← Κύπρος

Γ. ΙΩΣΗΦΑΚΗΣ ΣΙΑ ν. ΑΝ. VE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 225/03, 11 Ιανουαρίου, 2007

Γ. ΙΩΣΗΦΑΚΗΣ ΣΙΑ ν. ΑΝ. VE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 225/03, 11 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 225/03 Μεταξύ: Γ. ΙΩΣΗΦΑΚΗΣ & ΣΙΑ, Ενάγουσας, και

  1. ΑΝ. VE. LIMITED,
  2. AN. KO. ME. LIMITED, Εναγομένων. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Ιανουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κος Χ" Δημήτρης. Για τις Εναγόμενες: κος Μιντής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αξίωσή της η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει το ποσό των £3.167 ως οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής για τις υπηρεσίες που παρείχε στις Εναγόμενες εταιρείες. Στην τροποποιημένη Έκθεση Απαιτήσεως η Ενάγουσα εταιρεία, η οποία ασχολείται με λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες, ισχυρίζεται ότι στις 29.8.2001 έδωσε γραπτή προσφορά για την ετοιμασία οικονομικής μελέτης και/ή επιχειρηματικού σχεδίου, σκοπός του οποίου ήταν η χρηματοδότηση των Εναγομένων εταιρειών από την Alpha Bank. Η αμοιβή για την ετοιμασία της οικονομικής μελέτης συμφωνήθηκε στο ποσό των £5.967 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των £2.800 σε διαφορετικές ημερομηνίες. Παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των £3.167 του οποίου η εξόφληση ζητήθηκε επανειλημμένα χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το ποσό αυτό αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Με την τροποποιημένη Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενες εταιρείες αρνούνται ότι η προσφορά είχε γίνει αποδεκτή στην ολότητά της και ισχυρίζονται ότι συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2 ότι η Ενάγουσα θα ετοίμαζε οικονομική μελέτη έναντι του ποσού των £2.800 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Παραδέχονται, ότι κατέβαλαν στην Ενάγουσα εταιρεία το ποσό των £2.800 αλλά αρνούνται ότι το ποσό αυτό ήταν έναντι του χρέους και ότι οφείλουν οποιοδήποτε υπόλοιπο στην Ενάγουσα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά τρεις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας κ. Γ. Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1) ο οποίος ανέφερε ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής μέλος του Συνδέσμου Ορκοτών Λογιστών Μεγάλης Βρεττανίας και Ρουμανίας. Η Ενάγουσα διατηρεί γραφεία στη Λευκωσία και ασχολείται με τον έλεγχο λογιστικών βιβλίων νομικών ή και φυσικών προσώπων, την παροχή λογιστικών υπηρεσιών καθώς και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ήρθε σε επαφή με τους διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών, τον Ιουλίο του 2001 όταν ο Κώστας Ππολός, Ασφαλιστικός Λειτουργός της Alpha Bank Ασφαλιστικής, τον έφερε σε επαφή με τους Διευθύνοντες Σύμβουλους των Εναγομένων εταιρειών, οι οποίες ασχολούνται με την διαχείριση επιχειρήσεων όπως mini-market και τουριστικά περίπτερα. Στις 5.7.2001 έγινε συνάντηση γνωριμίας στην Αγία Νάπα, στις εγκαταστάσεις των Εναγομένων εταιρειών. Παρόντες στη συνάντηση αυτή ήταν ο κ. Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1), ο κ. Ππολός, ακόμα ένας ασφαλιστικός λειτουργός της Alpha Ασφαλιστικής, ο κ. Α. Χριστοφόρου και ο κ. Κάτζιης, οι οποίοι είναι μέτοχοι και σύμβουλοι των δύο Εναγομένων εταιρειών και δύο άλλοι διευθυντές. Στη συνάντηση αυτή ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ισχυρίστηκε ότι εξήγησε τις υπηρεσίες που προσφέρει η Ενάγουσα εταιρεία ενώ ο κ. Κάτζιης επεξήγησε τις δραστηριότητες των Εναγομένων εταιρειών και αναφέρθηκε γενικά στις μελλοντικές εργασίες, για τις οποίες θα έπρεπε να ετοιμαστεί οικονομική μελέτη η οποία να συνοδεύσει το αίτημα των Εναγομένων εταιρειών προς την Alpha Bank για χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων αυτών. Η δεύτερη συνάντηση έγινε στις 9.7.2001 στην Αγία Νάπα. Σ΄ αυτή και πάλι ο κ. Κάτζιης εξήγησε και ανέλυσε τα μελλοντικά σχέδια των Εναγομένων εταιρειών και ο κ. Ιωσηφάκης δεσμεύτηκε να αξιολογήσει τα δεδομένα και να επανέλθει με γραπτή προσφορά αναφορικά με το είδος της μελέτης την οποία ο ίδιος θεωρούσε αναγκαία και την αμοιβή του για την διεκπεραίωση της συγκεκριμένης εργασίας. Στις 21.8.2001 η προσφορά ήταν έτοιμη και έγινε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Κάτζιη με απώτερο σκοπό να δοθεί η προσφορά. Κατέθεσε την προσφορά ως Τεκμήριο
  4. Την ίδια μέρα έγινε παρουσίαση της προσφοράς, παρουσία των κ.κ. Κάτζιη, ΧατζηΡουσή, Νεοφύτου και Ππολού. Όμως, η προσφορά δεν υπεγράφη και ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) αναγνώρισε ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερό του λάθος. Ο κ. Κάτζιης ζήτησε να μελετήσει την προσφορά και ανέφερε ότι θα γινόταν άλλη συνάντηση για να την κοινοποίηση της τελικής απόφασης των ενδιαφερομένων. Στις 16.10.2001 έγινε νέα συνάντηση στην Αγία Νάπα, στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγομένων εταιρειών, παρουσία των κ.κ. Ιωσηφάκη (Μ.Ε.1), Κάτζιη, Νεοφύτου, Χατζηρουσή, Χριστοφόρου και Ππολού, όπου δόθηκε προφορικά η απάντηση αποδοχής της προσφοράς με το μόνο όρο η μελέτη να γίνει σε τρία στάδια. Το ποσό της αμοιβής έγινε επίσης αποδεκτό. Ήθελαν, οι διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών, σε πρώτο στάδιο να αξιολογηθεί η αποδοτικότητα των Εναγομένων εταιρειών, σύμφωνα με τους μη ελεγμένους λογαριασμούς που θα παραχωρούσαν στον μάρτυρα (Μ.Ε.1). Σε δεύτερο στάδιο, θα γινόταν η αξιολόγηση και μελέτη για τις μελλοντικές δραστηριότητες των Εναγομένων εταιρειών που αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία καφετέριας και μπυραρίας. Αν ικανοποιούντο από τα αποτελέσματα αυτού του δεύτερου μέρους της μελέτης τότε θα προχωρούσε ο Μ.Ε.1 στο τρίτο στάδιο. Το τρίτο στάδιο αφορούσε την ετοιμασία της τελικής μελέτης που θα κατατίθετο στην Alpha Bank και θα συνόδευε το αίτημα για την χρηματοδότηση των μελλοντικών δραστηριοτήτων των Εναγομένων εταιρειών. Ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ισχυρίστηκε ότι ολοκλήρωσε όλα τα στάδια της εργασίας που του είχε ανατεθεί. Αξιολόγησε τα ισοζύγια των εταιρειών, ανέλυσε τα δεδομένα που του είχαν δοθεί και τα παρουσίασε στον κ. Κάτζιη προφορικά στις 25.10.2001 με εκτυπωμένες αναλύσεις των ευρημάτων του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων που αφορούσε την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου της εργασίας που του είχε ανατεθεί και το οποίο είχε παρουσιαστεί προφορικά στις 25.10.
  5. Μετά την επεξήγηση των αποτελεσμάτων αυτών του δόθηκαν οδηγίες να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο, πράγμα το οποίο έπραξε. Σ΄ αυτό το στάδιο αξιολόγησε τις μελλοντικές επενδυτικές δραστηριότητες των Εναγομένων εταιρειών και τις ανέλυσε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της αξιολόγησης αυτής την οποία παρέδωσε στους τρεις διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών στις 8.11.
  6. Ανέφερε, ο Μ.Ε.1, ότι αυτού του είδους την εργασία δεν την αναθέτει σε οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο της Ενάγουσας εταιρείας αλλά την αναλαμβάνει ο ίδιος εξ ολοκλήρου. Οι διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών ήταν ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα και ζήτησαν όπως διευθετηθεί συνάντηση γνωριμίας με την Alpha Bank στην Αγία Νάπα. Η συνάντηση αυτή έγινε στις 19.11.2001 παρουσία των κ.κ. Κάτζιη, Νεοφύτου, Χατζηρουσή, Ππολού, Χριστοφόρου καθώς και του κ. Λουκή Σκαλιώτη, Ανώτερου Στελέχους Χρηματοδοτήσεων της Alpha Bank. Παρών ήταν και ο κ. Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1). Έγινε ξενάγηση του κ. Σκαλιώτη στις εργαστηριακές εγκαταστάσεις των Εναγομένων εταιρειών και συμφωνήθηκε όπως ετοιμαστεί το τρίτο στάδιο της ανατεθείσας εργασίας το οποίο αφορούσε την ετοιμασία της μελέτης, με σκοπό την χρηματοδότηση των εταιρειών και κατατεθεί επίσημα στην Alpha Bank μαζί με το αίτημα για χρηματοδότηση. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 η μελέτη που αφορούσε αυτό το στάδιο. Σύμφωνα με το μάρτυρα (Μ.Ε.1) η μελέτη αυτή υποβλήθηκε στον κ. Σκαλιώτη, της Alpha Bank, στη Λευκωσία στις 26.11.2001 και συνόδευε το αίτημα για χρηματοδότηση των Εναγομένων εταιρειών με το ποσό των £550.
  7. Στις 12.12.01 ο κ. Σκαλιώτης κάλεσε τους Διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών καθώς και τον κο Ιωσηφάκη (Μ.Ε.1) και τους ανακοίνωσε προφορικά ότι η Τράπεζα είχε εγκρίνει την χορήγηση δανείου ύψους £350.000, σε πρώτη φάση, με ενδεχόμενο να επανεξετάσει το αίτημα αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό σε έξι μήνες. Όμως, το αίτημα έπρεπε να απευθυνθεί στον Περιφερειακό Διευθυντή Αμμοχώστου λόγω του ότι η έδρα των Εναγομένων εταιρειών ήταν σ΄ εκείνη την περιφέρεια. Ουδέποτε οι Εναγόμενες εταιρείες απευθύνθηκαν στον Περιφερειακό Διευθυντή Αμμοχώστου για την παροχή του δανείου αυτού, σύμφωνα με τον μάρτυρα (Μ.Ε.1). Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι η αμοιβή για όλη αυτή την εργασία που ολοκλήρωσε είχε συμφωνηθεί στο ποσό των £5.425 πλέον 10% Φ.Π.Α. και ότι είχαν γίνει σταδιακά πληρωμές. Στις 19.11.2001, ημέρα συνάντησης με τον κο Σκαλιώτη της Alpha Bank, εξεδόθηκε το τιμολόγιο 34, το οποίο αφορούσε το πρώτο και δεύτερο σκέλος της μελέτης, για το ποσό των £3.300, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, το οποίο έγινε αποδεκτό από τον κ. Κάτζιη και υπογράφτηκε. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Στις 12.12.01 εξεδόθη άλλο τιμολόγιο, με αριθμό 49, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 για το ποσό των £2.667,50 το οποίο ακολούθησε την συνάντηση στην Alpha Bank στη Λευκωσία. Πληρωμές έγιναν στις 19.11.01, £1.000, στις 27.11.2001 άλλες £1.000, στις 31.12.2001, £500 και στις 22.2.2002, £300, Τεκμήριο
  9. Παρέμεινε το υπόλοιπο των £3.167 για το οποίο είχε αποσταλεί αριθμός υπενθυμητικών επιστολών με τηλεομοιότυπο προς τον κ. Κάτζιη για την αποπληρωμή του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 το τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 4.2.02 και ως Τεκμήριο 8Α το δελτίο αποστολής του. Στις 26.3.2002 απέστειλε με τηλεομοιότυπο στον κ. Κάτζιη μια κατάσταση λογαριασμού με χειρόγραφη σημείωση για την αποπληρωμή του υπολοίπου την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  10. Πλην όμως, δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση για να ακολουθήσουν στις 2.4.2002, στις 17.4.2002 και στις 13.6.2002 άλλες επιστολές με παρόμοιο περιεχόμενο οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10, 11 και
  11. Λόγω μη ανταπόκρισης ανατέθηκε η υπόθεση στο δικηγόρο της Ενάγουσας εταιρείας ο οποίος απέστειλε συστημένη επιστολή στις 11.10.02 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 χωρίς όμως οποιανδήποτε ανταπόκριση. Ήταν η θέση του μάρτυρα (Μ.Ε.1) ότι για την διεκπεραίωση την ανατεθείσας εργασίας χρειάστηκε 185 εργάσιμες ώρες τις οποίες και κατέγραψε σε εξειδικευμένο πρόγραμμα. Η χρέωσή του ανά ώρα ανέρχεται στις £
  12. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του κατέθεσε το Τεκμήριο
  13. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ο κ. Ππολός και ο κ. Χριστοφόρου, οι οποίοι ενεργούσαν ως εκπρόσωποι της Alpha Ασφαλιστικής, δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον από την συγκεκριμένη συναλλαγή. Εάν ολοκληρωνόταν η μελέτη και η Τράπεζα προχωρούσε στην χορήγηση του δανείου, τότε θα εξέδιδαν ασφάλειες για τις Εναγόμενες εταιρείες και τους διευθυντές τους προσωπικά και θα λάμβαναν τις ανάλογες προμήθειες. Επέμενε στη θέση του ότι από τον ίδιο δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον. Ερωτηθείς για τις ώρες εργασίας που αφιέρωσε, για την διεκπεραίωση της ανατεθείσας εργασίας, ισχυρίστηκε ότι ανάλωσε 185 ώρες και ότι ως επαγγελματίας καταγράφει τις ώρες που αφιερώνει στην κάθε δουλειά. Όταν του υποβλήθηκε ότι για την αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των £2.800 επέμενε στη θέση του ότι η συμφωνία ήταν αυτή που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Αναγνώρισε ότι ήταν λάθος του να μην επιμένει στην υπογραφή της συγκεκριμένης συμφωνίας αλλά βασίστηκε στην εντιμότητα του κου Κάτζιη. Όσον αφορά την έκβαση της αίτησης για την χορήγηση του δανείου ισχυρίστηκε ότι ο Διευθυντής της Alpha Bank, τον οποίο συνάντησαν στα γραφεία της Alpha Bank στο Γιώρκειο, ενέκρινε προφορικά το ποσό των £350.000 με τη δέσμευση να επανέλθουν οι Εναγόμενες εταιρείες για να τους δοθεί και το υπόλοιπο ποσό, το οποίο ζητούσαν, σε μεταγενέστερο στάδιο. Όμως, οι οδηγίες του ήταν όπως η αίτηση για την παραχώρηση δανείου γίνει μέσω του υποκαταστήματος Παραλιμνίου αφού οι Εναγόμενες εταιρείες εβρίσκονται στην περιοχή Αμμοχώστου. Παρόλο που ο ίδιος (Μ.Ε.1) ρωτούσε επανειλημμένα τον κ. Κάτζιη πότε θα ήταν έτοιμος για την υποβολή του αιτήματος προς την Τράπεζα, ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 5 και 6 ερωτηθείς ανέφερε ότι εκδόθηκαν επ΄ ονόματι των διευθυντών των Εναγομένων εταιρειών επειδή ο ίδιος είχε να κάμει και με τους διευθυντές των εταιρειών αυτών. Ισχυρίστηκε, ότι οι ημερομηνίες των τιμολογίων συνάδουν με τις ημερομηνίες ολοκλήρωσης των δύο σταδίων της μελέτης. Το δεύτερο τιμολόγιο συνάδει με την ημερομηνία που έγινε η συνάντηση με τον διευθυντή της Alpha Bank στη Λευκωσία. Επέμενε στη θέση του ότι ποτέ δεν είχε γίνει προφορική συμφωνία για την καταβολή αμοιβής ύψους £2.800 ενώ παράλληλα ανέφερε ότι όσον αφορά την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών το αποτέλεσμα του οποιουδήποτε αιτήματος ποτέ δεν συσχετίζεται με την αμοιβή εκτός εάν υπάρχει τέτοια συμφωνία από την αρχή. Συνήθως, άλλα γραφεία ζητούν 2 με 3% αμοιβή επί του ποσού που θα χρηματοδοτηθεί. Όμως, για την συγκεκριμένη εργασία έγινε συμφωνία για το συγκεκριμένο ποσό της προσφοράς, δηλαδή £5.
  14. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τον κ. Ππολό τον γνωρίζει για αρκετά χρόνια και συνεργάστηκε μαζί του σε δύο, τρεις περιπτώσεις. Παλιά δούλευαν στην ίδια εταιρεία. Όμως, ο κ. Ππολός δεν έπαιρνε οποιοδήποτε προμήθεια για τους πελάτες που σύστηνε στην Ενάγουσα εταιρεία. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι οι Εναγόμενες εταιρείες διατηρούσαν και χρησιμοποιούσαν, για τις εμπορικές δραστηριότητές τους, λογαριασμούς επ΄ ονόματι των διευθυντών των εταιρειών. Όταν άρχισαν να πληρώνουν την Ενάγουσα, ο κ. Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1), εξέδιδε τα τιμολόγια σύμφωνα με το ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών, στις οποίες εκδότες ήταν οι τρεις διευθυντές. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η μια επιταγή ήταν από την μια εταιρεία και υπήρχαν τα ονόματα Α. Κάτζιης και Γ. Νεοφύτου και η άλλη επιταγή ήταν από την δεύτερη εταιρεία και υπήρχαν τα ονόματα Α. Κάτζιης και Β. ΧατζηΡούσου. Δεύτερος μάρτυρας για την Ενάγουσα εταιρεία ήταν ο κ. Κωστάκης Ππολός (Μ.Ε.2) ο οποίος σε συντομία ανέφερε τ΄ ακόλουθα: Οι Εναγόμενες εταιρείες ανήκουν στον κ. Αντρέα με τον οποίο ο ίδιος διατηρεί φιλικές σχέσεις, αλλά έχει και συνεταίρους τους οποίους είδε μια φορά και αναγνώρισε μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Με τον κ. Ιωσηφάκη υπήρξαν συνάδελφοι στην εταιρεία Πάνος Εγγλέζος γι΄ αυτό και τον γνωρίζει. Όταν αποχώρησε από την εταιρεία εκείνη, εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Alpha Ασφαλιστική η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της Alpha Bank και ασχολείται με την παροχή ασφαλειών διαφόρων κατηγοριών. Μεταξύ των καθηκόντων του, είναι και η παροχή εισηγήσεων για την παραχώρηση δανείων προσωπικών ή επαγγελματικών. Ήταν η θέση του ότι στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου υπήρχε έδαφος για την έκδοση τέτοιου είδους ασφαλειών γι΄ αυτό και δημιούργησε φίλους με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση ασφαλειών και παροχή δανείων. Έτσι γνώρισε και τον κ. Κάτζιη, ο οποίος ενδιαφέρετο να δημιουργήσει ένα σύμπλεγμα καταστημάτων στην είσοδο της Αγίας Νάπας. Του εισηγήθηκε όπως υποβάλει αίτημα για δανειοδότηση στην Alpha Bank και του ανέφερε την πολιτική που ακολουθεί η Τράπεζα, η οποία περιλαμβάνει την διεξαγωγή μελέτης βιωσιμότητας της εταιρείας. Ο κ. Κάτζιης τον ρώτησε αν γνώριζε λογιστές για την διεκπεραίωση αυτής της μελέτης και ο ίδιος του σύστησε τον κ. Ιωσηφάκη. Στις αρχές Ιουλίου του 2001, σύμφωνα με την μαρτυρία του, έγινε η πρώτη συνάντηση μεταξύ του κ. Ιωσηφάκη και του κ. Κάτζιη στην παρουσία και του ιδίου. Εκεί ο κ. Κάτζιης τους ανέφερε τι ήθελε να κάμει και ζήτησε όπως γίνει μια έρευνα για τα λεφτά που θα χρειάζονταν καθώς και μια μελέτη βιωσιμότητας που θα υποβάλλετο στην Alpha Bank. Ήταν η θέση του ότι λόγω του ότι ο κ. Κάτζιης ήταν προσωπικός του φίλος είχε παρακαλέσει ο ίδιος τον κ. Ιωσηφάκη να κάνει ειδική τιμή για την μελέτη αφού η κανονική της τιμή ανέρχετο στο ποσό των £7.
  15. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν η προσφορά ήταν έτοιμη πήγαν μαζί με τον κ. Ιωσηφάκη στον κ. Κάτζιη, Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο δεν θυμόταν, και του την έδωσαν. Ο ίδιος τους είπε ότι θα την μελετήσει και θα επανέλθει. Τον Οκτώβριο του 2001 τους ειδοποίησε, ο κ. Κάτζιης, ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν σε τρία στάδια. Παρακάλεσε ο ίδιος τον κ. Σκαλιώτη, Ανώτατο Στέλεχος της Alpha Bank, να επισκεφθεί τον χώρο που θα γινόταν το έργο για να διαπιστώσει κατά πόσο θα μπορούσε να δανειοδοτηθεί από την Alpha Bank. Η μελέτη ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε στον κ. Κάτζιη. Ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στον κ. Σκαλιώτη. Όμως, η αποδοχή της προσφοράς του κ. Ιωσηφάκη δεν έγινε γραπτώς επειδή και ο ίδιος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον κ. Κάτζιη και δεν είχε λόγους να αμφιβάλει ότι μη υπογράφοντας ένα μέρος της προσφοράς θα αρνείτο το περιεχόμενό της. Η Τράπεζα ενέκρινε την δανειοδότηση του ποσού των £300.000 - £350.000 δεν θυμόταν ακριβώς, όμως το δάνειο δεν παραχωρήθηκε γιατί δεν το πήραν οι ενδιαφερόμενοι. Επέμενε στη θέση του ότι δεν είχε οποιοδήποτε άλλο οικονομικό όφελος από τη συγκεκριμένη υπόθεση παρά μόνο την έκδοση των ασφαλιστικών συμβολαίων που θα προέκυπταν από την δανειοδότηση. Δεν θα έπαιρνε οποιαδήποτε αμοιβή από τον κ. Ιωσηφάκη. Ερωτηθείς ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία για την αμοιβή του κ. Ιωσηφάκη έγινε ενώπιόν του και ήταν για το ποσό των £5.000 ενώ ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε αναφέρει στον κ. Κάτζιη ότι του είχε παρασχεθεί έκπτωση της τάξης του 30%. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι έγιναν 4 με 5 συναντήσεις στις περισσότερες από τις οποίες ήταν παρών. Η μελέτη ολοκληρώθηκε και όταν παραδόθηκε συζητήθηκε και η αμοιβή για την ετοιμασία της, με την οποία συμφώνησε και ο κ. Κάτζιης. Η μελέτη παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2001 με τον όρο να γίνει η εργασία σε τρία

(3)στάδια. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι αν η αμοιβή ήταν μόνο £2.000 τότε δεν θα γινόταν η μελέτη αφού η αξία της μελέτης, σύμφωνα με προσωπική του εκτίμηση, κυμαινόταν περίπου στις £12.
  1. Κατά την άποψή του υπήρχαν δύο έργα (projects) από τα οποία το ένα είναι ανυπόγραφο. Βασίστηκαν στο λόγο του κ. Κάτζιη επειδή τον ήξερε ο ίδιος. Όμως, θυμόταν ότι υπήρχε ακόμα κάτι που υπογράφτηκε. Αναφορικά με το δάνειο ισχυρίστηκε ότι ο κ. Σκαλιώτης του ανέφερε ότι ένα μέρος του ποσού είχε εγκριθεί, όμως δεν θυμόταν το ακριβές ποσό. Επίσης, δεν γνώριζε κατά πόσο τελικά εγκρίθηκε το δάνειο ή όχι. Ήταν η θέση του ότι πρώτα θα γινόταν η κοστολόγηση της εργασίας και μετά θα αποφασίζετο τι ποσό θα χρεώνετο για την μελέτη. Επέμενε στη θέση του ότι απ΄ όλη την υπόθεση ο ίδιος δεν θα έπαιρνε οποιαδήποτε ποσοστά, μίζες ή προμήθειες. Ενδιαφερόταν μόνο για τις ασφάλειες που θα εκδίδοντο. Ο ίδιος ο κος Κάτζιης του ζήτησε να του βρει λογιστή γιατί ο δικός του καθυστερούσε. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι η γραπτή προσφορά παρουσιάστηκε στον κ. Κάτζιη τον Αύγουστο και ότι το ποσό της αμοιβής ήταν γραμμένο στην προσφορά. Αρχικά ήταν £7.000 αλλά με την έκπτωση ήταν περίπου £5.
  2. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο κ. Κάτζιης (Μ.Υ.1) ο οποίος σε συντομία ανέφερε τ΄ ακόλουθα: Είναι ένας εκ των Διευθυντών των Εναγομένων εταιρειών, οι άλλοι διευθυντές είναι ο κ. Γ. Νεοφύτου και ο κ. Χατζηρουσής. Τον κ. Ιωσηφάκη τον γνώρισε από τον κ. Ππολό και τον κ. Παφίτη, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι της Alpha Bank στον ασφαλιστικό τομέα. Τον κ. Ππολό τον γνώρισε από κάποιο κ. Θωμά γύρω στα μέσα Ιουνίου, όπου και είχε επαφές κατά τις οποίες ανέφερε στον κ. Ππολό και στον κ. Παφίτη ότι οι Εναγόμενες εταιρείες σχεδίαζαν να αγοράσουν δύο με τρία καταστήματα για να επενδύσουν σε μια καινούργια μπυραρία και να συμπληρώσουν τις ανάγκες του εστιατορίου στο Κοράλι Center. Ήταν αναγκαία η διεξαγωγή μελέτης για να προωθηθεί η υπόθεση στην Τράπεζα γι΄ αυτό και μέσα Ιουλίου έγινε η πρώτη επαφή με τον κ. Ιωσηφάκη παρουσία του κ. Ππολού και του κ. Παφίτη. Στη συνάντηση αυτή ο κ. Ιωσηφάκης ανέλαβε να ετοιμάσει οικονομική μελέτη - Business Plan- η οποία θα παρουσιαζόταν στην Τράπεζα. Η μελέτη έγινε και του την παρουσίασε ο κ. Ιωσηφάκης στις 27.8.2001, ο οποίος του έκανε καλή εντύπωση. Διαπίστωσε δύο, τρία σημεία της μελέτης με τα οποία δεν συμφωνούσε γι΄ αυτό και ανέφερε στον κ. Ιωσηφάκη ότι θα την μελετήσει και θα επανέλθει. Ισχυρίστηκε, ότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία με τον κ. Ιωσηφάκη αναφορικά με την αμοιβή για την εργασία του. Υπήρχε μια πρόταση την οποία ο ίδιος δεν είδε με καλό μάτι. Προφορικά είχε πει ότι η αμοιβή του θα ήταν £7.500 και στη γραπτή πρόταση καθόρισε την αμοιβή του, στις £5.324 συν Φ.Π.Α., κάνοντας μια έκπτωση 30%. Το έγγραφο αυτό, ήταν η θέση του (Μ.Υ.1), ότι δεν το υπέγραψε αλλά είπε ότι θα το μελετήσει στη πορεία. Δεν συμφώνησε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ούτε προφορικά ούτε γραπτά. Ήταν η θέση του ότι το ποσό των £2.800 που καταγράφηκε στα δικόγραφα το έγραψε από μόνος του ο δικηγόρος του λόγω των αποδείξεων. Ενώ ο ίδιος είχε την άποψη ότι αν δεν εγκρινόταν το δάνειο, δεν θα έπρεπε να δοθεί οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα εταιρεία. Παρά ταύτα όμως έδωσε στον κ. Ιωσηφάκη £1.000 όταν, στις 14.10.2001, ο κ. Σκαλιώτης επισκεύθηκε τις εγκαταστάσεις και ήταν πολύ ενθαρρυντικός αναφορικά με το δάνειο. Στη συνέχεια του έδωσε άλλες £1.000, αλλά κατά την άποψή του είχε δώσει στον κο Ιωσηφάκη περισσότερα λεφτά απ΄ όσα έπρεπε. Του έδωσε ξανά £500 τέλος Δεκεμβρίου. Αναγνώρισε, ότι ο κος Ιωσηφάκης του απέστειλε αριθμό επιστολών με τις οποίες ζητούσε το υπόλοιπο. Στη συνέχεια αρνήθηκε ότι του παραδόθηκε η τελική μελέτη ενώ παράλληλα ανέφερε ότι ήταν έτοιμη για να παρουσιαστεί στη Τράπεζα. Ακολούθως, ανέφερε ότι η μελέτη δέθηκε σε βιβλίο και παραδόθηκε στις Εναγόμενες εταιρείες. Ήταν η θέση του ότι προφορικά εγκρίθηκε από την Τράπεζα δάνειο ύψους £350.000 για το οποίο όμως δεν είχε λάβει οτιδήποτε γραπτώς, ούτε και του κοινοποιήθηκε από την Τράπεζα η οποιαδήποτε απόφασή της. Αναφορικά με τις επανειλημμένες επιστολές του κ. Ιωσηφάκη, για την καταβολή της αμοιβής του, είχε την άποψη ότι θα έπρεπε να πληρωθεί «ακόμα κάτι τι» αλλά ο ίδιος ο κ. Ιωσηφάκης επέμενε να πάρει όλο το ποσό. Ισχυρίστηκε ότι το καταβληθέν ποσό των £2.800 ήταν ικανοποιητικό αφού το 2001 οι λογιστές αμοίβονταν με £5 την ώρα, οπόταν η λογική αμοιβή του κ. Ιωσηφάκη ανέρχετο στο ποσό των £900 με £950 για τις εργασίες που διεξήγαγε. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι οι Εναγόμενες εταιρείες ασχολούνται με λιανικό εμπόριο καθώς και κέντρα αναψυχής. Όλοι οι διευθυντές έχουν το ίδιο μερίδιο συμμετοχής στις εταιρείες. Ήταν η θέση του ότι οι ίδιοι δεν είχαν πρόθεση για δανειοδότηση τη συγκεκριμένη εποχή. Όμως, ο κ. Ππολός και ο κ. Παφίτης μεθόδευσαν την ιδέα του δανείου, την οποία υιοθέτησαν και οι ίδιοι. Θα αγόραζαν το ακίνητο που λειτουργούσε ως κατάστημα πώλησης σουβενίρ και θα το μετέτρεπαν σε μπυραρία ενώ παράλληλα θα αγόραζαν άλλα τρία καταστήματα τα οποία θα μετέτρεπαν σε εστιατόριο. Τον κ. Ιωσηφάκη τον γνώρισε τον Ιούλιο του 2001 και συζήτησαν την οικονομική μελέτη την οποία θα ετοίμαζε ο κος Ιωσηφάκης. Η δεύτερη συνάντησή τους έγινε τον Οκτώβρη. Τον Αύγουστο και συγκεκριμένα στις 29.8.01 συναντήθηκαν και ο κ. Ιωσηφάκης του πήρε μια συμφωνία. Παραδέχθηκε ότι είχε την προσφορά του κ. Ιωσηφάκη στα χέρια του και ότι είχε δώσει οδηγίες για την ετοιμασία οικονομικής μελέτης, η οποία ετοιμάστηκε τον Οκτώβρη. Ισχυρίστηκε, ότι του δόθηκε το βιβλίο αλλά όχι η μελέτη. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος δεν είδε μελέτη. Παραδέχθηκε, ότι ο κ. Ιωσηφάκης εξέδωσε δύο τιμολόγια, ένα για το ποσό των £3.300 και το άλλο για το ποσό των £2.667 τα οποία και υπέγραψε, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, «για να μην ανησυχεί», εννοώντας τον κ. Ιωσηφάκη. Δήλωσε ότι ήταν ικανοποιημένος με τον εαυτό του που δεν επέτρεψε σε κανένα μέχρι σήμερα να τον καταστήσει θύμα παράλογων και εξωπραγματικών απαιτήσεων αφού οι λογιστές το 2001 χρέωναν £5 με £6 την ώρα για προσφερθείσες υπηρεσίες ενώ σήμερα χρεώνουν £7 - £8 την ώρα. Παραδέχθηκε όμως ότι πήρε αντίγραφο της μελέτης στην Λευκωσία, τον Νοέμβριο του 2001 και ότι έγιναν δύο συναντήσεις στην Alpha Bank μια τον Νοέμβριο και μια τον Δεκέμβριο. Όμως, ήταν η θέση του ότι είναι ψέμα το γεγονός ότι εγκρίθηκε η παροχή δανείου ύψους £350.
  3. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι δεν είχε υποχρέωση να εξοφλήσει τον κο Ιωσηφάκη ούτε και υπήρχε ανάγκη να απαντήσει τις επιστολές τόσο του κ. Ιωσηφάκη όσο και του δικηγόρου του αφού δεν είχε οποιοδήποτε χρέος. Κατά την άποψή του είχαν πληρώσει τον κ. Ιωσηφάκη με το ποσό των £2.800, που οι ίδιοι θεωρούσαν ότι ήταν ικανοποιητικό για τις υπηρεσίες του. Αγορεύοντας ενώπιόν μου, ο κος Μιντής προώθησε τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του κου Ιωσηφάκη (Μ.Ε.1) και του κου Κάτζιη (Μ.Υ.1) και ότι η αντίφαση της καταχωρισθείσας Υπεράσπισης με την μαρτυρία του κου Κάτζιη δεν είναι τέτοια που ν΄ οδηγήσει στην απόρριψη της θέσης των Εναγομένων. Επίσης, πρόβαλε τη θέση ότι δεν επιτεύχθηκε ο στόχος των Εναγόμενων, για τον οποίο είχε διενεργηθεί η όποια εργασία από την Ενάγουσα, της οποίας οι αναλωθείσες ώρες δεν δικογραφήθηκαν και δεν συνδέθηκαν μ΄ οποιαδήποτε αμοιβή. Στη δική του αγόρευση ο κος Χατζηδημήτρης αναφέρθηκε στην προφορική μαρτυρία του κου Ιωσηφάκη (Μ.Ε.1), η οποία υποστηρίχθηκε και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεσή της. Κατά την άποψή του έγινε συμφωνία για την τήρηση της οποίας έγιναν και μερικές πληρωμές. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι στην πρώτη Υπεράσπιση που καταχωρίστηκε οι Εναγόμενες εταιρείες παραδέχθηκαν την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των μερών πλην όμως αμφισβήτησαν το ποσό και εισηγήθηκαν ότι το συμφωνηθέν ποσό ανέρχετο στις £2.800 το οποίο και εξόφλησαν. Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση, ημερομηνίας 8.2.06, οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η γραπτή προσφορά των Εναγόντων δεν έγινε αποδεκτή και ότι συμφωνήθηκε προφορικά το ποσό των £2.800 για την ετοιμασία της οικονομικής μελέτης που θα ετοιμαζόταν, ποσό το οποίο έχουν εξοφλήσει. Ενώ, ο κος Κάτζιης στην ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική μαρτυρία ανέφερε ότι δεν του άρεσε η μελέτη της Ενάγουσας και ότι θεωρεί το ποσό που καταβλήθηκε σ΄ αυτήν ικανοποιητικό. Κατέληξε, ότι η Ενάγουσα με την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Εξαιρουμένης της μαρτυρίας του κου Ιωσηφάκη και του κου Κάτζιη, των άμεσα εμπλεκομένων στην αντιδικία, η μαρτυρία του κου Ππολού (Μ.Ε.2), δεν έχυσε οποιοδήποτε φως στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η μαρτυρία του ήταν σε πολλά σημεία συγχυσμένη αφού αναφερόταν σε «2 projects» από τα οποία το ένα είναι ανυπόγραφο ενώ στην συνέχεια αναφερόταν στην μελέτη, της οποία ένα μέρος είναι ανυπόγραφο. Σύγχυζε τις ημερομηνίες των επισκέψεων στον κο Κάτζιη, δεν θυμόταν αρχικά το ποσό που εγκρίθηκε από την Τράπεζα ενώ στην συνέχεια το θυμήθηκε. Γενικά η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από υπερβολές, ανακρίβειες και αντιφάσεις μερικές από τις οποίες έχω ήδη αναφέρει. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι έγινε η μελέτη και μετά καθορίστηκε η αμοιβή του κου Ιωσηφάκη ενώ κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι δόθηκε γραπτή προσφορά στον κο Κάτζιη για την αμοιβή του κου Ιωσηφάκη τον Αύγουστο
  4. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία αυτή ως αξιόπιστη για τους λόγους που ανέφερα γι΄ αυτό και την απορρίπτω. Η εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ο κος Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1) ήταν θετική. Έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι έλεγε την αλήθεια χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές. Φαινόταν να ξέρει με ακρίβεια όλα όσα διαδραματίστηκαν αναφορικά με την ανάληψη, την εκτέλεση και την εξέλιξη της αναληφθείσας εργασίας σ΄ αντίθεση με τον κο Κάτζιη (Μ.Υ.1) που αμφιταλαντευόταν. Κάθε τι που έλεγε το υποστήριζε με τεκμήρια, ήταν δηλαδή τεκμηριωμένο. Τα Τεκμήρια 2,3 και 4, τα οποία κατέθεσε, καταδεικνύουν ότι όντως υπήρχε μεταξύ των μερών, στην αντιδικία, συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών πράγμα που παραδέχθηκε και ο κος Κάτζιης (Μ.Υ.1). Επίσης, καταδεικνύουν τον όγκο της εργασίας που διεξήχθηκε από τον ίδιο. Τα εκδοθέντα τιμολόγια Τεκμήρια 5 και 6 υποστηρίζουν την χρέωση που έγινε, η οποία και ανταποκρίνεται στο ποσό που καταγράφεται στην προσφορά Τεκμήριο 1 τα οποία τιμολόγια ο ίδιος ο κος Κάτζιης είπε ότι υπέγραψε για να μην ανησυχεί ο κος Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1). Εδώ θα πρέπει ν΄ αναφερθεί ότι το πρώτο τιμολόγιο που εκδόθηκε - Τεκμήριο 5 - για £3.000 υπογράφτηκε από τον κο Κάτζιη (Μ.Υ.1) και ο ίδιος παραδέχθηκε στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το υπέγραψε. Η μαρτυρία του κου Ιωσηφάκη (Μ.Ε.1) ήταν τεκμηριωμένη στην ολότητά της ενώ του κου Κάτζιη (Μ.Υ.1) ήταν σκόρπια και συγχυσμένη. Η θέση του, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν συμφώνησε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό ούτε προφορικά αλλά ούτε και γραπτά και ότι το καταβληθέν ποσό είναι ικανοποιητικό είναι υπερβολική και συγκρούεται με την θέση του ότι το ποσό των Λ.Κ. 2.800, που καταβλήθηκε, το έγγραψε από μόνος του ο δικηγόρος του καθώς και με την καταχωρισθείσα υπεράσπιση ότι η προφορική συμφωνία ήταν για το συγκεκριμένο ποσό. Εξωπραγματική ήταν και η θέση του ότι η Ενάγουσα θα έπρεπε να λάβει μόνο £900 - £950 αφού το 2001 οι λογιστές αμοίβοντο με £5 την ώρα. Σ΄ αντίφαση με όλα αυτά έρχεται η παραδοχή του ότι υπέγραψε τα δύο εκδοθέντα τιμολόγια - Τεκμήρια 5 και 6 - για το ποσό των £5.967 απλώς και μόνο για να μην ανησυχεί ο κος Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1), την οποία παραδοχή στην συνέχεια αναίρεσε αναφέροντας ότι υπέγραψε μόνο το τιμολόγιο των £3.
  5. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι δεν έλεγε την αλήθεια και ότι προσπαθούσε ν΄ αποφύγει την πληρωμή της Ενάγουσας γιατί τη θεωρούσε υπερβολική και δεν επέτρεπε σε κανένα να του «γελάσει». Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κος Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1), Διευθύνων Σύμβουλος της Ενάγουσας εταιρείας, συμφώνησε με τους διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών για την διεξαγωγή μιας οικονομικής μελέτης, η οποία θα διεξαγόταν σε τρία μέρη, με απώτερο σκοπό την έγκριση δανείου ύψους £550.000 από την Alpha Bank. Έγιναν συναντήσεις μεταξύ των μερών, για το σκοπό αυτό, στην Αγία Νάπα - πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε - και ανατέθηκε η εργασία στην Ενάγουσα εταιρεία. Ο κος Ιωσηφάκης (Μ.Ε.1) ετοίμασε την προσφορά του - Τεκμήριο 1 - αναφορικά με την αμοιβή του για την εργασία την οποία θα εκτελούσε, η οποία όμως δεν υπεγράφη, πλην όμως του δόθηκαν οδηγίες από τον κο Κάτζιη (Μ.Υ.1), όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 να προχωρήσει στην εκτέλεση της εργασίας χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή συζήτηση ή αμφισβήτηση αναφορικά με την αμοιβή του. Ήταν αποδεκτό όμως και από τον Μ.Υ.1, κο Κάτζιη ότι η προσφορά υπεβλήθη και ότι η αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των £5.324 συν Φ.Π.Α, όπως ήταν επίσης κοινά αποδεκτό ότι η Ενάγουσα εταιρεία εξετέλεσε τα συμφωνηθέντα, δηλαδή την οικονομική μελέτη και εγκρίθηκε δάνειο ύψους £350.
  6. Στο μεταξύ η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο - Τεκμήριο 5 - για το ποσό των £3.300 στις 19.11.01, το οποίο ο κος Κάτζιης (Μ.Υ.1) υπέγραψε καθώς και το τιμολόγιο - Τεκμήριο 6 - για το ποσό των £2.667,50 έναντι των οποίων κατεβλήθη το ποσό των £2.800 - Τεκμήριο 7 - μεταξύ των ημερομηνιών 19.11.01-22.2.02 «έναντι των τιμολογίων 34 και 49» όπως καταγράφεται και στις αποδείξεις. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα προκύπτει το αναπόδραστο συμπέρασμα ότι μετά την επίσκεψη στην Alpha Bank, στις 12.12.01, και την έγκριση της χορήγησης δανείου ύψους Λ.Κ. 350.000 μόνο, ο κος Κάτζιης (Μ.Υ.1) άρχισε ν΄ αλλάζει γνώμη για την αμοιβή της Ενάγουσας και παρά την αποδοχή και των δύο τιμολογίων - Τεκμήρια 5 και 6 - ο κος Κάτζιης (Μ.Υ.1) στην συνέχεια κατέβαλε μόνο το ποσό £
  7. Δηλαδή, £500 στις 31.12.01 και £300 στις 22.2.02 αφού αυτά πίστευε ότι έπρεπε να πληρωθούν στην Ενάγουσα, σύμφωνα με την δική του εκτίμηση, την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τεκμηρίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ με την ίδια την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου απέρριψε την καταγραφείσα Υπεράσπισή του ότι είχε συμφωνηθεί προφορικά το ποσό των £2.800 λέγοντας επανειλημμένα ότι ούτε γραπτά αλλά ούτε προφορικά δεν είχε συμφωνήσει οποιοδήποτε ποσό. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το νομικό ερώτημα το οποίο θα πρέπει ν΄ απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε μεταξύ των μερών συμφωνία για την εκτέλεση εργασιών εκ μέρους της Ενάγουσας προς τις Εναγόμενες με αντάλλαγμα την καταβολή της αμοιβής ύψους £5.425 πλέον Φ.Π.Α, ως η γραπτή προσφορά της Ενάγουσας η οποία έμεινε ανυπόγραφη. Επίσης, θα πρέπει ν΄ απαντηθεί το ερώτημα αν όντως είχε συμφωνηθεί το ποσό των £2.800 ως αμοιβή της Ενάγουσας, όπως είναι ο ισχυρισμός στην Υπεράσπιση, τότε γιατί ένας εκ των διευθυντών των Εναγόμενων εταιρειών και άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση (Μ.Υ.1) υπέγραψε το τιμολόγιο ύψους £3.300 - Τεκμήριο 5 - και αποδέχθηκε την έκδοση αποδείξεων εισπράξεως - Τεκμήριο 7 - «έναντι» των συγκεκριμένων τιμολογίων Τεκμήρια 5 και 6 αφού ήταν άνθρωπος που δεν επέτρεπε στους άλλους να τον εκμεταλλευθούν; Σίγουρα, υπήρξε η υποβολή προσφοράς εκ μέρους του διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας (Μ.Ε.1) για την διεξαγωγή των εργασιών που ζητούσαν οι Εναγόμενες εταιρείες έναντι της αμοιβής των £5.425 πλέον Φ.Π.Α. Αυτή η προσφορά κοινοποιήθηκε στις Εναγόμενες. Αυτά τα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ήταν κοινός αποδεκτά. Αυτό που αμφισβητήθηκε από τις Εναγόμενες ήταν ότι η προσφορά έγινε αποδεκτή ως είχε. Προώθησαν τον ισχυρισμό ότι προφορικά συμφώνησαν την αμοιβή των £2.
  8. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο καταγράφει ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις, η ύπαρξη σύμβασης μπορεί να συναχθεί και από συμπεριφορά των μερών. Και εξηγώ, μπορεί μεν να μην υπογράφτηκε η αποδοχή της πρότασης που είχε υποβληθεί από την Ενάγουσα (Μ.Υ.1) όμως, ο ίδιος ο κος Κάτζιης αποδέχθηκε ότι έδωσε οδηγίες στον κο Ιωσηφάκη να προχωρήσει με την ετοιμασία της μελέτης. Αυτή του η ενέργεια συνάδει με την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ των μερών και την αποδοχή της προσφοράς. Σίγουρα, το Τεκμήριο 1, η προσφορά της Ενάγουσας, το οποίο κατέγραφε ρητά ότι θα έπρεπε να κοινοποιηθεί η αποδοχή της υποστηρίζει την άποψη ότι λόγω της μη υπογραφής της δεν είχε συντελεστεί η δικαιοπραξία. Όμως, σύμφωνα με την νομολογία σε τέτοιες περιπτώσεις όπως την παρούσα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών. Στην υπόθεση Hussey v. Horne-Payne
(1879)AC 311 στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Εταιρεία Βιομετάλ Λτδ ν. Εταιρεία Hawaii Hotels Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 281 αναφέρθηκε ότι: «Where a court has to find a contract in a correspondence, and not in one particular note or memorandum formally signed, the whole of that which has passed between the parties must be taken into consideration.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ένα δικαστήριο θα πρέπει να βρει μια σύμβαση μέσα από αλληλογραφία και όχι σ΄ ένα συγκεκριμένο σημείωμα ή έγγραφο το οποίο έχει υπογραφτεί τότε όλα όσα έγιναν μεταξύ των μερών θα πρέπει να ληφθούν υπόψη.» Παρόλο που ουδέποτε κοινοποιήθηκε γραπτώς η αποδοχή στην πρόταση της Ενάγουσας εταιρείας δόθηκαν από τις Εναγόμενες εταιρείες οδηγίες για την εκτέλεση της εργασίας και εκδόθηκαν τιμολόγια για την εκτελεσθείσα εργασία ενώ έγιναν και μερικές πληρωμές γι΄ αυτήν την εργασία, εκ μέρους των Εναγομένων εταιρειών. Όλα αυτά, δηλαδή αυτή η συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγομένων εταιρειών καθώς και η έκδοση και η αποστολή τιμολογίων, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ των μερών. Το άρθρο 3 του περί Συμβάσεων Νόμου προβλέπει ότι η αποδοχή της πρότασης θεωρείται ότι έγινε με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του προσώπου που αποδέχεται. Οπόταν, στην υπό εξέταση υπόθεση μπορεί μεν οι Εναγόμενες εταιρείες να μην κοινοποίησαν γραπτώς την αποδοχή τους στην πρόταση της Ενάγουσας πλην όμως έδωσαν οδηγίες για την ετοιμασία της οικονομικής έκθεσης που τις αφορούσε και προχώρησαν σε περαιτέρω ενέργειες με βάση αυτή την οικονομική μελέτη. Η παράλειψή τους ν΄ αποδεχθούν γραπτώς την πρόταση από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε μεταξύ των μερών συμβατική σχέση αφού υπεγράφη και σχετικό τιμολόγιο - Τεκμήριο 5 - του οποίου το ποσό δεν αμφισβητήθηκε και έγινε αποδεκτή και η αποστολή του δεύτερου τιμολογίου - Τεκμήριο 6 - χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ποσών που κατέγραψαν ενώ έγιναν και πληρωμές έναντι των συγκεκριμένων τιμολογίων. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορώ ν΄ αποδεχθώ την Υπεράσπιση των Εναγομένων εταιρειών ότι είχαν συμφωνήσει προφορικά στο ποσό των £2.800 ως αμοιβή της Ενάγουσας για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Αν η συμφωνία ήταν για το ποσό των £2.800 τότε ο κος Κάτζιης (Μ.Υ.1) δεν θα υπέγραφε το τιμολόγιο ημερομηνίας 19.11.01 το οποίο αφορούσε το ποσό των £3.300 - Τεκμήριο 5 - έναντι του οποίου εξέδωσε δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των £2.000 ούτε και θ΄ αποδεχόταν το δεύτερο τιμολόγιο το οποίο εξεδόθηκε στις 12.12.01 για το ποσό £2.667,50 - Τεκμήριο 6 - το οποίο ακολουθήθηκε από δύο άλλες πληρωμές τον Δεκέμβριο του 2001 και τον Φεβρουάριο του 2002 - Τεκμήριο 7, αφού δεν επέτρεπε σε κανένα να τον εκμεταλλευθεί. Σύμφωνα με το σκεπτικό της παλαιάς αγγλικής απόφασης Brogden v. Metropolitan Rly Co
(1877)2 App. Cas. 666 και της απόφασης Robophone Facilities Ltd v. Blank
(1966)3 All E.R. 128 το κατά πόσο έγινε αποδεκτή η προσφορά από το άλλο μέρος μπορεί να συναχθεί από τις λέξεις ή τα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών ή από την συμπεριφορά τους. Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν για την Ενάγουσα, ιδιαίτερα τα εκδοθέντα τιμολόγια και οι αποδείξεις πληρωμής που εκδόθηκαν έναντι των τιμολογίων καταρρίπτουν την θέση των Εναγομένων εταιρειών ότι υπήρξε προφορική συμφωνία για την καταβολή του ποσού των £2.800 για την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών εκ μέρους της Ενάγουσας. Η ίδια η μαρτυρία του κου Κάτζιη (Μ.Υ.1) αναιρεί την θέση των Εναγομένων εταιρειών αφού ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν συμφώνησε ούτε προφορικά αλλά ούτε και γραπτά να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό και ότι το ποσό των £2.800 το θεωρούσε ικανοποιητικό και δεν όφειλε να πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό στην Ενάγουσα εταιρεία αφού το 2001 οι λογιστές αμείβονταν με το ποσό των £5 ανά ώρα. Θέση την οποία εν πάση περιπτώσει βρίσκω εξωπραγματική και δεν υποστηρίχθηκε με την κατάλληλη μαρτυρία. Σ΄ αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει αναφορά στην αρχή του «estoppel». Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδ., παρ. 289, σελ. 166 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Where there is a dispute between the parties as to the terms of the offer and a party has so conducted himself that a reasonable man would believe that he was assenting to the terms as proposed by the other party, the person who has so conducted himself, whatever his real intention may have been, is bound by the contract as if he had agreed to the other party´s terms. ............................. A person will not in general be allowed to deny his assent to a contract where he has been quitty of negligence and has thereby mislead the other party, and induced him to believe that he assented.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών αναφορικά με τους όρους της πρότασης και ένα μέρος ενήργησε με τέτοιο τρόπο που ένας λογικός άνθρωπος θα πίστευε ότι δεχόταν τους όρους όπως είχαν προταθεί από το άλλο μέρος, τότε το μέρος που ενήργησε μ΄ αυτό τον τρόπο, όποια και αν ήταν η πραγματική του πρόθεση, δεσμεύεται από την σύμβαση ως να είχε συμφωνήσει με τους όρους που προτάθηκαν από το άλλο μέρος. ............................. Δεν θα επιτραπεί γενικά σε κάποιον ν΄ αρνηθεί την αποδοχή ενός συμβολαίου εκεί που είναι ένοχος αμέλειας και έχει παραπλανήσει το άλλο μέρος έτσι ώστε να πιστεύει ότι αποδέχθηκε.» Η διαφωνία των μερών, στην υπό εξέταση αγωγή, αφορά την αντιπαροχή, δηλαδή την αμοιβή της Ενάγουσας για την εκτελεσθείσα εργασία. Δεν αμφισβητήθηκε η εκτέλεση της εργασίας, όπως είχε ζητηθεί από τους διευθυντές των Εναγομένων εταιρειών. Καθοδηγούμενη από την πιο πάνω αρχή που κατέγραψα καταλήγω ότι η συμπεριφορά των διευθυντών των Εναγομένων εταιρειών, όπως αποκαλύφθηκε μέσα από την μαρτυρία και των δύο διαδίκων, ήταν τέτοια που ένας λογικός άνθρωπος θα οδηγείτο στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενες εταιρείες συγκατατέθηκαν στην αμοιβή της Ενάγουσας, όπως αυτή καταγράφηκε στην αρχική προσφορά - Τεκμήριο 1 - αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντιπρόταση εκ μέρους τους αλλά αντίθετα υπήρξε αποδοχή των εκδοθέντων τιμολογίων χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και έγιναν πληρωμές έναντι αυτών τούτων των τιμολογίων. Οπόταν, είναι η κατάληξή μου ότι οι Εναγόμενες εταιρείες λόγω της συμπεριφοράς τους δεσμεύονται από το περιεχόμενο της πρότασης που τους είχε διαβιβαστεί, ως έχει, αφού δεν ενήργησαν με οποιονδήποτε τρόπο που να δεικνύει την οποιαδήποτε διαφωνία τους με την αμοιβή που καταγράφετο στην προσφορά που παρέλαβαν και παρέσυραν, με τις ενέργειές τους, τον διευθυντή της Ενάγουσας να πιστεύει ότι είχαν αποδεχτεί την αμοιβή της. Ενόψει της πιο κάτω κατάληξής μου η αγωγή θα πρέπει να πετύχει. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ της Ενάγουσας εταιρείας και εναντίον των Εναγομένων εταιρειών για το ποσό των £3.167 με νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Γ.Γ./ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.