← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΑΒΒΑ ν. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγ. 197/05, 30 Απριλίου, 2007

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΑΒΒΑ ν. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγ. 197/05, 30 Απριλίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2007:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 197/05 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΑΒΒΑ Ενάγοντα -και- ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: Ο κ. Φράγκος. Για εναγόμενους: Η κα Αστραίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας απαιτεί δυνάμει σύμβασης ασφάλισης έναντι πυρός, μετά που η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία απέρριψε την απαίτηση του για πληρωμή, επικαλούμενη όρους της σύμβασης. Η σύμβαση («ασφαλιστήριο») έχει κατατεθεί ως τεκμήριο
  2. Περιλαμβάνει κεφάλαιο με τίτλο «Όροι απαιτήσεων». Έχουν ακουστεί προδικαστικά δύο σημεία από την Υπεράσπιση των Εναγομένων που αφορούν τέτοιους όρους. Το πρώτο σημείο αφορά την υπεράσπιση ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί δυνάμει του όρου 11 [1] , εφόσον κατά την καταχώριση της αγωγής (25.2.2005) είχε εκπνεύσει η προθεσμία των 12 μηνών από την ημερομηνία του γεγονότος (6.3.2003). Με την απάντηση του ο ενάγοντας εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι ο όρος 11 είναι άκυρος γιατί περιορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα του ασφαλισμένου. Το δεύτερο σημείο αφορά την υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας παρέβη τον όρο 1(γ) [2] διότι παρέλειψε να ανταποκριθεί όταν οι εναγόμενοι του ζήτησαν στοιχεία, με αποτέλεσμα να βρίσκει εφαρμογή ο όρος 10 [3] του Ασφαλιστηρίου περί απαλλαγής τους από την υποχρέωση πληρωμής. Ο ενάγοντας με την Απάντηση του αρνείται τέτοια υπεράσπιση. Στις συγκεκριμένες θέσεις του επί του σημείου αυτού θα επανέλθω. Η εισήγηση περί παραγραφής της αγωγής. Οι εναγόμενοι υποστήριξαν την εισήγηση τους αυτή με αναφορά στις υποθέσεις Agathangelou v. Motor Union

(1984)1 C.L.R. 1 και Πιτταρά ν. Cosmos (Cyprus) Insurance Co. Ltd
(1998)1 A.Α.Δ. 193. Ο επίδικος όρος στην Agathangelou προέβλεπε απώλεια των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου σε περίπτωση μη έγερσης αγωγής εντός τριών μηνών από την απόρριψη απαίτησης του προς τους ασφαλιστές για πληρωμή. [4] Παρόμοια πρόνοια υπήρχε στην υπόθεση Πιτταρά. Το ερώτημα που τέθηκε στην Agathangelou ήταν κατά πόσο τέτοια πρόνοια είναι άκυρη ενόψει των προνοιών του Άρθρου 28
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου[5]. Με αναφορά στην Ινδική νομολογία επί της αντίστοιχης Ινδικής διάταξης, αποφασίστηκε ότι τέτοιος όρος δεν περιορίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, αλλά συνιστά συμφωνία για παραίτηση από δικαίωμα. Η αρχή της Agathangelou, όπως εξηγείται στην Πιτταρά, είναι ότι τέτοιος όρος δεν συνιστά περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο, αλλά έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης, στα πλαίσια επιλογής των συμβαλλομένων αναγομένης στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα δεν αμφισβήτησε, όπως και δεν μπορούσε, την αρχή δικαίου που καθιέρωσε η Agathangelou. Εισηγήθηκε όμως ότι εν προκειμένω ο όρος είναι διαφορετικός και διαφορετική η νομική υπόσταση του. Όντως εν προκειμένω η απώλεια του δικαιώματος συμφωνήθηκε να επέρχεται χωρίς άλλο με την παρέλευση 12 μηνών από την ημερομηνία που συνέβη το γεγονός. Χωρίς να καθορίζεται υποχρέωση ενέργειας εκ μέρους του ασφαλισμένου διά της καταχώρισης αγωγής εντός του ταχθέντος χρόνου, έτσι ώστε η απώλεια του δικαιώματος να επέρχεται ως εκ της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης του αυτής. Στην Agathangelou γίνεται σαφώς η διάκριση ανάμεσα σε όρους που εμποδίζουν την καταχώριση αγωγής μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος μικρότερου της εκ του νόμου περιόδου παραγραφής και σε όρους που προβλέπουν για απώλεια του δικαιώματος αν δεν καταχωριστεί αγωγή εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας. Στην πρώτη περίπτωση το αποτέλεσμα είναι ο απόλυτος περιορισμός του δικαιώματος για αγωγή μετά την παρέλευση του χρόνου και γι΄ αυτό πρόκειται για παράβαση του Άρθρου 28.1 οπότε ο όρος είναι άκυρος. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση ο όρος είναι έγκυρος και δεσμευτικός. Αυτή τη δεύτερη περίπτωση καλύπτει η αρχή της Agathangelou που έχει διατυπωθεί ως εξής: «... a clause in a Fire Policy, which operates as a release or forfeiture of the rights of the insured, is valid if the conditions contained therein are not complied with». (η υπογράμμιση δική μου). Εν προκειμένω ο υπό εξέταση όρος δεν ρυθμίζει συμφωνημένη παραίτηση από δικαίωμα καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους θα εθεωρείτο ότι επέρχεται τέτοια παραίτηση, αλλά περιορίζει απόλυτα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο με την παρέλευση και μόνο της προθεσμίας. Δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση, αλλά για παραγραφή, όπως στο αφαλιστήριο και στην υπεράσπιση των εναγομένων χαρακτηρίζεται, έξω από τα πλαίσια του περί Παραγραφής Αγωγών Νόμου (Κεφ. 15) και για όρο που προσκρούει στις πρόνοιες του Άρθρου 28
(1)του Κεφ. 149. Μάλιστα, θα μπορούσε να απολήξει σε απώλεια του αγωγίμου δικαιώματος ακόμα και εκκρεμούσης της αγωγής. Οπότε θα επρόκειτο για αθέμιτη παρέμβαση επί δικαιοδοσίας που ήδη ανέλαβε το Δικαστήριο. Έτσι δεν τίθεται μόνο θέμα παράβασης των προνοιών του Άρθρου 28
(1), αλλά και παράβασης αρχών της δημόσιας πολιτικής. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων εμμένοντας ότι η περίπτωση καλύπτεται από την αρχή της Agathangelou, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αλλοιώσει τη συμφωνία μη εφαρμόζοντας ένα ρητό και σαφή όρο που οι ίδιοι οι συμβληθέντες συμφώνησαν. Δεν πρόκειται όμως για αλλοίωση της συμφωνίας, αλλά για διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος όρος είναι άκυρος. Αυτή όμως η διαπίστωση εγείρει ένα περαιτέρω ζήτημα που δεν έχει συζητηθεί. Είναι όμως επιτακτικό να εξεταστεί εφόσον άπτεται του καθήκοντος του Δικαστηρίου να μην εφαρμόσει μια παράνομη συμφωνία, αν αυτή είναι η περίπτωση. Το ζήτημα τούτο έχει ως ακολούθως: Στην Πιτταρά αφού διαπιστώθηκε, όπως και στην Agathangelou, ότι ο όρος δεν προσέκρουε στις πρόνοιες του Άρθρου 28
(1)αναφέρθηκαν τα ακόλουθα υπό μορφή obiter dicta: «εάν ο όρος αντίκειτο προς αυτές θα ήταν παράνομος, γεγονός που θα καθιστούσε τη σύμβαση στην ολότητα της παράνομη βάσει του Άρθρου 23 του Κεφ. 149, εκτός αν ήταν εφικτός ο διαχωρισμός του.» Ως προς τη δυνατότητα διαχωρισμού προστίθενται τα ακόλουθα: «Ο όρος άπτεται του συνόλου των δικαιωμάτων που παρέχει η σύμβαση και όπως μπορεί να υποτεθεί και του ανταλλάγματος (ασφάλιστρα) για τη συνομολόγηση της συμφωνίας.» Έγινε όμως σαφές εκείνο που προκύπτει άλλωστε από την απόφαση ότι οι παραπάνω αναφορές δεν εμπίπτουν στο δεσμευτικό μέρος της απόφασης.[6] Σύμφωνα με την νομολογία όπως παρατίθεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, παραγρ. 1281 επόμ., το Δικαστήριο μπορεί να διαχωρίσει την υπόλοιπη σύμβαση από το μη εφαρμόσιμο όρο, νοουμένου ότι δεν θα δημιουργηθεί με αυτό τον τρόπο μια νέα συμφωνία. (βλ. και The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10). Δεν είναι εν προκειμένω τέτοια η περίπτωση. Δεύτερο, το Δικαστήριο δεν θα διαχωρίσει τη σύμβαση παρά μόνο αν τούτο συνάδει με τη δημόσια πολιτική. Αν πρόκειται για παράνομο όρο υπό την έννοια του ποινικού αδικήματος ή για όρο που είναι contra bonos mores, δεν είναι θεμιτός ο διαχωρισμός για λόγους δημόσιας πολιτικής και η σύμβαση θεωρείται εν όλω παράνομη και ανεφάρμοστη. Από την άλλη, η απλή ακυρότητα ενός όρου παρέχει τη δυνατότητα διαχωρισμού. Έχει αποφασιστεί ότι συμφωνία που περιορίζει τη λήψη δικαστικών μέτρων εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. (Czarnikow v. Roth, Schmidt & Co [1922] Αll E. R. Rep. 45, C.A. και Bennett v. Bennett [1952] 1 All E. R. 413, 417). Ως εκ των άνω, ενώ ο όρος 11 είναι ανεφάρμοστος, συντρέχουν οι προϋποθέσεις να εφαρμοστεί η υπόλοιπη σύμβαση. Η υπεράσπιση σε σχέση με τον όρο 11 απορρίπτεται. Η υπεράσπιση σε σχέση με τον όρο 1(γ) Οι διάδικοι έχουν θέσει ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων τη μεταξύ τους αλληλογραφία επί του θέματος εισηγούμενοι ότι το ζήτημα μπορεί να αποφασιστεί νομικά επί αυτού του υποβάθρου. Θα παραθέσω τα γεγονότα, δηλαδή τη σειρά της αλληλογραφίας και τις αναφορές που έκαμαν οι διάδικοι αν και το ζήτημα αποκρυσταλλώνεται, όπως θα φανεί, ήδη από τα δικόγραφα. Το συμβάν έλαβε, ως άνω, χώρα στις 6.3.
  1. Στις 29.4.2003 οι Cunningham & Lindsey που, όπως είναι κοινώς τόπος, ενεργούσαν για λογαριασμό των εναγομένων, ζήτησαν από τον ενάγοντα με επιστολή τους (Τεκμήριο 3) να ετοιμάσει «μια κατάσταση με τον εξοπλισμό και την αξία αγοράς του κάθε μηχανήματος ως επίσης και μία κατάσταση με τα εμπορεύματα που διατηρούσε στο μαγαζί την ημέρα της πυρκαγιάς με την καθαρή αξία αγοράς». Παράλληλα αναφέρθηκαν στην πρόθεση να ζητηθούν και άλλες πληροφορίες. Απάντησε ο δικηγόρος του ενάγοντα με επιστολή του ημερ. 8.5.2003 (Τεκμήριο 4) λέγοντας ότι έχει προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για να εξασφαλίσει τις ζητούμενες πληροφορίες και στοιχεία και ότι θα επικοινωνούσε μαζί τους μόλις θα είχε στην κατοχή του τα απαραίτητα στοιχεία. Οι Cunningham & Lindsey με επιστολή τους ημερ. 15.5.03 (Τεκμήριο 5) σημείωσαν λήψη της επιστολής - Τεκμ. 4 και επανέλαβαν ότι θα υπήρχε και απαίτηση για επιπρόσθετα στοιχεία που αφορούν τα λογιστικά έγγραφα του ενάγοντα. Επανήλθαν στις 18.6.2003 με επιστολή τους προς το δικηγόρο του ενάγοντα (Τεκμήριο 6), ο οποίος εξ αρχής, ήδη με το Τεκμ. 4, είχε ζητήσει η επικοινωνία να γίνεται με το γραφείο του. Σημειώνουν ότι δεν υπήρξε απάντηση και επικαλούμενοι τους όρους του ασφαλιστηρίου ζητούν λεπτομέρειες για τα μηχανήματα και τα εμπορεύματα, αντίγραφα λογαριασμών και άλλες πληροφορίες. Στις 23.6.2003 ο δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε στους Cunningham & Lindsey ορισμένα έγγραφα (Τεκμήριο 15). Ακολούθησε στις 22.7.2003 επιστολή, αυτή τη φορά των εναγομένων με τις ίδιες απαιτήσεις (Τεκμήριο 7). Εκεί πλέον γίνεται ρητά λόγος για τον όρο 1(γ) που παρατίθεται αυτολεξεί μαζί με προειδοποίηση ότι σε περίπτωση παράλειψης εντός 15 ημερών η εταιρεία θα απέρριπτε την απαίτηση. Ο δικηγόρος του ενάγοντα με επιστολή του ημερ. 5.8.2003 (Τεκμήριο 8) υποδεικνύει ότι στις 23..6.2003 είχε αποστείλει στους Cunningham & Lindsey διάφορα στοιχεία και έγγραφα που είχαν ζητήσει με την επιστολή τους ημερ. 29.4.
  2. Ενώ αρχικά προβάλλει τη θέση ότι ο πελάτης του συμμορφώθηκε πλήρως, στη συνέχεια λέγει ότι ο χρόνος των 15 ημερών δεν ήταν αρκετός και καταλήγει ότι ο πελάτης του προτίθετο να προσκομίσει όλα τα ζητούμενα στοιχεία. Οι εναγόμενοι με νέα επιστολή τους ημερ. 28.8.2003 προς το δικηγόρο τους ενάγοντα σημειώνουν ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση και έδωσαν παράταση μέχρι τις 10.9.2003 (Τεκμήριο 9). Ο δικηγόρος του ενάγοντα με επιστολή του ημερ. 9.9.2003 (Τεκμήριο 10) πληροφορεί τους εναγόμενους ως εξής: «Εν συνεχεία της μέχρι τώρα επικοινωνίας μας σας ενημερώνω ότι μέχρι την Παρασκευή 19.9.03 θα σας παραδώσω όλα τα στοιχεία που ζητήσατε. Αντιλαμβάνομαι ότι έχει παρουσιαστεί κάποια καθυστέρηση και γι' αυτό απολογούμαι. Αυτή όμως οφείλεται στο γεγονός ότι μεσολάβησαν οι θερινές διακοπές και αντιμετωπίσαμε αντικειμενικά προβλήματα στο να συλλέξουμε έγκαιρα τις πληροφορίες που ζητήσατε. Ευελπιστώ ότι θα δείξετε την απαιτούμενη κατανόηση.» Οι εναγόμενοι με επιστολή τους προς τον ίδιο τον ενάγοντα πλέον, ημερ. 25.9.03 (Τεκμήριο 11) αφού αναφέρουν ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση ούτε και με την ημερομηνία που έταξε ο δικηγόρος του, τον πληροφορούν ότι «δεν έχουν άλλη επιλογή» από του να απορρίψουν την απαίτηση επικαλούμενοι τον όρο
  3. Στις 2.10.03 ο δικηγόρος του ενάγοντα χωρίς να αναφέρεται σ΄ αυτή την τελευταία επιστολή των εναγομένων τους αποστέλλει τα ζητηθέντα, όπως λέγει, στοιχεία (Τεκμήριο 16) τα οποία οι εναγόμενοι επέστρεψαν με επιστολή τους ημερ. 7.10.03 (Τεκμήριο 12) επαναλαμβάνοντας ότι είχαν απορρίψει ήδη την απαίτηση. Οι άλλες επιστολές που ακολούθησαν (Τεκμήρια 13 και 14) έπονται του κρίσιμου χρόνου και περιέχουν ή επιβεβαιώνουν τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις των μερών. Το ζήτημα της συμμόρφωσης είναι γενικώς ομιλούντες ζήτημα πραγματικό. Ρητά αναφέρεται στον όρο 1(γ) ότι η απαίτηση του ασφαλιστή για στοιχεία κλπ πρέπει να είναι λογική. Ενώ για τον ασφαλισμένο έχουν λεχθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd v. Παπακοκκίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 208 σε σχέση με ταυτόσημη προς την υπό εξέταση τώρα πρόνοια: «Το κατά πόσο ο ασφαλισμένος είχε τη δυνατότητα παροχής των πληροφοριών κλπ ... όπως και το κατά πόσο παρέσχε όλες ή μερικές από αυτές τις πληροφορίες είναι ζήτημα πραγματικό.» Αν υπάρχουν προς επίλυση πραγματικά ζητήματα, αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν προδικαστικά. Η ευχέρεια που δίδει η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για προδικαστική εκδίκαση, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Περιορίζεται σε θέματα που αποκρυσταλλώνονται ως αμιγώς νομικά και εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Δύο είναι τα σημεία που εν προκειμένω θα μπορούσαν να εκφεύγουν των πλαισίων προδικαστικής εκδίκασης. Πρώτον, το κατά πόσο η απαίτηση των ασφαλιστών για τα συγκεκριμένα στοιχεία ήταν λογική και δεύτερο, το κατά πόσο η προθεσμία, όπως παρατάθηκε με την επιστολή, Τεκμήριο 9, ήταν εύλογη σε συνάρτηση με τη δυνατότητα του ασφαλισμένου να ανταποκριθεί στα ζητηθέντα. Όμως, το πρώτο σημείο δεν έχει ποτέ εγερθεί, ούτε στα δικόγραφα. Ρητά δηλώθηκε στο Τεκμήριο 10 η ετοιμότητα του ενάγοντα να παραδώσει «όλα τα στοιχεία», χωρίς να θέτει ζήτημα ότι η απαίτηση για οποιοδήποτε από αυτά δεν ήταν λογική. Για το δεύτερο σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε αγορεύοντας, όπως είναι και δικογραφική θέση, πως εφόσον στον όρο 1(γ) δεν καθορίζεται ο χρόνος συμμόρφωσης και εφόσον τα μέρη ουδέποτε καθόρισαν εκ συμφώνου τέτοιο χρόνο, η συμμόρφωση θα έπρεπε να γίνει εντός ευλόγου χρόνου και κατά συνέπεια οι προθεσμίες που έθεσαν μονομερώς οι εναγόμενοι δεν έχουν από μόνες τους ισχύ. Πράγματι ο όρος 1(γ) δεν καθορίζει προθεσμία. Σε τέτοια περίπτωση ελλείψει άλλης συμφωνίας, η συμμόρφωση μπορεί να γίνει εντός ευλόγου χρόνου επί της γενικής αρχής ότι όταν στη σύμβαση δεν καθορίζεται χρόνος εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης, ρητά ή συμπερασματικά, τότε η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου. (Hick v. Raymond & Reid [1893] A.C. 22, Άρθρο 46, Κεφ. 149). Η ίδια αρχή βρίσκει εφαρμογή και σε σχέση με ένα αναβλητικό ή αναγκαίο προηγούμενο όρο (condition precedent) της σύμβασης. (Aberfoyle Plantations Ltd v. Cheng [1959] 3 All E.R. 910, P.C.) Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγομένων υπέδειξε ότι η υποχρέωση του ασφαλισμένου ανακύπτει «οποτεδήποτε του ζητηθεί.» Υπονοώντας έτσι, ότι πρόκειται για υποχρέωση προς άμεση συμμόρφωση. Αλλά ακόμα και όπου ρητά συμφωνείται άμεση συμμόρφωση, τέτοια πρόνοια έχει ερμηνευθεί να σημαίνει συμμόρφωση εντός ευλόγου χρόνου, στον συντομότερο πρακτικά χρόνο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων (Williams v. Lancashire and Yorkshire Accident [1902] 51 W.R. 222, Staunton v. Wood [1851] 16 Q.B. 638). Αν επρόκειτο να εξεταστεί ζήτημα εύλογου χρόνου τότε δεν θα ήταν κατάλληλη περίπτωση να κριθεί η θέση περί παράλειψης του ενάγοντα να συμμορφωθεί, στο προδικαστικό αυτό στάδιο. Εφόσον θα έπρεπε υπό το σύνολο των περιστάσεων να αξιολογηθεί το εύλογο του χρόνου ως πραγματικό ζήτημα (βλ. Άρθρο 46, Κεφ. 149).[7] Εν προκειμένω όμως, ενώ όντως στη σύμβαση δεν προβλέπεται χρόνος και ενώ ο ενάγοντας απέρριψε το χρόνο που καθόρισαν οι εναγόμενοι, με την επιστολή ημερ. 9.9.2003 καθόρισε τελικά εκείνος το χρόνο μέχρι τις 19.9.2003, χωρίς να θέσει άλλο ζήτημα, αλλ΄ αντίθετα δίδοντας εξηγήσεις και απολογούμενος για την «κάποια καθυστέρηση». Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, εισηγήθηκε πως επρόκειτο για «εισήγηση» του ενάγοντα η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους, δεν έγινε αντικείμενο συμφωνίας. Όντως οι εναγόμενοι δεν απάντησαν ρητώς. Όμως δεν αποποιήθηκαν την ευθύνη τους επί της δικής τους προθεσμίας (10.9.03) αλλά αφού παρήλθε η προθεσμία που έταξε ο ενάγοντας, επικαλούμενοι μάλιστα όχι μόνο το άπρακτο της προθεσμίας που οι ίδιοι έθεσαν, αλλά και της προθεσμίας που ο ενάγοντας έθεσε. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι ο χρόνος καθορίστηκε εκ συμφώνου και ήταν η 19.9.2003. Προς τι, άλλωστε, η πιο πάνω ή η περαιτέρω συζήτηση όταν είναι η δικογραφική θέση του ενάγοντα (παρ. 5(δ) της Απάντησης), θέση αντίθετη από την εκτός δικογράφων τελική του θέση, ότι «συμφωνήθηκε ως ημερομηνία συμμόρφωσης .. η 19/09/2003 εντός της οποίας ο ενάγοντας απέτυχε να συμμορφωθεί» και ότι «ως εκ τούτου οι εναγόμενοι απέρριψαν την απαίτηση του ενάγοντα στις 25/09/2003 έστω και αν αυτός είχε συμμορφωθεί πλην καθυστερημένα την 02/10/2003». Η σαφής αυτή θέση, που συνάδει με τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί για να αποτελέσουν κοινό υπόβαθρο, καθορίζει το ζήτημα του ταχθέντος χρόνου ως χρόνου που συμφωνήθηκε, αλλά και διευκρινίζει ότι η κατ΄ ισχυρισμόν συμμόρφωση έγινε καθυστερημένα. Το κατά πόσο όντως υπήρξε (μεταγενέστερη) συμμόρφωση, θα ήταν ζήτημα πραγματικό και άρα εκτός των πλαισίων προδικαστικής εκδίκασης. Αλλά, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα, εφόσον εκείνο που έχει σημασία, αν ο όρος 1(γ) είναι όρος αναβλητικός ή αναγκαίος προηγούμενος όρος της ευθύνης του ασφαλιστή (condition precedent to the liability of the insurer), είναι η διαπίστωση και μάλιστα η παραδοχή, ότι ο ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας. Αυτό δε, γιατί τέτοιοι όροι πρέπει να τηρούνται αυστηρά (De Hahn v. Hartley [1786][ 1 T.R. 343). Ο Lord Denning στη Farrell v. Federated Employers Insurance Association Ltd [1970] 3 All E.R. 632, 634, αναφέρει επιγραμματικά ότι η μη τήρηση αναγκαίου όρου νομιμοποιεί τους ασφαλιστές να τον επικαλεστούν. [8] Επειδή, όπως εξηγεί: «The plaintiff is here claiming the benefit of a policy... He must take it as he finds it. He can not claim the advantages and reject the disadvantage. He can not claim the benefit and reject the conditions of it: See Austin v. Zurich General Accident and Liability Insurance Co. Ltd.»[9] Έτσι το επόμενο ερώτημα αφορά τη φύση του όρου 1(γ) η οποία καθορίζει και τις συνέπειες από την παράβαση του. Το θέμα συζητείται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, 26η έκδοση, παρ. 4249, 4250 και 4260 με αναφορά στις ασφαλιστικές συμβάσεις. Σημειώνεται ότι σε αυτές περιλαμβάνονται όροι αναβλητικοί της ευθύνης του ασφαλιστή, δηλαδή όροι των οποίων η μη εκπλήρωση από τον ασφαλισμένο παρέχουν το δικαίωμα στον ασφαλιστή να αποποιηθεί την ευθύνη του (condition precedent) και όροι των οποίων η παράβαση από τον ασφαλισμένο παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει αποζημιώσεις τηρουμένης κατά τ΄ άλλα της ευθύνης του για πληρωμή (stipulations, terms). Καθοριστική είναι η πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από το λεκτικό της σύμβασης. Ο χαρακτηρισμός ενός όρου ως "condition precedent" ή, όπως εν προκειμένω ως «όρου της απαίτησης» δεν είναι κατ΄ ανάγκη καθοριστικός, αλλά η χρήση τέτοιας ορολογίας ή η αναφορά ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης του όλα τα οφέλη από τη σύμβαση θα απωλεσθούν, καταδεικνύει ότι η πρόθεση των μερών ήταν να τον καταστήσουν αναβλητικό όρο. Πιο συγκεκριμένα, ένας όρος ο οποίος αφορά σε ζητήματα που έπονται της απώλειας, όπως είναι η ειδοποίηση και η απόδειξη της απώλειας, είναι συνήθως όρος αναβλητικός της ευθύνης του ασφαλιστή. Εν προκειμένω ο όρος 1(γ) είναι τέτοιας φύσης και βρίσκεται στο μέρος που φέρει τίτλο «Όροι απαιτήσεων». Περιπλέον ορίζεται ρητά, στον όρο 10, ως συνέπεια της μη συμμόρφωσης η απαλλαγή του ασφαλιστή από την ευθύνη να πληρώσει. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε, παρά ταύτα, ότι δεν πρόκειται για αναγκαίο προηγούμενο όρο (condition precedent). Επειδή, είπε, δεν προβλέπει ο ίδιος ο όρος τις συνέπειες από τη μη εκπλήρωση του, σε αντίθεση με άλλους όρους της σύμβασης που περιλαμβάνουν οι ίδιοι πρόνοια για τις συνέπειες αυτές. Εν όψει αυτής της διαφοράς, παρά την ύπαρξη του γενικού όρου 10, δημιουργείται, κατέληξε, αμφιβολία η οποία θα πρέπει να επιλυθεί προς όφελος του ασφαλισμένου, κατ΄ εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα contra proferentem σύμφωνα με τον οποίο η ερμηνεία ενός ασαφούς όρου γίνεται σε βάρος του προσώπου υπέρ του οποίου ο όρος έχει τεθεί (βλ. Houghton v. Trafalgar Insurance Co. Ltd [1953] 2 All E.R. 1409). Υπάρχει όμως όντως ασάφεια; Η βασική αρχή είναι πως τα μέρη μιας σύμβασης είχαν την πρόθεση να συμφωνήσουν όσα κατέγραψαν και όπως τα κατέγραψαν (British Movietonews v. London and District Cinemas [1951] 2 All E.R. 617). Εν προκειμένω όσα συμφώνησαν και κατέγραψαν στον όρο 10 που περιλαμβάνεται, ως άνω, στο κεφάλαιο «Όροι απαιτήσεων» και ακολουθεί τους όρους αυτούς, είναι δεδομένα. Γιατί να περιληφθεί ο όρος 10 αν δεν είχε σκοπό; Ο προφανής του σκοπός είναι να καλύψει εκείνες τις πρόνοιες από το συγκεκριμένο κεφάλαιο του ασφαλιστηρίου οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ειδική αναφορά για τις συνέπειες από τυχόν παράβαση τους. Ερμηνεύοντας το κείμενο από μόνο του θεωρώ ότι σαφώς προβλέπονται διά του όρου 10 οι συνέπειες της μη εκπλήρωσης του όρου 1(γ) οι οποίες και τον προσδιορίζουν. Αλλά κι αν υπήρχε ασάφεια ή αμφιβολία θα μπορούσε, με δεδομένο ότι μια σύμβαση δεν γίνεται στο κενό (in a vacuum), να επιλυθεί με αναφορά στον εξ αντικειμένου συναλλακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης και του επίμαχου όρου (Reardon Smith Line Ltd v. Yngvar Hansen - Tangen [1976] 3 All E.R. 570). Στην υπόθεση Glykys (ανωτ.) εξηγήθηκε ως εξής ο βασικός σκοπός όρου όπως ο όρος 1(γ) (εκεί όρος 11). «Βασικός σκοπός του όρου 11 του ασφαλιστικού συμβολαίου είναι η παροχή στους ασφαλιστές της δυνατότητας συλλογής στοιχείων και πληροφοριών μέσω του ασφαλισμένου, που κατά τεκμήριο γνωρίζει πρωτογενώς, στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με το αντικείμενο της ασφάλισης, τη ζημιά ή των απώλεια που έχει προκληθεί εξ αιτίας του ζημιογόνου γεγονότος, στην αιτία της φωτιάς κλπ, προκειμένου οι ασφαλιστές να εκτιμήσουν με βάση αυτές τις πληροφορίες την πραγματική κατάσταση και να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα αναφορικά με το θέμα της συμβατικής τους ευθύνης. Η υποχρέωση του ασφαλισμένου για παροχή στους ασφαλιστές των πληροφοριών κλπ, κατά τα προβλεπόμενα στον όρο 11 του συμβολαίου, συνάδει προς τη φύση της σύμβασης ασφάλισης η οποία συχνά χαρακτηρίζεται ως σύμβαση ύψιστης εμπιστοσύνης (uberrimae fidei)». Μη συμμόρφωση προς τέτοιο όρο, συνεπώς, δεν συνιστά απλώς παράβαση του συγκεκριμένου συμβατικού όρου, αλλά παράβαση καθήκοντος για δέουσα συνεργασία που απορρέει από την ίδια τη φύση της σύμβασης. Τέτοια παράβαση εξ αντικειμένου πλήττει το θεμέλιο και τους σκοπούς μιας συναλλαγής που ενέχει χαρακτήρα ύψιστης εμπιστοσύνης. Υπό το φως αυτής της προσέγγισης, αν υπήρχε αμφιβολία η πλάστιγγα θα έκλινε υπέρ του ότι πρόκειται για προηγούμενο αναγκαίο ή αναβλητικό όρο. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό του όρου μια «τεχνική» παράβαση δεν επαρκεί για να αποκηρύξουν την ευθύνη τους οι ασφαλιστές, αλλά θα πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς στη διαλεύκανση και διεκπεραίωση της απαίτησης. Παρέθεσε ως αυθεντίες επί του θέματος τις υποθέσεις Barret Bros v. Davies
(1966)1 W.L.R. 1334 και The Vainqueur José
(1979)1 Lloyd΄s Law Reports
  1. Η πρώτη απόφαση έχει δημοσιευθεί στη σειρά All E.R. ως Lickiss v. Milestone Motor Policies at Lloyds [1966] 2 All E.R.
  2. Όπως έχει εξηγηθεί στην Pioneer Concrete (U.K.) Ltd v. National Employers Mutual General Insurance Association Ltd [1985] 2 All E.R. 395, στην Lickiss δεν έχει διατυπωθεί αρχή δικαίου ότι ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί παράβαση αναβλητικού όρου εκτός αν έχει υποστεί πράγματι δυσμενή επηρεασμό. Στην Lickiss ο ασφαλισμένος δεν ειδοποίησε τους ασφαλιστές για το ότι είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του, όπως είχε υποχρέωση δυνάμει αναβλητικού όρου της σύμβασης. Οι ασφαλιστές όμως αφού πληροφορήθηκαν για το ατύχημα από τον αντίδικο έλαβαν απ΄ ευθείας πληροφόρηση από την αστυνομία. Παρά ταύτα επικαλέστηκαν παράβαση του όρου και αποποιήθηκαν την ευθύνη τους για πληρωμή, ισχυριζόμενοι ότι είχαν επηρεαστεί δυσμενώς σε ό,τι αφορά το χειρισμό της αγωγής από τον αντίδικο. Το Εφετείο αποφάσισε ότι δεν υπήρχε θέμα παράβασης του όρου εφόσον οι ασφαλιστές είχαν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από άλλη πηγή και ότι με αυτό τον τρόπο παραιτήθηκαν από τον εν λόγω όρο (waiver). Στη συνέχεια είναι που ο Lord Denning πρόσθεσε υπό μορφή γενικότερης παρατήρησης, ως obiter dicta, ότι από τη στιγμή που οι ασφαλιστές δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς, εφόσον είχαν όλη την αναγκαία πληροφόρηση, δεν μπορούσαν να επικαλεστούν τον όρο. Αλλά είναι σαφές ότι η Lickiss δεν αποτελεί αυθεντία ότι απαιτείται δυσμενής επηρεασμός. Στην Pioneer συζητείται και η The Vainqueur José αλλά η κατάληξη ήταν ότι οι αποφάσεις αυτές δεν διαφοροποιούν τη γενική αρχή που διατυπώθηκε ως εξής από το δικαστή Bingham: «The condition in question was included as a condition of the policy agreed between the insured and the insurers and expressed in clear terms to be a condition precedent to the liability of the insurer to make payment under the policy. On the ordinary principles of contract, it would seem to me that the insurer could rely on this breach of condition whether the breach caused him prejudice or not and whether the refusal of payment in those circumstances was in general terms meritorious or unmeritorious.» Με αναφορά και στην υπόθεση Pioneer σημειώνονται τα ακόλουθα στο Chitty on Contracts, Specific Contracts, παρ. 4253: «Conditions must be strictly fulfilled; and it is immaterial that the breach of the condition has no connection with the loss or that it does not affect the risk or that it occurs without the fault of the insured, or that it does not otherwise prejudice the insurer.» Υπό το φως του πειστικού σκεπτικού της Pioneer, η υπό εξέταση εισήγηση του ενάγοντα απορρίπτεται. Μια τελευταία εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του ενάγοντα είναι ότι ο όρος 1(γ) προσκρούει στις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Νόμος 93/1996, σύμφωνα με τις οποίες, όπως είναι η εισήγηση, ένας καταναλωτής δεν δεσμεύεται από ρήτρα σε καταναλωτική σύμβαση η οποία εξαρτά την τήρηση των υποχρεώσεων του έναντι του προμηθευτή από την τήρηση μιας ειδικής τυπικής διαδικασίας. Τον ίδιο νόμο έχει επικαλεστεί και σε σχέση με τον όρο
  3. Δεν εξέτασα όμως εκεί το ζήτημα ενόψει της διαπίστωσης για ακυρότητα του όρου
  4. Εν πάση περιπτώσει και για τα δύο σημεία ισχύουν τα ακόλουθα: Τέτοιο ζήτημα δεν έχει εγερθεί στα δικόγραφα. Δεν είναι επίδικο θέμα και δεν μπορεί να εξεταστεί. Μόνο ζήτημα έκδηλης παρανομίας μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τα δικόγραφα (Ayia Napa Nissi Developments Ltd κ.α. v. Παπαμιχαήλ [1992] 1 Α.Α.Δ. 549) δηλαδή παρανομίας που προκύπτει έκδηλα, είτε από την ίδια τη σύμβαση, είτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συσχετισμό προς τη σύμβαση. Αντίθετα, αν τίθεται ζήτημα ερμηνείας μιας νομοθετικής πρόνοιας δεν πρόκειται για μια «έκδηλη παρανομία» (Αντιγόνη Χρίστου ν. S.D. Clinic Co. Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039, 2043). Ας υποθέσουμε ότι το ζήτημα έχει εγερθεί ως ζήτημα παρανομίας, εφόσον σε κάθε άλλη περίπτωση το γεγονός ότι δεν προβλήθηκε στα δικόγραφα θα έθετε τέλος στη συζήτηση. Αν πρόκειται για εισήγηση περί παρανομίας, η εξέταση τέτοιας εισήγησης θα προϋπέθετε ερμηνεία του εν λόγω νόμου για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ασφαλισμένος μπορεί να θεωρηθεί «καταναλωτής», κατά πόσο ο ασφαλιστής μπορεί να θεωρηθεί «προμηθευτής» και κατά πόσο η σύμβαση ασφάλισης μπορεί να θεωρηθεί «καταναλωτική σύμβαση». Ζητήματα με τα οποία, ακριβώς, ασχολείται η αγόρευση. Κατά δεύτερο λόγο θα έπρεπε να εξεταστεί το κατά πόσο με τον όρο 1(γ) τίθεται απλώς μια «τυπική διαδικασία», οπότε ο ενάγοντας θα είχε να αντιμετωπίσει την προαναφερθείσα (βλ. Clykys) εξήγηση της φύσης τέτοιας πρόνοιας από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για πρόνοια με ουσιαστικό σκοπό ο οποίος μάλιστα άπτεται της εν όλω φύσης της σύμβασης. Είναι βέβαιο ότι, αν η εισήγηση εγείρεται ως ζήτημα παρανομίας, δεν πρόκειται για «έκδηλη παρανομία» που θα μπορούσε να εξεταστεί ανεξάρτητα από τα δικόγραφα. Για όλους τους παραπάνω λόγους, επί της θέσης του ίδιου του ενάγοντα ότι δεν συμμορφώθηκε εντός του συμφωνηθέντος, μετά που ο ίδιος τον καθόρισε, χρόνου, θέση που υποστηρίζεται από το κοινό πραγματικό υπόβαθρο, η υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας παρέβη τα συμφωνηθέντα διά του όρου 1(γ) με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι δικαιωματικά να έχουν αποκηρύξει την υποχρέωση τους για πληρωμή, είναι βάσιμη. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων. Οι διάδικοι καλούνται να συμφωνήσουν τα έξοδα εντός 15 ημερών και να τα δηλώσουν στον Πρωτοκολλητή. Άλλως οι εναγόμενοι μπορούν να ζητήσουν τον υπολογισμό τους από τον Πρωτοκολλητή, οπότε και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ [1]
  1. Παραγραφή Απαίτησης Τα οφέλη δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού εκπίπτουν αναφορικά με οποιαδήποτε απαίτηση με την εκπνοή 12 μηνών από την ημερομηνία που συνέβη το γεγονός που αφορά ή σχετίζεται ή βασίζεται η ΖΗΜΙΑ ή η Απαίτηση. [2] Όροι Απαιτήσεων
  2. Ενέργειες του Ασφαλισμένου Σε περίπτωση οποιουδήποτε περιστατικού εξαιτίας του οποίου είναι δυνατό να εγερθεί απαίτηση με βάση το Ασφαλιστήριο αυτό, ο Ασφαλισμένος υποχρεούται: (α)........ (β)......... (γ) οποτεδήποτε του ζητηθεί από την Εταιρεία, με έξοδα του, να παρουσιάζει, προσκομίζει, εφοδιάζει και δίδει στην Εταιρεία κάθε συμπληρωματική λεπτομέρεια, σχέδια, προδιαγραφές, βιβλία, αποδείξεις, τιμολόγια, διπλότυπα ή αντίγραφα τους, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την απαίτηση και την προέλευση και αιτία της ΖΗΜΙΑΣ και περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψε η ΖΗΜΙΑ και σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την ευθύνη ή το ποσοστό της ευθύνης της εταιρείας, όπως λογικά μπορεί να ζητηθεί από ή εκ μέρους της εταιρείας, συνοδευόμενα από ένορκη δήλωση ή άλλο τύπο που καθορίζεται από τη Νομοθεσία αναφορικά με το αληθές της απαίτησης και οποιονδήποτε γεγονότων που σχετίζονται με αυτή. [3]
  3. Συμμόρφωση με Όρους Απαιτήσεων Η μη συμμόρφωση του Ασφαλισμένου με οποιοδήποτε από τους Όρους Απαιτήσεων απαλλάσσει την Εταιρεία από κάθε ευθύνη να προβεί σε πληρωμή δυνάμει του Ασφαλιστηρίου. [4] « ..if the claim be made and rejected and an action or suit be not commenced within three months after such rejection .. all benefit under this policy shall be forfeited.» [5] 28.
  4. Πάσα συμφωνία, εν ω μέτρω περιορίζει απολύτως την ελευθερίαν οιουδήποτε των μελών προς επιβολήν των δικαιωμάτων αυτού δυνάμει ή συναφώς προς οιανδήποτε σύμβασιν, διά των συνήθων δικαστικών μέτρων ή εν ω μέτρω περιορίζει την προθεσμίαν της τοιαύτης επιβολής των εν λόγω δικαιωμάτων, είναι άκυρος. [6] «Δεν θα αποφασίσουμε για το παραδεκτό πιθανού διαχωρισμού. Επισημαίνουμε μόνο ότι αν ήθελε κριθεί ότι η παρανομία πλήττει τη συμφωνία στο σύνολό της η εφεσείουσα δεν θα μπορούσε να την επικαλεστεί προς θεμελίωση των διεκδικήσεων της. [7] «...Το «τι είναι εύλογος χρόνος» συνιστά, εν εκάστη συγκεκριμένη περιπτώσει, ζήτημα πραγματικόν.» [8] «The condition was not fulfilled. The insurers are entitled to rely on it.» [9] ([1945] 1 All E.R. 316). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.