the principal's name apart from the contact. The presumption is not rebutted by the agent merely writing the words « for principal» after his signature». Σχετικές επίσης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 193 του κεφ. 149 που προνοεί τα ακόλουθα: « Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάττεται με αυτό δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Vol.1, 4th edition, par. 853 αναφέρονται τα εξής: « Where a person makes a contract in his own name without disclosing either the name of the existence of a principal, he is personally liable on the contract to the other contracting party, though he may be in fact acting an a principal΄s behalf. He will continue to be liable even after the discovery of the agency by the other party, unless and until there has been an unequivocal election by the other contracting party to look to the principal alone». Στην υπόθεση Παύλος Ευαγγελίδης (ανωτέρω) αφού αναφέρθηκαν τα πιο πάνω, λέχθηκαν και τα εξής: «από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές, ότι ασχέτως οποιαδήποτε μεταγενέστερης γνώσης περί αντιπροσωπείας και να είχαν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν επηρεαζόταν το δικαίωμα τους να επιλέξουν να εγείρουν την αγωγή εναντίον του αντιπροσώπου, όπως έπραξαν στην παρούσα περίπτωση». Ουσιώδης χρόνος κρίσης του κατά πόσο η σύμβαση έγινε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα ή όχι, όπως προκύπτει από τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και τη νομολογία είναι ο χρόνος της συμφωνίας σύμβαση. Οι περιστάσεις σύναψης της συμφωνίας και ο χρόνος σύναψης της, αποδέχομαι ότι έγινε ως η εναγόμενη ανάφερε δηλαδή ότι αυτή έγινε μέσω τις Άντρης Παλάσκα υπαλλήλου του καταστήματος και της εταιρείας η οποία ανέθεσε στον ενάγοντα την κατασκευή των στάντ. Παρά το ότι η εναγόμενη εμφανίζεται να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας ως υποστήριξε δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας αποκαλύφθηκε στον ενάγοντα είτε από την ίδια είτε από την Μ.Ε.2 ότι η συμφωνία αφορούσε την εταιρεία. Οπόταν υπό τις περιστάσεις αποτελεί εύρημα μου ότι η εναγόμενη δεν προέβηκε σε ρητή αποκάλυψη προς στον ενάγοντα ότι αντιπροσώπευε την εταιρεία ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LTD. Η μαρτυρία της εναγόμενης η οποία έτεινε να αποκαλύψει την ύπαρξη εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και γεγονότα τα οποία ακολούθησαν και από τα οποία ήταν θέση της ότι επήλθε γνώση του ενάγοντα περί της ύπαρξης της εταιρείας δεν προσθέτουν οτιδήποτε καθότι όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε ουσιώδης χρόνος κρίσης του κατά πόσο η σύμβαση έγινε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα ή όχι, είναι ο χρόνος της σύμβασης και οποιαδήποτε μεταγενέστερης γνώση περί αντιπροσωπείας και να είχε ο ενάγοντας δεν επηρεαζόταν το δικαίωμα του να επιλέξει να εγείρει την αγωγή εναντίον του αντιπροσώπου δηλαδή της εναγόμενης. Το γεγονός ότι η Μ.Ε.2 γνώριζε, ως διαφάνηκε από την μαρτυρία, ότι υφίστατο εταιρεία κατά τον χρόνο της συμφωνίας, καθώς και το γεγονός ότι ο Ανδρέας ήταν υπάλληλος της εταιρείας, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αυτό αποκαλύφθηκε και στον ενάγοντα. Οπόταν σε περίπτωση που εγώ αποδεχόμουν ότι ο ενάγοντας με την μαρτυρία του απέδειξε ότι η συμφωνία αφορούσε την κατασκευή 32 σταντ και με συμφωνηθείσα αμοιβή των Λ.Κ. 500 θα προχωρούσα και θα έκδιδα απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης ως η έκθεση απαίτησης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.