C M VARNAVAS ENTERPRISES LTD εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία C M RED SOIL POTATO INDUSTRY ν. AVIKO BV, Αρ. Αγωγής: 145/06, 30 Μαρτίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 145/06 Μεταξύ: C & M VARNAVAS ENTERPRISES LTD εμπορευόμενη με την εμπορική επωνυμία C & M RED SOIL POTATO INDUSTRY Ενάγουσας και AVIKO B.V. Εναγομένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 30 Μαρτίου 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης Για την Εναγομένη Εταιρεία: καμμιά εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο πρόωρος τερματισμός συμφωνίας αντιπροσωπείας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα Κυπριακή εταιρεία ασχολείται κυρίως με την φύλαξη, κατεργασία και εμπορία πατατών και άλλων ειδών διατροφής ενώ η εναγομένη Ολλανδική εταιρεία ασχολείται μεταξύ άλλων και με το εμπόριο κατεψυγμένων πατατών διεθνώς. Αρχικά δυνάμει προφορικής συμφωνίας κατά το 1996 και αργότερα δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης ημερ. 29.5.2000, η ενάγουσα διορίστηκε από την εναγομένη σαν μοναδική και/ή αποκλειστική αντιπρόσωπος της δεύτερης για όλα τα εμπορεύματα της, στην Κύπρο. Η προρηθείσα συμφωνία ήταν τριετούς διάρκειας με αυτόματη ανανέωση για άλλα τρία χρόνια, εκτός αν δινόταν ειδοποίηση ενός μηνός πριν από τη λήξη της. Η συμφωνία πράγματι ανανεώθηκε με τη γραπτή αποδοχή της εναγομένης για άλλα τρία χρόνια οπότε θα έληγε στις 29.5.
- ΄Ομως, στις 12.1.06 η εναγομένη απέστειλε προς την ενάγουσα επιστολή με την οποία διέκοπτε τη συνεργασία της με την ενάγουσα, αναφέροντας ότι είχε ήδη αρχίσει συνεργασία με κάποια άλλη Κυπριακή εταιρεία, την GDL. Στην επιστολή της, η εναγομένη επικαλείτο σαν λόγο τερματισμού τους χαμηλούς αριθμούς εμπορίας των προϊόντων της εναγομένης και μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές από την ενάγουσα. Λόγω της διάρρηξης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη τεράστιες ζημιές σε σχέση με τις οποίες καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Παρά την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου στην εναγομένη στο εξωτερικό, αυτή δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η ενάγουσα προχώρησε έτσι σε απόδειξη της υπόθεσης της. Πέραν την αναγνωριστικής φύσεως απόφασης την οποία διεκδικεί η ενάγουσα με την οποία ζητά να αναγνωρίζεται σαν άκυρος ο τερματισμός της συμφωνίας, επιζητεί και την απόδοση σ΄ αυτήν θεραπειών για αποζημιώσεις λόγω του τερματισμού. Με την ένορκη μαρτυρία του ο κ. Χρ. Βαρνάβας, διευθυντής της ενάγουσας επεξηγεί σε λεπτομέρειες τα γεγονότα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τον τερματισμό. ΄Οπως ισχυρίζεται, η ενάγουσα επένδυσε τεράστια ποσά για την πραγματοποίηση και την προώθηση των σκοπών της συνεργασίας. Ξόδεψε για εξοπλισμό, μηχανήματα, αυτοκίνητα, προσωπικό, για διαφήμιση. Ξόδεψε μέχρι και £100.000 περίπου για την εξασφάλιση πιστοποιητικού ποιότητας HACCP. Παρέμεινε στην κατοχή της μεγάλη ποσότητα πατατών η οποία είτε ήδη καταστράφηκε, είτε παρέμεινε αδιάθετη. ΄Οπως έχω προαναφέρει, ο διευθυντής της ενάγουσας με περισσή λεπτομέρεια, ανάλυση καθώς και τεκμηρίωση, προέβηκε στην παροχή ισχυρισμών ως προς σχετικά γεγονότα και παρουσίασε προς τεκμηρίωση, σωρεία εγγράφων υπό μορφή επιστολών, τιμολογίων, αποδείξεων πληρωμής, οικονομικών καταστάσεων, ισολογισμών κλπ. Διεκδικεί δε η ενάγουσα σαν αποζημιώσεις τα ακόλουθα είδη και ποσά αποζημιώσεων: Α. Ποσό εκ £440.331 που αναλύεται ως εξής: α. Αποζημίωση για απώλεια κερδών στον τομέα εισαγωγών με βάση τον μέσο όρο ετησίου κέρδους εκ £45.643 για 5 χρόνια ................. £228.
- β. Αποζημίωση για υπόλοιπο καθαρής αξίας επένδυσης παγίων στοιχείων ...... .................................................................... £212.096 Σύνολο £440.311 Β. Αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά ή απώλεια μέχρι τη λήξη του συμβολαίου ....................................... £17.000 Για έξοδα πιστοποιητικού HACCP .................................................. £100.000 Για διαφημίσεις ................................................................................. £50.000 Για διάφορα έξοδα ............................................................................ £12.000 Για αγορά λογισμικού συστήματος ................................................... £27.000 Σύνολο £206.000 Περαιτέρω η ενάγουσα επιζητεί την καταβολή αποζημιώσεων συνεπεία δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης, καθώς και αποζημιώσεις για Αδικαιολόγητο Πλουτισμό και/ή Τιμωριτικές και/ή Παραδειγματικές αποζημιώσεις. Αγορεύοντας ο συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας, αναφέρθηκε στο αδικαιολόγητο του πρόωρου τερματισμού της συμφωνίας από την εναγομένη κατά πλήρη αντίθεση προς τις μέχρι τον τερματισμό παραστάσεις στις οποίες προέβηκαν εκπρόσωποι της εναγομένης οι οποίοι εξέφραζαν την ικανοποίηση τους για την πορεία της όλης συνεργασίας. Παραπέμποντας δε σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες, εισηγήθηκε ότι οι αποζημιώσεις στις οποίες δικαιούται εδώ η ενάγουσα είναι πολύ μεγαλύτερες από την απώλεια για την υπολειπόμενη χρονική διάρκεια της συμφωνίας μέχρι τη λήξη της. Δικαιούται επιπρόσθετα η ενάγουσα αποζημιώσεις για τη ζημιά στα αδιάθετα αποθέματα προϊόντων, αποζημιώσεις για απώλεια εμπορικής εύνοιας (goodwill), καθώς και για αποσβέσεις στις οποίες θα προέβαινε. Μελέτησα με προσοχή όλα τα στοιχεία τα οποία ιδιαίτερα σχολαστικά, αναλυτικά και με λεπτομερή τρόπο έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα εταιρεία. Αποδέχομαι την αναντίλεκτη μαρτυρία την οποία έδωσε στο Δικαστήριο ο διευθυντής της ενάγουσας, μαρτυρία θετική και τεκμηριωμένη. ΄Οπως προκύπτει, πριν από τη συμφωνηθείσα λήξη της ισχύος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, η εναγομένη την τερμάτισε χωρίς ειδοποίηση. Κάποιες εξηγήσεις τις οποίες πρόβαλε στην επιστολή τερματισμού, ενώ αντικρούστηκαν από την ενάγουσα, δεν τεκμηριώθηκαν ή αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς της εναγομένης. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, τυγχάνουν, κατά την άποψη μου εφαρμογής οι πρόνοιες των ΄Αρθρων 165 και 166 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 165, υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στην περίπτωση κατά την οποία διενεργείται άκαιρη και χωρίς επαρκή λόγο ανάκληση της πληρεξουσιότητας ή καταγγελία συμφωνίας αντιπροσωπείας, αν υπάρχει ρητός ή σιωπηρός συμβατικός όρος για ορισμένη χρονική διάρκεια της αντιπροσωπείας. Περαιτέρω, το ΄Αρθρο166 του Κεφ. 149 προνοεί ότι θα πρέπει να παρέχεται εύλογη ειδοποίηση για ανάκληση ή καταγγελία της συμφωνίας, διαφορετικά εγείρεται υποχρέωση αποκατάστασης της ζημιάς που προξενήθηκε στο αναίτιο μέρος συνεπεία της ανάκλησης ή καταγγελίας. Με βάση την εδώ προσαχθείσα μαρτυρία, εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα: Η χρονική διάρκεια της επίδικης συμφωνίας ημερ. 29.5.2000 ήταν τριετής, πλην όμως διαλάμβανε την εξής πρόνοια: "...this agreement will be valid for 3 years as from today and will be automatically renewed for a further period of 3 years unless one month's notice in writing, prior to the expiration of the first period is given by either party (double register latter to the other...." Πριν από τη λήξη της τριετούς ισχύος της συμφωνίας η οποία θα έληγε στις 29.5.03 όχι μόνο δεν δόθηκε από κανένα συμβαλλόμενο ειδοποίηση περί μή ανανέωσης της, αλλά ρητά ήταν που η εναγομένη συμφώνησε για την ανανέωση της για ακόμα 3 χρόνια όπως φαίνεται από τη χειρόγραφη σημείωση στη Συμφωνία-Τεκμήριο 1 η οποία σημείωση φέρει υπογραφή και σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας. Κατ΄ αυτό λοιπόν τον τρόπο η συμφωνία παρατάθηκε για μια ακόμα τριετία και θα έληγε κανονικά στις 28.5.
- Καμιά άλλη πρόνοια δεν υπήρχε στη συμφωνία για δικαίωμα πρόωρου τερματισμού είτε δίδοντας ειδοποίηση είτε με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, κατά παράβαση των προνοιών της ίδιας της επίδικης συμφωνίας, αλλά και κατά παράβαση των προαναφερθεισών προνοιών του ΄Αρθρου 165 του περί Συμβάσεων Νόμου, έλαβε χώρα ο πρόωρος τερματισμός της συμφωνίας από την εναγομένη, για λόγους οι οποίοι δεν έχουν τεκμηριωθεί, και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση. Τίθεται επομένως θέμα καταβολής αποζημιώσεων. Εκείνο που πρέπει εξ΄ αρχής να εντοπισθεί είναι ότι η σύμβαση ή η δημιουργηθείσα σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης δεν ήταν αόριστης ή ακαθόριστης χρονικής διάρκειας. ΄Ηταν καθαρά για μια τριετή μόνο περίοδο και δυνατότητα ανανέωσης για ακόμα μια, επίσης τριετή περίοδο. Σημασία πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι ακόμα και η προμνησθείσα ρήτρα περί αυτόματης ανανέωσης της αρχικής συμφωνίας, εκτός εάν εδίδετο περί του αντιθέτου ειδοποίηση, δεν θα ίσχυε για κάθε φορά που θα έληγε μια ανανεωθείσα περίοδος ισχύος της συμφωνίας. Εκείνη η ρήτρα καθαρά και αποκλειστικά αναφερόταν στην αυτόματη ανανέωση για μια μόνο περαιτέρω περίοδο πέραν της πρώτης αρχικής ("...for a further period of 3 years..."). Υπ΄ αυτές τις συνθήκες δεν τίθεται θέμα να θεωρηθεί η συμφωνία σαν ακαθόριστης διάρκειας, ούτε να εμπλακεί κάποιος σε εγχείρημα υπολογισμού χρονικής διάρκειας νόμιμης προειδοποίησης. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση G. Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 199. Σύμφωνα με το Εφετείο ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε σαν βάση υπολογισμού των αποζημιώσεων, το κέρδος που θα εκαρπούντο οι εναγόμενοι για τον υπόλοιπο χρόνο των 10 μηνών από την ημερομηνία της διάρρηξης μέχρι τη λήξη του συμβολαίου και σαν μέτρο αποζημίωσης έλαβε το καθαρό κέρδος προηγούμενης περιόδου το οποίο και αναπροσάρμοσε με βάση τους 10 μήνες. Ορθά δηλαδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα προσδοκώμενα κέρδη για τον υπολειπόμενο χρόνο που θα ίσχυε η συμφωνία έχοντας σαν βάση τα καθαρά κέρδη του προηγούμενου (βλπ. επίσης άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, Johnson v. Agnew
(1979)1 All ER 883 και Saab and another ν. Holy Monastery of Ay. Neophytou
(1982)1 CLR 499 ως προς τον τρόπο αποκατάστασης του αναίτιου μέρους στη θέση που θα ήταν, αν δεν λάμβανε χώρα η παράβαση της σύμβασης). Εφαρμοζομένων των πιο πάνω αρχών, πιστεύω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις με βάση το υπολογιζόμενο κέρδος το οποίο θα αποκόμιζε για την υπολοιπομένη περίοδο της σύμβασης. Είναι γεγονός ότι σε άλλες αποφάσεις όπως π.χ. στην υπόθεση Κ. Καρατσής Λτδ ν. Doritis Makaroni Factory Ltd
(2001)1 ΑΔΔ 251 και Decro-Wall v. Practitioners in Marketing
(1971)2 All ER 216, λήφθηκαν υπόψη και άλλοι παράγοντες τους οποίους και η εδώ ενάγουσα επικαλείται όπως είναι οι μεγάλες δαπάνες που υπέστη το αναίτιο μέρος για προώθηση των συμφωνηθέντων, τον όγκο εργασίας, το προσωπικό που επιστράτευσε κλπ. ΄Ομως όλοι αυτοί οι παράγοντες είχαν ληφθεί υπόψη όχι για άμεσο μαθηματικό υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης. Λήφθηκαν υπόψη για να αποφασισθεί ποιά θα έπρεπε να ήταν η χρονική διάρκεια εύλογης ειδοποίησης που θα έπρεπε να είχε δοθεί και δεν δόθηκε, σε ακαθόριστης διάρκειας σχέση, έτσι ώστε αυτή να μετεφρασθεί σε χρήμα. Εδώ όμως, όπως έχω εξηγήσει, η περίπτωση είναι διαφορετική. Και όσο και αν η ενάγουσα έτρεφε προσδοκίες, όχι αδικαιολόγητες, περί της πιθανότητας περαιτέρω συνέχισης της συνεργασίας και μετά τη λήξη της συμφωνηθείσας περιόδου, αυτό δεν ήταν παρά μια προσδοκία που δεν πραγματώθηκε και όχι νομική υποχρέωση. Τα έξοδα τα οποία υπέστη η ενάγουσα για εξοπλισμό, μηχανήματα, οχήματα κλπ. δεν συνιστούν έξοδα τα οποία μπορούν να συνυπολογιστούν στο ύψος ή το είδος αποζημείωσης. Πέραν του ότι μπορούν να θεωρηθούν σαν αντικείμενα σημαντικής αξίας τα οποία πωλούμενα κάτω από άσκηση καθήκοντος μείωσης ζημιάς, θα πρέπει να αποφέρουν ένα σημαντικό, πλην αδιευκρίνιστο ποσό, πρόκειται περαιτέρω για μια επένδυση η οποία ήταν απαραίτητη έτσι ώστε να λειτουργούσε η συμφωνία για όσο διάστημα είχε συμφωνηθεί για να απέφερε το κέρδος το οποίο έχει ήδη προσπορισθεί η ενάγουσα ή για την στέρηση του οποίου θα αποζημιωθεί τώρα. Ως προς την διεκδίκηση αποζημιώσεων για απώλεια εμπορικής εύνοιας (goodwill) παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως είναι σαφές από τη νομολογία, ένας διάδικος δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε σχέση με την απώλεια ενός στοιχείου που δεν του ανήκε. Επί του οποίου δηλαδή δεν είχε αποκτήσει νομικό δικαίωμα. Στην υπόθεση Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Α. Κωνσταντίνου
(2004)1 ΑΑΔ 1580, ο λόγος για τον οποίο επιδικάστηκε ποσό για απώλεια εμπορικής εύνοιας ήταν διότι στην επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων υπήρχε ήδη πρόνοια σύμφωνα με την οποία ο αντιπρόσωπος είχε δικαίωμα εμπορικής εύνοιας και μπορούσε μάλιστα να το μεταβιβάσει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο θα ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος. Πράγμα που στην παρούσα αγωγή δεν συμβαίνει αφού τίποτε σχετικό δεν είχε συμφωνηθεί ή έμμεσα δημιουργηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις οι οποίες θα πρέπει να υπολογισθούν για την χρονική διάρκεια από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι την ημερομηνία λήξης της ισχύος της σύμβασης (δηλ. από 12.1.06-29.5.06 που είναι μια περίοδος 4½ περίπου μηνών.). Το ύψος δε των αποζημιώσεων θα είναι με βάση το μέσο όρο των ετήσιων καθαρών κερδών που απέφερε η συμφωνία στην ενάγουσα τα προηγούμενα χρόνια, στοιχεία τα οποία δόθηκαν από τον διευθυντή της ενάγουσας. Με βάση εκείνα τα στοιχεία, ο μέσος όρος κερδών ήταν £45.643 ετήσια, οπότε για 4½ μήνες είναι £17.116.125 (λέγε £17.200). Γι΄ αυτούς τους λόγους επιδικάζεται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης ποσό £17.200 σαν αποζημιώσεις για την παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο