Νίκου Βλίττη κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α., Αρ.αγωγής 849/03, 27 Απριλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ. Ενώπιον : Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 849/03 Μεταξύ:
- Νίκου Βλίττη, από το Παραλίμνι
- Αντρέα Ν.Βλίττη, από το Παραλίμνι Εναγόντων και
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. εκ Λευκωσίας
- Δημήτρη Γεωργιάδη, από τη Λευκωσία Εναγομένων. Ημερ. : 27 Απριλίου 2007 Για τους ενάγοντες: κ. Γ. Πιττάτζης Για τους εναγομένους: κ. Μ. Πικής με τον κ. Ο. Νικήτα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η δίκη στην παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικείται η καταβολή αποζημιώσεων για συκοφαντική δυσφήμιση, βρίσκεται σε εξέλιξη. Η προσπάθεια του συνηγόρου των εναγόντων να παρουσιάσει σαν αποδεικτικά στοιχεία 74 συνολικά δημοσιεύματα, τα οποία είχαν περιληφθεί σε ισάριθμες εκδόσεις της εφημερίδας «Ο ΠΟΛΙΤΗΣ», η οποία εκδίδεται από τους εναγομένους, προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων. Η ένσταση βασίστηκε σε διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η θέση των εναγομένων ότι τα δημοσιεύματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά σαν μαρτυρία, επειδή δεν είναι αρκούντως δικογραφημένα. Στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία, η εξέταση της ένστασης, περιορίστηκε σ΄ αυτή μόνο την πτυχή, του κατά πόσο δηλαδή το περιεχόμενο των δικογράφων των εναγόντων, επιτρέπει ή μη την παρουσίαση των προτεινομένων δημοσιευμάτων. Θα πρέπει εξ΄ αρχής να διευκρινισθεί ότι τα υπό εξέταση 74 δημοσιεύματα δεν είναι τα επίδικα δημοσιεύματα-αντικείμενο της αγωγής, αντίτυπα των οποίων έχουν ήδη σημειωθεί σαν τεκμήρια. Πρόκειται για δημοσιεύματα των εναγομένων τα οποία είδαν το φως της δημοσιότητας σε μια χρονική περίοδο η οποία αρχίζει μετά τη δημοσίευση των επίδικων και εκτείνεται για περίπου 2½ χρόνια μετέπειτα. Εξηγώντας τη σχετικότητα της παρουσίασης αυτών των εντύπων, ο συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι αυτά προσφέρονται για να αποδείξουν: α. Την όλη συμπεριφορά των εναγομένων μετά την κατ΄ ισχυρισμό επίδικη δυσφήμιση και μέχρι και τη δίκη, συμπεριφορά η οποία καταδεικνύει την κακοβουλία τους. β. Την πνευματική κατάσταση των εναγομένων μετά τα επίδικα δημοσιεύματα. γ. Την έκταση της ζημιάς που υπέστησαν οι ενάγοντες. δ. Την επανάληψη και επαναδημοσίευση των επίδικων δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων, ο εκ των συνηγόρων τους κ.Πικής, παρέπεμψε τόσο σε γενικότερες αρχές οι οποίες εκπηγάζουν από τη νομολογία και αυθεντίες ως προς την ανάγκη για αυστηρή προσήλωση στην αποδοχή μόνο μαρτυρίας ως προς θέματα τα οποία περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, όσο και σε ειδικότερες αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε αγωγές για δυσφήμιση. Είναι η βασική θέση των εναγομένων ότι τα υπό εξέταση δημοσιεύματα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά αφού δεν δικογραφούνται ούτε σαν επίδικα στην ΄Εκθεση Απαίτησης, ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτά σαν στοιχεία που αποδεικνύουν ύπαρξη κακοβουλίας, αφού δεν δικογραφούνται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και αυθεντίες, κυρίως Αγγλική, ο συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε ότι εφ΄ όσον οι εναγόμενοι στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης τους εγείρουν ισχυρισμό ότι τα επίδικα δημοσιεύματα συνιστούσαν εύλογα σχόλια επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος, αυτό το γεγονός μεταθέτει το βάρος στους ενάγοντες να αποδείξουν την ύπαρξη κακοβουλίας. Για να μπορούν δε κατά τη δίκη να αποσείσουν αυτό το βάρος παρουσιάζοντας αποδεικτικά στοιχεία, θα πρέπει απαραίτητα να παραθέσουν στην Απάντηση στην Υπεράσπιση τους όλα τα σχετικά λεπτομερή στοιχεία. Ως προς το ενδεχόμενο τα προτεινόμενα δημοσιεύματα να μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για το σκοπό της απόδειξης της ζημιάς ή της έκτασης της ζημιάς που υπέστησαν οι ενάγοντες και πάλι η πρόκληση τέτοιας ζημιάς και αξίωση για αποζημιώσεις θα πρέπει ειδικά να δικογραφούνται. Εδώ δε, καμιά μνεία για οποιαδήποτε μορφή ή έκταση ζημιάς, αποζημιώσεων δεν δικογραφείται παρά μόνο αξιώνεται η καταβολή «γενικών αποζημιώσεων για δυσφήμιση.» Κάποια αναφορά η οποία γίνεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης σε δημοσιεύματα άλλα παρά τα επίδικα, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο παρά γενικές και αόριστες αναφορές σε δημοσιεύματα μερικών ημερών και καθόλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται στα προτεινόμενα δημοσιεύματα που εκτείνονται σε χρονική περίοδο 2½ περίπου ετών. Σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των εναγομένων, εάν επιτραπεί η παρουσίαση των δημοσιευμάτων, αυτή η εξέλιξη θα έχει σαν αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της δίκης από την πορεία η οποία χαράχθηκε με βάση τα επίδικα θέματα. Αντικρούοντας τη πτυχή αυτή της ένστασης, ο συνήγορος των εναγόντων αφού επίσης επικαλέστηκε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες, εισηγήθηκε ότι τα προτεινόμενα δημοσιεύματα είναι αποδεκτά για τους προαναφερθέντες λόγους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο σχετίζονται με την εν γένει συμπεριφορά των εναγομένων. Τείνουν να αποδείξουν την συνέχιση και επανάληψη της δυσφήμισης, την έκταση της και την κυκλοφορία της. Ως προς το θέμα της δικογράφησης, ο κ. Πιττάτζης υπέβαλε ότι στις παρα. 47 και 49 της ΄Εκθεσης Απαίτησης γίνεται επαρκής αναφορά από την οποία να μπορεί να επιτραπεί η παρουσίαση των δημοσιευμάτων. Εκείνες οι παράγραφοι καλύπτουν το θέμα αφού σ΄αυτές εγείρεται ο ισχυρισμός ότι συνεχίσθηκαν επί καθημερινής βάσεως τα δημοσιεύματα τόσο μετά την δημοσίευση των επίδικων, όσο και μετά την καταχώρηση της αγωγής. Νομική πτυχή του θέματος Η δικονομική αναγκαιότητα την οποία επικαλείται η πλευρά των εναγομένων για δικογράφηση λεπτομερειών που τείνουν να καταδείξουν ύπαρξη κακοβουλίας (malice), εδράζεται στις πρόνοιες της παλαιάς Αγγλικής Διαταγής Ο.19 r.22, η οποία αντιστοιχούσε με τις πρόνοιες της Κυπριακής Δ.19 κ.
- Το κείμενο της Αγγλικής Διαταγής Ο.19 r.22, όπως αυτό παρατίθεται στο Annual Practice [1] είχε ως εξής: "
- Wherever it is material to allege malice, fraudulent intention, knowledge, or other condition of the mind of any person, it shall be sufficient to allege the same as a fact without setting out the circumstances from which the same is to be inferred. Provided that where in an action for libel or slander the defendant pleads that any of the words or matters complained of are fair comment on a matter of public interest or were published upon a privileged occasion, the plaintiff shall, if he intends to allege that the defendant was actuated by express malice, deliver a reply giving particulars of the facts and matters from which such malice is to be inferred." Eδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κείμενο της αντίστοιχης Κυπριακής Δ.19, κ.20 είναι ακριβώς το ίδιο με το πιο πάνω κείμενο της Αγγλικής Ο.19 r.22, με μια σημαντική όμως εξαίρεση: Στην Κυπριακή Διαταγή δεν περιλαμβάνεται η επιφύλαξη, η οποία ευρίσκεται στην Αγγλική και η οποία ειδικά αναφέρεται σε αγωγές για προφορική ή άλλη δυσφήμιση. ΄Οπως ρητά εντοπίζεται και στο Annual Practice [2], ούτε στην Αγγλική Διαταγή Ο.19 r.22, ενυπήρχε προηγουμένως ειδική πρόνοια σε σχέση με αγωγές δυσφήμισης. Η ειδική εκείνη πρόνοια μέσω της επιφύλαξης (proviso) είχε προστεθεί, όπως αναφέρεται στο Annual Practice κατά το 1949 («Amended by R.S.C. (No.1) 1949 by addition of proviso"). ΄Οπως περαιτέρω αναφέρεται στην ίδια σελίδα του Annual Practice, σε σχέση με «κακοβουλία» (malice), εκεί όπου μια πράξη την οποία ο ενάγων καταλογίζει στον εναγόμενο είναι εκ πρώτης όψεως παράνομη και αγώγιμη, όπως π.χ. δημοσίευση έγγραφης δυσφήμισης και ο εναγόμενος επιδιώκει να δικαιολογήσει την πράξη του επικαλούμενος π.χ. προνόμιο ή ότι τα λεχθέντα συνιστούν δίκαιο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, τότε αυτή η δικαιολογία θα μπορεί να καταρριφθεί εάν ο ενάγων καταφέρει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος εμφορείτο από ανάρμοστο κίνητρο. Σε τέτοια περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της επιφύλαξης (στο Ο.19 r.22), σύμφωνα πάντα με το Annual Practice, o ενάγων πρέπει να ισχυρισθεί ύπαρξη κακοβουλίας (malice) μέσω της Απάντησης του, δίδοντας λεπτομέρειες των γεγονότων και στοιχείων από τα οποία τέτοια κακοβουλία θα συναχθεί. Παρόμοια αναφορά ως προς τον ορθό τρόπο δικογράφησης γίνεται και στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob´s. ΄Οπως εκεί αναφέρεται, στην ΄Εκθεση Απαίτησης δεν είναι καν αναγκαίο να εγείρεται θέμα ψεύδους και κακοβουλίας του επίδικου δημοσιεύματος καθότι κάτι τέτοιο τεκμαίρεται. Θέμα δε κακοβουλίας (malice), προστίθεται, δεν εγείρεται, εκτός εάν εγερθεί η υπεράσπιση του δίκαιου σχολίου (fair comment) ή περιορισμένου προνομίου (qualified privilege) οπότε η ύπαρξη κακοβουλίας (malice) δικογραφείται μέσω της Απάντησης [3]. Προς περαιτέρω επίρρωση της θέσης τους για την προϋπόθεση δικογράφησης Λεπτομερειών ως προς τα προτεινόμενα για παρουσίαση δημοσιεύματα, οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν και σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander σε σχέση με το στοιχείο της κακοβουλίας (malice). ´Οπως αναφέρεται εκεί, υπάρχει ένας εξειδικευμένος κανόνας δικογράφησης σύμφωνα με τον οποίο οποτεδήποτε υπάρχει πρόθεση έγερσης ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος εμφορείτο από άμεση κακοβουλία (express malice), ο ενάγων πρέπει να καταχωρήσει Απάντηση με την οποία να δίδει λεπτομέρειες των γεγονότων και των στοιχείων από τα οποία αυτή συνάγεται. Δεν είναι αρκετό απλώς να ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόβουλα, ούτε και επιτρέπονται γενικές και αόριστες δηλώσεις χωρίς έγερση συγκεκριμένων γεγονότων[4]. Γίνεται δε προς τούτο παραπομπή στη νέα Αγγλική Ord.82 ρ.3
(3). Σχολιάζοντας το γεγονός ότι στην Κυπριακή Διαταγή 19 κ.20 δεν υπάρχει πρόνοια παρόμοια με εκείνη που περιλαμβάνεται στην πρώην Αγγλική Ο.19 r.22 και στην μεταγενέστερη Ο.82 r. 3
(3), ο κ.Πικής υπέβαλε ότι παρά το γεγονός τούτο, εν τούτοις η επιπρόσθετη πρόνοια στους Αγγλικούς Θεσμούς θα πρέπει να ακολουθείται και στην Κύπρο, αφού μέσω αυτής εφαρμόζεται η ακολουθητέα δικονομική πρακτική στις αγωγές δυσφήμισης. Θα πρέπει να πω πως δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση. Στην απουσία ειδικής δικονομικής πρόνοιας στον Κυπριακό θεσμό, δεν μπορεί να εφαρμόζεται μια εξειδικευμένη πρόνοια η οποία περιλαμβάνεται στο σχετικό με το ίδιο θέμα Αγγλικό Θεσμό. Εδώ δε, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος της απουσίας παρόμοιας πρόνοιας στον Κυπριακό Θεσμό, δεν μπορεί να αποδοθεί στην συνήθη εξήγηση η οποία προβάλλεται σύμφωνα με την οποία πρόνοιες Κυπριακής πρωτογενούς ή δευτερογενούς νομοθεσίας, ενώ όταν θεσπίστηκαν περιείχαν ταυτόσημες πρόνοιες με αντίστοιχη Αγγλική νομοθεσία, αργότερα δεν ακολούθησαν όταν η δεύτερη τροποποιήθηκε. Εδώ, η Αγγλική Ο.19, r.22 στην οποία περιλαμβάνεται η εξειδικευμένη πρόνοια για τη δικογράφηση λεπτομερειών κακοβουλίας σε αγωγές δυσφήμισης, προϋπήρχε της θέσπισης των Κυπριακών Θεσμών. Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η επιπρόσθετη εξειδικευμένη πρόνοια στον Αγγλικό Θεσμό, προστέθηκε κατά το
- Οι Κυπριακοί Θεσμοί όμως, μεταξύ των οποίων και η Δ.19 κ.20, τέθηκαν σε ισχύ κατά το 1953 και έτυχαν αναθεώρησης και επαναδημοσιεύθησαν κατά το
- Ενώ δε στην τροποποιημένη Αγγλική Ο.19 r.22 είχε προστεθεί η επίμαχη επιφύλαξη που αφορά σε αγωγές δυσφήμισης από το 1949, ο συντάκτης των Κυπριακών Θεσμών, παρά την παραπομπή στην οποία προβαίνει στην Αγγλική Διαταγή, στον πλαγιότιτλο, εξαίρεσε από το κείμενο της την επιφύλαξη (proviso) η οποία με αυτό τον τρόπο δεν κατέστη μέρος του Κυπριακού Δικαίου της Πολιτικής Δικονομίας. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, θα ήταν, κατά την άποψη μου ανεπίτρεπτο να απαιτείται στην Κύπρο συμμόρφωση και μάλιστα αυστηρή, στις εξειδικευμένες δικονομικές πρόνοιες ενός θεσμού, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ίδιο το κείμενο του Θεσμού. Αναφορικά με την παραπομπή στη νεώτερη Αγγλική Ο.82 r.3
(3), θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Και σ΄ αυτή τη δικονομική πρόνοια ενυπάρχει η υποχρέωση όπως ένας ενάγων δίδει λεπτομέρειες γεγονότων και στοιχείων που συνιστούν κακοβουλία στην Απάντηση του και όχι στην ΄Εκθεση Απαίτησης, εκεί μόνο όπου ο εναγόμενος επικαλείται δίκαιο σχόλιο ή προνόμιο. Πέραν τούτου, η ίδια Αγγλική Δικονομική πρόνοια, εναποθέτει προηγουμένως την υποχρέωση και στον εναγόμενο να δίδει πλήρεις λεπτομέρειες των γεγονότων και στοιχείων που συνιστούν δίκαιο σχόλιο και/ή δημιουργούν προνόμιο και σε ποιές λέξεις αυτά αναφέρονται [5]. Δεν θα μπορούσε επομένως να απομονωθεί η προϋπόθεση για συμμόρφωση του ενάγοντα για δικογράφηση λεπτομερειών στην Απάντηση του και να αγνοηθεί η αμοιβαία προϋπόθεση ως προς συμμόρφωση του εναγομένου για δικογράφηση λεπτομερειών στην Υπεράσπιση του. Αυτός θα ήταν ακόμα ένας λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε το Κυπριακό Δικαστήριο να απαιτήσει τη συμμόρφωση μόνο του ενάγοντα προς δικονομική πρόνοια η οποία εφαρμόζεται μεν στην Αγγλία αλλά σε συνάρτηση και με άλλες προϋποθέσεις που εναποτίθενται σε άλλο διάδικο. Επομένως κατά την άποψη μου δεν μπορεί να ισχύσει στην Κύπρο προϋπόθεση για δικογράφηση λεπτομερών γεγονότων και στοιχείων κακοβουλίας στην Απάντηση στην Υπεράσπιση για να μπορεί να παρουσιάσει ο ενάγων σχετικά αποδεικτικά στοιχεία κατά τη δίκη. Ειδικότερα ως προς τη δυνατότητα παρουσίασης δημοσιευμάτων άλλων παρά των επίδικων προς το σκοπό απόδειξης κακοβουλίας, έκτασης βλάβης κλπ. παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως ρητά αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander [6], o ενάγων μπορεί να επικαλεστεί άλλες δυσφημιστικές λέξεις τις οποίες δημοσίευσε ο εναγόμενος προς απόδειξη κακοβουλίας, παρά το ότι αυτές δεν είναι αντικείμενο άλλων αγωγών και παρά το ότι δημοσιεύτηκαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής. Περαιτέρω, και η επανάληψη δυσφήμησης μπορεί να συνιστά μαρτυρία κακοβουλίας (malice) . ΄Οπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί σε μια παλαιά υπόθεση: "Μπορεί να δοθούν σε μαρτυρία οποιεσδήποτε λέξεις και οποιεσδήποτε ενέργειες του εναγομένου για να δείξουν την πρόθεση του (quo animo) όταν εκστόμιζε τις λέξεις που συνιστούν αντικείμενο της αγωγής.» [7] Κατά παρόμοιο τρόπο, και στο σύγγραμμα Gatley αναφέρονται και τα εξής (σε μετάφραση): «Εφόσον η κακοβουλία μπορεί να συνάγεται από τη συμπεριφορά του εναγομένου καθ΄ οιονδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά από τη δημοσίευση, οι ενέργειες του κατά την εκκρεμότητα της αντιδικίας και κατά τη δίκη μπορούν να τύχουν επίκλησης σαν ενδεικτικές κακοβουλίας.» [8] Περαιτέρω στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England[9], στο οποίο παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγόντων, επιβεβαιώνεται η αρχή σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση των αποζημιώσεων στις οποίες δυνατόν να δικαιούται ο ενάγων σε αγωγή δυσφήμισης, μπορεί να ληφθεί υπόψη η όλη συμπεριφορά του εναγομένου από το χρόνο της δημοσίευσης μέχρι και το χρόνο κατά τον οποίο εκδίδεται η δικαστική απόφαση. Ως προς άλλη σχετικότητα/χρησιμότητα των προτεινόμενων για παρουσίαση δημοσιευμάτων, χρήσιμη είναι επίσης η παραπομπή του συνηγόρου των εναγόντων, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts [10]. ´Oπως εκεί αναφέρεται, το πνεύμα και οι προθέσεις του προσώπου που δημοσιεύει δυσφήμηση είναι στοιχεία τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό της βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων. [11] Kαι σ΄ αυτή την αξιολόγηση μπορεί να ληφθεί υπόψη η όλη συμπεριφορά του εναγομένου μέχρι και την έκδοση απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι δεν υπάρχει δικονομικό εμπόδιο λόγω μη επαρκούς δικογράφησης λεπτομερειών, για την αποδοχή παρουσίασης σαν αποδεικτικών στοιχείων των επίδικων δημοσιευμάτων και ότι τα δημοσιεύματα μπορούν να είναι σχετικά με τις προαναφερθείσες πτυχές επίδικων θεμάτων. (Υπ.) Κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. [1] Annual Practice 1959, Vol. 1, p. 474 [2] Τhe Annual Practice 1959 Vol.I, p.674-5 [3] Bullen & Leake & Jacob´s Precedents of Pleadings 13th Edn p. 625 4 Gatley on Libel and Slander 9th Edn. p.711 [5] Τhe Supreme Court Practice 1993 Vol.I p.13 & 8 [6] Gatley on Libel and Slander 9th Edn.p.818, para.32.35 [7] Per Lord Ellenborough in Russel v. Macquister [1807] 1 Camp.48 n. at 49 n. . [8] Gatley on Libel and Slander, 9th Edn. p. 821para 32.41 [9] Halsbury´s Laws of England 3rd Edn. Vol.24 p.113 [10] Clerk & Lindsell on Torts 13th Edn. p.1037 [11] Βridgmont v. Associated Newspapers [1951] 2 K.B. 578 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο